ΚΥΡΙΑΚΗ μετά τα Φώτα (11/1/2026)
Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ
ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΒΙΑΡΧΟΥ
Β΄προς Κορινθίους, κεφάλαιο Δ΄, εδάφια 6-15
6 Ὃτι ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. 7 ῎Εχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν, 8 ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐξαπορούμενοι, 9 διωκόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἀπολλύμενοι, 10 πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ. 11 Ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ ᾿Ιησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν. 12 ᾫστε ὁ μὲν θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν. 13 Ἒχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν, 14 εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν καὶ ἡμᾶς διὰ ᾿Ιησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν. 15 Τὰ γὰρ πάντα δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.
Ερμηνευτική απόδοση από τον μακαριστό Παν.Τρεμπέλα
6 Και κηρύττουμε αποκλειστικά και μόνο για τη δόξα του Χριστού, διότι ο Θεός, ο Οποίος στη δημιουργία του κόσμου διέταξε από το σκοτάδι να λάμψει το φως, Αυτός και τώρα έλαμψε στις καρδιές μας, όχι μόνο για να φωτισθούμε εμείς, αλλά και για να μεταδοθεί μέσα από μας ο φωτισμός που προέρχεται από τη γνώση της δόξας του Θεού, η οποία φανερώθηκε μέσα από το πρόσωπο του ενανθρωπήσαντος Ιησού Χριστού. 7 Έχουμε λοιπόν τον θησαυρό της φωτιστικής και ένδοξης αυτής γνώσεως μέσα στα σώματά μας, που είναι εύθραυστα και χωματένια, για να αποδεικνύεται ότι το υπερβολικό μεγαλείο της δυνάμεως που υπερνικά τα εμπόδια και τους κινδύνους μας, είναι του Θεού και δεν προέρχεται από εμάς τους ασθενικούς και αδύναμους. 8 Κι έτσι συμβαίνει να θλιβόμαστε σε κάθε τόπο και περίσταση, αλλά όμως οι εξωτερικές αυτές δυσκολίες δεν μας δημιουργούν εσωτερικό αδιέξοδο και στενοχώρια αγωνιώδη. Φθάνουμε σε απορία, χωρίς όμως και να απελπιζόμαστε ή να αποστερηθούμε ποτέ μέσο και δυνατότητα σωτηρίας. 9 Μας καταδιώκουν οι άνθρωποι, αλλά δεν μας εγκαταλείπει ποτέ ο Θεός. Φαίνεται ότι μας κατανικούν και μας ρίχνουν κάτω στη γη σαν τους παλαιστές, αλλά δεν χανόμαστε. 10 Διαρκώς και κάθε μέρα περιφέρουμε στις περιοδείες μας το σώμα μας κυκλωμένο από τον έσχατο κίνδυνο να πεθάνουμε, όπως πέθανε ο Κύριος Ιησούς, αλλά αυτό γίνεται για να φανερωθεί στον κόσμο με τη διάσωση του σώματός μας από τους καθημερινούς κινδύνους ότι ο Ιησούς εξακολουθεί να ζει. 11 Διότι πάντοτε εμείς, που παρά τους τόσους κινδύνους ζούμε, παραδιδόμαστε σε θάνατο για τη δόξα του Χριστού, για να φανερωθεί με τη θνητή σάρκα μας και η δύναμη της ζωής του Ιησού, που παρεμβαίνει και προλαβαίνει τον θάνατό μας.12 Κι έτσι, ενώ εμείς υποφέρουμε τους κινδύνους του θανάτου, εσείς αντιθέτως καρπώνεστε την πνευματική ζωή που προέρχεται από την επικίνδυνη δράση μας.
13 Παρ’ όλους όμως αυτούς τους κινδύνους, επειδή έχουμε το ίδιο Άγιο Πνεύμα που μας στηρίζει στην πίστη, όπως παλιότερα είχε και ο Δαβίδ σύμφωνα με αυτό που είναι γραμμένο στους Ψαλμούς: «Πίστεψα, γι’ αυτό και μίλησα», έτσι κι εμείς πιστεύουμε, και γι’ αυτό και θαρραλέα ομολογούμε και κηρύττουμε τον λόγο της πίστεώς μας. 14 Και γνωρίζουμε ότι ο Θεός, που ανέστησε τον Κύριο Ιησού, θα αναστήσει κι εμάς διαμέσου του Ιησού και θα μας παρουσιάσει ένδοξους στο βήμα Του μαζί με σας. 15 Ναι, μαζί με σας. Διότι όλα για σας γίνονται˙ έτσι ώστε η ευεργεσία που μας κάνει ο Θεός σώζοντάς μας από τους κινδύνους για χάρη σας, να πλεονάζει και να γίνει ευεργεσία και χάρη όχι μόνο σε μας αλλά και σε όλους εσάς. Κι έτσι αυτοί που ευεργετούνται θα είναι περισσότεροι, ώστε και η ευχαριστία προς τον Θεό να πλεονάσει και να περισσεύσει, για να δοξάζεται το όνομά Του.
Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ
Κατά Ματθαίον, κεφάλαιο Δ΄, εδάφια 12-17
12᾿Ακούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι Ἰωάννης παρεδόθη, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, 13 καὶ καταλιπὼν τὴν Ναζαρὲτ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ, 14 ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν διὰ ῾Ησαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· 15 γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλείμ, ὁδὸν θαλάσσης, πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, 16 ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς.
17᾿Απὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν· μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Ερμηνευτική απόδοση από τον μακαριστό Παν. Τρεμπέλα
12 Όταν άκουσε ο Ιησούς ότι ο Ιωάννης παραδόθηκε στη φυλακή απ’ τον βασιλιά Αντίπα, αναχώρησε και πήγε στη Γαλιλαία. 13 Και αφού άφησε τη Ναζαρέτ, πήγε και κατοίκησε στην Καπερναούμ, η οποία ήταν κτισμένη κοντά στη λίμνη της Γαλιλαίας, στα σύνορα των φυλών Ζαβουλών και Νεφθαλείμ. 14Έτσι επαληθεύθηκε και πραγματοποιήθηκε εκείνο που είπε ο Θεός μέσω του προφήτου Ησαΐα: 15 «Η χώρα της φυλής Ζαβουλών και η χώρα της φυλής Νεφθαλείμ, που εκτείνονται κοντά στη θάλασσα και πέρα από τον Ιορδάνη ποταμό, στα ανατολικά του, η Γαλιλαία, στην οποία κατοικούν πολλοί εθνικοί, 16 ο λαός που κάθεται καθηλωμένος και ακίνητος στο πνευματικό σκοτάδι της ειδωλολατρικής πλάνης και της ασέβειας, είδε μεγάλο πνευματικό φως, τον Χριστό˙ κι έλαμψε φως από τον ουρανό σε εκείνους που κάθονται στη χώρα που σκιάζεται από το πυκνότατο σκοτάδι της αμαρτίας και του θανάτου».
17 Από τότε άρχισε ο Ιησούς να κηρύττει συστηματικά και να λέει: «Μετανοείτε, διότι πλησίασαν οι ημέρες που ο Μεσσίας θα εγκαθιδρύσει και στην γη τη Βασιλεία των ουρανών με τη νέα, πνευματική, άγια και ουράνια ζωή, η οποία θα μεταδίδεται μέσα στην Εκκλησία Του».
ΜΝΗΜΗ ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΒΙΑΡΧΟΥ [:Β΄Κορ.4,6-15]
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
«Ὁ Θεὸς ὁ εἰπών, ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν(:Και κηρύττουμε αποκλειστικά και μόνο για τη δόξα του Χριστού, διότι ο Θεός, ο οποίος στη δημιουργία του κόσμου διέταξε από το σκοτάδι να λάμψει το φως, Αυτός και τώρα έλαμψε στις καρδιές μας)»[Β΄Κορ.4,6].
Είδες ότι πάλι δείχνει ο Παύλος σε εκείνους που ζητούσαν να δουν τη δόξα εκείνη την υπερβολική, εννοώ του θεόπτη Μωυσή, να αστράπτει υπερβολικά; «Όπως ακριβώς στο πρόσωπο του Μωυσή, έτσι», λέγει, «έλαμψε και στις δικές σας καρδιές». Και προηγουμένως υπενθυμίζει εκείνα που έγιναν στην αρχή της δημιουργίας, για να δείξει ότι αυτή η δημιουργία[:η πνευματική μας αναγέννηση] είναι μεγαλύτερη. Και πότε είπε «Γενηθήτω φῶς(:Να γίνει φως επί της γης)»; Στην αρχή και στο προοίμιο της δημιουργίας· γιατί λέγει: «Σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου, καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος. καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς(: Σκοτάδι απλωνόταν επάνω από τα ύδατα που τη σκέπαζαν, ενώ το ζωοποιό Πανάγιο Πνεύμα φερόταν επάνω από τα ύδατα και την περιέβαλλε. Και είπε ο Θεός: ’’Να γίνει φως επί της γης’’· και έγινε φως)»[Γέν.1,2-3]. Αλλά τότε βέβαια είπε: «να γίνει φως και έγινε», ενώ τώρα δεν είπε, αλλά ο Ίδιος έγινε Φως σε εμάς· γιατί δεν είπε ότι και τώρα είπε, αλλά ότι ο Ίδιος έλαμψε. Γι’ αυτό δεν βλέπουμε αισθητά πράγματα ενώ λάμπει αυτό το φως, αλλά τον ίδιο τον Θεό μέσω του Χριστού.
Βλέπεις την ακριβή ομοιότητα της Τριάδος; Γιατί για το Πνεύμα λέγει: «Ἡμεῖς δὲ πάντες ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι τὴν αὐτὴν εἰκόνα μεταμορφούμεθα ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν, καθάπερ ἀπὸ Κυρίου Πνεύματος(:Και όλοι εμείς με ξέσκεπο το πρόσωπο του εσωτερικού μας ανθρώπου, σαν καθρέφτες πνευματικοί δεχόμαστε και αντανακλούμε τη δόξα του Κυρίου. Και έτσι μεταμορφωνόμαστε και παίρνουμε την ίδια ένδοξη εικόνα του Κυρίου. Και προοδεύουμε από ένα βαθμό δόξας σε άλλο ανώτερο βαθμό, όπως είναι επόμενο να προοδεύει ο άνθρωπος που φωτίζεται από το Άγιο Πνεύμα, το οποίο είναι ο Κύριος )»[Β΄Κορ.3,18], ενώ για τον Υιό λέγει: «Ἐν οἷς ὁ Θεὸς τοῦ αἰῶνος τούτου ἐτύφλωσε τὰ νοήματα τῶν ἀπίστων εἰς τὸ μὴ αὐγάσαι αὐτοῖς τὸν φωτισμὸν τοῦ εὐαγγελίου τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ, ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ(:ανάμεσα σε αυτούς[:σε όσους από θεληματική τύφλωση παραμένουν στην απώλεια], ο σατανάς που είναι ο θεός και άρχοντας του αιώνα αυτού που διαρκεί μέχρι τη Δευτέρα παρουσία, τύφλωσε τη σκέψη των απίστων για να μη λάμψει σε αυτούς ο φωτισμός του Ευαγγελίου. Και το Ευαγγέλιο αυτό κηρύττει τη δόξα του Χριστού, ο οποίος είναι εικόνα του Θεού)» [Β΄Κορ.4,4].
Τέλος επίσης για τον Πατέρα λέγει: «Ὁ Θεὸς ὁ εἰπών, ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Χριστοῦ(:Και κηρύττουμε αποκλειστικά και μόνο για τη δόξα του Χριστού, διότι ο Θεός, ο οποίος στη δημιουργία του κόσμου διέταξε από το σκοτάδι να λάμψει το φως, Αυτός και τώρα έλαμψε στις καρδιές μας, όχι μόνο για να φωτιστούμε εμείς, αλλά και για να μεταδοθεί μέσα από μας ο φωτισμός που προέρχεται από τη γνώση της δόξας του Θεού, η οποία φανερώθηκε μέσα από το πρόσωπο του ενανθρωπήσαντος Ιησού Χριστού)»[Β΄Κορ.4, 6]. Γιατί όπως ακριβώς είπε λέγοντας «τοῦ εὐαγγελίου τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ(:του ευαγγελίου της δόξας του Χριστού)», πρόσθεσε: «ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ(:ο οποίος είναι εικόνα του Θεού)», για να δείξει ότι αποστερήθηκαν και τη δόξα Εκείνου, έτσι λέγοντας, «τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ», πρόσθεσε, «ἐν προσώπῳ Χριστοῦ», για να δείξει ότι μέσω Αυτού γνωρίζουμε τον Πατέρα, όπως ακριβώς βέβαια και με το Άγιο Πνεύμα οδηγούμαστε σε Αυτόν.
«Ἒχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν(:Έχουμε λοιπόν τον θησαυρό της φωτιστικής και ένδοξης αυτής γνώσεως μέσα στα σώματά μας, που είναι εύθραυστα και χωματένια, για να αποδεικνύεται ότι το υπερβολικό μεγαλείο της δυνάμεως που υπερνικά τα εμπόδια και τους κινδύνους μας, είναι του Θεού και δεν προέρχεται από εμάς τους ασθενικούς και αδύναμους)»[Β΄Κορ.4,7]. Επειδή δηλαδή είπε πολλά και μεγάλα για την απόρρητη δόξα, για να μη λέγει κάποιος: «Και πώς, ενώ απολαμβάνουμε τόσο μεγάλη δόξα, παραμένουμε μέσα σε θνητό σώμα;», λέγει ότι αυτό ακριβώς είναι το αξιοθαύμαστο και μέγιστο δείγμα της δυνάμεως του Θεού, το ότι σκεύος πήλινο μπόρεσε να εκπέμψει τόση μεγάλη λαμπρότητα και να φυλάξει τόσο μεγάλο θησαυρό.
Αυτό ακριβώς λοιπόν θαυμάζοντας και ο Παύλος, έλεγε: «Για να φανεί ότι αυτή η υπερβολική δύναμη που υπερνικά τα εμπόδια και τους κινδύνους μας είναι του Θεού και δεν προέρχεται από μας τους ασθενικούς και αδύναμους ανθρώπους», πάλι υπονοώντας εκείνους που καυχώνται για τον εαυτό τους· γιατί και το μέγεθος των δωρεών και η αδυναμία εκείνων που τις δέχθηκαν δείχνει τη δύναμη, όχι μόνο ότι χάρισε μεγάλα, αλλά ότι και ενώ είμαστε μικροί, μπορέσαμε να τα δεχθούμε· γιατί χρησιμοποιώντας τη φράση: «ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν» υπονοούσε το εύθραυστο της θνητής μας φύσεως και στόχος του δηλαδή ήταν να δείξει το ασθενές της σάρκας μας· γιατί αυτή δεν βρίσκεται σε καθόλου καλύτερη θέση από κάτι που είναι κατασκευασμένο από πηλό· τόσο πολύ εύκολα υφίσταται βλάβες και διαλύεται εύκολα και με τον θάνατο, και με τις ασθένειες, και τις εποχιακές ανωμαλίες, και με άπειρα άλλα. Και αυτά τα έλεγε και για να καταστείλει την αλαζονεία εκείνων και για να δείξει σε όλους ότι δεν υπάρχει τίποτε το ανθρώπινο στις δικές μας πνευματικές επιτυχίες.
Πραγματικά τότε προπάντων φανερώνεται η δύναμη του Θεού, όταν με ευτελή πράγματα πραγματοποιεί μεγάλα. Γι’ αυτό και σε άλλο σημείο ο Παύλος έλεγε: «Καὶ εἴρηκέ μοι· ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται. ἥδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ᾿ ἐμὲ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ(:Αλλά ο Κύριος μού είπε: ’’Σου είναι αρκετή η χάρη που σου δίνω· διότι η δύναμή μου αναδεικνύεται τέλεια, όταν ο άνθρωπος είναι ασθενής και με την ενίσχυσή μου κατορθώνει μεγάλα και θαυμαστά. Με πολύ μεγαλύτερη ευχαρίστηση λοιπόν θα καυχιέμαι περισσότερο στις ασθένειές μου, για να κατοικήσει μέσα μου η δύναμη του Χριστού)» [Β΄Κορ.12,9].
Αλλά και στην Παλαιά Διαθήκη με κουνούπια και μύγες κατατροπώνονταν ολόκληρα στρατόπεδα βαρβάρων (γι’ αυτό και ονόμαζε την κάμπια «ἡ δύναμίς μου ἡ μεγάλη»: Ιωήλ,2,15: «Ἡ ἀκρὶς καὶ ὁ βροῦχος καὶ ἡ ἐρυσίβη καὶ ἡ κάμπη, ἡ δύναμίς μου ἡ μεγάλη, ἣν ἐξαπέστειλα εἰς ὑμᾶς(:η ακρίδα και ο βρούχος και ο μύκητας της ερυσίβης και η κάμπια, η μεγάλη αυτή ‘’στρατιωτική’’ μου δύναμη, την οποία εγώ έστειλα εναντίον σας για παιδαγωγική τιμωρία σας)») και στην αρχή απλά συγχέοντας μόνο τις γλώσσες, κατέστρεψε τον μεγάλο εκείνο Πύργο στη Βαβυλώνα[Γέν.11,1-9]. Και στους πολέμους επίσης άλλοτε με τριακόσιους άνδρες απομάκρυνε αμέτρητο στρατό[Κριτ.7.1-8], και άλλοτε πάλι γκρέμιζε πόλεις με σάλπιγγες[πρβ. πτώση της Ιεριχούς, Ιησούς του Ναυή, κεφ.6,1-21]· μετά όμως από αυτά με μικρό και ασήμαντο παιδί, δηλαδή τον Δαβίδ, κατατρόπωσε όλη την παράταξη των βαρβάρων.
Έτσι λοιπόν και εδώ, στέλνοντας μόνο δώδεκα, κατανίκησε την οικουμένη· με δώδεκα, αν και αυτοί καταδιώκονταν και πολεμούνταν. Ας νιώσουμε λοιπόν έκπληξη για τη δύναμη του Θεού, ας τη θαυμάσουμε, ας την προσκυνήσουμε, ας ρωτήσουμε τους Ιουδαίους, ας ρωτήσουμε τους Έλληνες, ποιος έπεισε όλη την οικουμένη να εγκαταλείψει τις πάτριες συνήθειες και να μεταπηδήσει σε άλλο τρόπο ζωής; Ο ψαράς ή ο σκηνοποιός; Ο τελώνης ή ο αγράμματος και ιδιώτης; Και πώς θα ήταν δυνατό να γίνουν αυτά, αν δεν ήταν η θεία δύναμη εκείνη που κατόρθωνε με εκείνους όλα; Και τι λέγοντας έπειθαν εκείνοι; «Βαπτιστείτε στο όνομα του Εσταυρωμένου». Ποιου; Εκείνου που δεν Τον είδαν, ούτε Τον θεάθηκαν. Αλλά όμως λέγοντας και κηρύττοντας αυτά έπειθαν ότι εκείνοι που λατρεύονταν στα μαντεία και είχαν παρασυρθεί σε αυτούς από τους προγόνους τους δεν είναι θεοί, ενώ ο Χριστός, που καρφώθηκε επάνω στον σταυρό, όλους τους προσέλκυε. Αν και βέβαια, το ότι σταυρώθηκε και τάφηκε, ήταν φανερό στον καθένα, το ότι όμως αναστήθηκε, κανένας, εκτός από λίγους δεν το γνώριζε. Αλλά όμως και αυτό έπεισαν σε εκείνους που δεν Τον είδαν· και όχι μόνο ότι αναστήθηκε, αλλά και ότι ανέβηκε στους ουρανούς και έρχεται να κρίνει ζώντες και νεκρούς.
Από πού, λοιπόν, πες μου, προερχόταν η πίστη στα λόγια αυτά; Από πουθενά αλλού, παρά από την δύναμη του Θεού. Καθόσον για πρώτη φορά αυτή η καινοτομία παρουσιαζόταν σε όλους· και όταν κανείς παρουσιάζει τέτοιες καινοτομίες, το πράγμα γίνεται φοβερότερο, όταν αναμοχλεύει τα θεμέλια παλαιάς συνήθειας, όταν κλονίζει τους νόμους από τα θεμέλια. Και μαζί με αυτά ούτε οι κήρυκες φαίνονταν ότι είναι αξιόπιστοι, αλλά θεωρούνταν και έθνος μισητό από όλους, και δειλοί και αμαθείς. Από πού λοιπόν επικράτησαν της οικουμένης; Από πού απέσπασαν εσάς και τους προγόνους σας, που νόμιζαν ότι ευσεβούν, ξεριζώνοντας μαζί και τους θεούς τους; Δεν είναι φανερό ότι το πέτυχαν από το ότι είχαν τον Θεό μαζί τους; Γιατί δεν είναι δυνατό να είναι αυτά κατορθώματα ανθρώπινης δυνάμεως, αλλά κάποιας θείας και απόρρητης.
«Όχι», λέγει ίσως κάποιος, «προερχόταν από μαγική δύναμη». Λοιπόν, αν ίσχυε αυτό, έπρεπε τότε να αυξηθεί η εξουσία των δαιμόνων και να επεκταθεί η λατρεία των ειδώλων. Πώς λοιπόν όμως η εξουσία αυτή καθαιρέθηκε και εξαφανίστηκε, ενώ αντίθετα τα δικά μας είχαν τόση επιτυχία; Ώστε και από εδώ γίνεται φανερό, ότι τα όσα γίνονταν, γίνονταν με απόφαση του Θεού, και οφείλονταν όχι μόνο στο κήρυγμα αλλά και στον τρόπο ζωής αυτών. Γιατί πότε φυτεύτηκε σε όλα τα μέρη της γης τόση παρθενία; Πότε υπήρξε περιφρόνηση των χρημάτων και της ζωής και όλων των άλλων; Γιατί οι μοχθηροί και αγύρτες τίποτε παρόμοιο δεν κατόρθωσαν, και στη χώρα μας, και στη χώρα των βαρβάρων, και στα πιο απομακρυσμένα μέρη της γης. Άρα γίνεται φανερό ότι όλα τα κατόρθωσε παντού η δύναμη του Θεού, η οποία λάμπει παντού, καταυγάζοντας λαμπρότερα από κάθε αστραπή τις διάνοιες των ανθρώπων.
Αφού λοιπόν σκεφτούμε όλα αυτά, και την υπόσχεση για τα μέλλοντα, έχοντας καθαρή απόδειξη τα όσα συνέβησαν, προσκυνείστε μαζί μας την ακαταμάχητη δύναμη του Εσταυρωμένου, ώστε και τις ανυπόφορες τιμωρίες να αποφύγετε και την αιώνια βασιλεία να επιτύχετε, την οποία εύχομαι όλοι μας να επιτύχουμε, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο, μαζί με τον Πατέρα και το Πανάγιο Πνεύμα, πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνηση, τώρα και πάντα και στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν.
……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………
ΟΜΙΛΙΑ Θ΄
«Ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ΄ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἐξαπορούμενοι, διωκόμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἀπολλύμενοι(:Και έτσι συμβαίνει να θλιβόμαστε σε κάθε τόπο και περίσταση, αλλά όμως οι εξωτερικές αυτές δυσκολίες δεν μας δημιουργούν εσωτερικό αδιέξοδο και στενοχώρια αγωνιώδη. Φθάνουμε σε απορία, χωρίς όμως και να απελπιζόμαστε ή να στερηθούμε τελείως κάθε μέσο και δυνατότητα σωτηρίας. Μας καταδιώκουν οι άνθρωποι, αλλά δεν μας εγκαταλείπει ποτέ ο Θεός. Φαίνεται ότι μας κατανικούν και μας ρίχνουν κάτω στη γη σαν τους παλαιστές, αλλά δεν χανόμαστε)»[Β΄Κορ.4,8-9].
Ακόμα επιμένει στο να δείξει ότι το παν είναι έργο της δυνάμεως του Θεού, καταστέλλοντας τα φρονήματα εκείνων που καυχώνται για τον εαυτό τους. «Γιατί δεν είναι μόνο αυτό», λέγει, «το αξιοθαύμαστο, ότι φυλάσσουμε σε πήλινα σκεύη τον θησαυρό αυτόν, αλλά, το ότι αν και πάσχουμε άπειρα κακά και από παντού δεχόμαστε πλήγματα, διατηρούμε αυτόν και δεν τον χάνουμε». Αν και βέβαια και αν ακόμα ήταν αδαμάντινο το σκεύος, δεν θα μπορούσε να βαστάξει τόσο μεγάλο θησαυρό, ούτε θα άντεχε στις τόσες επιβουλές· τώρα όμως και φέρει αυτόν και κανένα κακό δεν πάσχει, εξαιτίας της χάριτος του Θεού.
Γιατί λέγει: «Ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ΄ οὐ στενοχωρούμενοι(:Έτσι συμβαίνει να θλιβόμαστε σε κάθε τόπο και περίσταση, αλλά όμως οι εξωτερικές αυτές δυσκολίες δε μας δημιουργούν εσωτερικό αδιέξοδο και στενοχώρια αγωνιώδη)». Τι σημαίνει «ἐν παντὶ»; Από τους εχθρούς, από τους φίλους, από τα αναγκαία, από τις άλλες ανάγκες, από τους αντιπάλους, από τους συγγενείς. «Αλλά δεν στενοχωρούμαστε». Και πρόσεχε ότι λέγει πράγματα αντίθετα, ώστε και από εδώ να δείξει τη δύναμη του Θεού. Γιατί λέγει: «θλιβόμενοι ἀλλ΄ οὐ στενοχωρούμενοι(:θλιβόμαστε, αλλά δεν στενοχωρούμαστε)»· «ἀπορούμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἐξαπορούμενοι(:βρισκόμαστε σε αμηχανία, αλλά δεν απελπιζόμαστε)»· δηλαδή, δεν χάνουμε στο τέλος το θάρρος μας. Υποφέρουμε βέβαια πολλές φορές και αποτυγχάνουμε, αλλά όχι έτσι, ώστε να χάσουμε εκείνα που βρίσκονται μπροστά μας· γιατί αυτά παραχωρούνται από τον Θεό σε μας για άσκηση και όχι προς ήττα.
«Διωκόμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἀπολλύμενοι (:Μας καταδιώκουν οι άνθρωποι, αλλά δεν μας εγκαταλείπει ποτέ ο Θεός. Φαίνεται ότι μας κατανικούν και μας ρίχνουν κάτω στη γη σαν τους παλαιστές, αλλά δεν χανόμαστε)». Οι δοκιμασίες δηλαδή συμβαίνουν, όχι όμως και τα αποτελέσματα των δοκιμασιών. Και αυτό πάλι εξαιτίας της δυνάμεως και της χάριτος του Θεού.
Αλλού βέβαια λέγει ότι αυτά επιτρέπονται και για ταπεινοφροσύνη αυτών και για την ασφάλεια των άλλων· γιατί λέγει: «Καὶ τῇ ὑπερβολῇ τῶν ἀποκαλύψεων ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι, ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος σατᾶν, ἵνα με κολαφίζῃ ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι(:Και εξαιτίας των πολλών και μεγάλων αποκαλύψεων επέτρεψε ο Θεός και μου δόθηκε αγκαθωτό ξύλο στο σώμα, αρρώστια αθεράπευτη, άγγελος του σατανά, για να με χτυπά στο πρόσωπο και να με ταλαιπωρεί, για να μην υπερηφανεύομαι)» [Β΄Κορ.12,7]· και πάλι: «Ἐὰν γὰρ θελήσω καυχήσασθαι, οὐκ ἔσομαι ἄφρων· ἀλήθειαν γὰρ ἐρῶ· φείδομαι δὲ μή τις εἰς ἐμὲ λογίσηται ὑπὲρ ὃ βλέπει με ἢ ἀκούει τι ἐξ ἐμοῦ(: Μόνο για τις ασθένειές μου αυτές θα καυχηθώ και όχι για τις επιτυχίες και τη δράση μου· διότι εάν θελήσω και γι’ αυτά να καυχηθώ, δεν θα είμαι άμυαλος και ανόητος, επειδή θα πω την αλήθεια. Δυσκολεύομαι όμως να καυχηθώ, για να μη μου λογαριάσει κανείς τίποτε περισσότερο από εκείνο που βλέπει ή ακούει από μένα)»[Β΄Κορ.12,6].
Και αλλού πάλι: «Ἀλλὰ αὐτοὶ ἐν ἑαυτοῖς τὸ ἀπόκριμα τοῦ θανάτου ἐσχήκαμεν, ἵνα μὴ πεποιθότες ὦμεν ἐφ᾿ ἑαυτοῖς, ἀλλ᾿ ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ ἐγείροντι τοὺς νεκρούς(: Και ήταν τέτοια τα γεγονότα, ώστε από τους φοβερούς κινδύνους που διατρέχαμε γινόταν φανερό και μας δινόταν η εντύπωση, η οποία είχε γίνει βέβαιη μέσα μας, ότι ο θάνατός μας ήταν πλέον αναπόφευκτος. Και επέτρεπε ο Θεός να μας προκαλούν τη βεβαιότητα αυτή οι πρωτοφανείς αυτοί κίνδυνοι, για να μην έχουμε πεποίθηση στον εαυτό μας, αλλά στον ίδιο τον Θεό, ο οποίος ανασταίνει τους νεκρούς)»[Β΄Κορ.1,9]. Εδώ βέβαια «ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ(:αυτό γίνεται για να φανερωθεί στον κόσμο με τη διάσωση του σώματός μας από τους καθημερινούς κινδύνους ότι ο Ιησούς εξακολουθεί να ζει)»[Β΄Κορ.4,10].
Βλέπεις πόσο είναι το κέρδος από τους πειρασμούς; Καθόσον έδειχνε τη δύναμη του Θεού και φανέρωνε τη σε μεγαλύτερο βαθμό χάρη Του, γιατί λέγει: «Καὶ εἴρηκέ μοι· ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται. ἥδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ᾿ ἐμὲ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ(:Αλλά ο Κύριος μού είπε: ’’Σου είναι αρκετή η χάρη που σου δίνω· διότι η δύναμή μου αναδεικνύεται τέλεια, όταν ο άνθρωπος είναι ασθενής και με την ενίσχυσή μου κατορθώνει μεγάλα και θαυμαστά. Με πολύ μεγαλύτερη ευχαρίστηση λοιπόν θα καυχιέμαι περισσότερο στις ασθένειές μου, για να κατοικήσει μέσα μου η δύναμη του Χριστού)» [Β΄Κορ.12,9], και τους ασκούσε στην ταπεινοφροσύνη, και τους άλλους προετοίμαζε να είναι συγκρατημένοι και αυτούς τους έκανε πιο καρτερικούς· γιατί λέγει: « Ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα(:Η υπομονή παράγει αρετή δοκιμασμένη και τέλεια, και η δοκιμασμένη αρετή παράγει την ελπίδα στον Θεό)»[Ρωμ.5,4]· γιατί εκείνοι που περιέπεσαν σε αμέτρητους κινδύνους και έπαιρναν δύναμη από την ελπίδα στον Θεό, διδάσκονταν σε όλα να στηρίζονται σε αυτήν περισσότερο.
«Πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ(:Διαρκώς και κάθε μέρα περιφέρουμε στις περιοδείες μας το σώμα μας κυκλωμένο από τον έσχατο κίνδυνο να πεθάνουμε, όπως πέθανε ο Κύριος Ιησούς, αλλά αυτό γίνεται για να φανερωθεί στον κόσμο με τη διάσωση του σώματός μας από τους καθημερινούς κινδύνους ότι ο Ιησούς εξακολουθεί να ζει)». Και τι σημαίνει «τὴν νέκρωσιν τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες»; Οι θάνατοί τους οι καθημερινοί, με τους οποίους φανερωνόταν η ανάσταση. «Γιατί», λέγει, «εάν κάποιος απιστεί ότι πέθανε ο Ιησούς και αναστήθηκε, βλέποντας εμάς που καθημερινά πεθαίνουμε και ανασταινόμαστε, ας πιστεύει στο εξής στην ανάσταση». Είδες πως βρήκε και άλλη αιτία των πειρασμών; Ποια λοιπόν είναι αυτή; «Για να φανερωθεί η ζωή Αυτού στο σώμα μας», λέγει, «με την αρπαγή μας από τους κινδύνους». Ώστε αυτό που φαίνεται ότι είναι αποτέλεσμα αδυναμίας και εγκαταλείψεως, αυτό κηρύττει την ανάσταση Αυτού. Γιατί δεν θα μπορούσε να φανεί τόσο η δύναμη Εκείνου, χωρίς να πάσχουμε εμείς κάτι το δυσάρεστο, όσο φανερώνεται τώρα, που πάσχουμε βέβαια, αλλά δε νικιόμαστε.
«Ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν(:Διότι πάντοτε εμείς, που παρά τους τόσους κινδύνους ζούμε, παραδιδόμαστε σε θάνατο για τη δόξα του Χριστού, για να φανερωθεί με τη θνητή σάρκα μας και η δύναμη της ζωής του Ιησού, που παρεμβαίνει και προλαβαίνει το θάνατό μας)»[Β΄Κορ.4,11]· γιατί παντού, όταν λέγει κάτι το ασαφές, ερμηνεύει στη συνέχεια αυτό, πράγμα που έκανε και εδώ, ερμηνεύοντας με σαφήνεια αυτό που είπε. «Γιατί», λέγει, «γι’ αυτό παραδινόμαστε, δηλαδή, περιφέρουμε τη νέκρωση,για να φανερωθεί η δύναμη της ζωής Αυτού, μην επιτρέποντας σάρκα θνητή, που πάσχει τόσα, να νικηθεί από το πλήθος των κακών».
Και αλλιώς ας εκλάβουμε αυτό. Πώς; Όπως αλλού λέγει: «Εἰ γὰρ συναπεθάνομεν, καὶ συζήσομεν(:Εάν πεθάναμε μαζί Του, και θα ζήσουμε μαζί Του)»[Β΄Τιμ.2,11]. Γιατί, όπως ακριβώς υπομένουμε τώρα τον θάνατο Αυτού και προτιμούμε, όσο ζούμε, να πεθάνουμε γι΄Αυτόν, έτσι και Αυτός θα θελήσει όταν πεθάνουμε να μας χαρίσει τότε ζωή· γιατί, εάν εμείς από τη ζωή βαδίζουμε προς τον θάνατο, και Αυτός θα μας καθοδηγήσει από το θάνατο στη ζωή. «ᾫστε ὁ θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν(:Και έτσι, ενώ εμείς υποφέρουμε τους κινδύνους του θανάτου, εσείς αντιθέτως καρπώνεστε την πνευματική ζωή που προέρχεται από την επικίνδυνη δράση μας)»[Β΄Κορ.4,12]. Δεν ομιλεί για τον θάνατο, αλλά για τους πειρασμούς και την άνεση. Γιατί, λέγει, «εμείς βρισκόμαστε μέσα στους κινδύνους και τους πειρασμούς, ενώ εσείς σε άνεση, καρπούμενοι τη ζωή που προέρχεται από αυτούς τους κινδύνους· και τα επικίνδυνα βέβαια τα υπομένουμε εμείς, τα αγαθά όμως τα απολαμβάνετε εσείς· γιατί δεν υπομένετε τόσους πολλούς πειρασμούς)».
«Ἒχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως, κατὰ τὸ γεγραμμένον, Ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν, εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς σὺν Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν(:Παρ’ όλους όμως αυτούς τους κινδύνους, επειδή έχουμε το ίδιο Άγιο Πνεύμα που μας στηρίζει στην πίστη, όπως παλιότερα είχε και ο Δαβίδ σύμφωνα με αυτό που είναι γραμμένο στους ψαλμούς: «πίστεψα, γι’ αυτό και μίλησα», έτσι και εμείς πιστεύουμε, και γι’ αυτό και θαρραλέα ομολογούμε και κηρύττουμε τον λόγο της πίστεώς μας. Και γνωρίζουμε ότι ο Θεός, που ανέστησε τον Κύριο Ιησού, θα αναστήσει και εμάς διαμέσου του Ιησού και θα μας παρουσιάσει ένδοξους στο βήμα Του μαζί με σας)». Μας υπενθύμισε Ψαλμό που περιέχει πολλή φιλοσοφία και έχει την δύναμη να μας ασκήσει σε μεγάλο βαθμό στους κινδύνους· γιατί τα λόγια αυτά τα είπε ο δίκαιος εκείνος βρισκόμενος μέσα σε μεγάλους κινδύνους, και από τους οποίους δεν ήταν δυνατόν να απαλλαγεί, παρά μόνο με τη βοήθεια του Θεού.
Επειδή λοιπόν γνωρίζει ότι τα συγγενή προπάντων παρηγορούν, γι’ αυτό λέγει «Ἒχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως (:Επειδή έχουμε το ίδιο Άγιο Πνεύμα που μας στηρίζει στην πίστη)», δηλαδή, από την ίδια συμμαχία, από την οποία ο Παύλος σώθηκε, σωζόμαστε και εμείς· από το άγιο Πνεύμα, από το οποίο δέχθηκε εκείνος τα λόγια του Θεού, τα δεχόμαστε και εμείς. Επομένως δείχνει ότι υπάρχει μεγάλη συμφωνία μεταξύ της Καινής και της Παλαιάς Διαθήκης, και το ίδιο Πνεύμα ενέργησε και στις δύο, και ότι ζούμε μέσα στους κινδύνους όχι μόνο εμείς, αλλά και όλοι οι παλαιοί, και πρέπει με πίστη και ελπίδα να τα αντιμετωπίζουμε όλα, και να μη ζητούμε αμέσως απαλλαγή από τα κακά που μας βρίσκουν.
Αφού λοιπόν έδειξε με τους συλλογισμούς την ανάσταση και τη ζωή, και ότι ο κίνδυνος δεν οφείλεται στην αδυναμία, ούτε στην εγκατάλειψη, τότε πλέον αναφέρει και την πίστη, και σε αυτήν αποδίδει το παν. Αλλά όμως και αυτής απόδειξη παρουσιάζει την ανάσταση του Χριστού, λέγοντας: «Καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν(:έτσι και εμείς πιστεύουμε, και γι’ αυτό και θαρραλέα ομολογούμε και κηρύττουμε τον λόγο της πίστεώς μας)».
Πες μου όμως τι πιστεύουμε; «Ὃτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς σὺν Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν. Τὰ γὰρ πάντα δι΄ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ(:Ο Θεός, που ανέστησε τον Κύριο Ιησού, θα αναστήσει και εμάς διαμέσου του Ιησού και θα μας παρουσιάσει ένδοξους στο βήμα Του μαζί με σας Ναι, μαζί με σας· διότι όλα για σας γίνονται· έτσι ώστε η ευεργεσία που μας κάνει ο Θεός σώζοντάς μας από τους κινδύνους για χάρη σας, να πλεονάσει και να γίνει ευεργεσία και χάρη όχι μόνο σε μας, αλλά και σε όλους εσάς. Κι έτσι αυτοί που ευεργετούνται θα είναι περισσότεροι, ώστε και η ευχαριστία προς τον Θεό να πλεονάσει και να περισσεύσει, για να δοξάζεται το όνομά Του)». Πάλι τους γεμίζει με υψηλό φρόνημα, για να μην αποδίδουν χάρη στους ανθρώπους, εννοώ στους ψευδαποστόλους· γιατί το παν είναι του Θεού, ο οποίος θέλει σε πολλούς να δώσει τη χάρη Του, ώστε να φανεί μεγαλύτερη η χάρη. Για σας λοιπόν η ανάσταση και όλα τα άλλα· γιατί αυτά δεν τα έκανε μόνο για έναν, αλλά για όλους.
«Διὸ οὐκ ἐκκακοῦμεν, ἀλλ᾿ εἰ καὶ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος διαφθείρεται, ἀλλ᾿ ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ καὶ ἡμέρᾳ(:Και επειδή γνωρίζουμε ότι όλα τα δυσάρεστα που μας συμβαίνουν καταλήγουν στην ευχαριστία και στη δόξα του Θεού, γι’ αυτό δεν χάνουμε το θάρρος μας· αλλά και αν ο εξωτερικός μας άνθρωπος, δηλαδή το σώμα μας, φθείρεται από τις θλίψεις και τους κινδύνους αυτούς, ο εσωτερικός όμως άνθρωπος, δηλαδή η ψυχή μας, γίνεται νεότερη μέρα με τη μέρα)»[ Β΄Κορ. 4,16]. Πώς φθείρεται; Με το να μαστιγώνεται, να καταδιώκεται, να πάσχει αμέτρητα κακά. «Αλλά ο εσωτερικός μας άνθρωπος ανακαινίζεται μέρα με την ημέρα». Πώς ανακαινίζεται; Με την πίστη, με την ελπίδα, με την προθυμία. Στο εξής λοιπόν πρέπει να αντιμετωπίζουμε με θάρρος τα κακά. Γιατί, όσο περισσότερα παθαίνει το σώμα, τόσο και πιο αγαθές ελπίδες έχει η ψυχή, και γίνεται λαμπρότερη, όπως ακριβώς ο χρυσός που παραμένει περισσότερο μέσα στη φωτιά.
Και πρόσεχε πώς εξαλείφει τα λυπηρά της παρούσας ζωής. Γιατί «τὸ γὰρ παραυτίκα ἐλαφρὸν τῆς θλίψεως ἡμῶν καθ᾿ ὑπερβολὴν εἰς ὑπερβολὴν αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ἡμῖν(:και ξανανιώνει η ψυχή μας, διότι οι θλίψεις μας, που γρήγορα περνούν και είναι γι’ αυτό ελαφρές, ετοιμάζουν σε υπερβολικά μεγάλο βαθμό αιώνιο βάρος δόξας σε μας)», λέγει[Κορ. Β΄4,17]. Κατακλείνοντας το πράγμα στην ελπίδα, και εκείνο ακριβώς που έλεγε στην επιστολή προς Ρωμαίους, ότι «ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα(:η υπομονή παράγει αρετή δοκιμασμένη και τέλεια, και η δοκιμασμένη αρετή παράγει την ελπίδα στον Θεό)»[Ρωμ. 5,4], αυτό και εδώ παρουσιάζοντας, τοποθετεί παράλληλα τα παρόντα προς τα μέλλοντα, το στιγμιαίο προς το αιώνιο, το ελαφρύ προς το βαρύ, τη θλίψη προς τη δόξα. Και ούτε σε αυτά αρκείται, αλλά προσθέτει και άλλη λέξη, διπλασιάζοντας αυτήν και λέγοντας: «υπερβολικά υπερβολικό βάρος».
Έπειτα δείχνει και τον τρόπο πώς είναι ελαφρύ το βάρος των τόσων πολλών θλίψεων. Πώς λοιπόν είναι ελαφρύ; «Μὴ σκοπούντων ἡμῶν τὰ βλεπόμενα, ἀλλὰ τὰ μὴ βλεπόμενα(:Οσοδήποτε λοιπόν βαριές και αν είναι οι θλίψεις, θα τις αισθανόμαστε ως ελαφρές, αρκεί να μην προσηλώνουμε το βλέμμα μας σε εκείνα που φαίνονται με τα μάτια του σώματος, αλλά σε εκείνα που δε φαίνονται, όμως μας περιμένουν μετά το θάνατο)»[Κορ. Β΄4,18]. Έτσι και αυτό το παρόν είναι ελαφρύ και εκείνο το μέλλον μεγάλο, αν απομακρύνουμε τον εαυτό μας από τα ορατά πράγματα.
«Τὰ γὰρ βλεπόμενα πρόσκαιρα(:Διότι αυτά που φαίνονται είναι πρόσκαιρα και περνούν)». Άρα και οι θλίψεις είναι τέτοιες. «Τὰ δὲ μὴ βλεπόμενα αἰώνια(:Διότι αυτά που φαίνονται είναι πρόσκαιρα και περνούν, αυτά όμως που δεν φαίνονται είναι αιώνια)»[Β΄Κορ.4,18]. Άρα και τα στεφάνια είναι τέτοια. Και δεν είπε: «οι θλίψεις είναι τέτοιες», αλλά όλα «τα βλεπόμενα», είτε τιμωρία είναι, είτε άνεση, ώστε ούτε από εκείνα να αποχαυνωνόμαστε, ούτε αυτά να μας στενοχωρούν. Γι’ αυτό ούτε είπε, μιλώντας για τα αιώνια, «η βασιλεία είναι αιώνια», αλλά «τα μη βλεπόμενα είναι αιώνια», είτε αυτά είναι βασιλεία, είτε τιμωρία πάλι, ώστε και από εκείνα να φοβίσει και προς εκείνα να προτρέψει.
Επειδή λοιπόν τα βλεπόμενα είναι πρόσκαιρα, ενώ τα μη βλεπόμενα αιώνια, προς εκείνα ας έχουμε στραμμένο το βλέμμα μας. Καθόσον ποια απολογία θα μπορούσαμε να έχουμε, προτιμώντας τα πρόσκαιρα αντί των αιωνίων; Γιατί, και αν ακόμα το παρόν είναι ευχάριστο, ωστόσο δεν είναι αιώνιο· όμως το οδυνηρό αυτού είναι αιώνιο και ασυγχώρητο. Ποια λοιπόν απολογία θα έχουν εκείνοι που καταξιώθηκαν να λάβουν το άγιο Πνεύμα και να απολαύσουν τόση μεγάλη δωρεά, όταν μετά από όλα αυτά και προσηλώνονται στη γη και απορροφώνται από τα γήινα; Καθόσον ακούω πολλούς που λέγουν αυτά τα άξια για γέλια, λόγια: «Δώσε μου τη σημερινή μέρα, και πάρε εσύ την αυριανή». «Γιατί», όπως λένε, «αν τα εκεί είναι τέτοια που λέτε εσείς, θα συμβεί τότε ένα και ένα, αν όμως δεν υπάρχει το εκεί, τότε θα είναι δύο έναντι κανενός».
Τι πιο απρεπές υπάρχει από αυτά τα λόγια; Τι πιο ανόητο; Εμείς μιλάμε για τον ουρανό και τα απόρρητα εκείνα αγαθά, και εσύ μας παρουσιάζεις τα των ιπποδρομίων και δεν ντρέπεσαι ούτε πας να κρυφτείς από ντροπή λέγοντας τέτοια λόγια, που είναι λόγια των παραφρόνων; Δεν κοκκινίζεις από ντροπή με το να είσαι τόσο πολύ προσηλωμένος στα παρόντα; Δεν θα σταματήσεις να παραφρονείς και να μωρολογείς, λέγοντας ανοησίες και στη νεότητά σου; Και το να τα λέγουν αυτά οι ειδωλολάτρες, δεν είναι καθόλου απορίας άξιο, το να λέγουν όμως πιστοί άνθρωποι τέτοιες ανοησίες, ποια συγνώμη έχει αυτό; Έχεις δηλαδή εξ ολοκλήρου υποψίες για τις αθάνατες εκείνες ελπίδες; Εξ ολοκλήρου νομίζεις ότι αυτά είναι αμφίβολα; Και πώς αυτά θα είναι άξια συγνώμης;
«Και ποιος», λέγει κάποιος άλλος, «ήρθε και μας τα είπε τα εκεί;». Από τους ανθρώπους κανένας, αλλά αυτά τα είπε ο Θεός, που είναι ο πιο αξιόπιστος από όλους. Αλλά δε βλέπεις τα εκεί; Ούτε τον Θεό βλέπεις· άραγε λοιπόν δε θα πιστέψεις ότι υπάρχει Θεός, επειδή δεν Τον βλέπεις; «Το πιστεύω», λέγει, «και μάλιστα υπερβολικά».
Αν λοιπόν σε ρωτήσει κάποιος από τους απίστους: «και ποιος ήρθε από τον ουρανό και είπε αυτά;», τι θα του πεις; Από πού το γνωρίζεις ότι υπάρχει Θεός; «Από τα όσα βλέπονται», λέγει, «από την ευταξία που υπάρχει σε όλη την κτίση, από το ότι αυτό είναι φανερό σε όλους». Λοιπόν, έτσι να δέχεσαι και τον λόγο περί Κρίσεως. «Πώς δηλαδή;», λέγει. Θα ρωτήσω εσένα και εσύ απάντησέ μου. Δίκαιος είναι αυτός ο Θεός και απονέμει στον καθένα εκείνο που του αξίζει· ή μήπως το αντίθετο θέλει, οι άδικοι δηλαδή να ευημερούν και να ζουν απολαυστική ζωή, ενώ οι καλοί να απολαμβάνουν τα αντίθετα; «Καθόλου», λέγει, «γιατί ούτε άνθρωπος θα το δεχόταν αυτό». Πού λοιπόν θα απολαύσουν τα αγαθά εκείνοι που εδώ έπραξαν καλά έργα; Πού οι κακοί θα υποστούν τα αντίθετα, εάν πρόκειται να μην υπάρξει κάποια ζωή και ανταπόδοση μετά από αυτά; Βλέπεις ότι τώρα έχουμε ένα έναντι ενός, και όχι δύο έναντι ενός;
Αλλά εγώ προχωρώντας θα σου δείξω, ότι θα συμβεί στους δικαίους όχι ένα έναντι ενός, αλλά δύο έναντι ενός, ενώ στους αμαρτωλούς και σε εκείνους που κάνουν απολαυστική ζωή εδώ εντελώς το αντίθετο. Γιατί εκείνοι που έζησαν απολαυστικά εδώ δεν έλαβαν ούτε ένα έναντι ενός, ενώ εκείνοι που ζουν ενάρετη, έλαβαν δύο έναντι ενός. Γιατί ποιοι έζησαν με άνεση, εκείνοι που δεν έκαναν καλή χρήση αυτής της ζωής ή οι ενάρετοι; Εσύ βέβαια ίσως πεις εκείνους, εγώ όμως σου δείχνω αυτούς, επικαλούμενος μάρτυρες εκείνους τους ίδιους που απόλαυσαν τα παρόντα, και δε θα δυσανασχετήσουν για εκείνα που πρόκειται να πω.
Καθόσον πολλές φορές καταράστηκαν και τις προξενήτρες και την ημέρα κατά την οποία ετοιμάστηκε το νυφικό δωμάτιο, μακάρισαν τους άγαμους. Πολλοί από τους νέους, ενώ βρίσκονταν στα πρόθυρα του γάμου, για τίποτε άλλο δεν παραιτήθηκαν, παρά εξαιτίας της δυσκολίας του πράγματος. Και τα λέγω αυτά, όχι για να κατηγορήσω τον γάμο( γιατί είναι τίμιος), αλλά εκείνους που τον χρησιμοποιούν κακώς. Εάν εκείνοι που σύναψαν γάμο πολλές φορές θεώρησαν αβίωτο τον βίο, τι θα μπορούσαμε να πούμε για εκείνους που ρίχτηκαν στα πύρινα βάραθρα και βρέθηκαν σε κατάσταση δουλικότερη και αθλιότερη παντός αιχμαλώτου; Τι για εκείνους που κατασάπησαν μέσα στις απολαύσεις και περιέβαλαν με αμέτρητα νοσήματα το σώμα;
«Αλλά το να ζει κανείς με δόξα είναι ευχάριστο», ίσως παρατηρούσε πάλι εδώ κάποιος. Και όμως τίποτε δεν υπάρχει χειρότερο από αυτήν τη δουλεία. Καθόσον ο ματαιόδοξος και εκείνος που θέλει να αρέσει σε όποιον άνθρωπο τύχει μπροστά του, είναι πολύ πιο δουλικότερος από οποιονδήποτε δούλο, ενώ εκείνος που περιφρόνησε τη δόξα, εκείνος που δε φροντίζει για τη δόξα εκ μέρους των άλλων είναι ανώτερος από όλους.
«Όμως το να έχει κανείς χρήματα είναι πολύ αγαπητό». Αλλά πολλές φορές αποδείξαμε ότι σε μεγαλύτερο πλούτο και άνεση βρίσκονται πολύ περισσότερο εκείνοι που είναι απαλλαγμένοι από αυτά και δεν έχουν τίποτε. «Αλλά το να μεθάει κανείς είναι ευχάριστο», αντιλέγει ίσως κάποιος άλλος. Και ποιος θα μπορούσε να το πει αυτό; Λοιπόν, εάν το να μην έχεις πλούτο είναι πιο ευχάριστο από το να έχεις πλούτο, και η αγαμία καλύτερη από το γάμο, και η έλλειψη ματαιοδοξίας καλύτερη από τη ματαιοδοξία, και η μία απολαυστική ζωή από τη γεμάτη απολαύσεις ζωή, και ως προς αυτό το περισσότερο το έχουν εκείνοι που δεν είναι προσηλωμένοι στα παρόντα.
Και δε λέγω βέβαια ακόμα ότι εκείνος, και αν ακόμα υφίσταται αμέτρητα βάσανα, έχει την καλή ελπίδα που τον στηρίζει, ενώ αυτός και αν ακόμα απολαμβάνει αμέτρητες απολαύσεις, έχει τον φόβο τον μελλοντικό που ταράσσει την ηδονή του και του προξενεί σύγχυση. Καθόσον και αυτός δεν είναι μικρός τρόπος τιμωρίας, όπως βέβαια ο αντίθετος είναι τρυφής και ανέσεως. Υπάρχει και τρίτος τρόπος μαζί με αυτούς. Και ποιος είναι αυτός; Ότι τα της απολαυστικής και κοσμικής ζωής, ούτε όταν υπάρχουν φαίνονται, ελεγχόμενα και από τη φύση και από τον χρόνο, ενώ εκείνα όχι μόνο υπάρχουν, αλλά και παραμένουν ακίνητα. Βλέπεις ότι όχι μόνο δύο έναντι κανενός, αλλά και τρία και πέντε και δέκα και είκοσι και άπειρα έναντι μηδενός θα μπορέσουμε να αναφέρουμε; Και για να το καταλάβεις αυτό με παράδειγμα, ο πλούσιος και ο Λάζαρος, από τους οποίους ο ένας απόλαυσε τα παρόντα, ενώ ο άλλος τα μέλλοντα. Άραγε λοιπόν έχεις την εντύπωση ότι είναι ένα προς ένα το να τιμωρείται κανείς όλο τον χρόνο, και το να πεινάει ένα σύντομο χρόνο; Το να υποφέρει σε φθαρτό σώμα από κάποιο νόσημα, και το να κατακαίεται φοβερά σε αθάνατο σώμα; Το να στεφανώνεται και να απολαμβάνει αθάνατη την ηδονή μετά τη σύντομη εκείνη αρρώστια, και το να βασανίζεται απέραντα μετά τη σύντομη απόλαυση των παρόντων; Και ποιος θα μπορούσε να τα πει αυτά; Γιατί τι θέλεις να αναφέρουμε; Την ποσότητα, την ποιότητα, την τάξη του Θεού, την απόφαση για τον καθένα; Μέχρι πότε θα λέτε τα λόγια των σκαθαριών, που διαρκώς κυλιούνται μέσα στο βούρκο; Γιατί αυτά δεν είναι λόγια λογικών ανθρώπων, το να προδίδουν αντί μηδενός την τόσης τιμής ψυχή, ενώ μπορούν έναντι μικρού κόπου να κερδίσουν τον ουρανό.
Θέλεις και με άλλο τρόπο να σε διδάξω, ότι υπάρχει εκεί κριτήριο φοβερό; Άνοιξε τις πόρτες της συνειδήσεώς σου και πρόσεχε τον δικαστή που κάθεται στη διάνοιά σου. Εάν εσύ κατακρίνεις τον εαυτό σου, αν και βέβαια είσαι φίλαυτος, και δε θα καταδεχόσουν να μην εκφέρεις δίκαια την κρίση, δε θα δείξει πολύ περισσότερο ο Θεός μεγαλύτερη φροντίδα για τον δίκαιο, και θα εκφέρει την αμερόληπτη για όλους απόφαση, αλλά θα αφήσει τα πάντα να οδηγούνται στην τύχη εδώ και εκεί; Και ποιος θα μπορούσε να τα πει αυτά; Δεν υπάρχει κανένας, αλλά και οι ειδωλολάτρες και οι βάρβαροι, και οι ποιητές και φιλόσοφοι, και κάθε ανθρώπινο έθνος συμφωνούν σε αυτά με εμάς, αν και όχι όμοια, και λέγουν ότι υπάρχουν κάποια δικαστήρια στον άδη· τόσο φανερό και παραδεκτό από όλους είναι το πράγμα.
«Και για ποιον λόγο», λέγει κάποιος, «δεν τιμωρεί εδώ, στην παρούσα ζωή;». Για να δείξει τη μακροθυμία Του και να μας χαρίσει την από τη μετάνοια προερχόμενη σωτηρία, και να μην αφήσει τότε να αρπαχθεί αιχμάλωτο το ανθρώπινο γένος, καθώς και εκείνους που μπορούν να σωθούν με την άριστη μετάνοια να μην τους στερήσει τη σωτηρία. Γιατί, εάν τιμωρούσε αμέσως σύμφωνα με τα αμαρτήματα και οδηγούσε στην καταδίκη, πώς θα ήταν δυνατό να σωθεί ο Παύλος, πώς ο Πέτρος, ο κορυφαίος δάσκαλος της οικουμένης; Πώς θα μπορούσε ο Δαβίδ να καρπωθεί την από τη μετάνοια πηγάζουσα σωτηρία; Πώς οι Γαλάτες; Πώς άλλοι περισσότεροι; Γι’ αυτό βέβαια ούτε και τιμωρεί όλους εδώ, αλλά μερικούς μόνο από όλους, ούτε εκεί όλους, αλλά τον ένα εδώ και τον άλλον εκεί, για να διεγείρει και τους υπερβολικά αναίσθητους με εκείνους που τιμωρεί και να τους κάνει να περιμένουν ανυπόμονα τα μέλλοντα με εκείνους που δεν τιμωρεί.
Ή δε βλέπεις εδώ που τιμωρούνται πολλοί, όπως εκείνοι που καταπλακώθηκαν από τον πύργο[Λουκ.13,4-5: «Ἢ ἐκεῖνοι οἱ δέκα καὶ ὀκτώ, ἐφ᾿ οὓς ἔπεσεν ὁ πύργος ἐν τῷ Σιλωὰμ καὶ ἀπέκτεινεν αὐτούς, δοκεῖτε ὅτι οὗτοι ὀφειλέται ἐγένοντο παρὰ πάντας τοὺς ἀνθρώπους τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἱερουσαλήμ(:Όχι, σας λέω˙ δεν ήταν αυτοί οι χειρότεροι αλλά ο θάνατός τους συνέβη και ως παράδειγμα σωφρονιστικό για σας. Διότι εάν δεν μετανοήσετε, θα χαθείτε κι εσείς με τον ίδιο τρόπο. Διότι θα σας σφάξουν όλους οι Ρωμαίοι και θα καταπατήσουν την Ιερουσαλήμ, και τότε το αίμα πολλών από σας θα αναμιχθεί με τις θυσίες σας. Ή μήπως νομίζετε ότι εκείνοι οι δεκαοκτώ, που έπεσε πάνω τους ο πύργος που ήταν κτισμένος στο Σιλωάμ και τους σκότωσε, ήταν πιο αμαρτωλοί και χρεώστες ενώπιον του Θεού απ’ όλους τους ανθρώπους που κατοικούν στην Ιερουσαλήμ;)» όπως εκείνοι οι Γαλιλαίοι, το αίμα των οποίων ανέμιξε ο Πιλάτος με τις θυσίες[βλ.Λουκ.13,1: «Παρῆσαν δέ τινες ἐν αὐτῷ τῷ καιρῷ ἀπαγγέλλοντες αὐτῷ περὶ τῶν Γαλιλαίων, ὧν τὸ αἷμα Πιλᾶτος ἔμιξε μετὰ τῶν θυσιῶν αὐτῶν(:Τη στιγμή αυτή που μιλούσε ο Κύριος για τα σημεία των καιρών, παρουσιάστηκαν μερικοί και Του αφηγήθηκαν για τους Γαλιλαίους που έσφαξε ο Πιλάτος στο ιερό την ώρα που αυτοί πρόσφεραν θυσίες, και έτσι ανέμειξε το αίμα τους με το αίμα των ζώων που θυσίαζαν)», όπως εκείνοι από τους Κορινθίους που πέθαναν με πρόωρο θάνατο, επειδή έλαβαν μέρος στα μυστήρια ανάξια, όπως ο Φαραώ, όπως εκείνοι από τους Ιουδαίους που κατασφάχθηκαν από τους βαρβάρους, όπως πολλοί άλλοι, και τότε και τώρα και συνέχεια; Και άλλοι πάλι, που διέπραξαν πολλά αμαρτήματα, έφυγαν από την εδώ ζωή χωρίς να τιμωρηθούν, όπως ο πλούσιος που έχει σχέση με τον Λάζαρο, όπως πολλοί άλλοι.
Και αυτά τα κάνει, και για να διεγείρει εκείνους που δεν πιστεύουν στα μέλλοντα, και για να καταστήσει σπουδαιότερους εκείνους που πιστεύουν και είναι αδιάφοροι. Γιατί ο Θεός είναι Κριτής δίκαιος και ισχυρός και μακρόθυμος, και δεν εκδηλώνει καθημερινά την οργή Του. Αν όμως δε χρησιμοποιήσουμε σωστά τη μακροθυμία, θα έρθει καιρός που δε θα δείξει ούτε για μια στιγμή μακροθυμία, αλλά θα επιφέρει αμέσως την τιμωρία. Μη λοιπόν, για να νιώσουμε μία στιγμή μόνο την ηδονή (γιατί αυτό είναι η παρούσα ζωή), επισύρουμε επάνω μας τιμωρία απείρων αιώνων, αλλά ας πονέσουμε για μια στιγμή, για να στεφανωθούμε αιώνια. Δε βλέπετε ότι και στα κοσμικά πράγματα το ίδιο κάνουν οι περισσότεροι από τους ανθρώπους, και προτιμούν τον λίγο κόπο, προς χάρη της μακρόχρονης αναπαύσεως, αν και το αντίθετο συμβαίνει σε αυτούς; Γιατί εδώ υπάρχει ισομοιρία και κόπων και κέρδους· πολλές φορές όμως το αντίθετο, ο κόπος είναι άπειρος, ενώ ο καρπός λίγος· ενώ στην περίπτωση της Βασιλείας τα πράγματα είναι αντίστροφα· λίγος ο κόπος, ενώ μεγάλη και άπειρη η ηδονή.
Και πρόσεχε: ο γεωργός κοπιάζει όλο το χρόνο και πολλές φορές προς το τέλος της ελπίδας αυτής δεν απολαμβάνει τον καρπό των πολλών κόπων του. Ο κυβερνήτης πάλι και ο στρατιώτης μέχρι το τέλος της ζωής ζει με τους πολέμους και τους κόπους, και πολλές φορές ο καθένας από αυτούς έφυγε μαζί με τη νίκη και τη ζωή του. Ποια λοιπόν απολογία θα έχουμε, πες μας, για να νιώσουμε έστω και λίγο άνεση, ή ούτε για λίγο(καθόσον δεν είναι φανερή η ελπίδα), ενώ στα πνευματικά κάνουμε το αντίθετο από αυτό, και επισύρουμε εναντίον μας απερίγραπτη τιμωρία εξαιτίας της μικρής αδιαφορίας;
Γι’ αυτό παρακαλώ όλους σας έστω λοιπόν και αργά να συνέλθουμε κάποτε από την παραφροσύνη αυτή. Γιατί κανένας δε θα μας σώσει εκείνον τον καιρό, ούτε αδελφός, ούτε πατέρας, ούτε υιός, ούτε φίλος, ούτε γείτονας, ούτε άλλος κανένας, αλλά αν προδοθούμε από τα έργα, όλοι θα φύγουν και θα χαθούν και θα χαθούμε και εμείς οπωσδήποτε. Σε πόσους θρήνους ξέσπασε εκείνος ο πλούσιος, και τον πατριάρχη παρακάλεσε, και τον Λάζαρο ζήτησε να σταλεί; Αλλά άκουσε τι έλεγε προς αυτόν ο Αβραάμ: «Καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν(:Και επιπλέον μεταξύ του τόπου που είμαστε εμείς, και του τόπου που είστε εσείς, έχει στηριχτεί μέγα και ανυπέρβλητο χάσμα, ώστε εκείνοι που θέλουν να περάσουν από εδώ σε σας να μην μπορούν, ούτε και αυτοί, που είναι στο μέρος σας να μην μπορούν να περάσουν προς εμάς)»[Λουκ.16,26].
Πόσο παρακάλεσαν οι πέντε μωρές εκείνες παρθένες της παραβολής τις συνομήλικές τους για λίγο λάδι; Αλλά άκουσε και εκείνες τις άλλες πέντε, τις φρόνιμες και προνοητικές, τι λέγουν: «Μήποτε οὐκ ἀρκέσει ἡμῖν καὶ ὑμῖν· πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράσατε ἑαυταῖς(:Δεν μπορούμε να σας δώσουμε, διότι υπάρχει φόβος να μη φθάσει το λάδι και για μας και για σας. Πηγαίνετε καλύτερα σ’ εκείνους που πουλούν και αγοράστε για τα λυχνάρια σας)» [Ματθ.25,9], και κανένας δεν μπόρεσε να τις οδηγήσει μέσα στον νυμφώνα.
Σκεπτόμενοι λοιπόν αυτά και εμείς ας φροντίζουμε τη ζωή μας. Γιατί, όσους κόπους και αν πεις, και όσες τιμωρίες και αν αναφέρεις, τίποτε δε θα είναι όλα αυτά μπροστά στα μελλοντικά αγαθά. Ανάφερε λοιπόν, αν θέλεις, φωτιά και σίδερο και θηρία και αν υπάρχει κάτι άλλο φοβερότερο από αυτά· αλλά όμως αυτά ούτε σκιά είναι μπροστά σε εκείνα τα βασανιστήρια. Γιατί αυτά όταν πέσουν επάνω μας με σφοδρότητα, τότε προπάντων γίνονται ελαφρά, παρέχοντας γρήγορα την απαλλαγή, αφού το σώμα δεν αντέχει και στη σφοδρότητα και στο μήκος της τιμωρίας· εκεί όμως δε συμβαίνει το ίδιο, αλλά συνυπάρχουν και τα δύο, και η παράσταση και η υπερβολή, τόσο στα καλά, όσο και στα λυπηρά.
Όσο λοιπόν είναι καιρός, ας σπεύσουμε κοντά Του, εξομολογούμενοι τις αμαρτίες μας, για να Τον δούμε τότε ήμερο και γαλήνιο, για να αποφύγουμε τις τιμωρητικές εκείνες δυνάμεις. Δεν βλέπεις τους εδώ στρατιώτες που υπηρετούν τους άρχοντες, πώς σύρουν, πώς δένουν, πώς μαστιγώνουν, πώς ξεσχίζουν τις πλευρές, πώς προσθέτουν λαμπάδες στα βάσανα, πώς θανατώνουν; Αλλά όλα αυτά είναι παιχνίδι και γέλωτας μπροστά σε εκείνες τις τιμωρίες. Γιατί αυτές οι τιμωρίες είναι πρόσκαιρες, ενώ εκεί ούτε το σκουλήκι πεθαίνει, ούτε η φωτιά σβήνει· γιατί το σώμα είναι άφθαρτο.
Αλλά εύχομαι να μη συμβεί να τα γνωρίσουμε στην πράξη, αλλά να περιοριστούν τα φοβερά μόνο μέχρι τα λόγια, ούτε και να παραδοθούμε σε εκείνους τους βασανιστές, αλλά να σωφρονιστούμε εδώ. Πόσα τότε θα πούμε, κατηγορώντας τον εαυτό μας; Πόσο θα θρηνήσουμε; Πόσο θα κλάψουμε; Αλλά κανένα όφελος τότε· γιατί ούτε οι ναύτες, όταν το πλοίο διαλυθεί και καταβυθιστεί, θα μπορούσαν να ωφεληθούν τότε σε κάτι· ούτε οι γιατροί, όταν ο ασθενής πεθάνει· αλλά βέβαια θα πουν πολλές φορές «αυτό και αυτό έπρεπε να κάνουμε», αλλά όλα άδικα και χωρίς κανένα όφελος. Όσο λοιπόν μένουν ακόμα ελπίδες από τη διόρθωση πρέπει και να τα λέμε όλα και να τα κάνουμε, όταν όμως δεν είμαστε κύριοι μηδενός, αφού έχει χαθεί το παν, άσκοπα και λέγονται όλα και γίνονται. Γιατί και οι Ιουδαίοι θα πουν τότε: «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ(:Δόξα και τιμή σε Αυτόν που υποδεχόμαστε! Ευλογημένος και δοξασμένος να είναι Αυτός που έρχεται απεσταλμένος από τον Κύριο ως αντιπρόσωπός Του. Αυτός είναι ο ένδοξος βασιλιάς του Ισραήλ, που τόσον καιρό περιμέναμε)» [Ιω.12,13], αλλά δεν θα μπορέσουν να αποκομίσουν καμία ωφέλεια από τα λόγια εκείνα στο να αποφύγουν την τιμωρία· γιατί όταν έπρεπε να τα πουν, δεν τα είπαν.
Για να μην το πάθουμε λοιπόν αυτό και εμείς στη ζωή εκείνη, ας μετανοήσουμε όσο είμαστε εδώ, για να παρουσιαστούμε στο βήμα του Χριστού με κάθε παρρησία, την οποία εύχομαι όλοι μας να επιτύχουμε, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον Οποίο στον Πατέρα και συγχρόνως στο Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα και η τιμή και η προσκύνηση, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
- https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-ii-ad-corinthios.pdf
- Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην Β΄ προς Κορινθίους επιστολήν , πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1986, τόμος 19, ομιλίες Η΄ (κατ΄επιλογήν) και Θ΄, σελίδες 245-275.
- http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
- Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
- Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
- Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
- http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
- http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ[:Ματθ. 4, 12 – 17]
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
«Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι Ἰωάννης παρεδόθη, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν(:Όταν άκουσε ο Ιησούς ότι ο Ιωάννης συνελήφθη κατά διαταγή του βασιλιά Ηρώδη Αντύπα και οδηγήθηκε στη φυλακή, αναχώρησε από την Ιουδαία και πήγε στη Γαλιλαία)»[Ματθ.4,12].
Για ποιον λόγο ο Ιησούς αναχωρεί από την Ιουδαία μόλις άκουσε για τη σύλληψη του Ιωάννη του Βαπτιστή; Επειδή πάλι θέλει να μας διδάξει να μη σπεύδουμε να αντιμετωπίσουμε κατά μέτωπο τους πειρασμούς, αλλά να υποχωρούμε και να απομακρυνόμαστε από αυτούς· διότι αξιοκατάκριτο δεν είναι το να μη ρίχνεις τον εαυτό σου στον κίνδυνο, αλλά το να μην αντισταθείς με γενναιότητα, όταν πέσεις σε αυτόν. Αυτό λοιπόν θέλοντας να διδάξει και προσπαθώντας να περιορίσει τον φθόνο των Ιουδαίων, αναχωρεί για την Καπερναούμ. Έτσι, αφενός και την προφητεία εκπληρώνει και αφετέρου σπεύδει για να αλιεύσει τους μελλοντικούς διδασκάλους της οικουμένης, επειδή βέβαια διέμεναν εκεί, ασχολούμενοι βιοποριστικά με το ψάρεμα.
Εσύ, όμως, πρόσεξε, σε παρακαλώ, με ποιον τρόπο, σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες σκοπεύει να στραφεί στους εθνικούς, από τους Ιουδαίους λαμβάνει τις αιτίες και τις αφορμές. Πραγματικά, και στην προκειμένη περίπτωση, αυτοί είναι που, επειδή επιβουλεύτηκαν τον Πρόδρομο και τον έριξαν στο δεσμωτήριο, ωθούν τον Ιησού προς την ειδωλολατρική Γαλιλαία[:Η Γαλιλαία είναι η βόρεια από τις τέσσερις επαρχίες της Παλαιστίνης(Σαμάρεια, Ιουδαία, Περαία, είναι οι άλλες τρεις). Οι πρώτοι κάτοικοί της από τις φυλές Ισαχάρ, Ζαβουλών, Νεφθαλείμ και Ασήρ αναμίχθηκαν με αλλόφυλους και για αυτό και την αποκαλούσαν περιφρονητικά ως «Γαλιλαία των εθνών». Παρά ταύτα, οι Γαλιλαίοι είχαν πνευματικότερη αντίληψη για τον Μεσσία, γι’ αυτό και εξέλεξε ο Χριστός από εκεί τους μαθητές Του].
Ότι, από την άλλη, δεν εννοεί ένα μέρος του ιουδαϊκού έθνους, ούτε υπαινίσσεται όλες τις φυλές, πρόσεξε με ποιον τρόπο προσδιορίζει την περιοχή εκείνη ο προφήτης, λέγοντας τα εξής: «Γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλεὶμ, ὁδὸν θαλάσσης πέραν τοῦ Ἰορδάνου,Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν· ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει, εἶδε φῶς μέγα (:Η περιοχή της φυλής Ζαβουλών και η περιοχή της φυλής Νεφθαλείμ, που εκτείνεται πλησίον της θάλασσας της Γενησαρέτ και ανατολικά του Ιορδάνη ποταμού, η Γαλιλαία η γεμάτη από ειδωλολάτρες· ο λαός που καθόταν στο σκοτάδι της θρησκευτικής άγνοιας και πλάνης, είδε πνευματικό φως μέγα, τον Χριστό)»[Ησαΐας,9,1· Ματθ.4,15]. «Σκοτάδι» εδώ εννοεί όχι το αισθητό, αλλά την πλανημένη πίστη και ασέβεια, γι’ αυτό και πρόσθεσε: «Τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου, φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς(:Και σε αυτούς που κάθονταν ψυχικά υπόδουλοι στη χώρα, που τη σκεπάζει καταθλιπτικό το πυκνότατο σκοτάδι της αμαρτίας και του θανάτου, ανέτειλε και έλαμψε φως από τον ουρανό)»[Ησαΐας 9,2, Ματθ.4,16].
Για να μάθεις λοιπόν ότι ούτε φως, ούτε σκοτάδι αισθητό εννοεί, πρόσεξε ότι, όταν ομιλεί για το φως, δεν το αποκαλεί απλώς «φως», αλλά «φως μεγάλο», το οποίο σε άλλο σημείο ονομάζεται «τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν»[ Ιω.1,9: « Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον(:Ως Λόγος και ως δεύτερο πρόσωπο της Θεότητος ήταν πάντοτε ο Χριστός το απολύτως τέλειο φως, η μοναδική πηγή του φωτός, που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο)»]. Ερμηνεύοντας από την άλλη το «σκότος», το ονόμασε «σκιάν θανάτου». Έπειτα, δείχνοντας ότι δεν βρήκαν το φως, επειδή οι ίδιοι το είχαν αναζητήσει, αλλά ο Θεός από ψηλά τούς φανερώθηκε, λέγει: «Φως ανέτειλε γι’ αυτούς»· δηλαδή το ίδιο το φως μόνο του ανέτειλε και έλαμψε, δεν έτρεξαν αυτοί πρώτοι προς το φως. Πραγματικά οι άνθρωποι είχαν φτάσει σε έσχατα σημεία απελπισίας, κατάπτωσης και πνευματικής στασιμότητας, πριν από την παρουσία του Χριστού, καθώς ούτε καν περπατούσαν μέσα στο σκοτάδι, αλλά κάθονταν μέσα στο σκοτάδι. Αυτό ακριβώς ήταν σημάδι ότι μήτε καν έλπιζαν ότι θα απαλλαγούν από το σκοτάδι αυτό. Γιατί σαν να μην ήξεραν καν προς τα πού πρέπει να προχωρήσουν, έτσι, αφού τους είχε καταλάβει το σκοτάδι, κάθονταν, χωρίς να μπορούν πλέον ούτε να είναι όρθιοι.
«Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν· μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν(:Από τότε άρχισε ο Ιησούς να κηρύττει συστηματικά και να λέει: ‘’Μετανοείτε, διότι πλησίασαν οι ημέρες που ο Μεσσίας θα εγκαθιδρύσει και στη γη τη βασιλεία των ουρανών με τη νέα, πνευματική, άγια και ουράνια ζωή, η οποία θα μεταδίδεται μέσα στην Εκκλησία του’’)» [Ματθ.4,17].
«Από τότε»· από πότε, δηλαδή; Από τη στιγμή που ο Ιωάννης ρίχτηκε στη φυλακή. Και για ποιο λόγο ο Ιησούς δεν κήρυξε εξαρχής σε αυτούς; Γιατί επίσης εξ ολοκλήρου χρειαζόταν τον Ιωάννη, τη στιγμή που η μαρτυρία των έργων Του κήρυττε από μόνη της για το Ποιος ήταν ο Ιησούς; Για να μάθεις και από εκεί την αξία Του, ότι όπως ακριβώς ο Πατέρας, έτσι και Αυτός έχει προφήτες· αυτό ακριβώς και ο Ζαχαρίας έλεγε, απευθυνόμενος στο νεογέννητο τότε γιο του, Ιωάννη: «Καὶ σὺ, παιδίον, Προφήτης Ὑψίστου κληθήσῃ (:Και εσύ, παιδί μου, θα αναδειχθείς και θα αναγνωρισθείς προφήτης του Υψίστου Θεού, διότι θα προπορευθείς μπροστά από τον ενανθρωπήσαντα Κύριο, για να ετοιμάσεις τους δρόμους μέσα απ’ τους οποίους θα πλησιάσει τον καθένα ξεχωριστά απ’ τους ανθρώπους για να τους οδηγήσει στη σωτηρία)»[Λουκ. 1,76].
Και για να μην αφήσει καμία δικαιολογία στους αναίσχυντους τους Ιουδαίους, αυτό ακριβώς και ο ίδιος ο Κύριος παρέθεσε ως παρατήρηση γι΄αυτούς, λέγοντας: «Ἦλθεν Ἰωάννης μήτε ἐσθίων, μήτε πίνων, καὶ λέγουσι·∆αιμόνιον ἔχει. Ἦλθεν ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐσθίων καὶ πίνων, καὶ λέγουσιν· Ἰδοὺ ἄνθρωπος φάγος καὶ οἰνοπότης, φίλος τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν. καὶ ἐδικαιώθη ἡ σοφία ἀπὸ τῶν τέκνων αὐτῆς!(: Ήρθε ο Ιωάννης, που ζούσε ασκητική ζωή, χωρίς να τρώγει και χωρίς να πίνει όπως οι άλλοι, και είπαν οι άνθρωποι της γενεάς αυτής ότι ‘’έχει δαιμόνιο’’. Ήρθε ο Υιός του ανθρώπου, ο οποίος και τρώγει και πίνει, όπως κάθε φυσιολογικός, εγκρατής και κοινωνικός άνθρωπος, και λέγουν· ‘’να, άνθρωπος φαγάς και οινοπότης, φίλος τελωνών και αμαρτωλών’’. Και έτσι η θεία σοφία θαυμάστηκε και δικαιώθηκε μόνο από τα συνετά τέκνα της, διότι χρησιμοποιεί πάντοτε σοφούς και δικαίους τρόπους για σωτηρία του ανθρώπου”)» [Ματθ. 11,19].
Εξάλλου, ήταν ανάγκη από άλλον προηγουμένως να λεχθούν τα σχετικά με Αυτόν, και όχι από τον Ίδιο· διότι, εάν ακόμη και μετά από τόσο πολλές και τόσο μεγάλες, και μαρτυρίες και θαυματουργικές αποδείξεις, έλεγαν: «Σὺ περὶ σεαυτοῦ μαρτυρεῖς· ἡ μαρτυρία σου οὐκ ἔστιν ἀληθής(: Εσύ δίνεις μαρτυρία για το πρόσωπό σου συστήνοντας εγωιστικά τον εαυτό σου. Για τη μαρτυρία σου όμως αυτή δεν εγγυάται κανείς ότι είναι αληθινή και ότι δεν προέρχεται από φιλαυτία και αυτοθαυμασμό)»[Ιω.8,13], εάν, χωρίς να έχει προηγηθεί η μαρτυρία του Ιωάννη, εμφανιζόταν πρώτος ο Ίδιος και έδιδε μαρτυρία για τον Εαυτό Του, τι δεν θα έλεγαν; Για τον λόγο αυτό, ούτε κήρυξε πριν από τον Ιωάννη, ούτε θαυματούργησε, μέχρι τη στιγμή που εκείνος κλείστηκε στη φυλακή, ώστε να μη δημιουργείται με τον τρόπο αυτό διχογνωμία ανάμεσα στο λαό. Γι’ αυτό ούτε ένα θαυματουργικό σημείο δεν έκανε ο Ιωάννης, ώστε και με εκείνον τον τρόπο να παραδώσει το πλήθος στον Ιησού, καθώς τα θαύματα θα τους προσέλκυαν προς εκείνον· διότι, μολονότι οικονομήθηκαν τόσα πριν, και πριν από τη φυλάκιση του Ιωάννη στο δεσμωτήριο, και μετά από αυτήν, Τον αντιμετώπιζαν με διστακτικότητα οι μαθητές του Ιωάννου και οι περισσότεροι υποψιάζονταν ότι δεν ήταν ο Ιησούς ο Χριστός, αλλά ότι ο Ιωάννης ήταν ο Χριστός, εάν δεν γινόταν και τίποτε από αυτά, τι δε θα μπορούσε να συμβεί;
Γι’ αυτό και ο Ματθαίος κάνει την επισήμανση ότι «από τότε άρχισε ο Ιησούς να κηρύττει»· και όταν άρχισε το κήρυγμα, ό,τι κήρυττε ο Ιωάννης, το ίδιο και ο Ιησούς δίδασκε[πρβ. Ματθ. 3,1-2: «Ἐν δὲ ταῖς ἡμέραις ἐκείναις παραγίνεται Ἰωάννης ὁ βαπτιστὴς κηρύσσων ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆς Ἰουδαίας καὶ λέγων· μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν(: Εκείνες τις ημέρες που ο Ιησούς ιδιώτευε στη Ναζαρέτ, βγήκε ο Ιωάννης ο βαπτιστής στη δημόσια δράση του. Και κήρυττε στην έρημο της Ιουδαίας που εκτείνεται βόρεια από τη Νεκρά Θάλασσα και δυτικά από τον Ιορδάνη ποταμό. Και έλεγε: ‘’Μετανοείτε˙ αλλάξτε αποφασιστικά σκέψεις και φρονήματα και ζωή, διότι πλησιάζει ο καιρός που ο Μεσσίας θα εγκαθιδρύσει και στη γη τη βασιλεία των ουρανών με την νέα ουράνια ζωή που θα μας φέρει’’)» και Ματθ. 4,17: «Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν· μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν(:Από τότε άρχισε ο Ιησούς να κηρύττει συστηματικά και να λέει: ‘’Μετανοείτε, διότι πλησίασαν οι ημέρες που ο Μεσσίας θα εγκαθιδρύσει και στη γη τη βασιλεία των ουρανών με τη νέα, πνευματική, άγια και ουράνια ζωή, η οποία θα μεταδίδεται μέσα στην Εκκλησία Του’’»] και δεν αναφέρει τίποτε ακόμη για τον εαυτό Του το κήρυγμα, το οποίο έκανε· διότι ήταν αρκετό για τότε, το να παραδεχθούν και αυτό, επειδή δεν είχαν ακόμη την αρμόζουσα γνώση γι΄Αυτόν.
Γι’ αυτό και όταν αρχίζει δεν λέγει τίποτε το δυσάρεστο και το βαρύ, όπως ο Ιωάννης, που έκανε αναφορά στην αξίνα και το άκαρπο δέντρο που επρόκειτο από τη ρίζα του να κοπεί πλέον, και το φτυάρι και το αλώνι και το άσβεστο πυρ[ πρβ. κήρυγμα Ιωάννη του Βαπτιστή, Ματθ.3,10: «Ἢδη δὲ καὶ ἡ ἀξίνη πρὸς τὴν ῥίζαν τῶν δένδρων κεῖται· πᾶν οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται (:Τώρα μάλιστα και το τσεκούρι της θείας κρίσεως βρίσκεται κοντά στη ρίζα των δένδρων, έτοιμο να κόψει σύρριζα κάθε άκαρπο δένδρο. Κάθε δένδρο λοιπόν που δεν κάνει καλό καρπό κόβεται απ’ τη ρίζα και ρίχνεται στη φωτιά. Αυτό θα πάθει και κάθε άνθρωπος που δεν έχει καρπό αρετής)» και Ματθ.3,11-12:«Αὐτὸς ὑμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ πυρί. οὗ τὸ πτύον ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ καὶ διακαθαριεῖ τὴν ἅλωνα αὐτοῦ, καὶ συνάξει τὸν σῖτον αὐτοῦ εἰς τὴν ἀποθήκην, τὸ δὲ ἄχυρον κατακαύσει πυρὶ ἀσβέστῳ(:Αυτός λοιπόν θα σας βαπτίσει με Άγιο Πνεύμα και με την καθαρτική φωτιά της θείας χάριτος. Κρατάει στο χέρι το φτυάρι που λιχνίζει και ξεχωρίζει το σιτάρι από το άχυρο. Η δίκαιη κρίση του δηλαδή είναι έτοιμη να λειτουργήσει, και θα καθαρίσει τελείως το αλώνι του, δηλαδή τον κόσμο ολόκληρο. Και θα μαζέψει το σιτάρι Του στην αποθήκη, δηλαδή τους ενάρετους ανθρώπους στην ουράνια βασιλεία, ενώ το άχυρο, δηλαδή τους αμετανόητους, θα τους κατακάψει με φωτιά που δεν σβήνει ποτέ)»], αλλά αναφέρει στο προοίμιο της διδασκαλίας Του πράγματα χρηστά και αγαθά, ευαγγελιζόμενος στους ακροατές Του τους ουρανούς και την εκεί Βασιλεία.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%2047-64/In%20Matthaeum.pdf
Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», ΕΠΕ, εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», επιλεγμένα αποσπάσματα από την ομιλία ΙΔ΄, τόμος 9, σελ. 440-445 ,Θεσσαλονίκη 1978
Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 64, σελ.31-34.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ[:Ματθ.4,12-17]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«ΣΚΟΤΑΔΙ ΚΑΙ ΦΩΣ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 9-1-1994]
(Β 290)[β΄έκδοσις]
Μετά την Βάπτισή Του, αγαπητοί μου, ο Κύριος, και την παραμονή Του στην έρημο επί 40 ημέρες, περνούσε τον καιρό Του εις την Ιουδαία. Όταν, όμως, άκουσε ο Ιησούς ότι ο Ιωάννης συνελήφθη από τον Αντύπα, τον Ηρώδη Αντύπα, και εβλήθη εις την φυλακήν, τότε ανεχώρησε για την Γαλιλαία, που ήταν η βορεία επαρχία. Συγκεκριμένα πήγε εις την Ναζαρέτ. Αλλά και από κει σύντομα έφυγε, ύστερα από μία κακή συμπεριφορά των Ναζαρηνών προς Αυτόν, που Του την έδειξαν όταν ομίλει εις την Συναγωγήν.
Ήλθε εις την Καπερναούμ, την παραθαλασσία. Κέντρον μεγάλο. Κέντρον μιας μεγάλης περιοχής. Και οδικός κόμβος μεταξύ Δαμασκού και Μεσογείου. Η περιοχή ελέγετο αυτή «Γαλιλαία των εθνών». Επειδή ήσαν πολλοί εκεί, ποικίλοι κάτοικοι από πολλά έθνη. Λέγεται μάλιστα ότι η περιοχή αυτή είχε πολλούς Έλληνες, από τους επιγόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που είχαν εγκατασταθεί όπου ο Μέγας Αλέξανδρος είχε φθάσει, δηλαδή στρατιωτικοί -φυσικά απέχομε πολύ από τον Μεγάλο Αλέξανδρο, τρεισήμισι αιώνες περίπου ή τέσσερις αιώνες απέχομε- αλλά είναι οι απόγονοί των. Ήταν δηλαδή αποικίες παλαιών στρατιωτικών, Ελλήνων. Γι’αυτό και ελέγετο «η Γαλιλαία των Εθνών». Όπως ακριβώς και την αποκαλεί τον 8ον αιώνα προ Χριστού ο προφήτης Ησαΐας. Γιατί, όπως σας είπα, ήσαν πολλοί εκεί εθνικοί. Ο προφήτης Ησαΐας χαρακτηρίζει τους κατοίκους αυτής της περιοχής: «Ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει». «Ο λαός που καθόταν στο σκοτάδι». Και λέγει ακόμη: «Οἱ κατοικοῦντες ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου». «Αυτοί που κατοικούσαν στην περιοχή και στην σκιά του θανάτου, του σκοταδιού και του θανάτου». Σ’ αυτήν την περιοχή προφανώς, επικρατούσε αυτό το πνευματικό σκοτάδι, δηλαδή η ειδωλολατρία, η σκιά του πνευματικού θανάτου, θα λέγαμε, και που τώρα έρχεται ο Κύριος Ιησούς, που αποκαλείται από τον προφήτην Ησαΐαν, 8 αιώνες προ Χριστού, σας το ξαναλέγω, «φῶς μέγα». Να λάμψει και να φωτίσει αυτήν την σκοτεινή, πνευματικώς σκοτεινή περιοχή.
Γι’αυτό, ακούστε τι αναφέρει, όπως ακούσαμε στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, ο ευαγγελιστής Ματθαίος: «ἵνα πληρωθῇ(:για να πραγματοποιηθεί) τὸ ρηθὲν διὰ ῾Ησαΐου(:εκείνο που είπε ο Ησαΐας) τοῦ προφήτου λέγοντος· γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλείμ -ήταν από δυο παιδιά του Ιακώβ οι περιοχές που κατοικούσαν οι απόγονοί των-, ὁδὸν θαλάσσης, πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς». «Ανέτειλε φως εις αυτούς που εκάθηντο στη σκιά και στον θάνατο».
Αυτή η Γαλιλαία των Εθνών, αγαπητοί, που έχει πνευματικό σκοτάδι και η σκιά του αιωνίου θανάτου, ήταν μία μικρογραφία όλης της Γης. Θα επαναλάβω: μια μικρογραφία όλης της Γης. Γι’αυτό, καλόν είναι να δούμε τι αποκαλεί ο προφήτης «σκότος καί σκιά θανάτου». Βέβαια πρόκειται, θα το επαναλάβω, το αντιληφθήκατε, ότι περί πνευματικού θανάτου, πνευματικού σκότους ο λόγος.
Και πρώτα, είναι η βασιλεία του σατανά, που είναι σκοτεινός και επιφέρει σκότος. Μιλώντας ο Απόστολος Παύλος από τι μας γλύτωσε ο Κύριος, γράφει στην προς Κολοσσαείς επιστολή του: «Ὃς (:ο Οποίος Ιησούς Χριστός) ἐῤῥύσατο ἡμᾶς ἐκ τῆς ἐξουσίας τοῦ σκότους(:από την εξουσία του σκοταδιού) καὶ μετέστησεν (:μετέθεσεν) εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ υἱοῦ τῆς ἀγάπης αὐτοῦ(:και μας μετέθεσε εις την Βασιλείαν του Υιού Του, του Ιησού Χριστού, που είναι καρπός της αγάπης)». Ώστε το σκότος, επιπλέον, είναι και μια εξουσία. Είδατε τι είπε; «Ἐκ τῆς ἐξουσίας τοῦ σκότους». Είναι, λοιπόν, και μία εξουσία. Ναι. Συμπληρώνει ο Απόστολος Παύλος και λέγει – προσέξτε αυτό, ἐξουσία, έχει σημασία- : «ὅτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα (:η πάλη μας δεν είναι προς ανθρώπους), ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου». Και είναι οι δαίμονες. Είδατε; Προς τους κοσμοκράτορες του σκότους, του σκοταδιού, του αιώνος τούτου.
Ακόμη βλέπομε ότι το σκότος χαρακτηρίζει τον «νῦν αἰῶνα». Είναι πολύ χαρακτηριστικό αυτό. Και φαίνεται από εκείνους… Και πώς γίνεται αντιληπτόν; Από εκείνους που βρίσκονται μέσα στο φως του Χριστού. Ότι πράγματι ο νῦν αἰών είναι βυθισμένος μέσα στο σκοτάδι. Το βλέπουν, όμως, μόνον αυτοί.
Εκείνοι οι οποίοι ενεργούνται από τον σατανά, ούτε υποψιάζονται ότι βρίσκονται εις το σκοτάδι. Ταλαιπωρούνται… α, πάρτε παράδειγμα το θέμα των σατανιστών των ημερών αυτών. Και τι υποκρισία! Πωπω, υποκρισία! Σαν να παρουσιάστηκε πρώτη φορά το θέμα και εξεπλάγημεν!… Ενώ ο σατανισμός είναι διάχυτος παντού. Και από τις τηλεοράσεις, κι από τα έντυπα κ.λπ. κ.λπ. «Εξεπλάγημεν»! Γιατί; Υποκρισία, σας το ξαναλέω. Και δεν αντιλαμβάνονται παρά μόνον τι; Τις συνέπειες του κακού. Το γιατί βρίσκονται βυθισμένοι μες στο σκοτάδι, αυτό το πράγμα δεν το καταλαβαίνουν οι άνθρωποι. Ποιοι άνθρωποι; Οι άνθρωποι του σκοταδιού. Το βλέπουν όμως και το αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι του φωτός. Το βλέπουν αυτό. Καθαρά. Και ότι είναι ενέργεια του σατανά. Πείτε, παρακαλώ, εις αυτούς τους ανθρώπους ότι ενεργούνται από τον σατανά και θα σας πουν: «Ποιον σατανά; Δεν υπάρχει ο σατανάς»…
Ακόμη, σκοτάδι, δεύτερον σημείον, είναι ο δρόμος της αμαρτίας. Ναι. Είναι ο δρόμος της αμαρτίας. Είναι η έκλυσις των ηθών. Λέγει ο Παροιμιαστής: «Ὦ, οἱ ἐγκαταλείποντες ὁδοὺς εὐθείας τοῦ πορεύεσθαι ἐν ὁδοῖς σκότους». «Πωπω», λέει, «αυτοί που εγκαταλείπουν τους ίσιους δρόμους και πορεύονται, περπατάνε, τους δρόμους του σκοταδιού»...Και πάλι ο Απόστολος Παύλος συμβουλεύει και λέγει: «Καὶ μὴ συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους(:Μη γίνεστε κοινωνοί, συγκοινωνοί, με τα άκαρπα έργα του σκοταδιού). Τὰ γὰρ κρυφῆ γινόμενα ὑπ᾿ αὐτῶν αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν». «Διότι εκείνα που κάνουν κρυφά κάτω από το σκοτάδι είναι», λέγει, «αισχρόν και να τα αναφέρει κανείς». Όπως λέμε «η Αθήνα της νύχτας», «η Λάρισα της νύχτας»· που βγαίνουν σαν τις νυχτερίδες, σαν τα νυχτοπούλια οι άνθρωποι να πάνε να διασκεδάσουν. Τι είδους διασκεδάσεις; «Αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν». Ἐξ οὗ και οι φόνοι, ἐξ οὗ και τα μεθύσια, ἐξ οὗ και όλα τα φοβερά πράγματα. Ο αμαρτωλός έχει βαθύ σκοτάδι. Δεν βλέπει το αγαθόν. Δεν βλέπει το αληθές. Αλλά μάλλον και το αγαθόν και το αληθές τα αμφισβητεί. Και ακόμη χειρότερα: και τα συκοφαντεί. Και ακόμα χειρότερα: και τα διώκει.
Ένα τρίτο σημείο είναι το σκοτάδι της πλάνης. Είναι το φοβερότερο σκοτάδι, αγαπητοί. Γιατί νομίζει ο άνθρωπος ότι κατέχει το αληθές, ενώ στην πραγματικότητα πλανάται. Δεν κατέχει το αληθές. Λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, πολύ ψυχολογημένα: «Καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει (:Το φως του Χριστού στο σκοτάδι, λέει, φαίνει – φαίνομαι, φαίνει, φαίνεται) καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν (:Δεν το πήρε –καταλαμβάνω– Δεν το πήρε το φως η σκοτία)». Γιατί; Τίποτα δεν καταλαβαίνει το σκοτάδι. Οι άνθρωποι που είναι στο σκοτάδι, δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Αν ερωτήσετε γιατί ο Χριστιανισμός δεν ευοδώθηκε σε όλον τον κόσμο με τον τρόπο που έζησαν οι πρώτοι χριστιανοί, η απάντησις είναι αυτή. Βέβαια, παράγων η προαίρεσις και οι άνθρωποι αγαπούν να είναι στο σκοτάδι, στην αμαρτωλή τους ζωή. Αν βγάζαμε ένα σκουλήκι μέσα από την γη, μία σκουληκαντέρα, σαν παράδειγμα το λέω αυτό, γιατί ο Θεός έκανε το σκουλήκι αυτό να κάνει υπόγειες στοές μέσα στο έδαφος, εκεί ζει. Αν το βγάζαμε το σκουλήκι αυτό στο φως, θα τρόμαζε. Θα αισθανόταν ότι έχασε τα νερά του. Αυτό μεν, το σκουλήκι, ο Θεός το κατασκεύασε έτσι. Όταν ο άνθρωπος βγαίνει από το σκοτάδι, νομίζει πως χάνει τα νερά του ή ότι θα χάσει τα νερά του, όταν θα βγει από το σκοτάδι…
Στη Σαμάρεια, στην εποχή των Αποστόλων, δρούσε ο Σίμων ο μάγος· που τον πρόσεχαν, το αναφέρει το βιβλίο των Πράξεων αυτό, τον πρόσεχαν όλοι, μικροί μεγάλοι και έλεγαν ότι είναι η δύναμις του Θεού η μεγάλη. Και όμως η Σαμάρεια επλανάτο και είχε σκοτάδι. Κι όταν έφθασε εκεί ο απόστολος Πέτρος και είπε τις πιο βαριές κουβέντες εις αυτόν τον Σίμωνα, είδε ότι ήταν πιο δυνατός ο Πέτρος από τον εαυτό του και του πήγε χρήματα, για να του δώσει την εξουσία να κάνει κι αυτός τα ίδια. «Φύγε από δω», του λέγει ο Απόστολος Πέτρος, «τα χρήματά σου κι εσύ να είναι εις απώλειαν». Για να πει κάτι ανάλογο και ακόμα βαρύτερο ο Απόστολος Παύλος εις τον μάγο τον Ελύμα, εις την Κύπρο: «Υιέ διαβόλου! Που διαστρέφεις την αλήθεια, να μείνεις τυφλός!». Και τυφλώθηκε αμέσως ο Ελύμας ο μάγος. Αυτή είναι η πλάνη, το σκοτάδι, η αίρεση, ο μασονισμός, η μαγεία, ο πνευματισμός, ο υλισμός… Όλα αυτά είναι πλάνη και αποτελούν σκοτάδι.
Ένα τέταρτο σημείο. Είναι το σκοτάδι της αγνοίας. Γι’ αυτήν την άγνοια μίλησε και ο Απόστολος Παύλος εις τους Αθηναίους. Και είναι η άγνοια της αληθείας. Είναι η άγνοια του Θεού. Είναι η άγνοια ακόμη και της αμαρτίας. Λέτε σε πολλούς Χριστιανούς μας σήμερα: –«Αυτό είναι αμαρτία». –«Και πού το βλέπεις ότι αυτό είναι αμαρτία;». -«Μα δεν το αντιλαμβάνεσαι; Μα είναι αμαρτία». -«Πού το βλέπεις ότι είναι αμαρτία;». Σε εκείνον τον υπέροχο λόγο του ο Απόστολος Παύλος στους Αθηναίους, ανάμεσα στα άλλα, τους είπε: «Τοὺς μὲν χρόνους τῆς ἀγνοίας ὑπεριδὼν ὁ Θεὸς (:τους ξεπέρασε ο Θεός, τους παρέβλεψε) τανῦν παραγγέλλει τοῖς ἀνθρώποις πᾶσι πανταχοῦ μετανοεῖν(:παντού παραγγέλλει στους ανθρώπους όλους τώρα να μετανοούν)».
Κι ένα πέμπτο σημείο, αν θέλετε. Σκοτάδι είναι και οι ασεβείς άνθρωποι, οι σκοτεινοί άνθρωποι. Σκοτεινοί στην ψυχή. Όταν, όμως, προχωρήσουν στο σκοτάδι της ψυχής, τότε και το σώμα γίνεται σκοτεινό. Ρίξτε μια ματιά στις σύγχρονες φωτογραφίας των χορευτών της ροκ μουσικής… Είναι μάλιστα αυτές οι εικόνες έγχρωμες, είναι απέξω από τις πλάκες της ροκ μουσικής, πώς είναι οι θήκες και βάζουν μέσα την κάθε πλάκα, θα φρίξετε. Θα πείτε: «Άνθρωποι είναι αυτοί; Τι μάτια είναι αυτά; Τι πρόσωπο; Τι στάση;». Εκεί βλέπετε τον δαιμονισμένο άνθρωπο. Σε τι θα διέφερε, αλήθεια, με τον δαιμονισμένο των Γεργεσηνών, που ήταν ο φόβος και ο τρόμος των διερχομένων από εκείνο τον δρόμο; Ποια η διαφορά; Φοβερό πράγμα, αγαπητοί, φοβερό…
Γι’αυτό λέγει ο Απόστολος Παύλος στην Α΄ προς Θεσσαλονικείς: «Πάντες ὑμεῖς υἱοὶ φωτός ἐστε(:Όλοι εσείς είσαστε παιδιά του φωτός) καὶ υἱοὶ ἡμέρας(:και παιδιά της ημέρας. – Ξέρετε τι θα πει «ημέρα»; Και «ημερώνω». Λέμε: «εξημερώνω, ημερώνω ένα ζώο. «Είμαι ο ήρεμος, ο άκακος, ο φωτεινός»-. Οὐκ ἐστέ νυκτὸς οὐδὲ σκότους (:δεν είσαστε παιδιά της νύχτας και του σκοταδιού)», λέει στους Θεσσαλονικείς. Ζουν οι ασεβείς και περπατούν και σκέπτονται στο σκοτάδι. Ενεργούν και τα πονηρά σχέδια των εις βάρος των άλλων ανθρώπων και των λαών ακόμη. Μέσα στο σκοτάδι. Όπως είναι ο Σιωνισμός και ει τι άλλο έτερον. Γι’αυτό και «σκοτεινές δυνάμεις» λέγονται.
Κι ακόμη ένα σημείο. Το σκοτάδι, όπως είναι φυσικό, είναι μία κατάστασις, που δεν επιτρέπει στα μάτια να βλέπουν. Όταν είναι νύχτα, σκοτεινά, δεν βλέπομε. Εδώ τι έχομε; Μίαν τύφλωσιν αντικειμενική, όχι υποκειμενική. Γιατί είναι νύχτα. Δεν είμαι τυφλός. Είναι νύχτα. Δεν βλέπω. Έτσι και το σκοτάδι, είτε αμαρτία λέγεται, είτε πλάνη λέγεται, είτε άγνοια λέγεται, έχει το ίδιο αποτέλεσμα. Κι έχομε το σκόνταμμα. Όταν είναι νύχτα, σκοντάφτεις. Και όπως λέγει ο προφήτης Ησαΐας: «Ψηλαφήσουσιν ὡς τυφλοὶ τοῖχον καὶ ὡς οὐχ ὑπαρχόντων ὀφθαλμῶν ψηλαφήσουσι (:Θα ψηλαφήσουν το ντουβάρι, να πάνε να βρουν να περπατήσουν. Και ψηλαφούν σαν να μην είχαν μάτια)· καὶ πεσοῦνται ἐν μεσημβρίᾳ ὡς ἐν μεσονυκτίῳ (:και θα πέσουν χάμω και θα σκοντάψουν μέρα μεσημέρι, σαν να ήταν μεσάνυχτα)». Ή ακόμη χάνουν και τον προσανατολισμό τους. Όπως λέγει και ο Κύριος: «Καὶ ὁ περιπατῶν ἐν τῇ σκοτίᾳ(:Αυτός που περπατάει στη σκοτία, δηλαδή πολιτεύεται στο σκοτάδι μέσα) οὐκ οἶδε ποῦ ὑπάγει(:δεν γνωρίζει πού πηγαίνει)». Χάνει όντως τον προσανατολισμό του.
Στην Αγία Γραφή γίνεται λόγος για διαβαθμίσεις σκοταδιού. Από φυσικές έως πνευματικές καταστάσεις. Καταρχήν είναι το φυσικό σκοτάδι, σύμβολον, το φυσικό σκοτάδι, η νύχτα, το φυσικό σκοτάδι, η απουσία του φωτός. Τι είναι σκότος; Η απουσία του φωτός. Είναι ένα σύμβολον αυτού του πνευματικού σκοταδιού. Έτσι, μας μιλάει για μεγάλο σκοτάδι και ψηλαφητό σκοτάδι η Αγία Γραφή, στο βιβλίο της Εξόδου, όταν μας λέγει ότι… ήτανε μία πληγή του Φαραώ που του επέφερε ο Μωυσής. Τρεις μέρες ήταν, λέει, ψηλαφητό σκοτάδι. Και ο κάθε άνθρωπος δεν είδε το πρόσωπο του αλλουνού. Προσέξτε αυτό. Πλάι στην Αίγυπτο, Αίγυπτος ήταν, αλλά έξω από τους Αιγυπτίους, στη γη Γεσέμ, προς την Ερυθρά Θάλασσα, έμεναν οι Εβραίοι. Δεν ήσαν μεμειγμένοι με τους Αιγυπτίους· που κατέβηκε ο Ιωσήφ, πώς πουλήθηκε, μετά έφερε τον πατέρα του, εκεί πολλαπλασιάστηκαν, έγιναν δύο εκατομμύρια άνθρωποι. Εκεί, λέγει, είχαν μια θαυμαστήν ηλιοφάνειαν. Προσέξατέ το. Όλα αυτά είναι τύποι. Βαθύ σκοτάδι στην Αίγυπτο, στη γη Γεσέμ ηλιοφάνεια καταπληκτική. Θα το πω άλλη μια φορά. Πρόκειται περί συμβόλων και περί τύπων. Μέσα στον φυσικό μεν κόσμο, αλλά μελλόντων γενέσθαι. Όπως είναι το φως της Βασιλείας του Θεού και το σκοτάδι της κολάσεως. Ναι. Όπως και οι δέκα πληγές του Φαραώ, θα σταθούν δέκα πληγές στα έσχατα. Όποιος διαβάζει την Αποκάλυψη, βλέπει έναν παραλληλισμόν.
Ακόμη, έχομε τον γνόφο στην κορυφή του Σινά. Σκοτάδι εκεί στην κορυφή, όταν ο Θεός έδωσε τον Νόμο. Γιατί εκεί ήταν σκοτάδι, δεν ήταν της ώρας να κάνομε περισσοτέρα ανάλυση.
Σ’ αυτές τις διαβαθμίσεις που σας είπα προηγουμένως, μπορείς να βρεις ανθρώπους κατά μεταφοράν, με ποικιλία σκοτεινής συνειδήσεως και διαθέσεως. Σ’ αυτούς, όμως, φυλάσσεται το αιώνιο σκοτάδι, ο ζόφος του άδου, που λέγει ο Κύριος, το σκότος το εξώτερον. Τι θα πει «εξώτερον»; Το απομεμακρυσμένο εκείνο που είναι… πολύ μακρινό σκοτάδι, βαθύ σκοτάδι. Δεν υπάρχει ίχνος ακτίνος φωτός.
Όμως, όμως, η αγάπη του Θεού δεν θέλει τα δημιουργήματά Του να μένουν στο σκοτάδι της αγνωσίας, της αμαρτίας και της εξουσίας του σατανά. Όταν ο Θεός εδημιούργησε, αγαπητοί, το φυσικόν φως, «εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς» και διαχώρισε έτσι το φως από το σκότος. Έκανε εκεί βεβαίως μία φυσικήν πράξιν και ταυτόχρονα έδινε μία εικόνα συμβολική. Λέγει το βιβλίον της Γενέσεως: «Καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους». «Διεχώρισεν». Αντιδιέστειλε. Το φως, το οποίον ονόμασε «ημέρα» και το σκότος, το απεκάλεσε «νύκτα». Φυσική διάστασις. Και βέβαια, σας είπα, αυτή η φυσική διάστασις, έχει μεταφορά. Είναι σύμβολον που σημαίνει ότι αίτιος του πνευματικού σκοταδιού είναι ο σατανάς και η αμαρτία· που ο Θεός αντιδιαστέλλει τον Εαυτό Του με το φως. Γι’αυτό λέει η Γραφή: «Ὁ Θεὸς φῶς ἐστίν». Ο Θεός είναι φως. Και οι άνθρωποι που μένουν στο φως του Θεού λέγονται «υἱοί φωτός» και «τέκνα φωτός».
Αυτή ήτο η περιγραφή της Γαλιλαίας των Εθνών, κατά τον προφήτην Ησαΐαν, που ακούσαμε σήμερα, αγαπητοί, εις την ευαγγελική περικοπή. Και τώρα έρχεται ο Ιησούς Χριστός, πού; Εις την Γαλιλαία των Εθνών που ήταν «σκότος». Έρχεται Ποιος; Το Φως του κόσμου, να λάμψει. Είναι χαρακτηριστικόν, λοιπόν, ότι ο λαός αυτός ήτο «καθήμενος ἐν σκότει καί χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου». Τι σημαίνει αυτό; Όπως λέει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Σημεῖον ἦν(:ήτο σημείον) τοῦ μὴ ἐλπίζειν αὐτοὺς ἀπαλλάττεσθαι (:να μην έχουν ποτέ την ελπίδα να απαλλαγούν) ὥσπερ γὰρ οὐδὲ εἰδότες ποῦ δεῖ προβῆναι, οὕτω καταληφθέντες ὑπὸ τοῦ σκότους ἐκάθηντο». Φοβερόν πράγμα! Δεν είχαν την ελπίδα, δεν ήξεραν πού να πάνε, τι να κάνουν, πώς να ξεφύγουν. Αν αντελαμβάνοντο, βέβαια. Δεν αντελαμβάνοντο ότι είναι εις αυτό το σκότος.
Όταν, όμως, ήλθε ο Χριστός σ’ αυτήν την ώρα του πνευματικού σκοταδιού, «δεικνύς -λέει ο Ιερός Χρυσόστομος- ὅτι οὐκ αὐτοὶ ζητήσαντες εὗρον (:όχι γιατί οι άνθρωποι του σκοταδιού Τον ζήτησαν τον Χριστόν), ἀλλ’ ὁ Θεὸς αὐτοῖς ἄνωθεν ἐπεφάνη (:αλλά ήρθε ο ίδιος ο Θεός σε εκείνους). Αὐτό το φῶς ἀνέτειλεν καὶ ἔλαμψεν. Οὐκ αὐτοὶ πρότεροι τῷ φωτὶ προσέδραμον (:δεν προσέδραμον αυτοί πρώτοι εις το φως), ἀλλ’ ἐκεῖνο ἐπεφάνη ὡσανεὶ καταδιῷξαν αὐτούς(:εκείνο το Φως ήρθε, ο Χριστός, σαν να καταδίωκε το σκοτάδι, να κατεδίωκε εκείνο που έκανε τους ανθρώπους ταλαιπώρους)».
Ο Χριστός, αγαπητοί, είναι το φως του κόσμου. «Ἐγὼ εἰμί το φῶς τοῦ κόσμου», είπε ο Χριστός. Και λέγεται ο Χριστός, Φως, διότι: Πρώτον· είναι «φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον». Ως άκτιστον φως, που λέγει ο απόστολος Παύλος. Είναι ο Δημιουργός του Φωτός. Εκείνος που είπε: «Γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς». Είναι η αλήθεια. «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ Ἀλήθεια». Και η αλήθεια είναι φως. Και ο Χριστός είναι το «ὄντως ὄν», «ὁ ὄντως ὤν». Ό,τι λέγει, είναι αλήθεια. Ακόμη, είναι η αληθής ζωή. Ο μόνος έχων αθανασίαν. Είναι η αυτοζωή. Ακόμη είναι το φως των αγίων αγγέλων. Είναι το φως των ανθρώπων· που λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης «ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον»· που φωτίζει κάθε άνθρωπον που έρχεται εις τον κόσμον διαμέσου της Ιστορίας. Κι εμένα θα φωτίσει, και εσάς θα φωτίσει. Γιατί είμαστε παιδιά του σκότους και θα μας φωτίσει.
Με το φως του Χριστού βλέπομε τον προορισμό μας, το νόημα της υπάρξεώς μας. Γνωρίζομε τον αληθινό Θεό. Δεν λέμε αόριστα «ο Θεός», «μια ανωτέρα δύναμις». Ο Άγιος Τριαδικός Θεός! Και την αληθινή προσκύνησή Του. Γνωρίζομε το καλό από το κακό και δεν τα μπερδεύομε αυτά. Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό. Διακρίνομε το αγαθόν και το πονηρόν, το αιώνιο από το πρόσκαιρο διακρίνομε. Το αληθές συμφέρον από το φαινομενικό συμφέρον. Όλα αυτά γιατί; Όταν έχομε το φως του Χριστού. Βλέπομε ότι στον Χριστό ακόμα είναι «πάντες – που λέει ο Απόστολος στους Κολοσσαεὶς- οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως ἀπόκρυφοι».
Αγαπητοί, απολογούμενος ο Απόστολος Παύλος στον βασιλέα Αγρίππα, μεταξύ των άλλων, που είπε το όραμά του εκεί, προς Δαμασκόν πορευόμενος και είδε τον Χριστόν και του είπε τι θα κάνει, ακούστε ένα σημείο: «Εἰς οὓς ἐγώ σε ἀποστέλλω (:εις τους οποίους εγώ σε αποστέλλω, εις τα έθνη) ἀνοῖξαι ὀφθαλμοὺς αὐτῶν, τοῦ ἐπιστρέψαι ἀπὸ σκότους εἰς φῶς καὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ σατανᾶ ἐπὶ τὸν Θεόν(:γι’αυτό σε στέλνω – λέει ο Χριστός, στον Παύλο) τοῦ λαβεῖν αὐτοὺς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ κλῆρον -μετοχή- ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πίστει τῇ εἰς ἐμέ». «Κι όλα αυτά με την πίστη εις Εμένα».
Αυτό είναι το έργον που αναθέτει, λοιπόν, ο Κύριος εις την Εκκλησία Του. Η επιστροφή από το σκοτάδι στο φως. Και από την εξουσία του σατανά στο φως. Κάπου είπε ο Χριστός για το μάτι. «Το μάτι», λέει, «είναι ο λύχνος του σώματος». Κα είναι φως. Αν δεν έχεις μάτια, δεν βλέπεις. Ο λύχνος, το λυχνάρι του σώματος είναι το μάτι. «Εάν», λέει, «το μάτι σου είναι πονηρόν» -«πονηρόν» θα πει κακοπαθιασμένο, άρρωστο, στραβό, τυφλό- «εάν», λοιπόν, «το μάτι σου», λέγει, «είναι τυφλό, που είναι ο λύχνος του σώματός σου, τότε το σκοτάδι πόσο είναι;».
Επιτρέψατέ μου, κι αν άρχοντες εκκλησιαστικοί, που είναι η ερμηνεία του Μεγάλου Αθανασίου αυτή που σας λέω τώρα, εάν ο εκκλησιαστικός άρχων είναι το μάτι της Εκκλησίας, εάν αυτό το μάτι είναι πονηρόν, δηλαδή είναι τυφλό, τότε το σκοτάδι πόσο πρέπει να είναι; Είναι οι διάφορες εποχές κρίσεως πνευματικής που περνάει η Εκκλησία. Κατά δυστυχίαν μεγίστην, προς χαράν των δαιμόνων και των εχθρών του Ευαγγελίου. Γι’αυτό αγαπητοί μου, επιγραμματικά γράφει ο Απόστολος Παύλος στους Εφεσίους: «Ἦτε ποτὲ σκότος(:Κάποτε ήσασταν σκοτάδι, τους λέγει), νῦν δὲ φῶς ἐν Κυρίῳ(:τώρα είσαστε φως εν Κυρίω)». Συνεπώς; «Ὡς τέκνα φωτὸς περιπατεῖτε(:Σαν παιδιά του φωτός να περιπατείτε)». Ναι, αγαπητοί…
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_585.mp3

