ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (6/7/2025)
Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Δ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Προς Ρωμαίους, κεφάλαιο ΣΤ΄, εδάφια 18-23
18 Ἐλευθερωθέντες δὲ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας ἐδουλώθητε τῇ δικαιοσύνῃ. 19 Ἀνθρώπινον λέγω διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς ὑμῶν. ὥσπερ γὰρ παρεστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ ἀκαθαρσίᾳ καὶ τῇ ἀνομίᾳ εἰς τὴν ἀνομίαν, οὕτω νῦν παραστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ δικαιοσύνῃ εἰς ἁγιασμόν. 20 Ὃτε γὰρ δοῦλοι ἦτε τῆς ἁμαρτίας, ἐλεύθεροι ἦτε τῇ δικαιοσύνῃ. 21 Τίνα οὖν καρπὸν εἴχετε τότε ἐφ᾿ οἷς νῦν ἐπαισχύνεσθε; Τὸ γὰρ τέλος ἐκείνων θάνατος. 22 Νυνὶ δὲ ἐλευθερωθέντες ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας δουλωθέντες δὲ τῷ Θεῷ ἔχετε τὸν καρπὸν ὑμῶν εἰς ἁγιασμόν, τὸ δὲ τέλος ζωὴν αἰώνιον. 23 Τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος, τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.
Ερμηνευτική απόδοση από τον μακαριστό Παναγιώτη Τρεμπέλα
18 Κι έτσι, αφού ελευθερωθήκατε από την αμαρτία, γίνατε δούλοι στην αρετή. 19 Μεταχειρίζομαι ανθρώπινο τρόπο εκφράσεως εξαιτίας της αδυναμίας της ανθρώπινης φύσεώς σας, η οποία είναι ακόμα σαρκική και γι’ αυτό η άσκηση της αρετής σας φαίνεται δουλεία. Όπως δηλαδή προσφέρατε τα μέλη σας σκλάβα στην αμαρτία, που κάνει τον άνθρωπο ακάθαρτο και παραβάτη του νόμου, για να διαπράττετε την ανομία, έτσι τώρα να προσφέρετε τα μέλη σας δούλα στην ενάρετη ζωή, για να προοδεύσετε σε αγιότητα. 20 Η δουλεία όμως αυτή στην ενάρετη ζωή δεν είναι σκλαβιά αλλά ελευθερία· διότι όταν ήσασταν δούλοι της αμαρτίας, ήσασταν βέβαια ελεύθεροι και όχι υποταγμένοι στη δικαιοσύνη και την αρετή, αλλά σας ρωτώ: 21 Ποια ωφέλεια λοιπόν είχατε τότε από τα έργα της αμαρτίας, για τα οποία τώρα, όταν τα θυμάστε, ντρέπεστε; Καμία. Είχατε αντίθετα βλάβη μεγάλη, διότι το τελικό αποτέλεσμα των έργων εκείνων είναι θάνατος πνευματικός. 22 Τώρα όμως που ελευθερωθήκατε από την αμαρτία και υποδουλώσατε τον εαυτό σας στον Θεό, έχετε βέβαιο κέρδος την πρόοδο στην αγιότητα, και τελικό αποτέλεσμα στην αιώνια ζωή. Δεν είναι λοιπόν πραγματική ελευθερία η υποταγή σας στον Θεό; 23 Ναι. Τότε ήσασταν δούλοι δυστυχισμένοι, διότι ο μισθός με τον οποίο η αμαρτία πληρώνει τους δούλους της είναι ο θάνατος. Αντίθετα το δώρο που δίνει ο Θεός στους δούλους Του είναι η αιώνια ζωή, την οποία αποκτούμε με την ένωσή μας με τον Ιησού Χριστό, τον Κύριό μας.
Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Δ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Κατά Ματθαίον, κεφάλαιο Η΄, εδάφια 5 – 13
5 Εἰσελθόντι δὲ αὐτῷ εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· 6 Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος. 7 Καὶ λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν. 8 Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἑκατόνταρχος ἔφη· Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. 9 Καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ᾿ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ.
10 Ἀκούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. 11 Λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ ᾿Αβραὰμ καὶ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, 12 οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 13 Καὶ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς τῷ ἑκατοντάρχῳ· ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ.
Ερμηνευτική απόδοση από τον μακαριστό Παναγιώτη Τρεμπέλα
5 Και όταν ο Ιησούς μπήκε στην Καπερναούμ, ήλθε κοντά Του ένας εκατόνταρχος, ο οποίος Τον παρακαλούσε και Του έλεγε: 6 «Κύριε, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος και παράλυτος στο σπίτι και βασανίζεται από τρομερούς πόνους». 7 Ο Ιησούς τότε του λέει: «Θα έλθω εγώ στο σπίτι σου και θα τον θεραπεύσω». 8 Και ο εκατόνταρχος Τού αποκρίθηκε: «Κύριε, δεν είμαι άξιος να εισέλθεις κάτω από τη στέγη του σπιτιού μου. Αλλά πες αυτό που θέλεις μόνο με έναν απλό λόγο, και θα γιατρευτεί ο δούλος μου· 9 διότι κι εγώ άνθρωπος είμαι κάτω από εξουσία και παίρνω διαταγές από ανωτέρους, αλλά κι έχω στις διαταγές μου στρατιώτες· και λέω σε ένα στρατιώτη: ‘’Πήγαινε”˙ και πηγαίνει. Και σε άλλον λέω: ‘’Έλα’’, κι έρχεται. Και στον δούλο μου λέω: ‘’Κάνε αυτό’’, και το εκτελεί. Πόσο μάλλον θα εκτελεστεί ο δικός σου λόγος· διότι Εσύ δεν είσαι κάτω από τις διαταγές κανενός, αλλά έχεις εξουσία πάνω σε όλες τις αόρατες δυνάμεις!».
10 Όταν ο Ιησούς άκουσε τα λόγια του αυτά, θαύμασε και είπε σε εκείνους που Τον ακολουθούσαν: «Αληθινά σας λέω, τόσο μεγάλη πίστη δεν βρήκα ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες, οι οποίοι είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού. 11 Σας διαβεβαιώνω λοιπόν ότι πολλοί σαν τον εκατόνταρχο θα έλθουν από ανατολή και δύση, απ’ όλα τα μέρη του κόσμου, και θα καθίσουν μαζί με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ στο ευφρόσυνο δείπνο της Βασιλείας των Ουρανών. 12 Ενώ εκείνοι που κατάγονται από τον Αβραάμ και σύμφωνα με τις επαγγελίες και υποσχέσεις του Θεού είναι κληρονόμοι της βασιλείας, θα ριχθούν έξω απ’ αυτήν, στο σκοτάδι που είναι τελείως απομακρυσμένο από τη βασιλεία του Θεού. Εκεί θα κλαίνε και θα τρίζουν τα δόντια τους». 13 Και είπε ο Ιησούς στον εκατόνταρχο: «Πήγαινε στο σπίτι σου κaι ας γίνει σε σένα όπως το πίστεψες (ότι δηλαδή μόνο με τον λόγο μου και από μακριά μπορώ να θεραπεύσω τον δούλο σου)». Και πράγματι εκείνη την στιγμή θεραπεύθηκε ο δούλος του.
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ [: Ρωμ. 6,18-23]
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
«Ἐλευθερωθέντες δὲ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας ἐδουλώθητε τῇ δικαιοσύνῃ(:Κι έτσι, αφού ελευθερωθήκατε από την αμαρτία, γίνατε δούλοι στην αρετή )»[Ρωμ.6,18]. Εδώ δείχνει δύο δωρεές του Θεού, και την απελευθέρωση από την αμαρτία, και την υποδούλωση στην αρετή, πράγμα που είναι καλύτερο από κάθε ελευθερία. Γιατί ο Θεός έκανε το ίδιο, όπως θα έκανε κάποιος αν, παραλαμβάνοντας ένα ορφανό παιδί που μεταφέρθηκε από τους βαρβάρους στην χώρα τους, δεν το ελευθέρωνε μόνο από την αιχμαλωσία, αλλά και γινόταν γι΄αυτό πατέρας προνοητικός και το ανέβαζε στην πιο μεγάλη τιμή. Αυτό ακριβώς έγινε και σε μας. Γιατί όχι μόνον μας ελευθέρωσε από τα παλαιά κακά, αλλά και σε αγγελική ζωή μας οδήγησε, και άνοιξε για μας δρόμο άριστης διαγωγής, αφού μας παρέδωσε στην ασφάλεια της αρετής, θανάτωσε τα παλαιά κακά, νέκρωσε τον παλαιό μας άνθρωπο και μας οδήγησε στην αιώνια ζωή[…].
………………………………………………………………………………………………………………………………………………
[Oμιλία ΙΓ΄:] «Ἀνθρώπινον λέγω διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς ὑμῶν. ὥσπερ γὰρ παρεστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ ἀκαθαρσίᾳ καὶ τῇ ἀνομίᾳ εἰς τὴν ἀνομίαν, οὕτω νῦν παραστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ δικαιοσύνῃ εἰς ἁγιασμόν(:Μεταχειρίζομαι ανθρώπινο τρόπο εκφράσεως εξαιτίας της αδυναμίας της ανθρώπινης φύσεώς σας, η οποία είναι ακόμα σαρκική και γι’ αυτό η άσκηση της αρετής σάς φαίνεται δουλεία. Όπως δηλαδή προσφέρατε τα μέλη σας σκλάβα στην αμαρτία, που κάνει τον άνθρωπο ακάθαρτο και παραβάτη του νόμου, για να διαπράττετε την ανομία, έτσι τώρα να προσφέρετε τα μέλη σας δούλα στην ενάρετη ζωή, για να προοδεύσετε σε αγιότητα)»[Ρωμ.6,19].
Επειδή ζήτησε μεγάλη προσοχή στον τρόπο της ζωής τους, προτρέποντάς τους να είναι νεκροί ως προς τον κόσμο, να έχουν πεθάνει ως προς την κακία και να μένουν ακίνητοι στην διάπραξη των αμαρτημάτων, και φαινόταν πως έλεγε κάτι μεγάλο και βαρύ και που ξεπερνάει την ανθρώπινη φύση, θέλοντας να δείξει, ότι δεν απαιτεί τίποτε το υπερβολικό, ούτε όσο έπρεπε σε εκείνον που απόλαυσε τόσο μεγάλη δωρεά, αλλά και υπερβολικά μέτριο και ελαφρύ, το αποδεικνύει από τα αντίθετα, και λέγει «Ομιλώ με ανθρώπινο τρόπο εκφράσεως». Σαν να έλεγε «από ανθρώπινες σκέψεις, απ’ αυτά που συνήθως γίνονται». Ή λοιπόν αυτό, ή το μέτριο φανερώνει με την ονομασία του ανθρώπινου. Γιατί και αλλού λέγει: «Πειρασμὸς ὑμᾶς οὐκ εἴληφεν εἰ μὴ ἀνθρώπινος(:Δεν σας κατάλαβε μέχρι τώρα πειρασμός μεγάλος, αλλά κάθε πειρασμός που αντιμετωπίσατε ήταν προσωρινός και ανάλογος με τις ανθρώπινες δυνάμεις σας)» [Α΄Κορ.10,13], δηλαδή, ανάλογος προς τις δυνάμεις του ανθρώπου και μικρός. «Ὥσπερ γὰρ παρεστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ ἀκαθαρσίᾳ καὶ τῇ ἀνομίᾳ εἰς τὴν ἀνομίαν, οὕτω νῦν παραστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ δικαιοσύνῃ εἰς ἁγιασμόν(:Όπως δηλαδή προσφέρατε τα μέλη σας σκλάβα στην αμαρτία, που κάνει τον άνθρωπο ακάθαρτο και παραβάτη του νόμου, για να διαπράττετε την ανομία, έτσι τώρα να προσφέρετε τα μέλη σας δούλα στην ενάρετη ζωή, για να προοδεύσετε σε αγιότητα)»[Ρωμ.6,19]. «Αν και υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους κυρίους, αλλά όμως απαιτώ το ίσο μέτρο της δουλείας. Γιατί έπρεπε βέβαια και πολύ περισσότερο να προσφέρετε, και τόσο περισσότερο, όσο και αυτή η εξουσία είναι μεγαλύτερη και καλύτερη από εκείνη. Αλλά όμως δεν απαιτώ τίποτε περισσότερο εξαιτίας της αδυναμίας σας».
Και δεν είπε «της προαίρεσεώς σας», ούτε «της προθυμίας σας», αλλά «της σάρκας σας», κάνοντας τον λόγο λιγότερο δυσάρεστο. Αν και το ένα είναι ακαθαρσία, ενώ το άλλο αγιασμός· το ένα ανομία, ενώ το άλλο ενάρετη ζωή. «Και ποιος είναι τόσο άθλιος», λέγει, «και ταλαίπωρος, ώστε να μην προσφέρει τόση προθυμία για την δουλεία του Χριστού, όση στην δουλεία της αμαρτίας και του διαβόλου;». Άκουσε λοιπόν τα επόμενα και θα γνωρίσεις καλά, ότι δεν προσφέρουμε ούτε αυτό το μικρό. Επειδή δηλαδή, όταν λεγόταν αυτό έτσι απλά, δεν φαινόταν πως είναι αξιόπιστο, ούτε ευπρόσδεκτο, ούτε ανεχόταν κανείς να ακούσει, ότι δεν υπηρετεί σαν δούλος τόσο στον Χριστό, όσο υπηρέτησε στον διάβολο, με τα επόμενα το αποδεικνύει αυτό και το κάνει αξιόπιστο, παρουσιάζοντας μπροστά τους την δουλεία εκείνη και λέγοντας πως την υπηρέτησαν. «Ὃτε γὰρ δοῦλοι ἦτε τῆς ἁμαρτίας, ἐλεύθεροι ἦτε τῇ δικαιοσύνῃ(:Η δουλεία όμως αυτή στην ενάρετη ζωή δεν είναι σκλαβιά, αλλά ελευθερία· διότι όταν ήσασταν δούλοι της αμαρτίας, ήσασταν βέβαια ελεύθεροι και όχι υποταγμένοι στη δικαιοσύνη και την αρετή)»[Ρωμ. 10,20]. Αυτό όμως που λέγει, σημαίνει το εξής: «Όταν ζούσατε μέσα στην κακία κα την ασέβεια και τα χειρότερα κακά, ζούσατε με τόσα μεγάλη υπακοή, ώστε να μην κάνετε εντελώς κανένα καλό». Γιατί αυτό σημαίνει: «ελεύθεροι ήσαστε ως προς τη δικαιοσύνη». Δηλαδή «δεν ήσαστε υποταγμένοι σε αυτήν, αλλά εντελώς αποξενωμένοι. Ούτε βέβαια μοιράζετε τον τρόπο της δουλείας στην δικαιοσύνη και την αμαρτία, αλλά παραδίνατε ολοκληρωτικά τους εαυτούς σας στην κακία».
Επομένως και τώρα, επειδή μετατεθήκατε προς την δικαιοσύνη να παραδώσετε ολοκληρωτικά τους εαυτούς σας στην αρετή, χωρίς να κάνετε εντελώς κανένα κακό, για να δείξετε τουλάχιστο ίσο το μέτρο. Μολονότι βέβαια δεν είναι μεγάλη η διαφορά της εξουσίας μόνο, αλλά και της δουλείας αυτής μεγάλη είναι η διαφορά, πράγμα που και αυτό αναπτύσσει με μεγάλη σαφήνεια, και δείχνει σε ποιους ήταν δούλοι τότε, και σε ποιους τώρα. Και δεν λέγει ακόμη τη ζημία που προέρχεται από το πράγμα, αλλά πρώτα λέγει την ντροπή. «Τίνα οὖν καρπὸν (:Ποια ωφέλεια λοιπόν)», λέγει, «εἴχετε τότε ἐφ᾿ οἷς νῦν ἐπαισχύνεσθε;(:είχατε τότε από τα έργα της αμαρτίας, για τα οποία τώρα, όταν τα θυμάστε, ντρέπεστε; Καμία)». Γιατί τέτοια ήταν η δουλεία, ώστε και η ανάμνησή της τώρα προκαλεί ντροπή. Εάν όμως η ανάμνηση ντροπιάζει, πολύ περισσότερο η πράξη. «Ώστε τώρα κερδίσατε διπλά, και επειδή απαλλαχτήκατε από την ντροπή, και επειδή μάθατε σε ποια κατάσταση ήσαστε. Όπως ακριβώς λοιπόν τότε ζημιωνόσαστε διπλά, και επειδή κάνατε πράγματα που προκαλούσαν ντροπή, και επειδή δεν γνωρίζατε να ντρέπεστε, πράγμα που ήταν μεγαλύτερο από το πρώτο. Αλλά όμως εξακολουθούσατε να είστε δούλοι».
Αφού έδειξε λοιπόν με αφθονία την ζημία από αυτά που γίνονταν τότε, από την ντροπή, προχωράει και στο ίδιο το πράγμα. Ποιο λοιπόν ήταν το πράγμα; «Τὸ γὰρ τέλος ἐκείνων θάνατος(:Είχατε αντίθετα βλάβη μεγάλη, διότι το τελικό αποτέλεσμα των έργων εκείνων είναι θάνατος πνευματικός)»[Ρωμ. 10, 21]. Διότι αφού η ντροπή δεν φαινόταν πως ήταν πάρα πολύ ενοχλητικό πράγμα, έρχεται στο πολύ φοβερό, δηλαδή τον θάνατο· αν και βέβαια ήταν αρκετό και αυτό που λέχθηκε προηγουμένως. Σκέψου λοιπόν πόση είναι η δύναμη της κακίας, αφού βέβαια δεν μπορούσαν να απαλλαχθούν από την ντροπή, τη στιγμή που ήταν απαλλαγμένοι και από την τιμωρία. «Ποια λοιπόν αμοιβή», λέγει, «περιμένεις από την πράξη, όταν από την ανάμνηση μόνο, την στιγμή μάλιστα που είσαι απαλλαγμένος από την τιμωρία, κρύβεσαι και κοκκινίζεις, αν και βέβαια βρίσκεσαι σε τόσο μεγάλη χάρη;». Αλλ’ όμως δεν είναι τέτοια τα πράγματα του Θεού.
«Νυνὶ δὲ (:Τώρα όμως)», λέγει, «ἐλευθερωθέντες ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας δουλωθέντες δὲ τῷ Θεῷ ἔχετε τὸν καρπὸν ὑμῶν εἰς ἁγιασμόν, τὸ δὲ τέλος ζωὴν αἰώνιον (:που ελευθερωθήκατε από την αμαρτία και υποδουλώσατε τον εαυτό σας στον Θεό, έχετε βέβαιο κέρδος την πρόοδο στην αγιότητα, και τελικό αποτέλεσμα στην αιώνια ζωή)»[Ρωμ.6,22]. Το κέρδος εκείνων είναι η ντροπή και μετά την απαλλαγή, το κέρδος αυτών η αγιότητα· όπου όμως υπάρχει αγιότητα, υπάρχει κάθε παρρησία. Το τέλος εκείνων ο θάνατος, ενώ αυτών η αιώνια ζωή. Είδες πως άλλα δείχνει ότι έχουν δοθεί, ενώ άλλα ότι είναι σε ελπίδες, και από αυτά που έχουν δοθεί και εκείνα επιβεβαιώνει, από την αγιότητα την ζωή; Για να μη λέγεις λοιπόν ότι όλα είναι σε ελπίδες, δείχνει πως και εσύ ήδη κέρδισες. Πρώτο, το ότι απαλλάχθηκες από την πονηρία και τα παρόμοια κακά, που και η ανάμνησή τους προκαλεί ντροπή. Δεύτερο, το ότι έγινες δούλος στην δικαιοσύνη. Τρίτο, το ότι απόλαυσες την αγιότητα. Τέταρτο, το ότι θα κατορθώσεις την ζωή, και όχι την προσωρινή ζωή, αλλά την αιώνια. «Αλλά όμως μολονότι υπάρχουν και αυτά, τουλάχιστο», λέγει, «γίνετε δούλοι το ίδιο. Γιατί, αν και ο Κύριος υπερέχει πάρα πολύ, και η διαφορά της δουλείας και των βραβείων, για τα οποία είστε δούλοι, είναι μεγάλη, δεν απαιτώ τελικά τίποτε περισσότερο».
Έπειτα, επειδή ανέφερε όπλα και βασιλιά, επιμένει στην μεταφορά, λέγοντας: «Τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος, τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν(:Ναι. Τότε ήσασταν δούλοι δυστυχισμένοι, διότι ο μισθός με τον οποίο η αμαρτία πληρώνει τους δούλους της είναι ο θάνατος. Αντίθετα το δώρο που δίνει ο Θεός στους δούλους Του είναι η αιώνια ζωή, την οποία αποκτούμε με την ένωσή μας με τον Ιησού Χριστό, τον Κύριό μας)»[Ρωμ.6,23]. Αφού είπε «μισθός της αμαρτίας», για τα χρηστά δεν τήρησε την ίδια τάξη. Γιατί δεν είπε «ο μισθός των κατορθωμάτων σας», αλλά «το δώρο όμως του Θεού», δείχνοντας ότι δεν απαλλάχτηκαν από μόνοι τους, ούτε έλαβαν κάποια οφειλή, ούτε αμοιβή και ανταπόδοση των κόπων τους, αλλά από χάρη έγιναν όλα αυτά. Ώστε και από εδώ προέρχεται η υπεροχή, όχι γιατί τους απάλλαξε μόνο, ούτε γιατί τους μετακίνησε προς τα καλύτερα, αλλά γιατί έγινε αυτό χωρίς να κουραστούν ούτε να κοπιάσουν. Και όχι μόνο τους απάλλαξε, αλλά και πολύ περισσότερα τους έδωσε και με τον Υιό Του τα έδωσε.
Όλα αυτά όμως τα ανέφερε εδώ επειδή μίλησε και για τη χάρη, και πρόκειται στη συνέχεια να αναφέρει και τον νόμο. Για να μην τους κάνουν λοιπόν και τα δύο πιο αδιάφορους, ανέφερε ενδιάμεσα τα σχετικά με τον σωστό τρόπο ζωής, παρακινώντας παντού τον ακροατή στην φροντίδα της αρετής. Όταν βέβαια ονομάζει τον θάνατο «ὀψώνιον τῆς ἁμαρτίας(:μισθό της αμαρτίας)», τους φοβερίζει πάλι και τους ασφαλίζει προς τα μελλοντικά. Γιατί με τα προηγούμενα που τους θυμίζει, με αυτά τους κάνει και ευγνώμονες και ασφαλέστερους προς όλα εκείνα που ακολουθούν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-ad-romanos.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην Προς Ρωμαίους επιστολή, ομιλίες ΙΒ΄ και ΙΓ’ (κατ΄επιλογήν), πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1983, τόμος 17, σελίδες 65 και 81-89.
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ [:Ματθ.8,5-13]
Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ
«Εἰσελθόντι δὲ αὐτῷ εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος(:Και όταν ο Ιησούς μπήκε στην Καπερναούμ, ήλθε κοντά Του ένας εκατόνταρχος, ο οποίος Τον παρακαλούσε και Του έλεγε: “Κύριε, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος και παράλυτος στο σπίτι και βασανίζεται από τρομερούς πόνους”)»[Ματθ.8,5-6].
Όταν λοιπόν ο Ιησούς κατέβηκε από το όρος[:αμέσως μετά την επί του Όρους ομιλία Του], τότε προσήλθε σ΄Αυτόν ο λεπρός για να Τον παρακαλέσει να τον θεραπεύσει[βλ. Ματθ.8,1-4: «Καταβάντι δὲ αὐτῷ ἀπὸ τοῦ ὄρους ἠκολούθησαν αὐτῷ ὄχλοι πολλοί. Καὶ ἰδοὺ λεπρὸς ἐλθὼν προσεκύνει αὐτῷ λέγων· Κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι. καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἥψατο αὐτοῦ ὁ ᾿Ιησοῦς λέγων· θέλω, καθαρίσθητι. καὶ εὐθέως ἐκαθαρίσθη αὐτοῦ ἡ λέπρα. καὶ λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὅρα μηδενὶ εἴπῃς, ἀλλὰ ὕπαγε σεαυτὸν δεῖξον τῷ ἱερεῖ καὶ προσένεγκε τὸ δῶρον ὃ προσέταξε Μωσῆς εἰς μαρτύριον αὐτοῖς(: Όταν κατέβηκε ο Ιησούς από το βουνό, Τον ακολούθησαν πολλά πλήθη λαού. Και να, ένας λεπρός ήλθε και Τον προσκυνούσε γονατιστός λέγοντας: “Κύριε, εάν θέλεις, έχεις τη δύναμη να με καθαρίσεις από τις πληγές και τα εξανθήματα της ακάθαρτης αρρώστιας μου”.Ο Ιησούς τότε άπλωσε το χέρι Του και τον άγγιξε λέγοντας: “Θέλω. Καθαρίσου”. Και αμέσως καθαρίστηκε η λέπρα του, και έγινε τελείως υγιής. Τότε ο Ιησούς τού λέει: “Πρόσεξε να μην πεις σε κανέναν το θαύμα της θεραπείας σου, αλλά πήγαινε και δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα και πρόσφερε το δώρο που έχει καθορίσει ο Μωυσής. Για να χρησιμεύσει η εξέτασή σου από τον ιερέα και η προσφορά του δώρου σου ως μαρτυρία και απόδειξη στον ιερέα και στους Ιουδαίους ότι και εσύ θεραπεύτηκες τελείως και εγώ δεν ήλθα να καταργήσω τον νόμο”)»], ενώ ο εκατόνταρχος πήγε στον Ιησού έπειτα από λίγο, μόλις ο Κύριος εισήλθε στην Καπερναούμ.
Για ποιον λόγο λοιπόν ούτε ο ένας ούτε ο άλλος δεν ανέβηκαν στο όρος; Όχι από οκνηρία, διότι και των δύο η πίστη ήταν θερμή, αλλά για να μη διακόψουν τη διδασκαλία. Όταν λοιπόν προσήλθε στον Ιησού ο εκατόνταρχος, λέγει: «Κύριε, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος και παράλυτος στο σπίτι και βασανίζεται από τρομερούς πόνους». Μερικοί, λοιπόν, λέγουν ότι για να δικαιολογηθεί ανέφερε και την αιτία για την οποία δεν τον έφερε μαζί του. «Διότι δεν ήταν δυνατόν», λέγουν, «να τον μεταφέρει σηκωτό, ενώ ήταν παράλυτος και υπέφερε, ευρισκόμενος στο τέλος της ζωής του». Για το ότι ήταν ετοιμοθάνατος, το λέγει ο Λουκάς ότι επρόκειτο να πεθάνει[βλ. Λουκ.7,2: «Ἑκατοντάρχου δέ τινος δοῦλος κακῶς ἔχων ἤμελλε τελευτᾶν, ὃς ἦν αὐτῷ ἔντιμος(: Στο μεταξύ ο δούλος κάποιου εκατόνταρχου ήταν πολύ άρρωστος και κινδύνευε να πεθάνει. Και ο δούλος αυτός ήταν αγαπητός στον εκατόνταρχο για την πίστη και την υπακοή που του έδειχνε)»]. Εγώ όμως λέω ότι αυτό είναι απόδειξη της μεγάλης του πίστεως, η οποία ήταν πολύ μεγαλύτερη από εκείνων που κατέβασαν τον άλλον παραλυτικό από τη χαλασμένη σκεπή[πρβ.Μάρκ.2,1-12]· διότι επειδή γνώρισε πολύ καλά ότι και μόνη η προσταγή Του αρκεί για να σηκωθεί ο κατάκοιτος, θεώρησε περιττό να τον μεταφέρει εκεί.
Τι έκανε λοιπόν ο Ιησούς; Αυτό που δεν έκανε σε καμία προηγούμενη περίπτωση, το κάνει εδώ· διότι πάντοτε ακολουθούσε την παράκληση αυτών που Τον ικέτευαν, εδώ όμως και προχωρεί βιαστικά και δεν υπόσχεται μόνο να τον θεραπεύσει, αλλά και να μεταβεί στην οικία του. Το πράττει λοιπόν αυτό για να γνωρίσουμε την αρετή του εκατόνταρχου· διότι εάν δεν υποσχόταν αυτό, αλλά έλεγε: «Πήγαινε, θα θεραπευτεί ο δούλος σου», δεν θα γνωρίζαμε τίποτε από αυτά. Αυτό βεβαίως έπραξε και στην περίπτωση της συροφοινίκισσας γυναίκας[:της Χαναναίας] που ενήργησε όλως αντιθέτως· διότι εδώ μεν, αν και δεν προσκαλείται στην οικία, λέγει μόνος Του ότι θα μεταβεί, για να πληροφορηθείς την πίστη του εκατοντάρχου και τη μεγάλη του ταπεινοφροσύνη· στην περίπτωση όμως της Φοινίκισσας[:που ζητούσε να θεραπεύσει την κόρη της από ένα πονηρό πνεύμα που την ταλαιπωρούσε] και αρνείται τη θεραπεία και απορεί που επιμένει[Μάρκ.7,25-30]. Διότι σαν σοφός και επινοητικός ιατρός που είναι, γνωρίζει να πράττει τα αντίθετα από τα αντίθετα. Και εδώ μεν, στην περίπτωση του εκατοντάρχου, με την αυτοπροαίρετη παρουσία του, εκεί δε, στην περίπτωση της Χαναναίας, αποκαλύπτει την πίστη της γυναικός με την παρατεταμένη επιμονή και ένθερμη παράκληση.
Έτσι ενεργεί και στην περίπτωση του Αβραάμ λέγοντας: «Οὐ μὴ κρύψω ἐγὼ ἀπὸ Ἁβραὰμ τοῦ παιδός μου, ἃ ἐγὼ ποιῶ(:Δεν θα κρύψω εγώ από τον ευλαβή δούλο μου τον Αβραάμ εκείνα τα οποία πρόκειται να κάμω)» [Γέν. 18,17], για να πληροφορηθείς τη φιλοστοργία του Αβραάμ και την πρόνοιά του υπέρ των Σοδόμων [πρβ. Γέν. 18, 23-25 κ.έ.: « Καὶ ἐγγίσας Ἁβραὰμ εἶπε· μὴ συναπολέσῃς δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς καὶ ἔσται ὁ δίκαιος ὡς ὁ ἀσεβής; Ἐὰν ὦσι πεντήκοντα δίκαιοι ἐν τῇ πόλει, ἀπολεῖς αὐτούς; Οὐκ ἀνήσεις πάντα τὸν τόπον ἕνεκεν τῶν πεντήκοντα δικαίων, ἐὰν ὦσιν ἐν αὐτῇ; Μηδαμῶς σὺ ποιήσεις ὡς τὸ ῥῆμα τοῦτο, τοῦ ἀποκτεῖναι δίκαιον μετὰ ἀσεβοῦς, καὶ ἔσται ὁ δίκαιος ὡς ὁ ἀσεβής. Μηδαμῶς· ὁ κρίνων πᾶσαν τὴν γῆν, οὐ ποιήσεις κρίσιν; (:Και ο Αβραάμ, αφού πλησίασε τον Κύριο, είπε: «Είναι δυνατόν να καταστρέψεις τον δίκαιο μαζί με τον ασεβή και θα είναι λοιπόν ο δίκαιος στην ίδια μοίρα με τον ασεβή; Εάν βρίσκονται στην πόλη αυτή[των Σοδόμων] πενήντα δίκαιοι, θα τους καταστρέψεις μαζί με τους ασεβείς; Δεν θα αφήσεις ατιμώρητη όλη την πόλη εξαιτίας των πενήντα δίκαιων, εάν αυτοί ζουν στην πόλη αυτή; Ουδέποτε Εσύ ο Θεός δεν θα κάνεις κάτι τέτοιο· ποτέ δηλαδή δεν θα φονεύσεις τον δίκαιο μαζί με τον ασεβή· είναι αδύνατον εσύ ο δίκαιος να εξισώσεις δίκαιο και ασεβή και να συμπεριφερθείς προς αυτούς με τον ίδιο τρόπο· ουδέποτε θα κάνεις κάτι τέτοιο. Εσύ, ο Οποίος είσαι ο δίκαιος κριτής όλου του κόσμου, δεν θα εφαρμόσεις και εδώ δικαιοσύνη;)»].
Και στην περίπτωση του Λωτ εκείνοι που απεστάλησαν αρνούνται αρχικά να εισέλθουν στον οίκο του, για να γνωρίσεις το μέγεθος της φιλοξενίας του δικαίου εκείνου[πρβ. Γέν.19,1-3 κ.ε.: «Ἦλθον δέ οἱ δύο ἄγγελοι εἰς Σόδομα ἑσπέρας· Λὼτ δὲ ἐκάθητο παρὰ τὴν πύλην Σοδόμων. ἰδὼν δὲ Λώτ, ἐξανέστη εἰς συνάντησιν αὐτοῖς καὶ προσεκύνησε τῷ προσώπῳ ἐπὶ τὴν γῆν. καὶ εἶπεν· ἰδοὺ κύριοι, ἐκκλίνατε εἰς τὸν οἶκον τοῦ παιδὸς ὑμῶν καὶ καταλύσατε καὶ νίψασθε τοὺς πόδας ὑμῶν, καὶ ὀρθρίσαντες ἀπελεύσεσθε εἰς τὴν ὁδὸν ὑμῶν. καὶ εἶπαν· οὐχί, ἀλλ᾿ ἐν τῇ πλατείᾳ καταλύσομεν. καὶ κατεβιάζετο αὐτούς, καὶ ἐξέκλιναν πρὸς αὐτὸν καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. καὶ ἐποίησεν αὐτοῖς πότον, καὶ ἀζύμους ἔπεψεν αὐτοῖς, καὶ ἔφαγον(: Ενώ ο Κύριος συνομιλούσε ακόμη με τον Αβραάμ, οι δύο άγγελοι, που χωρίστηκαν από αυτούς, έφτασαν στα Σόδομα κατά το βράδυ, για να εκτελέσουν την εντολή που έλαβαν από τον Θεό. Παρά το ότι τελείωσε η ημέρα, ο Λωτ καθόταν κοντά στην πύλη των Σοδόμων έτοιμος να προσφέρει φιλοξενία, διότι γνώριζε την κακότητα και το αφιλόξενο των Σοδομιτών. Όταν είδε τους δύο αγγέλους, σηκώθηκε από τη θέση του και έτρεξε προς συνάντησή τους και τους προσκύνησε με το πρόσωπο στη γη, αν και δεν γνώριζε ότι ήσαν άγγελοι, και τους είπε: “Κύριοι, ιδού· περάστε, παρακαλώ, στο σπίτι του δούλου σας, και διανυκτερεύστε κοντά μου και πλύνετε τα πόδια σας, που είναι κουρασμένα και λερωμένα από την οδοιπορία, και αφού σηκωθείτε νωρίς αύριο το πρωί συνεχίζετε τον δρόμο σας”. Οι δύο άγγελοι όμως απάντησαν: “Όχι· θα περάσουμε τη νύκτα στην πλατεία της πόλεως, στο ύπαιθρο”. Όταν ο Λωτ είδε ότι αρνιούνται, επέμεινε· τους βίαζε με παρακλήσεις και τους πίεζε με ικεσίες να δεχτούν την πρόσκλησή του. Οι δύο άγγελοι, κατόπιν της επιμονής του, υποχώρησαν, λοξοδρόμησαν και μπήκαν στο σπίτι του. Και ο Λωτ τούς παρέθεσε δείπνο, τους έδωσε να πιουν, τους έψησε στη φωτιά άζυμες κουλούρες και έφαγαν)» ].
Τι λέγει λοιπόν ο εκατόνταρχος; «Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς(:Κύριε, δεν είμαι άξιος να εισέλθεις κάτω από τη στέγη του σπιτιού μου)»[Ματθ.8,8].Ας το ακούσουμε όσοι πρόκειται να υποδεχτούμε τον Χριστό διότι είναι δυνατόν Τον υποδεχτούμε και σήμερα. Ας το ακούσουμε και ας γίνουμε ζηλωτές Του και ας Τον δεχτούμε με την ίδια πίστη· καθόσον όταν υποδέχεσαι φτωχό που πεινά και είναι γυμνός, είναι σαν να υποδέχεσαι και φιλοξενείς Εκείνον.
«ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου(:αλλά πες αυτό που θέλεις μόνο με έναν απλό λόγο, και θα γιατρευτεί ο δούλος μου)»[Ματθ.8,8]. Πρόσεξε ότι και ο εκατόνταρχος, όπως ακριβώς και ο λεπρός, έχει την αρμόζουσα γνώμη γι’ Αυτόν· διότι ούτε αυτός είπε «Παρακάλεσε τον Θεό», ούτε είπε: «Προσευχήσου και ικέτευσέ Τον», αλλά «Πρόσταξε μόνο».
Έπειτα, φοβούμενος μήπως ο Ιησούς αρνηθεί, μετριάζοντας την παράκλησή του λέγει: «Καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ᾿ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ(:Διότι κι εγώ άνθρωπος είμαι κάτω από εξουσία και παίρνω διαταγές από ανωτέρους, αλλά κι έχω στις διαταγές μου στρατιώτες˙ και λέω σ’ ένα στρατιώτη: “Πήγαινε”˙ και πηγαίνει. Και σ’ άλλον λέω: “Έλα”, κι έρχεται. Και στον δούλο μου λέω: “Κάνε αυτό”, και το εκτελεί. Πόσο μάλλον θα εκτελεσθεί ο δικός Σου λόγος. Διότι Εσύ δεν είσαι κάτω από τις διαταγές κανενός, αλλά έχεις εξουσία πάνω σε όλες τις αόρατες δυνάμεις”)»[Ματθ.8,9].
«Και τι σημασία έχει αυτό», θα πει κάποιος, «εάν ο εκατόνταρχος περιέγραψε αυτό με τέτοια παρομοίωση; Διότι αυτό που ερευνούμε είναι εάν ο Χριστός το αποδέχτηκε αυτό και το επικύρωσε». Είναι ορθό και πολύ φρόνιμο αυτό που λέγεις. Λοιπόν ας το ερευνήσουμε αυτό, και θα διαπιστώσουμε αυτό ακριβώς που συνέβη στην περίπτωση του λεπρού, αυτό να έχει συμβεί και εδώ. Διότι όπως ακριβώς ο λεπρός είπε: «Κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι(:“Κύριε, εάν θέλεις, έχεις τη δύναμη να με καθαρίσεις από τις πληγές και τα εξανθήματα της ακάθαρτης αρρώστιας μου”)»-και δεν βασιζόμαστε μόνο στα λόγια του λεπρού σχετικά με την εξουσία του Χριστού, αλλά και στους λόγους του Χριστού· διότι όχι μόνο δεν απέρριψε την υπόνοιά του, αλλά και την επιβεβαίωσε περισσότερο, με το να προσθέσει αυτό που ήταν περιττό να πει, λέγοντας το: «Θέλω, καθαρίσθητι (:Θέλω, καθαρίσου)»[Ματθ.8,3], για να επικυρώσει την πίστη εκείνου-, έτσι και εδώ, βέβαια, είναι δίκαιο να εξετάσουμε εάν συνέβη κάτι παρόμοιο· και πράγματι θα διαπιστώσουμε να έχει συμβεί το ίδιο πράγμα. Διότι αφού είπε ο εκατόνταρχος αυτά τα λόγια και παραδέχτηκε τόση εξουσία, όχι μόνο δεν τον κατηγόρησε ο Κύριος, αλλά και τον επιδοκίμασε και έκαμε κάτι επιπλέον από την επιδοκιμασία. Διότι δεν είπε ο ευαγγελιστής ότι μόνο επαίνεσε τα λόγια του, αλλά δηλώνοντας και επέκταση του επαίνου λέγει ότι και θαύμασε· και δεν θαύμασε απλώς, αλλά παρουσία ολόκληρου του πλήθους τον παρουσίασε και στους άλλους ως υπόδειγμα, ώστε να τον μιμηθούν.
Βλέπεις πώς θαυμάζεται ο καθένας από αυτούς που ομολόγησαν την εξουσία Του; Και καταλαμβανόταν από έκπληξη το πλήθος με τη διδασκαλία Του, διότι δίδασκε «ὡς ἐξουσίαν ἔχων»[βλ. Ματθ.7,28-29: «Καὶ ἐγένετο ὅτε συνετέλεσεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς λόγους τούτους, ἐξεπλήσσοντο οἱ ὄχλοι ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ· ἦν γὰρ διδάσκων αὐτοὺς ὡς ἐξουσίαν ἔχων, καὶ οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς(:Και όταν ο Ιησούς τελείωσε τους λόγους Του αυτούς, τα πλήθη για πολλή ώρα έμεναν εκστατικά και έκπληκτα από τη διδασκαλία Του· διότι τους δίδασκε πάντοτε με εξουσία και κύρος, ως νομοθέτης και κριτής και αυθεντικός γνώστης της αλήθειας, και όχι σαν τους γραμματείς, οι οποίοι για να επιβεβαιώσουν τα όσα έλεγαν αναφέρονταν στον νόμο και τις παραδόσεις των παλαιοτέρων)»] και όχι μόνο δεν τους επέπληξε γι’ αυτήν τη γνώμη τους, αλλά και αφού έλαβε αυτούς κατέβη από το όρος και με τον τρόπο με τον οποίο καθάρισε τον λεπρό επιβεβαίωσε την πίστη αυτών.
Ο δε λεπρός πάλι, έλεγε: «Εάν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις»· και όχι μόνο δεν τον επιτίμησε, αλλά και, θεραπεύοντάς τον, τόν καθάρισε έτσι όπως είπε εκείνος. Ο εκατόνταρχος πάλι, λέγει τα εξής: «Πες μόνο ένα λόγο και θα θεραπευτεί ο δούλος μου», ενώ ο Ιησούς θαυμάζοντάς τον, έλεγε: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον(:Αληθινά σας λέω, τόσο μεγάλη πίστη δεν βρήκα ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες, οι οποίοι είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού)»[Ματθ.8,10].
Και για να διαπιστώσεις το ίδιο πράγμα και από αντίθετη περίπτωση πρόσεξε αυτό· επειδή η Μάρθα δεν είπε τίποτε το παρόμοιο, αλλά αντίθετα είπε ότι «ἀλλὰ καὶ νῦν οἶδα ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσῃ τὸν Θεόν, δώσει σοι ὁ Θεός(:ξέρω όμως ότι και τώρα που ο αδελφός μου είναι πεθαμένος, ό,τι κι αν ζητήσεις από τον Θεό, θα σου το δώσει ο Θεός)» [Ιω.11, 22], όχι μόνο επαινέθηκε, μολονότι και γνωστή ήταν και αγαπητή και από τους πλέον αφοσιωμένους μαθητές Του, αλλά και επιτιμήθηκε και διορθώθηκε από Αυτόν, διότι δεν είχε ομιλήσει ορθά. Καθόσον έλεγε προς αυτήν: «Οὐκ εἶπόν σοι ὅτι ἐὰν πιστεύσῃς, ὄψει τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ;(:Δεν σου είπα ότι εάν πιστέψεις, θα δεις τον ένδοξο θρίαμβο της παντοδυναμίας του Θεού εναντίον του θανάτου με την ανάσταση του αδελφού σου; Αυτή θα είναι το σύμβολο και το προμήνυμα της κοινής αναστάσεως όλων των ανθρώπων’’)» [Ιω.11,40], επιπλήττοντάς την σαν ακόμη να μην είχε πιστέψει.
Και ακόμη επειδή εκείνη έλεγε: «Ὅσα ἂν αἰτήσῃ τὸν Θεόν, δώσει σοι ὁ Θεός(:ό,τι κι αν ζητήσεις από τον Θεό, θα σου το δώσει ο Θεός)», απομακρύνοντάς την από την αντίληψη αυτού του είδους και διδάσκοντας ότι δεν έχει ανάγκη να λάβει από Άλλον, αλλά ότι Αυτός είναι η πηγή των αγαθών, λέγει: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή(:Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή. Εγώ έχω τη δύναμη να ανασταίνω, διότι είμαι η πηγή της ζωής)»[Ιω. 11,25], δηλαδή «δεν περιμένω από άλλον να δεχτώ ενέργεια, αλλά κατ’ ιδίαν δύναμη πράττω τα πάντα».
Για τον λόγο αυτόν και θαυμάζει τον εκατόνταρχο και τον παρουσιάζει σε όλο το πλήθος και τον τιμά με την υπόσχεση ότι θα του δώσει τη βασιλεία, και τους άλλους προσκαλεί να επιδείξουν τον ίδιο ζήλο. Και για να πληροφορηθείς ότι με αυτόν τον σκοπό τα είπε αυτά, για να διδάξει και τους άλλους δηλαδή να πιστεύουν ομοίως, άκουσε του ευαγγελιστή τους κατάλληλους λόγους δια των οποίων υπαινίχτηκε αυτό· διότι λέγει: «Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον(:Όταν ο Ιησούς άκουσε τα λόγια του αυτά, θαύμασε και είπε σε εκείνους που Τον ακολουθούσαν: “Αληθινά σας λέω, τόσο μεγάλη πίστη δεν βρήκα ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες, οι οποίοι είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού”)».
Επομένως το να σκέπτεται κανείς γι’ Αυτόν μεγάλα πράγματα, αυτό κατεξοχήν είναι απόδειξη της πίστεως και αφορμή να κληρονομήσει τη βασιλεία και τα άλλα αγαθά του ουρανού· διότι ο έπαινός Του για τον εκατόνταρχο δεν σταμάτησε μόνο στα λόγια, αλλά αντί της πίστεως και τον ασθενή τον παρέδωσε υγιή, και πλέκει γι’αυτόν λαμπρό στέφανο και του υπόσχεται μεγάλες δωρεές, λέγοντας τα εξής: «Λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν (: Σας διαβεβαιώνω λοιπόν ότι πολλοί σαν τον εκατόνταρχο θα έλθουν από ανατολή και δύση, απ’ όλα τα μέρη του κόσμου, και θα καθίσουν μαζί με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ στο ευφρόσυνο δείπνο της βασιλείας των ουρανών)»[Ματθ.8,11].
Επειδή λοιπόν έκανε πολλά θαύματα, στη συνέχεια τούς διδάσκει με μεγαλύτερη παρρησία. Έπειτα, για να μη νομίσει κανείς ότι αυτά είναι λόγια κολακείας, αλλά για να γνωρίσουν όλοι γενικώς ότι είχε τέτοια ψυχική διάθεση, λέγει: «Ὑπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι(:“Πήγαινε στο σπίτι σου κaι ας γίνει σε σένα όπως το πίστεψες (ότι δηλαδή μόνο με τον λόγο μου και από μακριά μπορώ να θεραπεύσω τον δούλο σου)”)»[Ματθ.8,13]. Και αμέσως επακολούθησε η πράξη της θεραπείας, επιβεβαιώνοντας την προαίρεσή του. «Καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ(:Και πράγματι εκείνη τη στιγμή θεραπεύθηκε ο δούλος του)».. Πράγμα που ακριβώς συνέβη και στη Συροφοινίκισσα· καθόσον λέγει και σε εκείνη: «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! Γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης (:”Ω γυναίκα, είναι μεγάλη η πίστη σου. Ας γίνει σε σένα όπως το θέλεις”. Και πράγματι απ’ την ώρα ακριβώς εκείνη γιατρεύτηκε η κόρη της)» [Ματθ.15,28].
Επειδή όμως και ο Λουκάς [πρβ. Λουκά 7,1-10] περιγράφοντας αυτό το θαύμα προσθέτει και πολλά άλλα, τα οποία φαίνεται να διαφωνούν, είναι ανάγκη να σας εξηγήσω και αυτά [πρβ. Ματθ. 8, 5-13, Λουκά 7, 1-10]. Τι λέγει λοιπόν ο Λουκάς; «Απέστειλε ο εκατόνταρχος Ιουδαίους πρεσβυτέρους προς Αυτόν, και Τον παρακαλούσε να έλθει» [βλ. Λουκά 7,3: «Ἀκούσας δὲ περὶ τοῦ Ἰησοῦ ἀπέστειλε πρὸς αὐτὸν πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων ἐρωτῶν αὐτὸν ὅπως ἐλθὼν διασώσῃ τὸν δοῦλον αὐτοῦ(:Όταν λοιπόν άκουσε για τον Ιησού ότι ήλθε στην Καπερναούμ, Του έστειλε μερικούς πρεσβυτέρους των Ιουδαίων και Τον παρακαλούσε να έλθει και να σώσει το δούλο του από τον έσχατο κίνδυνο)»]. Ο δε Ματθαίος λέγει ότι ο ίδιος αφού προσήλθε έλεγε ότι «Δεν είμαι άξιος» [πρβ. Ματθ.8,5]. Και μερικοί λέγουν ότι αυτός ο εκατόνταρχος που αναφέρει ο Λουκάς δεν είναι ίδιος με εκείνον που αναφέρει ο Ματθαίος, αν και έχει πολλές ομοιότητες. Διότι για εκείνον λέγει, ότι «ἀγαπᾷ γὰρ τὸ ἔθνος ἡμῶν, καὶ τὴν συναγωγὴν αὐτὸς ᾠκοδόμησεν ἡμῖν(: διότι, έλεγαν: “Ο εκατόνταρχος αυτός αγαπά το έθνος μας, και τη συναγωγή μας την έκτισε ο ίδιος με δικά του χρήματα”)» [Λουκά 7,5]· για τον εκατόνταρχο όμως που αναφέρει ο Ματθαίος, ο ίδιος ο Ιησούς λέγει: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον(:Αληθινά σας λέω, τόσο μεγάλη πίστη δεν βρήκα ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες, οι οποίοι είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού)». Και στην περίπτωση εκείνου μεν δεν είπε ότι «Πολλοί θα έλθουν από την ανατολή», πράγμα που σημαίνει ότι εκείνος ήταν Ιουδαίος. Τι λοιπόν θα πούμε; Ότι αυτή μεν είναι εύκολη λύση[:να πούμε δηλαδή ότι πρόκειται περί διαφορετικών προσώπων], παραμένει όμως να εξετάσουμε εάν αυτή είναι αληθινή.
Εγώ νομίζω ότι αυτός ο εκατόνταρχος που αναφέρει ο ευαγγελιστής Ματθαίος είναι ίδιος με εκείνον που αναφέρει ο ευαγγελιστής Λουκάς. «Μα τότε», θα έλεγε κανείς, «για ποιον λόγο ο Ματθαίος λέγει ότι αυτός είπε: “Δεν είμαι άξιος να εισέλθεις στην οικία μου”», ενώ ο Λουκάς ότι «έστειλε και τον κάλεσε να έλθει στην οικία του»; [πρβ. Λουκά 7,3]. Εγώ νομίζω ότι ο Λουκάς υπονοεί την κολακεία των Ιουδαίων και ότι αυτοί που ζουν υπό τη σκιά κάποιας συμφοράς εύκολα αλλάζουν γνώμη. Διότι ήταν φυσικό ο εκατόνταρχος να θέλησε να μεταβεί και να καλέσει τον Ιησού και να εμποδίστηκε από τους Ιουδαίους που τον κολάκευσαν λέγοντας, ότι «θα πάμε εμείς και θα σου φέρουμε αυτόν». Πρόσεξε λοιπόν ότι και η παράκλησή τους είναι γεμάτη από κολακεία. «Διότι ο εκατόνταρχος αυτός αγαπά το έθνος μας», λέγουν, «και τη συναγωγή μας την έκτισε ο ίδιος με δικά του χρήματα» [Λουκά 7,5]. Ούτε γνωρίζουν για ποιον λόγο επαινούν τον άντρα. Διότι το ορθό ήταν να πουν: «Θέλησε μεν αυτός να έλθει και να σε παρακαλέσει, εμείς όμως τον εμποδίσαμε βλέποντας τη συμφορά και το πτώμα να είναι κατάκοιτο», και έτσι να παρουσιάσουν το μέγεθος της πίστεως του εκατοντάρχου. Όμως δεν το λέγουν αυτό, διότι δεν ήθελαν να αποκαλύψουν την πίστη του ανδρός εξαιτίας του φθόνου τους, αλλά προτιμούσαν μάλλον να επισκιάσουν την αρετή εκείνου προς χάριν του οποίου ήλθαν να Τον παρακαλέσουν, για να μη φανεί ότι ήταν κάποιος σπουδαίος αυτός που παρακαλούσε, παρά διακηρύσσοντας την πίστη εκείνου να επιτύχουν αυτό για το οποίο είχαν έλθει. Διότι ο φθόνος είναι ικανός να σκοτίσει τον νου.
Αλλά ο Κύριος που γνωρίζει τα απόκρυφα επαίνεσε εκείνον και χωρίς αυτοί να το θέλουν. Και το ότι αυτό είναι αληθές, άκουσε τον Λουκά πάλι που ερμηνεύει αυτό. Διότι αυτός λέγει τα εξής, ότι: «Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐπορεύετο σὺν αὐτοῖς. Ἢδη δὲ αὐτοῦ οὐ μακρὰν ἀπέχοντος ἀπὸ τῆς οἰκίας ἔπεμψε πρὸς αὐτὸν ὁ ἑκατόνταρχος φίλους λέγων αὐτῷ· Κύριε, μὴ σκύλλου· οὐ γάρ εἰμι ἱκανὸς ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην μου εἰσέλθῃς(:Πράγματι λοιπόν ο Ιησούς άρχισε να προχωρά μαζί τους προς το σπίτι του εκατοντάρχου. Λίγο όμως πριν φθάσουν στο σπίτι, όταν πλέον ήταν πολύ κοντά, έστειλε ο εκατόνταρχος κάποιους φίλους του και του είπε: “Κύριε, μην ταλαιπωρείσαι και μην μπαίνεις σε μεγαλύτερο κόπο να έλθεις στο σπίτι μου. Διότι δεν είμαι άξιος να μπεις κάτω από τη στέγη μου”)» [Λουκά 7,6]. Όταν δηλαδή απαλλάχθηκε από την ενόχληση αυτών, τότε αποστέλλει ανθρώπους και Tου λέγει: «Μη νομίσεις ότι δεν ήλθα λόγω οκνηρίας, αλλά επειδή έκρινα τον εαυτό μου ότι είμαι ανάξιος, να σε δεχτώ στην οικία μου».
Εάν λοιπόν ο μεν Ματθαίος λέγει ότι είπε αυτό σε αυτόν όχι δια των φίλων[πρβ. Λουκά 7,6], αλλά ο ίδιος αυτοπροσώπως, αυτό δεν έχει καμία σημασία· διότι αυτό που ερευνούμε είναι εάν παρουσίασε ο καθένας την προθυμία του ανδρός και εάν είχε την πρέπουσα γνώμη περί του Χριστού. Είναι φυσικό επίσης να ήλθε και αυτός μετά την αποστολή των φίλων του και να είπε αυτά. Εάν όμως δεν το ανέφερε αυτό ο Λουκάς, αλλά ούτε ο Ματθαίος εκείνο, αυτό δεν σημαίνει ότι αντιφάσκουν μεταξύ τους, αλλά μάλλον ότι συμπληρώνει ο ένας ό,τι παρέλειψε ο άλλος.
Πρόσεξε ακόμη πως και με άλλο τρόπο διακήρυξε την πίστη του ο Λουκάς λέγοντας ότι επρόκειτο να πεθάνει ο δούλος του[πρβ. Λουκά 7,2]. Αλλά όμως ούτε αυτό τον οδήγησε σε απόγνωση, ούτε τον έκαμε να απελπιστεί, αλλά και σε αυτήν την κατάσταση έλπιζε ότι θα επιζήσει. Εάν όμως ο μεν Ματθαίος λέγει ότι ο Χριστός είπε ότι «Ούτε μεταξύ των Ισραηλιτών δεν βρήκα τόσο μεγάλη πίστη», λόγια που φανερώνουν ότι αυτός δεν ήταν Ισραηλίτης, ο δε Λουκάς λέγει ότι έχτισε τη συναγωγή [πρβ. Λουκά 7,5], ούτε αυτό δηλώνει αντίφαση· διότι ήταν δυνατόν και Ιουδαίος να μην ήταν και τη συναγωγή να οικοδομήσει και το έθνος να αγαπά.
Εσύ, όμως, σε παρακαλώ, μην εξετάζεις απλώς τα λόγια του εκατοντάρχου, αλλά πρόσθεσε και το αξίωμα αυτού και τότε θα δεις την αρετή του ανδρός· καθόσον είναι μεγάλη η αλαζονεία αυτών που είναι στην εξουσία και ούτε στις συμφορές ταπεινώνονται. Ο αναφερόμενος λοιπόν από τον Ιωάννη αξιωματούχος φέρει τον Κύριο στην οικία του και λέγει: «Κατάβηθι (:Κατέβα)» [«Κατάβηθι», δηλαδή από την Κανά στην Καπερναούμ· πρβ. Ιω. 4,46-47: «῏Ηλθεν οὖν πάλιν ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὴν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, ὅπου ἐποίησε τὸ ὕδωρ οἶνον. καὶ ἦν τις βασιλικός, οὗ ὁ υἱὸς ἠσθένει ἐν Καπερναούμ· οὗτος ἀκούσας ὅτι ᾿Ιησοῦς ἥκει ἐκ τῆς ᾿Ιουδαίας εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἀπῆλθε πρὸς αὐτὸν καὶ ἠρώτα αὐτὸν ἵνα καταβῇ καὶ ἰάσηται αὐτοῦ τὸν υἱόν· ἤμελλε γὰρ ἀποθνήσκειν(:Ήλθε λοιπόν ο Ιησούς πάλι στην Κανά της Γαλιλαίας, όπου παλιότερα είχε μετατρέψει το νερό σε κρασί. Εκεί υπήρχε κάποιος άνθρωπος που ανήκε στη βασιλική αυλή του Ηρώδη, και το παιδί του ήταν βαριά άρρωστο στην Καπερναούμ. Αυτός λοιπόν, μόλις άκουσε ότι ο Ιησούς είχε έλθει από την Ιουδαία στη Γαλιλαία, έφυγε από την Καπερναούμ και πήγε να τον συναντήσει˙ και άρχισε να τον παρακαλεί να κατεβεί από την Κανά στην Καπερναούμ και να θεραπεύσει τον γιο του˙ διότι ήταν βαριά άρρωστος και κινδύνευε να πεθάνει)»[πρβ. Ιω.4,49].
Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τον εκατόνταρχο αυτής της διηγήσεως, αλλά και από εκείνον και από αυτούς που κατέβασαν από τη χαλασμένη σκεπή το κρεβάτι[πρβ. Μάρκ.2,1-2: «Καὶ εἰσῆλθε πάλιν εἰς Καπερναοὺμ δι᾿ ἡμερῶν καὶ ἠκούσθη ὅτι εἰς οἶκόν ἐστι. Καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοί, ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν· καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον. Καὶ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν παραλυτικὸν φέροντες, αἰρόμενον ὑπὸ τεσσάρων. Καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἀπεστέγασαν τὴν στέγην ὅπου ἦν, καὶ ἐξορύξαντες χαλῶσι τὸν κράβαττον, ἐφ᾿ ᾧ ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο(:Ύστερα από μερικές ημέρες μπήκε πάλι ο Ιησούς στην Καπερναούμ˙ κι έγινε γνωστό ότι βρίσκεται σε κάποιο σπίτι. Αμέσως λοιπόν μαζεύτηκαν τόσο πολλοί, ώστε να γεμίσει το σπίτι και να μην υπάρχει χώρος πλέον ούτε δίπλα στη θύρα. Και τους δίδασκε τον λόγο του Θεού Έρχονται τότε και Του φέρνουν έναν παράλυτο, που τον σήκωναν πάνω σ’ ένα κρεβάτι τέσσερις. Κι επειδή δεν μπορούσαν εξαιτίας του πλήθους να τον πλησιάσουν, ξεσκέπασαν τη σκεπή στο μέρος όπου βρισκόταν ο Κύριος, κι αφού έκαναν ένα άνοιγμα, έριξαν από κει κάτω σιγά – σιγά το κρεβάτι, πάνω στο οποίο ήταν ξαπλωμένος ο παράλυτος)»], ο εκατόνταρχος συμπεριφέρεται πολύ καλύτερα· διότι δεν ζητεί τη σωματική παρουσία του Ιησού, ούτε μετέφερε τον ασθενή πλησίον του Ιατρού, πράγμα που σημαίνει ότι δεν σκεπτόταν γι’ αυτόν μικρά πράγματα, αλλά πίστευε ότι ήταν θεόσταλτος· γι’ αυτόν τον λόγο και λέγει: «Πες μόνο έναν λόγο» [Ματθ.8,8 και Λουκά 7,7]. Και δεν λέγει στην αρχή: «Πες έναν λόγο» αλλά αρχικώς περιγράφει μόνο την ασθένεια· διότι ούτε περίμενε, λόγω της μεγάλης ταπεινοφροσύνης του, αμέσως να συναινέσει ο Χριστός και να θελήσει να έλθει στην οικία του. Για τον λόγο αυτόν μόλις άκουσε τους λόγους του Κυρίου: «Εγώ θα έλθω και θα τον θεραπεύσω», τότε λέγει: «Πες μονάχα έναν λόγο». Ούτε και η ασθένεια τού προξένησε σύγχυση, αλλά και μέσα στη συμφορά του φιλοσοφεί, προσέχοντας όχι τόσο στην υγεία του δούλου του, όσο προς το να μη φανεί να πράττει τίποτε το ασεβές. Μολονότι, βέβαια, δεν Τον εξανάγκασε να έλθει στην οικία του, αλλά ο Χριστός υποσχέθηκε αυτό, παρά ταύτα και πάλι φοβείται μην τυχόν φανεί να υπερτιμά τη δική του αξία και να επισύρει εναντίον του βαρύ παράπτωμα.
Είδες τη σύνεσή του; Πρόσεξε και τη μωρία των Ιουδαίων οι οποίοι λέγουν: «Ἂξιός ἐστιν ᾧ παρέξει τοῦτο(:Αξίζει να του κάνει τη χάρη αυτή που ζητά)» [Λουκά 7,4]. Διότι ενώ έπρεπε να προσφύγουν στη φιλανθρωπία του Ιησού, αυτοί όμως προβάλλουν την αξία του εκατοντάρχου, και ούτε γνωρίζουν πώς πρέπει να διατυπώσουν το αίτημά τους. Όμως δεν συμβαίνει το ίδιο με εκείνον· αλλά και είπε ότι είναι ο ίδιος πολύ ανάξιος όχι μόνο να δεχτεί την ευεργεσία, αλλά και να δεχτεί τον Κύριο στην οικία του. Για τον λόγο αυτόν και αφού είπε «ο δούλος μου είναι ασθενής» δεν πρόσθεσε το «Πες», επειδή φοβήθηκε μήπως ήταν ανάξιος να δεχτεί τη δωρεά, αλλά ανέφερε μόνο τη συμφορά. Όταν πάλι είδε τον Χριστό να δείχνει προθυμία, ούτε και τότε προχώρησε με ορμή, αλλά και πάλι συγκρατείται μέσα στον χώρο της πρεπούσης μετριοπάθειάς του.
Εάν όμως κάποιος έλεγε: «Για ποιον λόγο δεν ανταπέδωσε την τιμή ο Χριστός σε αυτόν;», θα μπορούσαμε να πούμε αυτό, ότι του ανταπέδωσε και μάλιστα μεγάλη τιμή. Πρώτον μεν, με το ότι φανέρωσε την πίστη του, πράγμα που κατεξοχήν έγινε φανερό από του ότι δεν μετέβη ο ίδιος στην οικία του[πρβ. Ματθ.8,13 και Λουκά 7,10]. Δεύτερον δε, με το ότι τον εισήγαγε στη βασιλεία και τον προτίμησε από όλο το ιουδαϊκό έθνος· διότι επειδή θεώρησε τον εαυτό του ανάξιο να δεχτεί τον Χριστό στην οικία του, και άξιος κρίθηκε της βασιλείας των ουρανών και πέτυχε τα καλά που απόλαυσε ο Αβραάμ.
«Και γιατί», θα έλεγε κανείς, «και ο λεπρός δεν επαινέθηκε αν και επέδειξε μεγαλύτερη πίστη από τον εκατόνταρχο;» Διότι δεν είπε εκείνος: «Πες έναν λόγο», αλλά αυτό που ήταν πολύ μεγαλύτερο: «Θέλησε μόνο»· πράγμα που ο Προφήτης λέγει για τον Πατέρα, ότι «ὁ δὲ Θεὸς ἡμῶν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ πάντα, ὅσα ἠθέλησεν, ἐποίησε(:ο Θεός μας όμως τόσο στον ουρανό, όσο και στη γη, όλα όσα θέλησε τα έκανε και τίποτε δεν παρουσιάστηκε αδύνατο στη θέλησή Του)» [Ψαλμ.113,11].
Αλλά και ο λεπρός επαινέθηκε από τον Χριστό. Διότι όταν λέγει «ὅρα μηδενὶ εἴπῃς, ἀλλὰ ὕπαγε σεαυτὸν δεῖξον τῷ ἱερεῖ καὶ προσένεγκε τὸ δῶρον ὃ προσέταξε Μωσῆς εἰς μαρτύριον αὐτοῖς(:Πρόσεξε να μην πεις σε κανέναν το θαύμα της θεραπείας σου, αλλά πήγαινε και δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα και πρόσφερε το δώρο που έχει καθορίσει ο Μωυσής. Για να χρησιμεύσει η εξέτασή σου από τον ιερέα και η προσφορά του δώρου σου ως μαρτυρία και απόδειξη στον ιερέα και στους Ιουδαίους ότι και εσύ θεραπεύτηκες τελείως και εγώ δεν ήλθα να καταργήσω τον νόμο”)» [Ματθ.8,4], δεν λέγει τίποτε άλλο παρά αυτό, ότι «εσύ θα κατηγορήσεις αυτούς από όσους πίστεψες». Εξάλλου δεν ήταν το ίδιο πράγμα να πιστέψει ένας Ιουδαίος και ένας εκτός του έθνους των Ιουδαίων· διότι το ότι δεν ήταν Ιουδαίος ο εκατόνταρχος φαίνεται και από το ότι ήταν εκατοντάρχης και από τα λόγια που είπε: «Ούτε μεταξύ των Ισραηλιτών δεν βρήκα τόσο μεγάλη πίστη».
Και ήταν βέβαια, πολύ σπουδαίο πράγμα ένας άνθρωπος εκτός του ιουδαϊκού έθνους να φτάσει σε τόσο υψηλή έννοια περί του Χριστού. Καθόσον, όπως εγώ πιστεύω, φαντάστηκε τις ουράνιες στρατιές ή ότι σε Αυτόν έτσι υποτάσσονται τα πάθη και ο θάνατος και όλα τα άλλα, όπως οι στρατιώτες στον ίδιο τον εκατόνταρχο. Για τον λόγο αυτόν και έλεγε: «Διότι και εγώ που είμαι ένας άνθρωπος και είμαι κάτω από εξουσία»· δηλαδή: «Εσύ είσαι Θεός, ενώ εγώ άνθρωπος· εγώ είμαι υπό την εξουσία άλλων, ενώ εσύ δεν είσαι υπό εξουσία άλλων. Εάν, λοιπόν, εγώ, που είμαι άνθρωπος και υπό εξουσίαν, μπορώ να κάνω τόσο μεγάλα πράγματα, πολύ περισσότερο αυτός που είναι και Θεός και δεν είναι υπό εξουσίαν άλλων». Θέλει δηλαδή, να Τον πείσει σε μεγάλο βαθμό, ότι δεν τα λέγει όλα αυτά για να παρουσιάσει ένα παρόμοιο παράδειγμα, αλλά ότι ο Κύριος υπερέχει σε μεγάλο βαθμό· διότι «εάν εγώ», λέγει, «που είμαι ισότιμος με αυτούς που διατάσσω και που βρίσκομαι υπό εξουσία, όμως λόγω της μικρής αυτής υπεροχής της αρχής μπορώ τόσο σπουδαία πράγματα να πράξω και δεν φέρει κανένας αντίρρηση, αλλά αυτά που διατάζω, αυτά γίνονται, και αν ακόμη είναι διαφόρων ειδών τα παραγγέλματα(διότι λέγω στον ένα «Πήγαινε» και πηγαίνει, και στον άλλο «Έλα» και έρχεται), πολύ περισσότερα αυτός μπορεί να πράξει». Μερικοί πάλι αναγιγνώσκουν ως εξής αυτό το χωρίο: «Διότι εάν εγώ, που είμαι άνθρωπος» και θέτοντας σημείο στίξεως ανάμεσα προσθέτουν: «έχω υπό την εξουσία μου στρατιώτες».
Εσύ όμως πρόσεξε, σε παρακαλώ, πως ο εκατόνταρχος έδειξε ότι ο Ιησούς μπορεί να εξουσιάσει τον θάνατο σαν ένα δούλο και να τον διατάσσει ως Δεσπότης του. Διότι όταν λέγει: «Έλα» και έρχεται, και «πήγαινε» και πηγαίνει, αυτό εννοεί, ότι δηλαδή: «Αν διατάξεις να μην έλθει ο θάνατος στον δούλο μου, δεν θα έλθει». Είδες κατά ποιον τρόπο ήταν πιστός; Διότι αυτό που επρόκειτο αργότερα να γίνει σε όλους φανερό, αυτό αυτός ήδη έκανε ολοφάνερο, ότι έχει εξουσία και επί του θανάτου και επί της ζωής, και οδηγεί κάτω στις πύλες του Άδου και ανεβάζει από εκεί. Και δεν έκανε λόγο μόνο περί στρατιωτών, αλλά και περί δούλων, πράγμα που ήταν δείγμα μεγαλύτερης υπακοής. Αλλά όμως αν και είχε τόσο μεγάλη πίστη, θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο ακόμη. Ο Χριστός όμως δείχνοντας ότι είναι άξιος να εισέλθει στην οικία του, έκανε πολύ πιο μεγάλα πράγματα, διότι και τον θαύμασε, και διακήρυξε την πίστη του, και του έδωσε περισσότερα από αυτά που ζήτησε. Καθόσον ήλθε ζητώντας σωματική υγεία για τον δούλο του και έφυγε αφού έλαβε τη βασιλεία των ουρανών.
Είδες ότι ήδη αποδεικνυόταν αληθινό το «Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν(:Να ζητάτε πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα τα πνευματικά αγαθά της βασιλείας του Θεού και την απόκτηση των αρετών που ο Θεός σας ζητά ως όρο για να σας χαρίσει τα αγαθά αυτά. Και τότε αυτά τα επίγεια θα σας δοθούν μαζί με εκείνα)»; [Ματθ.6,33]. Διότι, επειδή επέδειξε πολλή πίστη και ταπεινοφροσύνη και τον ουρανό τού έδωσε και την υγεία του δούλου τού πρόσθεσε· και δεν τον τίμησε μόνο με αυτό, αλλά και με το να δείξει ποιοι είναι εκείνοι που αποβάλλονται από τη βασιλεία των ουρανών και εισάγεται αυτός. Καθόσον εξ αυτού πλέον καθιστά σε όλους γνωστό, ότι σώζεται κανείς δια της πίστεως και όχι από τη φύλαξη των διατάξεων του μωσαϊκού νόμου.
Για τον λόγο αυτόν ακριβώς όχι μόνο στους Ιουδαίους, αλλά και στους εθνικούς θα δοθεί αυτή η δωρεά ως βραβείο· και περισσότερο σε εκείνους, παρά σε αυτούς. «Διότι μη νομίσετε, βέβαια», λέγει, «ότι αυτό συνέβη αποκλειστικά και μόνο για τον εκατόνταρχο, καθόσον αυτό θα συμβεί και σε όλη την οικουμένη». Αυτό λοιπόν το έλεγε προφητεύοντας για τα έθνη και δίνοντας αγαθές ελπίδες σε αυτούς. Καθόσον υπήρχαν πολλοί από τα μέρη της Γαλιλαίας όπου διέμεναν πολλοί εθνικοί [πρβ.Ματθ.4,15, 18 και 8,1]. Αυτά επίσης τα έλεγε για να προφυλάξει τους εθνικούς από την απογοήτευση και για να εξυγιάνει το φρόνημα των Ιουδαίων. Για να μην προσβάλουν τα λόγια Του αυτούς που Τον άκουγαν, και για να μη δώσει σε αυτούς καμία αφορμή για κατηγορία, δεν ομιλεί προηγουμένως για τους εθνικούς, παρά μόνο όταν έλαβε αφορμή από τον εκατόνταρχο, χωρίς, φυσικά, και πάλι να αναφέρει καθαρά το όνομα των εθνικών.
Διότι δεν είπε: «Πολλοί από τους εθνικούς» αλλά «Πολλοί από την ανατολή και τη δύση», πράγμα που φανέρωνε το όνομα των εθνικών, δεν σκανδάλιζε όμως έτσι αυτούς που Τον άκουγαν, διότι ήταν κεκαλυμμένος ο λόγος Του[βλ. Ματθ.8,11-12: «Λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων(:Σας διαβεβαιώνω λοιπόν ότι πολλοί σαν τον εκατόνταρχο θα έλθουν από ανατολή και δύση, απ’ όλα τα μέρη του κόσμου, και θα καθίσουν μαζί με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ στο ευφρόσυνο δείπνο της βασιλείας των ουρανών· ενώ εκείνοι που κατάγονται από τον Αβραάμ και σύμφωνα με τις επαγγελίες και υποσχέσεις του Θεού είναι κληρονόμοι της βασιλείας, θα ριχθούν έξω απ’ αυτήν, στο σκοτάδι που είναι τελείως απομακρυσμένο από τη βασιλεία του Θεού. Εκεί θα κλαίνε και θα τρίζουν τα δόντια τους”)»].
Και δεν καλύπτει μόνο με αυτόν τον τρόπο τη σκέψη ότι η διδασκαλία ήταν μία καινοτομία, αλλά και με το ότι ανέφερε αντί της βασιλείας, τους κόλπους του Αβραάμ. Διότι ούτε αυτό το όνομα ήταν γνωστό στους εθνικούς, και περισσότερο πληγώνονταν οι Ιουδαίοι με το ότι αναφερόταν το όνομα του Αβραάμ. Για τον λόγο αυτόν και ο Ιωάννης ο Βαπτιστής δεν είπε τίποτε ευθέως περί γεέννης, αλλά είπε αυτό που περισσότερο στενοχωρούσε αυτούς: «Καὶ μὴ δόξητε λέγειν ἐν ἑαυτοῖς, πατέρα ἔχομεν τὸν ᾿Αβραάμ· λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι δύναται ὁ Θεὸς ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα τῷ ᾿Αβραάμ(:Και μη σας αρέσει να εξαπατάτε τον εαυτό σας και να λέτε μέσα σας: “εμείς έχουμε πατέρα τον Αβραάμ”· διότι σας λέω ότι ο Θεός έχει τη δύναμη και απ’ αυτές εδώ τις πέτρες να αναστήσει απογόνους του Αβραάμ)» [Ματθ.3,9]. Μαζί επίσης με αυτά φροντίζει και για κάτι άλλο, το να μη νομιστεί, δηλαδή, ότι είναι αντίθετος με τον νόμο της Παλαιάς Διαθήκης· διότι αυτός που θαυμάζει τους πατριάρχες και ονομάζει τους κόλπους εκείνων τέλος των αγαθών, με πολλή δύναμη αναιρεί και αυτήν την υποψία.
Κανείς λοιπόν ας μη νομίζει ότι στους λόγους αυτούς η απειλή είναι μία· διότι είναι διπλή και στους Ιουδαίους η τιμωρία και η ευφροσύνη στους εθνικούς. Στους μεν Ιουδαίους όχι επειδή εξέπεσαν της βασιλείας των ουρανών, αλλά επειδή εξέπεσαν από αυτήν που ήταν δική τους· στους εθνικούς δε όχι επειδή απέκτησαν αγαθά απλώς, αλλά επειδή τα απέκτησαν αυτά χωρίς να τα περιμένουν. Και ένα τρίτο που συνέβη μεταξύ αυτών είναι ότι οι εθνικοί έλαβαν τα αγαθά που ανήκαν στους Ιουδαίους. Και «υιούς της βασιλείας» ονομάζει αυτούς για τους οποίους ήταν προετοιμασμένη η βασιλεία των ουρανών· πράγμα που τους πλήγωνε κατεξοχήν. Αφού λοιπόν τους έδειξε ότι σύμφωνα με την επαγγελία και την υπόσχεση βρίσκονταν στους κόλπους του Αβραάμ, στη συνέχεια τους απομακρύνει. Έπειτα επειδή αυτό που ελέχθη ήταν ασαφές, επιβεβαιώνεται αυτό με το θαύμα· όπως ακριβώς βέβαια, και τα θαύματα επαληθεύει με την προφητεία που ειπώθηκε σχετικά με αυτά.
Αυτός λοιπόν που δεν πιστεύει τη θεραπεία που συνέβη στον δούλο, τότε ας πιστέψει το θαύμα εκείνο, καθόσον επαληθεύτηκε σήμερα η προφητεία του· διότι, και η προφητεία έγινε πριν από το αποτέλεσμα φανερή σε όλους από το τότε θαύμα. Για τον λόγο αυτόν, βέβαια, αφού προηγουμένως προείπε αυτά, στη συνέχεια θεράπευσε τον παραλυτικό, για να γίνουν πιστευτά τα μέλλοντα να συμβούν από τα παρόντα και το μικρότερο διαμέσου του μεγαλύτερου· διότι το να απολαμβάνουν οι μεν ενάρετοι τα αγαθά, οι δε αντίθεοι να υπομένουν τα λυπηρά, δεν φανερώνει τίποτε άλλο, αλλά ότι συνέβαινε αυτό κατά τρόπο φυσικό και ήταν αποτέλεσμα των φυσικών νόμων· το να ενδυναμώσει όμως το σώμα του παραλυτικού και να αναστήσει τον νεκρό[πρβ. Λουκά 7,2] ήταν κάτι μεγαλύτερο από φυσικό.
Αλλά όμως στη μεγάλη αυτήν και θαυμαστή ενέργεια πρόσφερε πάρα πολλά και ο εκατόνταρχος· και ακριβώς αυτό θέλοντας να δηλώσει και ο Χριστός έλεγε: «Πήγαινε και ας σου γίνει όπως πίστεψες». Είδες πώς διεκήρυξε η υγεία του δούλου και τη δύναμη του Χριστού και την πίστη του εκατοντάρχου και επιβεβαίωσε αυτό που θα συνέβαινε στο μέλλον; Μάλλον δε όλα διεκήρυτταν τη δύναμη του Χριστού· διότι δεν θεράπευσε μόνο το σώμα του δούλου, αλλά και την ψυχή του εκατοντάρχου προσείλκυσε στην πίστη δια των θαυμάτων αυτών.
Εσύ όμως να μην προσέχεις μόνο αυτό, το ότι δηλαδή πίστεψε αυτός και το ότι θεραπεύτηκε εκείνος, αλλά θαύμασε και την ταχύτητα με την οποία συνέβησαν. Καθόσον για να δηλώσει αυτό ο ευαγγελιστής, έλεγε: «Και θεραπεύτηκε ο δούλος του την ίδια εκείνη στιγμή»· όπως ακριβώς λοιπόν είπε και στην περίπτωση του λεπρού, ότι «Αμέσως καθαρίστηκε» [Ματθ.8,2]· διότι όχι μόνο η θεραπεία, αλλά και το ότι αυτή έγινε κατά τρόπο παράδοξο και εν ριπή οφθαλμού, φανέρωνε τη δύναμή Του. Και δεν ωφελούσε μόνο με αυτήν, αλλά και με το ότι συνεχώς κατά την επίδειξη των θαυμάτων ανέπτυσσε λόγους περί της βασιλείας των ουρανών και προσείλκυε όλους προς αυτήν· διότι και αυτούς που απειλούσε ότι θα τους εκβάλει, τους απειλούσε όχι για να τους εκβάλει, αλλά για να τους προσελκύσει προς αυτήν, εκφοβίζοντας αυτούς με τους λόγους.
Εάν όμως ούτε και έτσι δεν ωφελούνταν, αυτών είναι όλη η ευθύνη και όλων εκείνων που πάσχουν από την ίδια ασθένεια· διότι αυτό θα έβλεπε κανείς να συμβαίνει όχι μόνο μεταξύ των Ιουδαίων, αλλά και μεταξύ αυτών που πίστεψαν στον Χριστό. Διότι και ο Ιούδας ήταν υιός της βασιλείας και άκουσε μαζί με τους μαθητές: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ(:Αληθινά σας λέω ότι εσείς που με ακολουθήσατε, όταν ξαναγεννηθεί ο κόσμος και θα έχει συντελεσθεί η ανάσταση των νεκρών, οπότε θα καθίσει ο υιός του ανθρώπου σε θρόνο λαμπρό, αντάξιο της δόξας Του, θα καθίσετε κι εσείς σε δώδεκα θρόνους δικάζοντας τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ)» [Ματθ.19,28], αλλά έγινε υιός της γεέννης· ο Αιθίοπας [πρβ. Πράξ.8,26-39] όμως, αν και ήταν βάρβαρος [:δηλαδή ειδωλολάτρης, εθνικός] άνθρωπος και από αυτούς που κατάγονταν από την ανατολή και τη δύση, θα απολαύσει στεφάνους μαζί με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ.
Αυτό συμβαίνει σήμερα και σε μας. Διότι λέγει: «Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι(:Πολλοί μάλιστα που είναι στον κόσμο αυτό πρώτοι, θα είναι στον άλλο κόσμο τελευταίοι, και πολλοί τελευταίοι θα είναι εκεί πρώτοι)» [Ματθ.19,30]. Και αυτό το λέγει, ώστε και οι αμαρτωλοί να μη χάνουν το θάρρος τους, με τη σκέψη ότι τάχα δεν μπορούν να επιστρέψουν στον Θεό και οι πιστοί να μην παίρνουν θάρρος, ότι τάχα είναι αμετακίνητοι. Αυτό διακηρύττοντας και ο Ιωάννης προηγουμένως έλεγε: «Μπορεί ο Θεός και από αυτούς τους λίθους να αναστήσει τέκνα για τον Αβραάμ» [Ματθ.3,9]. Επειδή, δηλαδή, επρόκειτο αυτό να συμβεί, προλέγεται προ πολλού χρόνου, ώστε κανείς να μη θορυβηθεί από το παράξενο του πράγματος. Αλλά εκείνος μεν λέγει αυτό ως κάτι που ενδεχομένως να συμβεί· διότι προηγήθηκε του Χριστού· ο Χριστός όμως ως κάτι που θα συμβεί οπωσδήποτε, παρέχοντας την απόδειξη από τις πράξεις Του.
Ας μην έχουμε λοιπόν στον εαυτό μας μεγάλη εμπιστοσύνη εμείς οι πιστοί, αλλά να λέμε στους εαυτούς μας: «Ὥστε ὁ δοκῶν ἑστάναι βλεπέτω μὴ πέσῃ(:Από τα διδακτικά λοιπόν αυτά παραδείγματα της ιστορίας του Ισραήλ, βγαίνει το συμπέρασμα ότι όποιος έχει την ιδέα ότι στέκεται καλά στα πόδια του, ας προσέχει μην πέσει όπως έπεσαν και οι Ισραηλίτες που ανέφερα)» [Α΄Κορ.10,12]. Ούτε να καταλαμβανόμαστε από απόγνωση όσοι πέφτουμε, αλλά να λέμε στους εαυτούς μας: «Ὅτι τάδε λέγει Κύριος· μὴ ὁ πίπτων οὐκ ἀνίσταται; ἢ ὁ ἀποστρέφων οὐκ ἀναστρέφει;(:Διότι αυτά λέγει ο Κύριος: Μήπως αυτός που πέφτει, δεν σηκώνεται, ή μήπως εκείνος που έχασε τον δρόμο του και πλανήθηκε δεν προσπαθεί να τον βρει πάλι και να επιστρέψει;)» [Ιερ.8,4].
Καθόσον πολλοί αν και ανέβηκαν σε αυτήν την κορυφή του ουρανού και επέδειξαν όλη την υπομονή, και μολονότι κατέλαβαν τις ερήμους και δεν είδαν ούτε στο όνειρό τους γυναίκα, επειδή προς στιγμή έδειξαν οκνηρία παραγκωνίστηκαν και έπεσαν σε αυτό το βάραθρο της κακίας. Άλλοι δε πάλι από εκεί, ανέβηκαν στον ουρανό, και από το θέατρο και την ορχήστρα μεταπήδησαν προς την αγγελική πολιτεία· και τόση αρετή επέδειξαν, ώστε να εκδιώξουν δαίμονες και να κάνουν πολλά άλλα παρόμοια θαύματα. Και οι μεν Γραφές είναι γεμάτες από αυτούς, η δε ζωή μας είναι γεμάτη από αυτά τα παραδείγματα. Έτσι και πόρνοι και ασήμαντοι κλείνουν τα στόματα των Μανιχαίων[Μανιχαίοι: ήσαν οπαδοί της θρησκείας του εκ Περσίας Μάνεντος, η οποία προήλθε από την περσική δυαρχία του φωτός και του σκότους, όπου απέδιδε αντίστοιχα το αγαθό και το κακό. Αργότερα προσέλαβε και στοιχεία από τον Χριστιανισμό], οι οποίοι λένε ότι η κακία είναι ακίνητη και βρίσκονται υπό την κυριαρχία του διαβόλου, και παραλύουν τα χέρια αυτών που θέλουν να αγωνιστούν για το καλό και ανατρέπουν έτσι όλη τη ζωή· διότι αυτοί που πιστεύουν σε αυτά και τα μεταδίδουν δεν βλάπτουν μόνο ως προς τα μελλοντικά αγαθά, αλλά και εδώ όλα τα κάνουν άνω-κάτω, όσο βέβαια, εξαρτάται από αυτούς· διότι πότε κανείς από αυτούς που ζουν στην κακία θα φροντίσει για την αρετή, όταν πιστεύει ότι είναι αδύνατη η επάνοδος προς εκείνη και η μεταβολή προς το καλύτερο; Διότι εάν τώρα που υπάρχουν και νόμοι, και απειλές περί τιμωριών, και δόξα που διεγείρει τους περισσότερους, και γέενα του πυρός αναμενόμενη, και βασιλεία των ουρανών που μας έχει υποσχεθεί, και ονειδίζονται οι κακοί ενώ εγκωμιάζονται οι καλοί, μόλις και μετά δυσκολίας μερικοί προτιμούν τους ιδρώτες υπέρ της αρετής, εάν όλα αυτά τα αφαιρέσεις, ποιο είναι εκείνο που θα εμποδίσει να χαθούν όλα και να διαφθαρούν;
Αφού λοιπόν συνειδητοποιήσουμε τη διαβολική κακουργία και ότι όλοι αυτοί που επιχειρούν να νομοθετούν την περί της ειμαρμένης[ειμαρμένη: έτσι καλούνταν η τύχη του κάθε ανθρώπου στον κόσμο με όλες τις περιπέτειές της· με άλλα λόγια η αναπότρεπτη μοίρα, το πεπρωμένο· επίσης καλούνταν έτσι και η προσωποποιημένη υπέρτατη δύναμη που κυβερνά τη φύση και ρυθμίζει τις πράξεις των ανθρώπων. Η πίστη στη ειμαρμένη καλείται «μοιροκρατία», έναντι της οποίας ο Χριστιανισμός αντιτάσσει την πίστη στην πρόνοια του Θεού, κατά την οποία τίποτε δεν συμβαίνει τυχαίως, αλλά τα πάντα βρίσκονται υπό την προστασία του Θεού και μάλιστα η ανθρώπινη ύπαρξη] διδασκαλία αντιτίθενται και προς τους μη Χριστιανούς νομοθέτες και προς τους νόμους του Θεού και προς τη λογική της φύσεως και προς την κοινή αντίληψη όλων γενικώς των ανθρώπων και προς αυτούς τους βαρβάρους, δηλαδή, και προς τους Σκύθες και τους Θράκες, ας επαγρυπνούμε, αγαπητοί μου, και αφού αποφύγουμε όλους εκείνους και ας βαδίζουμε και με θάρρος και με φόβο δια της στενής εκείνης οδού. Με φόβο μεν εξαιτίας των γκρεμών που υπάρχουν και από τα δύο μέρη, με θάρρος δε επειδή προηγείται από εμάς ο Ιησούς. Ας βαδίζουμε με πνευματική διαύγεια και άγρυπνοι.
Επειδή έστω και λίγο να νυστάξει κανείς αμέσως θα καταποντιστεί. Διότι δεν είμαστε προσεκτικότεροι από τον Δαβίδ, ο οποίος επειδή έδειξε αμέλεια μόνο για λίγο, κατακρημνίστηκε μέσα σε αυτό το βάραθρο της αμαρτίας. Αλλά αμέσως σηκώθηκε. Μη βλέπεις λοιπόν μόνο το ότι αμάρτησε, αλλά και το ότι απέπλυνε την αμαρτία του. Διότι η Γραφή ακριβώς γι΄αυτό περιέλαβε αυτήν την ιστορία, όχι για να πληροφορηθείς την πτώση του, αλλά για να θαυμάσεις την ανόρθωσή του· για να διδαχτείς πως πρέπει να σηκώνεσαι όταν συμβεί να πέσεις. Διότι όπως ακριβώς οι ιατροί, αφού εκλέξουν τα φοβερότερα από τα νοσήματα, τα γράφουν στα βιβλία και διδάσκουν τη μέθοδο της θεραπείας τους, ώστε με το να είναι ασκημένοι στα βαρύτερα να μπορούν εύκολα να θεραπεύονται από τα ελαφρότερα, έτσι, βέβαια, και ο Θεός τα μεγαλύτερα από τα αμαρτήματα τα απεκάλυψε για να μπορούν, μέσω αυτών, να επιτύχουν εύκολα τη διόρθωση των μικρών πταισμάτων τους· διότι εάν θεραπεύτηκαν εκείνα, πολύ περισσότερο θα θεραπευτούν τα μικρότερα.
Ας δούμε λοιπόν και πώς αμάρτησε και πώς θεραπεύτηκε ο μακάριος εκείνος Δαβίδ. Ποια λοιπόν ήταν η αρρώστιά του; Μοίχευσε και φόνευσε. Διότι δεν αισθάνομαι ντροπή διακηρύσσοντας αυτά με δυνατή φωνή. Διότι εάν το Πνεύμα το άγιο δεν θεώρησε ντροπή να παραθέσει όλη αυτήν την ιστορία[πρβ. Β΄Βασ.11-12], πολύ περισσότερο ούτε εμείς πρέπει να την επισκιάζουμε. Για τον λόγο αυτόν ακριβώς δεν διακηρύσσω μόνο αυτά αλλά προσθέτω και κάτι άλλο. Ότι δηλαδή, όσοι αποκρύπτουν αυτά, αυτοί κατεξοχήν επικαλύπτουν την αρετή εκείνου· και όπως ακριβώς αυτοί που αποσιωπούν τον πόλεμο του Γολιάθ, τον αποστερούν όχι από μικρά στεφάνια, το ίδιο πράττουν και αυτοί που παραλείπουν αυτήν την ιστορία.
Δεν φαίνεται, λοιπόν, ότι είναι παράξενο αυτό που ειπώθηκε; Δείξτε όμως λίγη υπομονή και τότε θα διαπιστώσετε ότι αυτά δικαίως ειπώθηκαν. Διότι για τον λόγο αυξάνω το αμάρτημα και κάνω πιο παράδοξο τον λόγο μου, για να παρασκευάσω τα φάρμακα με περισσότερη αφθονία. Ποιο λοιπόν είναι αυτό που προσθέτω; Την αρετή του ανδρός, πράγμα που κάνει μεγαλύτερο και το αμάρτημα. Διότι σε όλες τις περιπτώσεις δεν κρίνονται όλα κατά όμοιο τρόπο· διότι, λέγει: «Ὁ γὰρ ἐλάχιστος συγγνωστός ἐστιν ἐλέους, δυνατοὶ δὲ δυνατῶς ἐτασθήσονται(:Διότι ο άσημος και ο αφανής στον οποίο δεν δόθηκε καμία εξουσία και κανένα αξίωμα, είναι άξιος της συγνώμης και του ελέους του Θεού. Αυτοί όμως που έλαβαν δύναμη και εξουσία, θα κριθούν με αυστηρότητα)» [Σοφ. Σολ. 6,6]· και: «Ἐκεῖνος δὲ ὁ δοῦλος, ὁ γνοὺς τὸ θέλημα τοῦ κυρίου ἑαυτοῦ καὶ μὴ ἑτοιμάσας μηδὲ ποιήσας πρὸς τὸ θέλημα αὐτοῦ, δαρήσεται πολλάς(: Και γενικότερα για κάθε δούλο ισχύει αυτός ο κανόνας: “Εκείνος ο δούλος που γνώρισε το θέλημα του κυρίου του και δεν ετοίμασε ούτε έκανε αυτό που θέλει ο κύριός του, θα δεχθεί πολλές μαστιγώσεις και θα τιμωρηθεί αυστηρά, διότι συνειδητά παρέβη το θέλημα του κυρίου του”)» [Λουκά 12,47]. Ώστε η περισσότερη γνώση γίνεται αιτία για μεγαλύτερη τιμωρία. Και ακριβώς γι΄αυτό εάν ιερέας επρόκειτο να διαπράξει τα ίδια αμαρτήματα με το ποίμνιό του, δεν θα τιμωρηθεί το ίδιο, αλλά πολύ φοβερότερα. Ίσως όμως, βλέποντας να αυξάνει η κατηγορία, να τρέμετε και να φοβάστε και να με εκλαμβάνετε κατάπληκτοι ως κάποιον που βαδίζει κατευθείαν στον γκρεμό. Αλλά όμως εγώ έχω τόση εμπιστοσύνη στην αρετή του δικαίου που με κάνει να προχωρώ πιο πέρα· διότι όσο θα αυξήσω το αμάρτημα, τόσο περισσότερο σπουδαίο θα μπορέσω να παρουσιάσω το εγκώμιο του Δαβίδ.
Θα ρωτήσει κάποιος: «Τι παραπάνω από αυτά μπορείς να αναφέρεις;». Και βέβαια υπάρχουν πάρα πολλά· διότι όπως ακριβώς στην περίπτωση του Κάιν αυτό που συνέβη δεν ήταν απλός φόνος, αλλά και από πολλούς φόνους χειρότερο, επειδή δεν φόνευσε ξένο, αλλά τον αδελφό του, και αδελφό μάλιστα που δεν τον είχε αδικήσει, αλλά είχε αδικηθεί, και όχι μετά από πολλούς φονιάδες, αφού πρώτος εφηύρε αυτός το βδέλυγμα, έτσι, βέβαια, και εδώ δεν ήταν μόνο φόνος το εγχείρημα· διότι δεν ήταν κάποιος τυχαίος ο άνδρας που έπραξε αυτό, αλλά προφήτης· και δεν φονεύει αυτόν που είχε αδικήσει, αλλά αυτόν που είχε αδικηθεί· διότι πράγματι τον είχε αδικήσει κατά τρόπο θανάσιμο, διότι του άρπαξε τη γυναίκα του· αλλά όμως μετά από εκείνο πρόσθεσε και τον φόνο.
Βλέπετε πως δεν λυπήθηκα το δίκαιο; Πως περιέγραψα τα αμαρτήματά του χωρίς κανένα περιορισμό; Αλλά όμως έχω τόση πεποίθηση στην απολογία, ώστε μετά από το τόσο βάρος του αμαρτήματος θα ήθελα να παρευρίσκονται εδώ και οι Μανιχαίοι, που αυτοί κυρίως διακωμωδούν όλα αυτά, καθώς και οι πλανημένοι οπαδοί του Μαρκίωνος[Μαρκίων: μέγας αιρεσιάρχης, που καταγόταν από τη Σινώπη του Πόντου, υιός επισκόπου και υπήρξε μαθητής του Βασιλείδου. Έζησε τον 2ο αιώνα και υπήρξε μέγας γνωστικός. Δίδασκε ότι ο ύψιστος αγαθός Θεός της Παλαιάς Διαθήκης έστειλε τον υιό Του τον Χριστό, για να απαλλάξει τον άνθρωπο από την τυραννία του δεύτερου Θεού, του δημιουργού του κόσμου. Ο Χριστός είχε κατ’αυτόν φαινομενικό σώμα. Απέρριπτε την Παλαιά Διαθήκη και από την Καινή δεχόταν το κατά Ιωάννην ευαγγέλιο και 10 επιστολές, πλην των Ποιμαντικών και της προς Εβραίους], για να τους κλείσω τελείως τα στόματα. Διότι εκείνοι μεν λέγουν ότι φόνευσε και μοίχευσε ο Δαβίδ, εγώ όμως λέγω όχι μόνο αυτό, αλλά διπλό φανέρωσα τον φόνο και από το ότι φονεύτηκε ο αδικημένος και από την ποιότητα του προσώπου που διέπραξε τον φόνο.
Διότι δεν είναι το ίδιο πράγμα, αυτός που αξιώθηκε να λάβει το Πνεύμα και έτυχε τόσων πολλών ευεργεσιών και είχε το κύρος και βρισκόταν σε τέτοια ηλικία να διαπράττει παρόμοια πράγματα με εκείνον που δεν έχει κανένα από όλα αυτά τα πλεονεκτήματα. Αλλά όμως κυρίως ως προς αυτό είναι αξιοθαύμαστος ο γενναίος εκείνος άνδρας, ότι, αν και κατέπεσε σε αυτόν τον πυθμένα της κακίας, δεν έχασε το θάρρος του, ούτε κατελήφθη από απόγνωση, ούτε άφησε τον εαυτό του πεσμένο, αν και δέχτηκε θανατηφόρο πλήγμα παρά του διαβόλου, αλλά ταχέως, μάλλον δε ευθέως και με πολλή σφοδρότητα έδωσε περισσότερο θανατηφόρο πλήγμα από αυτό που δέχτηκε. Και συνέβη εδώ το ίδιο με εκείνο που συμβαίνει στον πόλεμο και κατά την ώρα της μάχης, όταν κάποιος βάρβαρος καρφώσει το δόρυ του στην καρδιά κάποιου γενναίου στρατιώτη ή του ρίξει βέλος στο ήπαρ και έτσι του προσθέσει δεύτερο τραύμα περισσότερο θανατηφόρο από το πρώτο, και μολονότι είναι πεσμένος και βρέχεται με πολύ αίμα από όλα τα μέρη αυτός που δέχτηκε αυτά τα φοβερά πλήγματα, ξαφνικά σηκώνεται και ρίχνει δόρυ εναντίον εκείνου που τον τόξευσε και τον αφήνει ευθέως νεκρό στο πεδίο της μάχης. Έτσι βεβαίως και εδώ, όσο μεγαλύτερη ήθελες να παρουσιάσεις την πληγή, τόσο περισσότερο αξιοθαύμαστη παρουσιάζεις την ψυχή εκείνου που επλήγη, επειδή βρήκε τη δύναμη μετά το βαρύ αυτό τραύμα, και να σηκωθεί και να λάβει θέση στη γραμμή της πολεμικής φάλαγγας και να καταβάλει αυτόν που τον πλήγωσε.
Πόσο μεγάλο επίσης είναι αυτό το γνωρίζουν προπαντός όσοι υποπίπτουν σε βαριές αμαρτίες· διότι δεν είναι το ίδιο πράγμα μία γενναία και νεανική ψυχή να βαδίζει ορθά και να τρέχει διαρκώς(διότι μια τέτοια ψυχή έχει ως συνοδοιπόρο την αγαθή ελπίδα που την αλείφει, τη διεγείρει, την ενδυναμώνει και την κάνει περισσότερο πρόθυμη), και μία ψυχή που μετά από τα αμέτρητα βραβεία και τις νίκες να υποστεί τη χειρότερη ζημία και να μπορέσει πάλι να συνεχίσει τους ίδιους αγώνες. Και για να γίνει περισσότερο σαφές αυτό που λέγω, θα προσπαθήσω να σας παρουσιάσω και άλλο παράδειγμα όχι κατώτερο από το προηγούμενο. Σκέψου λοιπόν κάποιον κυβερνήτη που διήλθε μύρια πελάγη, μετά τον διάπλου ολόκληρης της θάλασσας, μετά τις πολλές τρικυμίες και τους σκοπέλους και τα κύματα, επειδή είχε πολύ φορτίο, να καταβυθίζεται σε αυτήν την είσοδο του λιμένος και να διασώζεται μόλις και μετά βίας από το φοβερό αυτό ναυάγιο με γυμνό το σώμα. Ποια θα μπορούσε να είναι η διάθεσή του για τη θάλασσα, τη ναυτιλία και τους πόνους γενικότερα αυτού του είδους; Άραγε θα θελήσει ποτέ αυτός ο άνθρωπος, εάν δεν έχει πάρα πολύ γενναία ψυχή, να αντικρύσει θάλασσα ή πλοίο ή λιμένα; Εγώ τουλάχιστον νομίζω όχι· αλλά ξαπλωμένος στο κρεβάτι και σκεπασμένος θα βλέπει την ημέρα σαν τη νύκτα, εγκαταλείποντας και λησμονώντας τα πάντα. Και μάλλον θα προτιμήσει να ζει ως επαίτης παρά να πλησιάσει αυτούς τους πόνους. Όμως δεν ήταν τέτοιος ο μακάριος αυτός Δαβίδ· αλλά μολονότι υπέστη τέτοιο ναυάγιο, μετά από τους μύριους εκείνους πόνους και ιδρώτες δεν έμεινε σκεπασμένος στο κρεβάτι του, αλλά και το πλοίο έριξε στη θάλασσα, και αφού άνοιξε τα πανιά και έπιασε το πηδάλιο στα χέρια του επιχείρησε τους ίδιους πόνους και πάλι συγκέντρωσε περισσότερο πνευματικό πλούτο.
Εάν λοιπόν το να παραμένει κανείς ασάλευτος και το να μη μένει πεσμένος, όταν πέσει, είναι τόσο άξιο θαυμασμού, πόσους στεφάνους δεν θα άξιζε το να σηκωθεί και να πράξει παρόμοια κατορθώματα; Και βέβαια, πολλά ήσαν εκείνα που τον οδήγησαν σε απόγνωση. Και πρώτα-πρώτα, το μέγεθος του αμαρτήματος· δεύτερον το ότι δεν συνέβη αυτό στην αρχή της ζωής του, τότε που ήσαν περισσότερες και οι ελπίδες, αλλά συνέβη να τα πάθει αυτά προς το τέλος της ζωής του. Διότι ούτε ο έμπορος, που ναυαγεί μόλις εξέλθει από τον λιμένα, λυπάται κατά όμοιο τρόπο με εκείνον που προσκρούει σε σκόπελο μετά από μύρια ταξίδια. Τρίτον, το ότι έπαθε αυτό ενώ ήδη είχε συγκεντρώσει πολύ πλούτο. Καθόσον τότε δεν ήσαν μικρά τα φορτία που ήσαν υπό την εξουσία του· όπως επί παραδείγματι τα όσα συνέβησαν κατά τη νεανική ηλικία του όταν ήταν βοσκός· τα συμβάντα στον αγώνα του κατά του Γολιάθ, όταν έστησε το λαμπρό εκείνο τρόπαιο, και η μεγαλοψυχία την οποία έδειξε στον Σαούλ. Διότι πράγματι επέδειξε την ευαγγελική μακροθυμία, διότι τον ευσπλαχνιζόταν συνεχώς, αν και μύριες φορές είχε συλλάβει στα χέρια του τον εχθρό· και προτίμησε μάλλον να χάσει την πατρίδα του και την ελευθερία του και αυτήν τη ζωή του παρά να φονεύσει αυτόν που τον επιβουλεύτηκε άδικα. Και μετά τη βασιλεία δε δεν ήσαν μικρά τα κατορθώματά του. Μαζί δε με τα όσα ελέχθησαν και η εκτίμηση των περισσότερων ανθρώπων προς αυτόν και το ότι εξέπεσε από το μεγαλείο του, του προκαλούσαν ασφαλώς πολλή ταραχή. Διότι ούτε η πορφύρα τού έδινε τόση χαρά, όσο τον ντρόπιαζε η κηλίδα της αμαρτίας.
Γνωρίζετε όμως οπωσδήποτε πόσο τρομερό πράγμα είναι να διασύρονται τα αμαρτήματα και ότι χρειάζεται ένας τέτοιος άνθρωπος να έχει μεγάλη ψυχή, ώστε, μετά την κατηγορία του πλήθους και τους τόσους πολλούς μάρτυρες των παραπτωμάτων του που είχε να μην περιέλθει σε αληθινή απόγνωση. Αλλά όμως όλα αυτά τα βέλη της ψυχής, αφού τα έσυρε έξω ο γενναίος εκείνος άνδρας, τόσο έλαμψε στη συνέχεια, τόσο απέπλυνε την κηλίδα και τόσο καθαρός έγινε, ώστε να παρηγορούνται οι απόγονοί του μετά τον θάνατό του για τα αμαρτήματά τους· και αυτό ακριβώς που λεγόταν για τον Αβραάμ φαίνεται να το λέγει ο Θεός και γι’αυτόν· μάλλον δε πολύ περισσότερο γι’ αυτόν. Διότι στην περίπτωση του Πατριάρχου λέγει ότι «καὶ εἰσήκουσεν ὁ Θεὸς τὸν στεναγμὸν αὐτῶν, καὶ ἐμνήσθη ὁ Θεὸς τῆς διαθήκης αὐτοῦ τῆς πρὸς Ἁβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ(:και ο Θεός άκουσε τους στεναγμούς τους και θυμήθηκε τη διαθήκη που έκανε με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, στην οποία υποσχέθηκε ότι θα προστατεύσει τον λαό Του)» [πρβ. Έξ.2,24], εδώ όμως λέγει όχι της διαθήκης, αλλά τι; «Ὑπερασπιῶ ὑπὲρ τῆς πόλεως ταύτης τοῦ σῶσαι αὐτὴν δι᾿ ἐμὲ καὶ διὰ Δαυὶδ τὸν παῖδά μου(:Θα υπερασπιστώ την πόλη αυτή για να τη σώσω εξαιτίας της αγαθότητας και της φιλανθρωπίας μου και για χάρη του δούλου μου του Δαβίδ)» [Ησ. 37,35].
Και τον Σολομώντα επίσης εξαιτίας της εύνοιάς του προς εκείνον δεν τον άφησε να εκπέσει της βασιλείας του, αν και διέπραξε τόσο μεγάλη αμαρτία. Και τόσο μεγάλη υπήρξε η δόξα του ανδρός, ώστε ο Πέτρος μετά από τόσα χρόνια ομιλώντας προς τους Ιουδαίους να λέγει τα εξής: «Ἄνδρες ἀδελφοί, ἐξὸν εἰπεῖν μετὰ παῤῥησίας πρὸς ὑμᾶς περὶ τοῦ πατριάρχου Δαυΐδ ὅτι καὶ ἐτελεύτησε καὶ ἐτάφη καὶ τὸ μνῆμα αὐτοῦ ἐστιν ἐν ἡμῖν ἄχρι τῆς ἡμέρας ταύτης(:Άνδρες αδελφοί, ας μου επιτραπεί να σας πω ελεύθερα για τον πατριάρχη Δαβίδ, ο οποίος είπε την προφητεία αυτή, ότι αυτός και πέθανε και ενταφιάστηκε, και το μνημείο του είναι ανάμεσά μας εδώ στα Ιεροσόλυμα μέχρι σήμερα. Δεν εφαρμόζεται λοιπόν η προφητεία αυτή στον Δαβίδ, που παραμένει νεκρός και θαμμένος μέχρι σήμερα)»[Πράξ.2,29].
Αλλά και ο Χριστός, ομιλώντας προς τους Ιουδαίους, παρουσιάζει αυτόν ότι αξιώθηκε, μετά την αμαρτία του, να λάβει τόση δωρεά του Αγίου Πνεύματος, ώστε να αξιωθεί να προφητεύσει πάλι και δια τη δική Του θεότητα· και κλείνοντας τα στόματα αυτών εξ αυτού του γεγονότος έλεγε: «Λέγει αὐτοῖς· πῶς οὖν Δαυῒδ ἐν Πνεύματι Κύριον αὐτὸν καλεῖ λέγων, εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου;(: Τους λέει: Πώς λοιπόν ο Δαβίδ εμπνεόμενος από το Άγιον Πνεύμα τον ονομάζει Κύριο, όταν λέει˙”Είπε ο Κύριος και Θεός στον Κύριό μου Χριστό: Κάθισε στο θρόνο μου στα δεξιά μου, ωσότου θέσω τους εχθρούς σου σαν υποστήριγμα που θα ακουμπούν και θα πατούν επάνω τα πόδια σου”. Αλλά οι παππούδες δεν ονομάζουν ποτέ κυρίους τους τα εγγόνια τους και τα δισέγγονά τους. Ούτε στέκει ποτέ να προσφωνούν οι πρόγονοι τους απογόνους τους κυρίους)» [Ματθ.22,43-44]. Και ακριβώς αυτό που συνέβη με τον Μωυσή αυτό συνέβη και με τον Δαβίδ. Διότι όπως ακριβώς τη Μαρία, εν αγνοία του Μωυσή, την τιμώρησε ο Θεός εξαιτίας της ύβρεώς της προς τον αδελφό της, επειδή αγαπούσε πάρα πολύ τον άγιο, έτσι και τον Δαβίδ όταν κινδύνευσε από τον υιό του αμέσως τον βοήθησε, και μάλιστα χωρίς τη θέλησή του.
Είναι λοιπόν αρκετά και αυτά, μάλλον δε αυτά είναι περισσότερο ικανά από τα άλλα-για να δείξουν την αρετή του ανδρός. Διότι όταν ο Θεός αποφασίζει, δεν χρειάζεται πλέον να εξετάζει κανείς το θέμα. Εάν όμως θέλετε να γνωρίσετε και τα επιμέρους της ευσέβειας του Δαβίδ, μπορείτε να εξετάσετε λεπτομερώς την ιστορία που περιγράφει τη ζωή του μετά την αμαρτία του, όπου θα δείτε την παρρησία του προς τον Θεό, την εύνοια του Θεού προς αυτόν, την πρόοδό του στην αρετή και την κατά τις τελευταίες ημέρες της ζωή του ευσέβειά του [βλ. Α΄, Β΄και Γ΄Βασ. 1-2. Α΄και Β΄Παραλ., Ψαλμούς, Ρουθ].
Έχοντας λοιπόν υπόψη αυτά τα παραδείγματα, ας διατηρούμε την πνευματική μας διαύγεια και ας προσπαθούμε να μην πέφτουμε στο βάραθρο της αμαρτίας. Εάν όμως ποτέ πέσουμε, να μην παραμένουμε κατάκοιτοι· διότι ούτε σας ανέφερα τα αμαρτήματα του Δαβίδ για να σας κάνω να είστε αδιάφοροι, αλλά για να σας εμβάλω περισσότερο φόβο. Διότι εάν εκείνος ο δίκαιος, επειδή αδιαφόρησε λίγο μονάχα, δέχτηκε τέτοιου είδους τραύματα, τι θα πάθουμε εμείς που καθημερινά αμελούμε; Μην προσέξεις, λοιπόν, μόνο το ότι έπεσε και αδιαφορήσεις, αλλά σκέψου και πόσα έπραξε στη συνέχεια, πόσους θρήνους επέδειξε, πόση μετάνοια, το ότι πρόσθεσε στις ημέρες και τις νύκτες, τις πηγές των δακρύων που έχυσε, το λούσιμο της κλίνης του με τα δάκρυά του, και επιπλέον τον σάκο της μετανοίας που περιεβλήθη. Εάν δε εκείνος είχε ανάγκη από τόσο μεγάλη επιστροφή, πότε θα μπορέσουμε να σωθούμε εμείς, που εξακολουθούμε να είμαστε αναίσθητοι μετά από τόσα αμαρτήματα; Διότι αυτός που έχει πολλά κατορθώματα, εύκολα θα μπορούσε με αυτά να καλύψει τα αμαρτήματά του, ο γυμνός όμως από έργα αρετής, όπου και αν δεχτεί το βέλος, η πληγή που δέχεται είναι θανατηφόρος.
Για να μη συμβεί λοιπόν αυτό, ας οπλίσουμε τους εαυτούς μας με αγαθά έργα, και αν συμβεί κάποιο αμάρτημα, ας το αποπλύνουμε, ώστε να αξιωθούμε, αφού ζήσουμε τον παρόντα βίο μας εις δόξαν του Θεού, να απολαύσουμε και τη μέλλουσα ζωή, την οποία είθε να συμβεί να επιτύχουμε όλοι μας, δια της χάριτος και της φιλανθρωπίας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΚΣΤ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 10, σελίδες 170-215.
Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 65, σελ. 38-61.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.
https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-palaia-diathiki/
https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-kaini-diathiki/
Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΥΡΕΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 9-7-1995]
(Β319)
Ακούσαμε, αγαπητοί, την ωραία περικοπή του Ματθαίου σήμερα, που ένας εκατόνταρχος ζητά από τον Κύριον την θεραπεία του δεινώς βασανιζομένου δούλου του. Κι αυτός ο εκατόνταρχος βεβαίως δεν ανήκε εις τον λαόν του Θεού. Ήταν Ρωμαίος πολίτης, αξιωματούχος και ειδωλολάτρης. Η στάση του, όμως, έναντι του Κυρίου ήταν στάση αξιοθαύμαστη. Λέγει το ιερό κείμενο ότι: «Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον».
Και είπε ο Κύριος εκείνον τον θαυμάσιον λόγον, που εξισώνει πλέον τους εθνικούς , δηλαδή τους ειδωλολάτρας, με τον λαόν του Θεού -όσοι φυσικά θα απεδέχοντο το θεανθρώπινον πρόσωπό Του: «Ἀμήν λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ ᾿Αβραὰμ καὶ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων». Ότι δηλαδή «από τους εθνικούς θα γίνει αποδεκτόν το θεανθρώπινον πρόσωπό Του· ενώ από τους υιούς της βασιλείας, αυτοί που κλήθηκαν πρώτοι να μπουν στην Βασιλεία του Θεού, ο λαός του Θεού, οι Εβραίοι, αυτοί», λέει, «θα εκβληθούν έξω». Και το «ἔξω» δεν είναι παρά, όπως σαφώς εδώ το λέγει ο Κύριος, η κόλασις.
Τι είναι όμως εκείνο που δίδει τόσα προνόμια; Είναι η πίστις. Σε τι πίστις; Στο θεανθρώπινον πρόσωπον του Ιησού Χριστού. Βλέπει κανείς την στάση του εκατόνταρχου, του στρατιωτικού, έναντι του Κυρίου, στάση πλήρους πίστεως. Και από την άλλη βλέπει την στάση των υιών της Βασιλείας, να λέγουν, οι Εβραίοι, να λέγουν δια τον Κύριον ότι είναι ο άρχων των δαιμονίων, ο σφετεριστής θείων ιδιοτήτων και άξιος, συνεπώς, θανάτου σταυρού και κολάσεως.
Όντως η παρουσία του Χριστού στον κόσμον εδημιούργησε κρίσιν. Κρίση στις ανθρώπινες ψυχές. Και τις χώρισε σε δύο στρατόπεδα. Σε εκείνους που θα πίστευαν και σε εκείνους που δεν θα πίστευαν. Είναι γνωστό ότι έχομε πάρα πολλά σημεία, στοιχεία που μπορούμε να λέμε ότι ο κόσμος χωρίζεται στα δυο. Λέμε: «το ανατολικό και το δυτικό μπλοκ», παράδειγμα. Λέμε: «ο ανατολικός και ο δυτικός πολιτισμός» κ.ο.κ. Αγαπητοί μου, στην πραγματικότητα μόνον ένα πράγμα χωρίζει την ανθρωπότητα. Μόνον ένα. Όλα τα άλλα είναι χωρισμοί κατ’ επίφασιν. Όπως θα χωρίζαμε ένα θέμα μας στο βιβλίο που γράφομε σε κεφάλαια, ενώ τα κεφάλαια έχουν μεταξύ των ενότητα, έτσι κι εδώ, μπορούμε να λέμε τούτο ή εκείνο· στην πραγματικότητα πρόκειται περί ανθρώπων οι οποίοι συνδέονται, ούτως ή άλλως, μεταξύ των. Διαφοροποιούνται και συνδέονται. Ένα χωρίζει τους ανθρώπους. Η πίστις και η απιστία. Η πίστις στο θεανθρώπινον πρόσωπον του Χριστού, η απιστία και η άρνησις του θεανθρώπινου προσώπου του Χριστού. Έτσι αυτή η κρίσις είναι η μεγαλύτερη μέσα στην Ιστορία των ανθρώπων. Γιατί το τέλος της Ιστορίας θα σταθεί ακριβώς πάνω εις αυτήν την κρίσιν. Όταν θα έλθει το τέλος της Ιστορίας, δεν θα σταθούν οι άνθρωποι σαν δυτικοί και ανατολικοί, σαν πολιτισμένοι και απολίτιστοι, σαν λευκοί και μαύροι, αλλά θα σταθούν σαν πιστεύσαντες και μη πιστεύσαντες.
Και εκείνοι οι οποίοι πιστεύουν, θέλουν να πιστέψουν, είναι εκείνοι που αναζητούν και βρίσκουν τον Ιησούν Χριστόν κι εκείνοι που αναζητά ο Χριστός και τους βρίσκει. Πρόκειται για μια αμοιβαία αναζήτηση και αμοιβαία εύρεση. Και αξίζει να την προσεγγίσουμε. Δεν μας ενδιαφέρει ότι υπάρχει η μερίδα των ανθρώπων που δεν πιστεύει. Γι΄αυτό και ο Απόστολος Παύλος πολλές φορές, όταν καταπιάνεται με ένα τέτοιο θέμα, αγνοεί το τι θα γίνουν παρακάτω οι απιστούντες. Λέει: «Εμείς οι περιλειπόμενοι που θα ζούμε τότε, μαζί με εκείνους οι οποίοι πίστευσαν, ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ὑπάντησιν τοῦ Κυρίου» κ.λπ. Απόστολε Παύλε, οι αμαρτωλοί τι έχουνε γίνει; Δεν μας ενδιαφέρει. Είναι άξιοι της τύχης των. Ναι. Διότι απλούστατα, λυπούμεθα, αλλά είναι άξιοι της τύχης των, διότι απλούστατα είναι το αποτέλεσμα της κακής των προαιρέσεως.
Γι’αυτό εδώ ας μου επιτραπεί να μείνομε ανάμεσα στον Χριστόν και τους πιστούς. Και πρόκειται, όπως σας είπα, για μια αμοιβαία αναζήτηση, αλλά και μία αμοιβαία εύρεση. Εκείνοι που δεν αναζητούν, φυσικά δεν ευρίσκουν. Δεν μας ενδιαφέρει. Κι εκείνους που αναζητά ο Χριστός, αλλά δεν ανταποκρίνονται, συνεπώς κι αυτοί δεν τον ευρίσκουν. Δεν μας ενδιαφέρει. Μη νομιστεί αυτό το «δεν μας ενδιαφέρει» ότι πρόκειται περί ασπλαχνίας. Γιατί τότε πρώτος άσπλαχνος είναι ο Χριστός που παραπέμπει στην κόλαση τους τέτοιους ανθρώπους. Ή καλύτερα, ορθότερα, παραπέμπονται από τον ίδιον τον εαυτόν τους. Ένας μαθητής, όταν μένει στην ίδια τάξη, δεν τον παραπέμπει ο σύλλογος των καθηγητών. Αυτός παραπέμπει τον εαυτόν του στο να μείνει στην ίδια τάξη.
Έτσι λοιπόν ο Θεός αναζητά και βρίσκει. Ο Θεός αναζητά τον άνθρωπο. Είναι ο μεγάλος μαγνήτης που έλκει τα αντίτυπά Του, τις εικόνες Του. Το πρωτότυπον έχει τα αντίτυπα. Και ότι «ὁ Θεός πάντας θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» δεν υπάρχει καμία αντίρρηση. Όλους θέλει ο Θεός να τους σώσει. Ο Θεός προ της πτώσεως είχε κοινωνία με τον άνθρωπο. Διεκόπη όμως η κοινωνία αυτή ένεκα της αμαρτίας των πρωτοπλάστων. Και όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, ο Θεός έκτοτε δεν εγκατέλειψε τον άνθρωπον. Τον περιπολούσε. Προσέξτε το ρήμα. Τον περιπολούσε. Και θα πει εις τους κατοίκους των Λύστρων: «Οὐκ ἀμάρτυρον ἑαυτόν ἀφῆκεν». Ο Θεός. Αγαθοποιών. Δεν αφήκε τον εαυτόν Του χωρίς μαρτυρίαν. «Οὐκ ἀμάρτυρον». Είναι πολύ σημαντικό, πάρα πολύ σημαντικό. Να πει κανείς: «Μα, δεν ξέρω τον Θεό». Ο Θεός δίδει πάντα στην Ιστορία την μαρτυρία της υπάρξεώς Του και της προσωπικότητός Του. Έτσι: «Ἀγαθοποιῶν, οὐρανόθεν ἡμῖν ὑετούς διδούς καί καιρούς καρποφόρους (:δίδει την βροχή, δίδει τους ευκράτους καιρούς, για να καρποφορήσει η γη) ἐμπιπλῶν τροφῆς καί εὐφροσύνης τάς καρδίας ἡμῶν». «Και γεμίζει, χορταίνει», λέγει, «και δίδει και αγαλλίαση, ευφροσύνη από τα αγαθά της Γης». Και όπως λέγει ένας στίχος των Επιταφίων Εγκωμίων, είναι στο «Ἡ ζωή ἐν τάφῳ», το ψάλλομε κάθε Μεγάλη Παρασκευή: «Ἐπὶ γῆς κατῆλθες, ἴνα σώσῃς Ἀδάμ, καὶ ἐν γῇ μὴ εὐρηκώς τοῦτον Δέσποτα, μέχρις Ἅδου κατελήλυθας ζητῶν». Τι ομορφιά έχει αυτός ο στίχος! «Κατέβηκες στην Γη για να σώσεις τον Αδάμ. Δεν τον βρήκες όμως γιατί είχε πεθάνει». Είχες πει: «Ἐάν παραβῆτε τήν ἐντολή μου, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε». «Δεν τον βρήκες. Είχε πεθάνει. Δεν ησύχασες. Και κατέβηκες στον Άδη, για να πας να τον βρεις». Τι ωραίος στίχος! Αν έτσι έχομε αίσθηση του πράγματος.
Έτσι, λοιπόν, αγαπητοί, δείχνει ότι ο Χριστός φροντίζει, ζητά, ζητά να βρει και να σώσει. Η παραβολή του απολωλότος προβάτου είναι χαρακτηριστική. «Έχασε», λέει, «ένα πρόβατο, είχε εκατό, άφησε τα ενενήντα εννέα και πάει να βρει το ένα». Είναι η ανθρωπότητα. Ακόμα η παραβολή της ακάρπου συκής. «Ἦλθε», λέει, «ζητῶν -ζητῶν!- καρπόν ἐν αὐτῇ καί οὐχ εὗρεν». «Ζητάει καρπό, αλλά δεν τον βρήκε». Είναι βέβαια, αρχικά ο λαός του Ισραήλ. Ζητούσε καρπό. Αλλά δεν βρήκε. Ζητούσε όμως. Στην παραβολή της χαμένης δραχμής. «Καί ζητεῖ», λέει, «ἐπιμελῶς, ἕως ὅτου εὕρῃ». «Και ζητεί», λέει, «επιμελώς, έως ότου εύρει». Μία γυναίκα είχε δέκα δραχμές. Μία την έχασε. Κάπου στο σπίτι μέσα. Άναψε, λέει, λυχνάρι κι άρχισε να ψάχνει. Και την βρήκε την δραχμή την χαμένη. Κοιτάξτε την φρασούλα: «Καί ζητεῖ ἐπιμελῶς –ἐπιμελῶς- ἕως ὅτου εὕρῃ». Είναι ο χαμένος άνθρωπος· που ψάχνει να τον βρει ο Χριστός. Δια του Ησαΐου λέγει: «Ἐμφανής ἐγενήθην, τοῖς ἐμέ ἐπερωτῶσι (:Έγινα φανερός σε εκείνους οι οποίοι δεν με ρωτούσαν) εὑρέθην τοῖς ἐμέ μή ζητοῦσιν». «Και βρέθηκα μπροστά σε εκείνους οι οποίοι δεν με ζητούσαν». Δηλαδή μία αυτεπάγγελτος πράξις.
Δηλαδή ο Χριστός ζητάει να βρει τον άνθρωπον. «Εἶπα· ἰδού εἰμί ἐν τῷ ἔθνει, οἳ οὐκ ἐκάλεσάν μου τό ὄνομα». «Είπα· Να, είμαι σε εκείνον τον λαό», στους εθνικούς συγκεκριμένα, «στους ειδωλολάτρας συγκεκριμένα πρώτοι εκ των οποίων είμεθα εμείς οι Έλληνες, εκείνοι που δεν με κάλεσαν με τ΄όνομά Μου, εκείνοι να φανερώσω». Και αντιθέτει ο Κύριος: «Ἐξεπέτασα τάς χεῖρας μου ὅλην τήν ἡμέραν πρός λαόν ἀπειθοῦντα καί ἀντιλέγοντα» -ομιλεί δια τους Εβραίους. «Άπλωσα τα χέρια μου…». Όταν ξέρετε, μιλάμε, πολλές φορές, κι έχομε αγανάκτηση , απλώνομε τα χέρια μας. Αυτό θα πει «ἐξεπέτασα τάς χεῖρας μου». Όλη την ημέρα. Κάθε μέρα. Σε έναν λαό που απειθεί και αντιλέγει. Κοιτάξτε αντιπαράθεσις. Γι΄αυτό ο Κύριος αναζητά την πίστη στο θεανθρώπινό πρόσωπό Του, για να δώσει την Βασιλεία Του. Γι΄αυτό εθαύμασε, αγαπητοί μου, εθαύμασε πραγματικά τον εκατόνταρχο για την συμπεριφορά του· που σας είπα, ήταν ειδωλολάτρης.
Έτσι, ερωτά ο Κύριος ως προς το θέμα της πίστεως. Γιατί οι Εβραίοι δεν πίστεψαν. Και να το μυστήριον, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, δύο χιλιάδες χρόνια. Δεν επίστεψαν. Ένα μέρος -αν θέλετε να ολοκληρώσω- ένα μέρος από αυτούς, θα πιστέψουν λίγο πριν από την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Αν δείτε τους Εβραίους να αρχίσουν να πιστεύουν ομαδικά, θα πείτε: «Ήλθε το τέλος!». Είναι σημάδι των εσχάτων. Κάποτε ρωτήθηκε ο Κύριος εάν θα έλθει. «Δεν υπάρχει θέμα εκεί», είπε ο Κύριος. «Το πρόβλημα δεν είναι αν θα έλθω ή δεν θα έλθω. Βεβαίως θα έλθω». Το πρόβλημα είναι κάπου αλλού: «Πλήν, ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐλθών ἄρα εὑρήσει τήν πίστιν ἐπί τῆς Γῆς;». «Εγώ θα ‘ρθω. Αλλά θα βρω την πίστη επάνω στη Γη;». Ναι. Ο Κύριος μάς είπε ότι η πίστις… – το θέτει ερωτηματικώς δεν απαντά, αλλά γνωρίζομε από άλλα σημεία ότι δεν θα βρει την πίστιν, παρά μόνον σε έναν μικρό αριθμό χριστιανών. Όπως δεν θα βρει και την αγάπη. Παρά μόνον σε ένα μικρό αριθμό χριστιανών. Γιατί ο Κύρος μας είπε ότι και η αγάπη θα ψυγεί, θα παγώσει. Και ομιλεί φυσικά για τους Χριστιανούς.
Ο Κύριος ομιλεί ακόμα περί μεγάλου πειρασμού εφ’ όλης της γης εις τα έσχατα της Ιστορίας. Το λέγει αυτό εις τον άγγελον της Φιλαδελφείας, δηλαδή εις τον επίσκοπον, εις την Εκκλησίαν της Φιλαδελφείας, μία από τις επτά ιστορικές Εκκλησίες της Μικράς Ασίας. Και λέγει: «Κἀγώ σέ τηρήσω ἐκ τῆς ὥρας τοῦ πειρασμοῦ τῆς μελλούσης ἔρχεσθαι ἐπί τῆς οἰκουμένης ὅλης». «Θα σε φυλάξω», λέει. Ξέρετε οι επτά αυτές παραγγελίες στις επτά ιστορικές εκκλησίες, είναι επτά πτυχές της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Και προφανώς αποτείνεται εις το λείμμα, εις το υπόλοιπον. Σε εκείνο το μικρό ποίμνιον που θα σώσει, που θα μείνει σωστό. «Μή φοβοῦ, τό μικρό ποίμνιον», λέει ο Χριστός, «Μη φοβάσαι, ω μικρό ποίμνιον». Είναι κλητική. Δεν είναι ονομαστική, είναι κλητική. «ὅτι εὐδόκησε ὁ Πατήρ δοῦναι ὑμῖν τήν βασιλείαν». «Έτσι, λοιπόν», λέγει, «επειδή ετήρησες τις εντολές μου, τις εφύλαξες, κι Εγώ θα σε φυλάξω από εκείνον τον πειρασμόν που πρόκειται να έλθει σε όλη την οικουμένη» – Προσέξτε: «οικουμένη», «οικουμένη»! – «πειρᾶσαι τούς κατοικοῦντας ἐπί τῆς Γῆς»· που αυτός ο πειρασμός θα θέσει υπό δοκιμασίαν αυτούς που κατοικούν επάνω στη γη.
Ποιος είναι αυτός ο πειρασμός; Ακούσατέ τον ποιος είναι και τρομάξατε. Γιατί έχομε μπει στην περιοχή του πειρασμού αυτού. Κι εμείς οι Έλληνες μάλιστα… Είναι ο πειρασμός ποιος; Η αμφισβήτησις της θεανθρωπίνης φύσεως του Χριστού. Αυτός είναι ο πειρασμός. Το ακούσατε; Η αμφισβήτησις της θεανθρωπίνης φύσεως του Χριστού. «Ο Χριστός δεν είναι Θεός». Αυτό είναι. Δηλαδή ο διαρκώς υπάρχων, υποβόσκων και αναδεικνυόμενος εις τα έσχατα Αρειανισμός· ο οποίος Αρειανισμός ηρνείτο βεβαίως την θείαν φύσιν του Ιησού Χριστού. Η απιστία στον Χριστό, να το πούμε έτσι απλά. Και το βλέπομε, το βλέπομε, σας είπα, να έρχεται ταχύτατα, αλματωδώς, στην εποχή μας, στην χώρα μας, στον κόσμον όλον. Η Ευρώπη; Προ πολλού, η χριστιανική Ευρώπη. Αρειανίζει. Δεν το λέω εγώ. Ο μακαριστός πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς, έγραψε ολόκληρο βιβλίο. Διαβάσατέ το. «Άνθρωπος και Θεάνθρωπος». Η Ευρώπη; Αρειανίζει. Η Αμερική; Η Αμερική είναι Ευρώπη. Οι ίδιοι κάτοικοι είναι. Οι Έλληνες; Ω, οι Έλληνες… Ανοίξτε, παρακαλώ, ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, δεν ξέρω, ανοίξτε, να δείτε τι θα ακούτε κάθε φορά. Να δείτε τι θα ακούτε και να σας πιάνει αγανάκτηση… Κυριολεκτικά. Λοιπόν. Μέσα στον χρόνο στον μεταξύ των δύο παρουσιών του Χριστού, ο Κύριος συνεχώς ζητά να βρει την πίστη. Κι όπου την βρει, την επαινεί. Και την θαυμάζει. Όπως ακριβώς στάθηκε ο Κύριος μπροστά στην πίστη του εκατοντάρχου, που ακούσαμε στη σημερινή ευαγγελική περικοπή.
Είναι, όμως, αγαπητοί μου, και η πλευρά του ανθρώπου. Όταν ο άνθρωπος τώρα αναζητά τον Χριστόν και Τον βρίσκει. Όταν ο Φίλιππος λέγει εις τον Ναθαναήλ: «Ευρήκαμε τον Μεσσία!». Προφανώς εδώ υπονοείται ότι Τον ανεζήτουν. Γιατί; Πού Τον ανεζήτουν; Όχι βεβαίως εις τους δρόμους και στα βουνά. Εις τις γραφές. Κι εκεί εγνώριζαν πολύ καλά τα χαρακτηριστικά του Μεσσίου. Για διαβάστε Παλαιά Διαθήκη να δείτε. Διαβάστε τον Ησαΐα· όλους τους προφήτες· τον Ησαΐα, να δείτε πόσο κυριολεκτικά και μετά πολλών λεπτομερειών αναφέρεται ο προφήτης και οι προφήται εις τα γνωρίσματα, εις τα χαρακτηριστικά του Μεσσίου. Οι Εβραίοι δεν Τον ανεγνώρισαν. Δεν πρόσεχαν τα χαρακτηριστικά τα εξαγγελόμενα υπό των προφητών. Αλλά ο Φίλιππος και ο Ναθαναήλ, φίλοι ήσαν, μελετούσαν κατά τρόπον αμερόληπτον. Όχι μεροληπτικόν, ότι έρχεται ένας Μεσσίας που θα μας απαλλάξει από τους Ρωμαίους και θα τρώμε με χρυσά κουτάλια… Αυτά που πιστεύει σήμερα ο Σιωνισμός. Το ίδιο κλίμα, το ίδιο κλίμα… Και θα γίνομε κοσμοκράτορες, που λέει ο Σιωνισμός. Όχι, όχι, όχι. Θέλομε τον Μεσσία. Με τα χαρακτηριστικά Του εκείνα που βλέπομε στην Αγία Γραφή. Και όταν μίλησε ο Χριστός εις τον Φίλιππον, ο Φίλιππος Τον αναγνώρισε. Αμέσως.
Και πάει και λέει στον Ναθαναήλ: «Βρήκαμε τον Μεσσία». Ποιον; «Ὅν ἔγραψε Μωσής καί οἱ προφῆται». Γιατί αυτούς μελετούσαν. Έτσι λοιπόν σημαίνει ότι δηλαδή «Τον βρήκαμε» σημαίνει Τον ανεζήτουν. Τότε κανείς μόνον βρίσκει όταν αναζητά . Γι’αυτό σημειώνει και ο Παύλος εις τους Αθηναίους – ειδωλολάτραι ήσαν οι Αθηναίοι πρόγονοί μας. «Ζητεῖ τόν Κύριον, εἰ ἄρα γέ ψηλαφήσειεν αὐτόν καί εὔροιεν». Να, ψηλάφησε. Θα τον βρεις. Είναι μέσα μας. Ψηλάφησε. Ψηλάφησε στην κτίσιν και θα τον βρεις. Είναι μέσα μας. Γιατί; Γιατί ο Θεός, δεν άφησε, όπως είπε εις τα Λύστρα, τον εαυτόν Του αμάρτυρον, χωρίς μαρτυρία. «Καί γέ οὐ μακράν ἀπό ἑνός ἑκάστου ἡμῶν ὑπάρχοντα». «Δεν υπάρχει μακριά από τον καθέναν από μας». «Ἐν αὐτῷ γάρ ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν». Σ’ αυτόν υπάρχομε, σ’ Αυτόν κινούμεθα. Όχι κατά πανθεϊστικόν τρόπον.
Και θα σημειώσει: «Ὡς καί τινες τῶν καθ’ ἡμᾶς ποιητῶν εἰρήκασι». «Όπως έχουν πει και μερικοί από τους δικούς σας ποιητάς και φιλοσόφους». Και ο αρχαίος κόσμος, ο έξω από τα όρια του Ισραήλ, αναζητούσε τον Κύριον. Και ο Κύριος για να δείξει αυτήν την ανθρωπίνη αναζήτηση και εύρεση, είπε την παραβολή του πολυτίμου μαργαρίτου. «Ὅς εὑρών (εκείνος ο άνθρωπος, λέει) ἕναν πολύτιμον μαργαρίτην, ἀπελθών πέπρακε πάντα ὅσα εἶχε καί ἠγόρασε αὐτόν». «Όσα είχε τα πούλησε για να αγοράσει αυτόν τον μαργαρίτην». Τι επούλησε; Καλός είναι ο πολιτισμός αλλά εάν με απομακρύνει από τον Χριστόν… γιατί από ένα όριο και πέρα στρέφεται εναντίον του ανθρώπου ο πολιτισμός, περιττόν να σας το εξηγήσω περισσότερο, τον ξεπουλώ, για να αγοράσω τον πολύτιμον μαργαρίτη. Και ό,τι άλλο, ό,τι άλλο… Ομοίως και η παραβολή του κρυμμένου θησαυρού. Βρήκε, λέει, έναν θησαυρό σε ένα χωράφι. Μαζεύει τις οικονομίες του, αγοράζει τον αγρόν, για να έχει τον θησαυρό. Είναι η Γραφή, είναι η Γραφή· κι εκεί μέσα θα βρεις τον θησαυρόν. Αυτές οι δυο παραβολές του πολυτίμου μαργαρίτου και του κρυμμένου θησαυρού, δείχνουν ότι είναι Αυτός ο Χριστός, ο πολύτιμος μαργαρίτης. Γι΄αυτό ο Κύριος συνιστά έντονα και λέγει: «Ζητεῖτε καί εὑρήσετε (:και θα βρείτε)». «Ὁ ζητῶν -λέει αλλού- εὑρίσκει». «Αυτός ο οποίος ζητάει, βρίσκει».
Αγαπητοί, πρόβλημα δεν υφίσταται αν θα αναζητήσομε τον Κύριον διά να Τον βρούμε. Πρόβλημα εκεί δεν υπάρχει. Το πρόβλημα υφίσταται στο αν υπάρχει η αναζήτησις. Και ερωτούμε: Σήμερα αναζητούμε τον Κύριον; Βέβαια κάποιοι άνθρωποι Τον αναζητούν και δεν θα παύσουν να Τον αναζητούν. Και βέβαια Τον βρίσκουν. Αλλά είναι οι ολίγοι. Οι πολλοί Τον αναζητούν στα υποκατάστατα. Γι΄αυτό υπάρχει και το πλήθος των αιρέσεων και των ανατολικών θρησκειών, που βρίσκουν απήχηση στους Χριστιανούς μας. Ξέρετε ποιο είναι το έσχατον υποκατάστατον αναζητήσεως του Χριστού και της μακαριότητος; Τα ναρκωτικά! Επειδή δεν βρίσκουν τον Χριστόν ή δεν θέλουν να Τον βρουν, πηγαίνουν στα υποκατάστατα. Είναι λυπηρό. Να αναζητούμε τον Χριστό εκεί που δεν υπάρχει. Γι΄αυτό ο Ψαλμωδός με μελαγχολικό τρόπο γράφει: «Κύριος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν (:έσκυψε από τον ουρανό) ἐπί τούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἰδεῖν (:να δει) εἰ ἔστι συνιῶν ἤ ἐκζητῶν τόν Θεόν (:Ποιος είναι φρόνιμος και ποιος αναζητά τον Κύριον;)». Και συμπληρώνει μελαγχολικά: «Πάντες ἐξέκλιναν(:όλοι στραβολόξυσαν) ἅμα ἠχρειώθησαν (:έγιναν αχρείοι) οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός». Κανείς! Και δεν αναζητούμε τον αληθινόν Κύριον Ιησούν Χριστόν, επειδή εξεκλίναμε. Δηλαδή απομακρυνθήκαμε. Όπως είπαμε, λοξοδρομήσαμε. Επειδή γινήκαμε αχρείοι. Το ήθος μας έγινε αχρείον. Επειδή δεν ποιούμε χρηστότητα. Δεν ασκούμε την αρετή. Είναι η εποχή μας φοβερή εποχή. Γκρεμίζει τα πάντα. Γι΄αυτό επιτρέπει ο Κύριος για τιμωρία μας να πλανώμεθα.
Τι χρειάζεται; Ταπείνωσις και αυτογνωσία. Όπως και ο εκατόνταρχος που είπε: «Κύριε, οὐκ εἰμί ἱκανός, ἵνα μου ὑπό τήν στέγην εἰσέλθῃς». Και προσθέτει με πίστη: «Ἀλλά μόνον εἰπέ λόγῳ καί ἰαθήσεται ὁ παῖς μου». Και όταν υπάρχει ταπείνωσις και η αυτογνωσία, τότε έρχεται και η θεολογία. Και η θεολογία είναι να ζητήσεις και να βρεις τον Θεόν Λόγον. Αφού πρώτα Εκείνος σε ανεζήτησε. Και Τον βρίσκεις και σε βρίσκει. Και Τον θαυμάζεις και σε θαυμάζει. Όπως τότε ο Κύριος εθαύμασε τον εκατόνταρχον.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας και επιμέλεια:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_644.mp3
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[:Ματθ.8,5-13]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«ΠΙΣΤΙΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 1-7-2001]
(Β437)
Μας αφήνει καταπλήκτους, αγαπητοί μου, στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, η θαυμασία στάσις του εκατοντάρχου προς τον Κύριον. Και βέβαια και το ενδιαφέρον του δια τον παράλυτον δούλον του, αλλά κυρίως δια την στάσιν του έναντι του Κυρίου, ως προς την θεραπείαν του δούλου του. Τι είπε; Στην πρόταση του Κυρίου -δεν ήτανε παιδί του, ήτανε δούλος του, κι αυτός ήταν, παρακαλώ, και Ρωμαίος πολίτης και στρατιωτικός, υποτίθεται σκληρός άνθρωπος- στην πρόταση του Κυρίου που του είπε: «Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν», «Εγώ αφού έλθω στο σπίτι σου, θα τον θεραπεύσω», τι απαντά; «Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου». «Δεν είμαι ικανός, Κύριε, να έρθεις στο σπίτι μου, δεν είμαι ικανός. Πες μόνο έναν λόγο και ο δούλος μου θα θεραπευθεί». Και στη συνέχεια αναφέρει σαν παράδειγμα ότι και αυτός υπό εξουσίαν είναι, αλλά και εξουσιάζει τους στρατιώτες του και τους δούλους του και δίνει προφορικές εντολές και πραγματοποιούνται.
Ο Κύριος εθαύμασε την πίστη του εκατοντάρχου. Και είπε: «Πω, πω, πω! Τέτοια πίστη δεν ηύρα ούτε στον Ισραήλ!». Και αυτή του η πίστις εστάθη ικανή να προσεγγίζει τα κράσπεδα της θεολογίας, όπως θα δούμε. Αυτό δε, θα είναι και το θέμα μας. Ότι η πίστις εγγίζει τα κράσπεδα της θεολογίας. Και εισέρχεται εις την θεολογίαν.
Πάντως έχομε εδώ μια αποκάλυψη: ότι η πίστις γίνεται οδός της θεολογίας. «Πώς γίνεται η πίστις οδός προς την θεολογία;», θα ερωτήσετε. Τι είπε ο εκατόνταρχος; «Μόνον εἰπὲ λόγῳ», «λόγῳ»που σημαίνει, όπως λέγει ο Ζιγαβηνός, «εἰπὲ ἕν λόγον ψιλόν, ὃν βούλῃ καὶ αὐτίκα ὁ λόγος ἔργον γενήσεται». «Μόνο μια κουβέντα πες, έναν λόγο, ψιλόν λόγον, σκέτον λόγον και τότε θα γίνει ο λόγος σου αυτός, θα γίνει έργον». Και όπως σημειώνει και προσθέτει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Οὐδὲ γὰρ οὕτως εἶπε παρακάλεσον, οὐδὲ εἶπεν εὖξαι καὶ ἱκέτευσον, ἀλλ’ ἐπίταξον μόνον». Ότι δηλαδή δεν είπε ο εκατόνταρχος εις τον Κύριον: «Κύριε, παρακάλεσε τον Θεό, Κύριε, ευχήσου», αλλά τι; «Ἐπίταξον». «Δώσε διαταγή». Και ο Ζιγαβηνός πάλι λέγει: «Ὁρᾷς μέγεθος πίστεως;». «Βλέπεις εδώ το μέγεθος της πίστεως;». Εξάλλου ο ίδιος ο Κύριος, αγαπητοί, όπως σας είπα, εθαύμασε και είπε εις αυτούς που Τον ακολουθούσαν, αυτό που ήδη σας είπα: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον». Ο Ισραήλ, ο οποίος εγνώριζε από προγόνων τον Θεόν, ο Ισραήλ που είδε πολλά θαύματα, ο Ισραήλ που στάθηκε ο επιούσιος λαός του Θεού, «τέτοια πίστη στον λαόν αυτόν δεν βρήκα». Θα ‘λεγε κανείς ότι αυτά που είπε ο εκατόνταρχος ήταν ένα προοίμιον της πίστεως των εθνών. Και ότι τα «έθνη», δηλαδή οι ειδωλολάτραι, Έλληνες, Ρωμαίοι και όλοι οι λαοί της γης, στάθηκαν, πραγματικά στάθηκαν ανώτεροι από τον Ισραήλ· που μέχρι σήμερα ακόμη δεν εννοεί να πιστέψει.
Η πίστις, λοιπόν, βεβαιωμένη από τον Κύριον. Αυτή η πίστις όμως γίνεται οδηγός και οδός προς την θεολογία. Τι είπε; Η απάντησις ποια ήταν; «Μόνον εἰπὲ λόγῳ». Είναι σαν να έλεγε: «Συ είσαι ο Λόγος του Πατρός». Να η θεολογία αμέσως: «Συ είσαι ο Λόγος του Πατρός». Ή: «τῷ Λ(λ)όγω Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν». Όπως λέγει η Παλαιά Διαθήκη. Ή: «Αὐτὸς εἶπε καὶ ἐγενήθησαν». «Αυτός είπε μόνο και έγιναν όλα». «Αὐτὸς ἐνετείλατο καὶ ἐκτίσθησαν». «Αυτός παρήγγειλε και όλα δημιουργήθηκαν». Αναγνώριζε, λοιπόν, δια της πίστεως εις το πρόσωπον του Ιησού τον Θεόν Λόγον. Εδώ είναι η Θεολογία. «Οὗ χωρὶς -του Θεού Λόγου, όπως μας λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης- οὗ χωρὶς -αὐτοῦ- ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν», «τίποτα δεν έγινε απ’ ό,τι έχει γίνει». Να ο σύνδεσμος εδώ πίστεως και Θεολογίας. Η μεγάλη πίστις, η ξέχυλη πίστις οδηγεί στην Θεολογία.
Η Θεοτόκος, βέβαια, κανένα θαύμα δεν είδε εις τον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν της. Δεν είδε κανένα θαύμα. Επειδή, όμως, επίστευσε Ποιος ήταν ο Υιός της, γι’αυτό με βεβαιότητα λέγει εις τους υπηρέτας, εις τον γάμον της Κανά: «Ό,τι σας πει, να το κάνετε». Διότι είχε πεποίθησιν ότι αυτό θα ήταν το σωστό. Και πράγματι σε λίγο δοκιμάζουν το νερό των υδριών να γίνεται κρασί. Δηλαδή με σαφήνεια εδώ γράφει ο Ιωάννης ότι εκεί έκανε αρχή των σημείων, όπως σημειώνει. Δηλαδή το πρώτο θαύμα. Γιατί απλούστατα δεν είχε προηγηθεί κανένα άλλο θαύμα. Πώς, λοιπόν, το εγνώριζε αυτό η Θεοτόκος; Ήταν η πίστις. Και μάλιστα ότι Εκείνον που κυοφόρησε και εγέννησε είναι ο Θεός Λόγος. Αν εκείνη δεν το εγνώριζε, ποιος θα το γνώριζε; Εγώ; Κι εσείς; Είναι η πρώτη που ανεγνώρισε ότι ο Ιησούς είναι ο Θεός Λόγος, ο Υιός του Θεού. Και η Χαναναία· της οποίας την πίστιν πάλι ο Κύριος εθαύμασε. Και αυτή δεν ήτο Εβραία. Και αυτή ήτο ειδωλολάτρης. Με πίστη παρεβίασε τον χρόνον της σωτηρίας των εθνών. Και αυτή στάθηκε προοίμιον της σωτηρίας των εθνών.
Η πίστη, λοιπόν, ανοίγει τα μυστήρια των βουλών του Θεού και οδηγεί εις την θεολογία. Θέλετε να μπείτε στην θεολογία; Θέλομε να μπούμε στην θεολογία; Είναι δε το ύψιστον δώρον του Ουρανού η θεολογία. Δεν είναι τα χαρίσματα εκείνα τα όποια, όποια, όποια. Ας πούμε η αγάπη, που ακούσαμε στη σημερινή αποστολική περικοπή· για την αγάπη. «Εγώ θα σας πω, θα σας δείξω», λέει ο απόστολος Παύλος, «θα σας δείξω καθ’ υπερβολήν οδόν χαρισμάτων». Και είναι η αγάπη. Πάνω και από την αγάπη είναι το χάρισμα -χάρισμα!- της Θεολογίας. Αν έχομε κι εμείς, λοιπόν, ζώσα και σταθερά πίστη, θα οδηγούμεθα πάντοτε εις τον χώρον τον δικό της. Και ο πηγαιμός μας εκεί, αποτελεί στοιχείον της σωτηρίας μας. Δεν είναι, λοιπόν, πολυτέλεια η θεολογία. Είναι ανάγκη να την γνωρίζομε. Είναι το μάτι που κατοπτεύει τα μυστήρια του Θεού. Τα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού. Η θεολογία. Όταν μας δίνει ο Θεός την δυνατότητα να κατοπτεύουμε τα μυστήρια της Βασιλείας Του.
Θεολογία είναι- δεν είναι μόνον για τους θεολόγους, όπως κανείς θα πίστευε. Αυτοί μαθαίνουν μία θεολογία στο Πανεπιστήμιο, άντε, να μην πω τίποτα περισσότερο, «Όλα καλά είναι, όλα ωραία είναι», δεν είναι αυτό. Θεολογία είναι να γνωρίζεις τον Θεόν και να μιλάς για τον Θεό. Άραγε όλοι οι θεολόγοι που σπούδασαν στα Πανεπιστήμια μιλάνε για τον Θεό; Γνωρίζουν τον Θεό; Αλλά, τι να πω άλλο; Αφήνω σε σας να απαντήσετε. «Οὐδὲν γὰρ πτωχότερον –λέει ο Διάδοχος Φωτικής – διανοίας ἐκτὸς Θεοῦ φιλοσοφούσης τὰ τοῦ Θεοῦ». «Δεν υπάρχει», λέει, πιο φτωχό πράγμα της διανοίας του να θέλει να φιλοσοφεί, να θεολογεί τα του Θεού, χωρίς τον Θεό».
Η θεολογία ακόμη προϋποθέτει κάθαρση καρδιάς. Πρέπει να έχομε καθαρή καρδιά. Γι’αυτό πάλι ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος μας λέγει: «Οὔτε τῷ θεολογούντι ἁρμόζει μετάνοια, οὔτε τῷ μετανοοῦντι θεολογία(: Δεν ταιριάζει –λέγει- σε εκείνον ο οποίος θεολογεί, δεν ταιριάζει η μετάνοια. -Γιατί; Γιατί έχει καθαρή καρδιά. Άρα τι να την κάνει την μετάνοια;- Αλλά και ούτε εις εκείνον που μετανοεί, του ταιριάζει η θεολογία). Καθ’ ὅσον γὰρ ὑψηλοτέρα ἡ θεολογία τῆς μετανοίας ἐστίν». Βλέπετε ότι η μετάνοια είναι σπουδαία. Εντούτοις, λέγει, όσο απέχει η Ανατολή από την Δύση, έτσι υψηλοτέρα είναι η θεολογία από την μετάνοια.
Και τώρα, αγαπητοί μου, μαζί με τον εκατόνταρχον, που ήγγισε με την πίστη του τα κράσπεδα της θεολογίας, ας προσπαθήσουμε κι εμείς κάτι να ανιχνεύσομε από τον ωκεανό της θεολογίας. Τι είπε ο εκατόνταρχος; Που εθαύμασε ο Κύριος; «Μόνον εἰπὲ λόγῳ». «Μόνον λόγο πες». Εκεί όχι μόνον έδειχνε την πίστη του, όπως ήδη είπαμε, ο εκατόνταρχος, αλλά και θεολογούσε. Έστω αμυδρώς. Εγίνετο μύστης του προσώπου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού· που Τον είχε ήδη μπροστά του. Ωμολόγει ότι Αυτός είναι ο Θεός Λόγος, ο Υιός του Πατρός. Και ότι αυτός ο Λόγος του Πατρός δεν είναι ενδιάθετος, αλλά υποστατικός. Τι θα πει «ενδιάθετος»; Σαν κάτι που το έχομε μέσα μας. Όχι! Είναι υποστατικός. Δηλαδή, πρόσωπο. Είναι πρόσωπο. Και ο εκατόνταρχος είχε μπροστά του το πρόσωπο του Θεού Λόγου. Αφού ήταν ορατός και αισθητός με την Ενανθρώπησή Του.
«Ὁ γὰρ τοῦ Πατρὸς τῶν ὅλων Λόγος -λέγει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς- οὐχ οὗτος ἐστὶν ὁ προφορικός, ἔχων καθ΄εαυτόν οἰκείαν ὑπόστασιν». Δεν είναι -αυτό που σας είπα- δεν είναι ο προφορικός λόγος, ο ψιλός, ο σκέτος λόγος. Είναι υπόστασις. Είναι πρόσωπον. Είναι πρόσωπον ο Θεός Λόγος. Όπως λέμε: «Πατήρ, Λόγος, Πνεῦμα». «Εἰ τις ἐνδιάθετον ἢ προφορικὸν λόγον λέγει τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ἀνάθεμα ἔστω», λέει ένα σύμβολον των αναθεμάτων του έτους 351: «Όποιος λέγει ότι ο Θεός Λόγος είναι ενδιάθετος ή προφορικός, δηλαδή δεν είναι πρόσωπον, ανάθεμα έστω. Να μην είναι μέσα στην Εκκλησία». Δηλαδή χώρια, δηλαδή αποδοκιμάζεται. Και όπως λέγει ο Μέγας Αθανάσιος: «Λόγον δὲ οὐ προφορικόν –βλέπετε εδώ συμφωνίαν όλων- (:Δεν είναι ο προφορικός λόγος)– οὐκ ἐνδιάθετον, οὐκ ἀπόρροιαν τοῦ τελείου, οὐ τμήσιν τῆς ἀπαθοῦς φύσεως, οὔτε προβολὴν ἀλλοιῶν αὐτοτελεῖ». «Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι», λέει. «Παρά είναι πρόσωπον, ξεχωριστό, αυτοτελής».
Και ο άγιος Ιγνάτιος μάς λέγει, ο Θεοφόρος: «Εἷς Θεὸς ἐστιν, ὁ φανερώσας ἑαυτὸν διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ, ὃς ἐστὶν Αὐτοῦ Λόγος ἀπὸ σιγῆς προελθών». Γράφει εις τους Μαγνησιείς στην επιστολή του. Κι αυτή η σιγή, που λέει «προῆλθε ἐκ σιγῆς», είναι η κατάστασις του Υιού προ της ορατής και αοράτου Δημιουργίας. Ήταν σε σιγή. Είδατε οι Εβραίοι; Οι Εβραίοι ομιλούν περί Θεού. Δεν γνωρίζουν τον Τριαδικό Θεό. Παρότι Εκείνος έδωσε τον Νόμον επάνω εις το Σινά. Κι Εκείνος πέρασε τον λαό Του από την Ερυθρά Θάλασσα. Εκείνος πέρασε τον λαό Του από τον Ιορδάνη ποταμό.
Ναι. Το «εἶπεν ὁ Θεός» είναι κρυπτογραφημένο στην Αγία Γραφή. Ακούστε πώς ξεκινάει: «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν». Έτσι δεν αρχίζει η Παλαιά Διαθήκη; Μ΄αυτά τα μεγαλόπρεπα λόγια: «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν». Αν ξέρατε, αγαπητοί μου, τι θεολογία κρύβει αυτή η φράσις! «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός». «Εἶπεν ὁ Θεός». Τι λέγει εδώ; «Εἶπεν». Εδώ έρχεται τώρα ο Λόγος Του, το δεύτερον πρόσωπον, να δημιουργήσει τα πάντα. Και να φιλοτεχνήσει τα πάντα. Κι ευθύς παρακάτω θα πει: «Καὶ Πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τῆς ἀβύσσου». «Πνεῦμα Θεοῦ»: Να το τρίτο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Από τον πρώτο στίχο, αγαπητοί μου, της Παλαιάς Διαθήκης, στο πρώτο της βιβλίο. Έρχεται σαν κλώσα το Πνεύμα το Άγιον, «ἐπεφέρετο». Δεν εμφανίστηκε το Πνεύμα το Άγιον ως περιστερά; Εδώ λοιπόν… πολύ αργότερα έχομε την εικόνα αυτή. Έρχεται, λοιπόν, τώρα και επωάζει τα ύδατα· και βγαίνει ζωή! Οι επιστήμονες μάς λένε ότι η πρώτη ζωή εμφανίστηκε εις τα ύδατα! Τι μεγαλοπρέπεια! Τι ακρίβεια ο λόγος του Θεού! Ναι, αγαπητοί.
Έτσι, το «εἶπεν ὁ Θεός» δείχνει την άχρονον Γέννησιν του Λόγου και ταυτόχρονα την Δημιουργία του παντός. Ὁ Λόγος ἀεὶ γεννᾶται. Λέγει ο Αθηναγόρας: «Ἐξ ἀρχῆς δὲ ὁ Θεός, νοῦς ἀΐδιος ὤν -δηλαδή πάντοτε, εξαρχής, νους χωρίς αρχή. «Αΐδιος» θα πει κάτι που έχει αρχή, αλλά δεν έχει αρχή- εἶχεν Αὐτὸς ἐν ἑαυτῷ τὸν Λόγον (:είχεν Εκείνος, ο Πατήρ, τον Λόγον) ἀϊδίως λογικὸς ὤν». «Χωρίς αρχή Τον είχε μέσα Του». Και πάντα Τον γεννά. Και γεννώμενος ο Λόγος κάνει την παρουσία Του εις την Δημιουργίαν και εις τον κόσμον.
Και όταν τον εγέννησε τον Θεόν Λόγον, λέει ο Ιππόλυτος: «Οὐκ ἐνωθείς Αὐτὸς τοῦ Λόγου, ἀλλὰ Λόγον γεννήσας καὶ τῷ Λόγῳ Αὐτοῦ διὰ παντὸς ὁμιλῶν». «Όταν γέννησε τον Λόγον, δεν άδειασε ο Θεός Πατήρ από τον Λόγον. Όχι. Αλλά Τον είχε πάντοτε, διὰ παντὸς ὁμιλῶν. Αλλά Τον είχε πάντα τον Λόγον ἐν ἑαυτῷ, τον Λόγον και κάνοντας –ας πούμε την λέξη αυτή- πάντα συντροφιά μαζί Του». Όταν ο Θεός Λόγος ήρθε εις τον κόσμον αυτόν, γενόμενος άνθρωπος, δεν άφησε τους κόλπους του Πατρός. Προσέξτε, δεν άφησε τους κόλπους του Πατρός. Ήταν πάντοτε εις τους κόλπους του Πατρός. Γιατί είναι μία η ουσία, ο Πατήρ, ο Υιός και το Πνεύμα το Άγιον.
Ω αγαπητοί μου, ο Κύριος είπε στην αρχιερατική Του προσευχή: «Ὅτι ἠγάπησάς με – λέγει ο Υιός στον Πατέρα- πρὸ καταβολῆς κόσμου». «Με αγάπησες πριν γίνει ο κόσμος αυτός». Πού ήταν ο Θεός Λόγος; «Ἐν τῷ Πατρί». Πότε εκδηλούται; Όταν ο Πατήρ αποφασίζει να δημιουργήσει τον κόσμον. Γεννά τον Υιόν και δημιουργείται ο κόσμος. Και τώρα «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν», όπως λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. «Και τώρα, χωρίς να αφήσει τους κόλπους του Πατρός, έρχεται ανάμεσά μας και σκηνώνει, βάζει την σκηνή Του, την κατοικία Του, ανάμεσά μας». Και Αυτός ο Λόγος είναι Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού.Τώρα μπορούμε να κατανοήσομε ότι «Ἐν ἀρχῇ– που γράφει ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής- ἦν (:ήτο) ὁ Λόγος -πάντοτε ήτο-, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος (:Ήταν Θεός ο Λόγος). Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν. Πάντα δι᾿ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν». «Και τίποτα δεν έγινε απ΄ ό,τι έχει γίνει».
Έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε πολλές φράσεις στην Παλαιά Διαθήκη, αγαπητοί, που ομιλούν δια τον Λόγον σε σχέση με την Δημιουργία και την Ιστορία. Ενδεικτικώς, σας λέγω· γράφει εις τον Ψαλμόν τον 32ο ο Δαβίδ: «Τῷ λόγῳ Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν». Πώς εστερεώθησαν οι ουρανοί; «Τῷ λόγῳ Κυρίου». Ποιος είναι ο Λόγος; Το δεύτερον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος. «Ὁ λόγος σου ἀλήθεια», λέγει ο 118ος Ψαλμός. «Ἐξαποστελεῖ τὸν λόγον αὐτοῦ», λέγει ο 147ος Ψαλμός. Τον αποστέλλει. «Εἶπεν ὁ Θεὸς· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς». Είναι όλα αυτά, αγαπητοί, εκφράσεις της Παλαιάς Διαθήκης. Κρυμμένος ο Λόγος μέσα στην Παλαιά Διαθήκη. Τι λέτε; Πρέπει να διαβάζομε την Παλαιά Διαθήκη; Αν ήξερε κανείς πόσο αδικεί τον εαυτό του, εάν δεν διαβάζει την Παλαιά Διαθήκη… Μην πείτε ότι είναι η «Παλαιά» Διαθήκη. Εκείνη ανοίγει τον δρόμο για να γνωρίσομε τον Θεόν Λόγον. Θα διαβάζομε και την Παλαιά Διαθήκη. Είναι δύσκολη. Και στην γραμματική της έκφραση ακόμη. Θα έχομε όμως βοηθήματα, θα έχομε ερμηνευτικά βοηθήματα, θα τα παρακολουθούμε και θα διαβάζουμε. Ως προς την Ιστορία, το ίδιο. Αλλά να, ο χρόνος περνά.
Αγαπητοί, ο εκατόνταρχος επίστευσε και θεολόγησε. Και έγινε θαυμαστός από τον Θεόν. Αφού είπε: «Δεν βρήκα σε όλον τον Ισραήλ τόσο πιστόν άνθρωπο, με μεγάλη πίστη, σαν τον εκατόνταρχο». Και έτσι, λοιπόν, του δόθηκε και η αμοιβή. Απεκαλύφθη το πρόσωπον του Θεού Λόγου, του Ενανθρωπήσαντος, εις αυτόν τον άνθρωπο, τον εκατόνταρχο. Βέβαια περιττόν να σας πω, αυτός πρέπει να έγινε Χριστιανός μετά ταύτα. Και θα έλεγε: «Εγώ είδα τον Θεόν Λόγον. Τον είδα!». Αυτά είναι τα μεγάλα και θαυμαστά. Θα μου πείτε: «Και ο Ηρώδης είδε και ο Πιλάτος είδε και οι Αρχιερείς είδαν». Αλλά σε αυτούς δεν απεκαλύφθη ο Θεός Λόγος. Αυτά είναι τα μεγάλα και θαυμαστά, αγαπητοί μου, πράγματα, που ο άνθρωπος πρέπει να αγαπήσει και να γνωρίσει. Και δεν αποτελούν, όπως είπαμε, πολυτέλεια, αλλά ζωτική ανάγκη και βασική προϋπόθεση της σωτηρίας μας. Γι΄αυτό ο σοφός Σολομών, όταν του εζητήθη, όταν του ειπώθηκε τι να ζητήσει -Πλούσιος; Ήταν! Βασιλιάς ήτανε και μάλιστα γιος ένδοξος του Δαβίδ ήταν ο Σολομών- Τι ζήτησε; Την Σοφία, την Σοφία. Την σοφίαν, κατ’ αρχάς την λεκτικήν σοφίαν. Και ύστερα, πίσω από την λεκτική σοφίαν, εζήτησε και ήθελε να δει την Σοφίαν που ήταν πάρεδρος του θρόνου του Πατρός. Δηλαδή, τον Θεόν Λόγον. Γι’αυτό έγραψε ό,τι έγραψε· που είναι θεόπνευστα. Ακούστε πώς το λέγει αυτό:
«Θεέ πατέρων -δηλαδή «των προγόνων, Θεέ»– καὶ Κύριε τοῦ ἐλέους, ὁ ποιήσας τὰ πάντα ἐν λόγῳ Σου(:Συ που τα έκανες όλα με τον λόγον Σου) καὶ τῇ Σοφίᾳ Σου –δηλαδή, που είναι ο Υιός Σου- κατεσκεύσασας ἄνθρωπον (:κατασκεύασες τον άνθρωπο) δός μοι (:δώσε μου) τὴν τῶν Σῶν θρόνων πάρεδρον σοφίαν(:Δωσ’ μου Αυτήν την Σοφίαν -πάντα με κεφαλαίο αυτή η λέξη, η Σοφία, που – προσέξτε- παρεδρεύει εις τον δικό Σου θρόνο – Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα) καὶ μή με ἀποδοκιμάσῃς ἐκ παίδων σου Σου (:Μη με αποδοκιμάσεις εκ των δούλων Σου. Εγώ είμαι αμαρτωλός. Αλλά δος μου αυτήν την Σοφίαν)».
Γι’αυτό και μέσα στα έργα του, αν διαβάσετε στην Παλαιά Διαθήκη, στην Σοφία Σολομώντος -έχομε κι άλλα βιβλία, τα λεγόμενα «σοφιολογικά», και η «Σοφία Σειράχ» σοφιολογικό είναι, αυτή που κάνομε κάθε Τρίτη παρακαλώ, και θα παρακαλέσω, σας υπενθυμίζω να έρχεστε, θα ακούσετε και θα μάθετε πολλά πράγματα. Έτσι η Σοφία είναι πρόσωπο. Είναι πρόσωπον. Παρεδρεύει με τον Πατέρα. «Και χαιρόμουν -λέγει, το γράφει τώρα ο Σολομών αυτό· ακούστε τι γράφει) ήταν η Σοφία μαζί με τον Πατέρα και συνδημιουργούσε. Και η χαρά μου ήταν -αμέσως δίνει πρόσωπο στον Θεόν Λόγον- και η χαρά μου ήταν να βρίσκομαι ανάμεσα στους ανθρώπους». «Και δεν ησύχασε – το λέει η Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου αυτό σε μία ευχή- δεν ησύχασε ο Θεός Λόγος (δηλαδή ανυπομονούσε, ας μιλήσουμε έτσι ανθρώπινα), ανυπομονούσε πότε θα έρθει η ώρα»– Ναι! Πότε ήρθε; «Ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου», τότε ήρθε. Για να βρεθεί ανάμεσα εις τους ανθρώπους που τους εδημιούργησε και συνεπώς τους αγαπούσε πάρα πολύ. Και ο Σολομών ζητούσε την Σοφία του Θεού, που είναι ο Λόγος του Θεού, ο Ιησούς Χριστός.
Εις το ανθρώπινον πρόσωπον του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, όταν, αγαπητοί μου, πιστέψομε ζωντανά και θερμά, τότε θα αρχίσει να αναβλύζει πλουσία η Θεολογία. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_881.mp3
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[:Ρωμ.6,18-23]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«Τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 4-7-1993]
(Β282)
Ο Απόστολος Παύλος, αγαπητοί μου, στη σημερινή προς Ρωμαίους επιστολή του, περικοπή που ακούσαμε προηγουμένως, κάνει λόγο για την αμαρτία. Και δείχνει ότι η αμαρτία, ενώ φαίνεται ότι είναι ελευθερία, όμως στην πραγματικότητα είναι αιχμαλωσία του ανθρώπου, και κάτι χειρότερο: Η αμαρτία αποφέρει τον θάνατον. Έτσι γράφει συμπερασματικά: «Τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος». Προφανώς αυτό που γράφει είναι σπουδαιότατον και έτσι μας ενδιαφέρει να το προσεγγίσομε και να το ερευνήσουμε. Αναφέρεται το όλο χωρίον σε τρεις λέξεις: «Ἁμαρτία, ὀψώνια, θάνατος». Και δείχνουν σαφώς το αίτιον και το αποτέλεσμα: Η αμαρτία φέρει τον θάνατον.
Αλλά τι είναι αμαρτία; Πρέπει να ομολογήσομε, αγαπητοί, ότι πολλοί μας Χριστιανοί δεν γνωρίζουν τι σημαίνει αμαρτία. Έχουν αγνωσία της αμαρτίας. Με ανείπωτα κακές συνέπειες στο θέμα αυτό. Επιπλέον η έννοια της αμαρτίας φιλοσοφικά ή όπως οι αρχαίοι Έλληνες την θεωρούσαν, είναι η αστοχία. Δηλαδή όταν αστοχεί κανείς, αυτό λέγεται «ἁμαρτία». Μάλιστα ο Όμηρος χρησιμοποιεί την λέξη και μάλιστα το ρήμα «ἁμαρτάνω» και σημαίνει -έχει σημασία πολλή- αστοχώ, αποτυγχάνω, αποπλανώμαι, χάνω, στερούμαι, αμελώ. Και το περίεργον είναι ότι και σήμερα ακόμη στους πολλούς Χριστιανούς μας και μάλιστα λογίους Χριστιανούς μας υπάρχει αυτή η έννοια, όπως στον Όμηρο, αυτή η έννοια για την αμαρτία· δηλαδή ως αστοχία.
Στον χώρο, όμως, της Αγίας Γραφής, η έννοια της αμαρτίας έχει κάτι το πολύ βαθύτερο: Είναι βαρεία προσβολή κατά του Θεού Δημιουργού. Αυτό είναι αμαρτία. Όταν προσβάλλω τον Θεόν. Και είναι ικανή αυτή η αμαρτία να προκαλεί την πτώσιν του ανθρώπου, τον χωρισμό του από τον Θεό, τον θάνατον, τόσο τον πνευματικό, όσο και τον σωματικόν, και την αιωνία κόλαση. Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, πόσο διαφέρει η έννοια της αμαρτίας στους φιλοσόφους, στους «σκεπτομένους» ανθρώπους, από την έννοια την αγιογραφικήν.
Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι η αμαρτία έχει ένα βαθύ θεολογικό χαρακτήρα. Και γιατί είναι ο χαρακτήρας της θεολογικός; Διότι προσβάλλει τον Θεό ή έχει άμεση σχέση με τον Θεό. Γι’αυτό έχει θεολογική διάσταση. Και προφανώς και το αντίστροφο: Η άφεση των αμαρτιών ή της αμαρτίας η άφεσις, δηλαδή η συγχώρησις, έχει θεολογική διάσταση. Και προφανώς και το αντίστροφο. Η άφεση των αμαρτιών ή της αμαρτίας η άφεσις, δηλαδή η συγχώρησις, έχει πάλι θεολογικό χαρακτήρα. Γιατί ο Θεός θα είναι Εκείνος ο Οποίος θα συγχωρήσει, και μόνον ο Θεός. Και κανείς άλλος. Έτσι, είτε σαν προσβολή, είτε σαν άφεσις, έχει θεολογική διάσταση και το ένα και το άλλο, και αυτό είναι εκείνο που ολότελα διαφέρει από το πώς αντιλαμβάνονται τα πράγματα οι έξω άνθρωποι. Δεν είναι η αμαρτία καθόλου αστοχία. Προσέξατέ το γιατί κυκλοφορεί σε θεολογικούς κύκλους αυτή η αντίληψις. Γι’αυτό επιμένω. Γι’αυτό και οι Φαρισαίοι είπαν όταν άκουσαν τον λόγο του Κυρίου σε εκείνον τον παράλυτο: «Ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι», «Τὶς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ εἷς, ὁ Θεός;». Ορθώς. Ποιος μπορεί να συγχωρήσει, να αφήσει αμαρτίες, παρά μόνος ο Θεός. Ορθώς. Το λάθος τους δεν ήταν σε αυτό το σημείο. Αλλά στο ότι δεν είχαν αναγνωρίσει ήδη τον Ιησούν Χριστόν, ως τον Ενανθρωπήσαντα Κύριον του Ισραήλ. Εκεί ήταν το λάθος τους. Και συνεπώς, αφού ήταν ο Ενανθρωπήσας Κύριος του Ισραήλ, ο Γιαχβέ, ο Κύριος, είχε συνεπώς το δικαίωμα να συγχωρήσει. Αφού ήτο ο Θεός.
Αλλά ποια είναι η φύσις της αμαρτίας; Η φύσις της αμαρτίας, κατά την Καινήν Διαθήκην, είναι η ανομία. Δηλαδή η μη τήρησις του νόμου. Δηλαδή η παράβασις της εντολής του Θεού. Γράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Α΄ του επιστολή: «Καὶ ἡ ἁμαρτία ἐστὶν ἡ ἀνομία». Όταν κάνεις εκείνο που ο Θεός δεν θέλει. Ή έρχεσαι σε αντίθεση με εκείνο που ο Θεός θέλει, τότε αναμφισβήτητα τελείς αμαρτίαν.
Αλλά αξίζει να δούμε και πώς οι Πατέρες μιλούν για την αμαρτία, ο καθένας βλέποντάς την από μία σκοπιά. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς λέγει ότι «Αμαρτία είναι ο θάνατος της ψυχής· και η ζωή της κακίας». Ο δε άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος σημειώνει: «Ἡ δὲ ἁμαρτία ἐστὶ τοῦ καλοῦ παρεκτροπή, ὃ μὴ φύσις τε καὶ νόμος χαρίζεται». Δηλαδή είναι μία κατάστασις που βγαίνει έξω, δεν χαρίζεται ούτε η φύσις που βγαίνει έξω, δεν χαρίζεται ούτε η φύσις, δεν αφήνει περιθώρια ούτε η φύσις ούτε ο νόμος. Όταν είσαι έξω από την φύση, έξω από την φύση, έξω από τον νόμο. Επί παραδείγματι, η ανηθικότης, η πορνεία είναι έξω από τον νόμο, όχι έξω από την φύση. Η ομοφυλοφιλία είναι έξω από την φύση. Αυτή είναι η διαφορά. Έξω, λοιπόν, από τον νόμο, έξω από την φύση.
Και ακόμη λέγει ο άγιος Γρηγόριος ότι «πτῶσις ἐστὶν ἡ ἁμαρτία». Τι είναι η αμαρτία; Πτώσις. Πέφτεις. Και ο άγιος Κύριλλος ο Αλεξανδρείας σημειώνει ότι είναι κάτι το «νόθον ἡ ἁμαρτία καὶ παρὰ φύσιν». Γιατί; Ο Θεός μάς έπλασε να ζούμε κατά φύσιν. Όταν δεν ζω όπως ο Θεός θέλει, τότε δεν ζω κατά φύσιν. Και συνεπώς αυτό είναι η αμαρτία. Είναι το παρά φύσιν η αμαρτία, γενικώς. Αν επί παραδείγματι πιω κρασί, αυτό είναι κατά φύσιν. Εάν μεθύσω, αυτό είναι έξω από την φύση, πέρα από την φύση, κ.ο.κ. Γι’ αυτό θα’ θελα να σας τονίσω και να το γνωρίζομε, πάντοτε ο Θεός δεν αντιφάσκει εις εαυτόν, όταν λέγει και ζητά κάτι που νομίζομε ότι είναι παρά φύσιν. Πάντοτε ο Θεός ζητάει το κατά φύσιν. Θέλετε; Κι ο θάνατος ακόμη δεν είναι κατά φύσιν. Είναι παρά φύσιν. Αν ερωτήσετε, γιατί ο Χριστός ανέστησε -τουλάχιστον τρεις αναγραφόμενοι στην Αγία Γραφή, στην Καινή Διαθήκη, αν όχι περισσότεροι- θα σας έλεγα: Δια να δείξει την επαναφορά του ανθρώπου εις το κατά φύσιν. Ότι ο άνθρωπος δεν πεθαίνει, δεν έπρεπε να πεθαίνει.
Έτσι λοιπόν, τι είναι αμαρτία; Ό,τι βγαίνει έξω από την φύση. Η αμαρτία, το κακό δηλαδή η αμαρτία… -λέω το «κακό» για να σας βοηθήσω λίγο να καταλάβομε, έχει ουσία; Είναι ένα πρόβλημα που πάντοτε απησχόλησε τους φιλοσόφους. Το κακόν έχει ουσία; Η αμαρτία έχει ουσία; Αγαπητοί μου, δεν έχει ουσία η αμαρτία. Διότι όλες οι ουσίες είναι δημιουργήματα του Θεού. Όποια ουσία κι αν υπάρχει στον κόσμον αυτόν, είναι δημιούργημα του Θεού. Συνεπώς εάν υπάρχει ουσία στο κακόν, τότε δεν είναι δυνατόν παρά ο Θεός να έκανε την αμαρτία και το κακόν. Άπαγε όμως. Άρα η αμαρτία δεν έχει ουσία.
Τότε πού βρίσκεται; Βρίσκεται εις την προαίρεσιν. Ο διάβολος, ο οποίος είναι η φύσις, το ον εκείνο που αμαρτάνει διαρκώς, είναι δημιούργημα του Θεού. Αλλά ο Θεός δεν έκανε τον διάβολον αμαρτωλόν. Ο διάβολος ήτο άγγελος αγαθός και έπεσε. Συνεπώς πού είναι η αμαρτία; Είναι εις την προαίρεσιν. Προσέξατέ το, είναι πολύ σπουδαίο. Όποιος κανείς σκέπτεται ή διάβασε φιλοσοφικά και θεολογικά, θα καταλάβει πόσο σπουδαίο πράγμα είναι αυτό. Γι΄αυτό λέγει ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής: «Ἡ ἁμαρτία οὐκ ἔστι τῆς φύσεως, ἀλλὰ τῆς κακῆς προαιρέσεως». Ομοίως λέγει ο άγιος Μάξιμος: «Παρακοῆς ἔργον ἐστὶν ἡ ἁμαρτία». Είναι έργον της παρακοής. «Θέλω να ακούσω;». «Δεν θέλω να ακούσω;». Οι πρωτόπλαστοι είπαν: «Δεν θα ακούσομε τον Θεό». Και αμέσως έγινε η αμαρτία. Πού ήταν; Στο «Δεν θα ακούσομε τον Θεό». Δηλαδή εις την προαίρεσιν.
Το δε υλικό που αφορμάται εκ της προαιρέσεως για την αμαρτία, είναι τι λένε; Είναι τρία πράγματα που αναζητεί ο άνθρωπος και φυσικά αμαρτάνει: Είναι η φιληδονία, είναι η φιλοδοξία και η φιλαργυρία. Αυτά τα τρία, που αποτελούν κεφαλάρι όλων των άλλων παθών. Λέγει ο αββάς Δωρόθεος, ασκητικός πατήρ: «Φιληδονία -φιληδονία είναι καθετί που θα μου δώσει και θα μου παρέξει την ηδονήν· από την γαστριμαργία μέχρι τα γενετήσια κλπ. κλπ.-, φιλοδοξία καὶ φιλαργυρία, ἐξ ὧν συνίσταται πᾶσα ἁμαρτία». «Απ’ αυτά τα τρία», λέει, «συνίσταται κάθε αμαρτία».
Η αμαρτία, πρέπει να σημειώσομε, ότι καταστρέφει την ελευθερία του ανθρώπου, όπως την έδωσε την ελευθερία αυτή ο Θεός. Και καθιστά τον άνθρωπον πραγματικά δούλον. «Πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν», λέγει ο Κύριος, «δοῦλος ἐστὶν τῆς ἁμαρτίας». Έχει αφεντικό την αμαρτία. Και ενώ μοιάζει ότι έχει στοιχεία ελευθερίας η αμαρτία, «Θέλω να κάνω αυτό, γιατί έτσι μου αρέσει», αυτό θα με δουλώσει. Και θα γίνει αφεντικό μου η αμαρτία. Καταστρέφει λοιπόν, λυμαίνεται την ελευθερίαν η αμαρτία. Και θα πει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Ἐπειδὴ εἰσῆλθεν ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν κόσμον –εννοείται-, ἐλυμήνατο τὴν ἐλευθερίαν καὶ διέφθειρε τήν ἀπὸ τῆς φύσεως δεδομένην ἀξίαν». Κατέστρεψε τον άνθρωπο, που έχει αυτή την αξία. Είναι εικόνα του Θεού λαμπρή και την ποδοπάτησε η αμαρτία την εικόνα αυτή του Θεού.
Η ασθένεια έχει καμία σχέση με την αμαρτία; Βεβαίως ναι. Υπάρχει ένα θαυμάσιο χωρίον εις την Σοφίαν Σειράχ στο 38ο κεφάλαιο. Και λέγει εκεί: «Ὁ ἁμαρτάνων ἔναντι τοῦ ποιήσαντος αὐτόν, ἐμπέσοι εἰς χεῖρας ἰατροῦ». «Όποιος αμαρτάνει απέναντι στον Δημιουργό του, θα πέσει στα χέρια του γιατρού!». Αχ, να μπορούσαμε αυτό να το βάλομε στα νοσοκομεία μας, στα σχολειά μας, παντού, να το βλέπουν οι άνθρωποι: «Όποιος αμαρτάνει στον Θεό, θα πέσει στα χέρια του γιατρού».Αλλά κάθε αρρώστια είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας; Όχι. Όχι! Λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος, ερωτά: «Πάντα τὰ νοσήματα ἐξ ἁμαρτημάτων;». Όλες οι αρρώστιες είναι από αμαρτήματα; Και απαντάει: «Οὐ πάντα μέν, ἀλλὰ τὰ πλείονα». «Δεν είναι βέβαια», λέει, «όλα, αλλά τα περισσότερα». Είναι από αμαρτίες.
Πώς βρέθηκε η αμαρτία; Είπαμε ξεκίνησε από την προαίρεση. Την επενόησε ο άνθρωπος; Αγαπητοί μου, ο άνθρωπος δεν επενόησε την αμαρτία. Αλλά από μόνος του την επενόησε ο διάβολος. Γι΄αυτό και έπεσε. Ξέρετε τι συνέπεια έχει αυτό; Ο άνθρωπος, επειδή δεν επενόησε την αμαρτία από μόνος του, αλλά επλανήθη και παρεσύρθη, γι’αυτό έχει την δυνατότητα να μετανοήσει και να επανέλθει. Ενώ αντίθετα ο διάβολος, επειδή μόνος επενόησε την αμαρτία, δεν δύναται να μετανοήσει εις τον αιώνα τον άπαντα, ποτέ, ποτέ, ποτέ εις την αιωνιότητα δεν πρόκειται ο διάβολος να μετανοήσει. Η αμαρτία εις τον διάβολον είναι παγιωμένη. Όχι στον άνθρωπον. Είναι πολύ σημαντικό αυτό.
Γι΄αυτό ο διάβολος λέγεται από Αυτόν τον ίδιον τον Κύριον «ἀνθρωποκτόνος» ότι είναι «ἀπ’ ἀρχῆς». Πάντοτε, μόλις είδε το δημιούργημα «άνθρωπος», έσπευσε να τον φονεύσει. Τον εφόνευσε δια της αμαρτίας. Διότι ο Θεός, είπε στην παράβαση της εντολής του θα εισήρχετο ο θάνατος. Με τον τρόπον αυτόν εφόνευσε τον άνθρωπον, γι’αυτό και λέγει ο Κύριος… ο Κύριος το λέγει, ότι είναι ανθρωποκτόνος απ’ αρχής. Ακόμη τον αποκαλεί ο Κύριος «πατέρα τοῦ ψεύδους». Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων τον αποκαλεί «ἀρχηγὸν τῆς ἁμαρτίας» και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής «σπορέα τῆς ἁμαρτίας». Και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος «διδάσκαλον καὶ εἰσηγητὴν τῆς ἁμαρτίας». Διότι εισηγήθη εις τους πρωτοπλάστους την αμαρτία. Ἐξ οὗ και «διάβολος»: Διέβαλε τον Θεόν εις τους πρωτοπλάστους, ψευδόμενος. Ότι «ο Θεός θέλει το κακό σας. Δεν θέλει να γίνετε θεοί».
Πάντως, όπως είπαμε ήδη και πρέπει να το τονίσουμε, ότι στον άνθρωπο «ἀρχὴ ἁμαρτίας ἡ προαίρεσις». Αν θέλω, αμαρτάνω. Αν θέλω, δεν αμαρτάνω. Κι όπως λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Κακὸν ἔσχατον ἡ ἁμαρτία». «Είναι το τελευταίον κακόν». Και πάλι ο Ιερός Χρυσόστομος λέγει: «Οὐδὲν οὕτως ἀλόγιστον ὡς ἁμαρτία». «Δεν υπάρχει τίποτε το παράλογο, όσο η αμαρτία». Αυτό, αγαπητοί μου, μπορούμε να το δούμε, όταν έχομε μία στοιχειωδώς καθαρή καρδιά. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος παραλογισμός από την αμαρτία. Μεγαλύτερος παραλογισμός… Να αδικήσεις τον άλλον; Να τον σκοτώσεις; Να τον κλέψεις; Να βλασφημήσεις τον Κύριον; Τι; Να μεθύσεις; Τι; Τι; Τι; Δεν υπάρχει μεγαλύτερος παραλογισμός. Αλλά κι αν σκεφθεί κανείς ότι με την αμαρτία χάνει τα πάντα, χάνει τον Θεό, σας ερωτώ, υπάρχει μεγαλύτερος παραλογισμός; «Οὐδὲν οὕτως ἀνόητον καὶ μωρὸν καὶ ῥαγδαῖον (:Δεν υπάρχει –λέει- τίποτε το πιο μανιώδες). Πάντα ἀνατρέπει καὶ συγχεῖ καὶ ἀπόλλυσι ἔνθα ἂν εἰσπηδήσῃ (:Όπου εισπηδήσει η αμαρτία, μπει η αμαρτία, εκεί όλα τα ανατρέπει, όλα τα μπερδεύει, όλα τα καταστρέφει)». Φοβερόν πράγμα η αμαρτία.
Θέλησε ο Ιερός Χρυσόστομος να την περιγράψει. Λέει: «Αν έπρεπε κάποιος ζωγράφος να την ζωγράφιζε την αμαρτία, σ’ έναν ζωγραφικό πίνακα, άραγε πώς θα την παρουσίαζε;». Ακούστε τι λέγει: «Ἀηδὴς ἰδεῖν (:το να την βλέπεις είναι μία αηδία), φορτικὴ καὶ ἐπαχθὴς (:φορτική και βαριά). Καὶ εἰ τις αὐτὴν ἂν ἔπλαττε ζωγράφος (:αν κανείς θα ήθελε ζωγράφος να την ζωγραφίσει) οὐκ ἂν μοὶ δοκεῖ ἁμαρτεῖν οὕτως αὐτὴν ἀναπλάττων (: νομίζω ότι δεν θα έκανε λάθος -εδώ «ἁμαρτεῖν» θα πει: θα έκανε λάθος να την αναπλάσει ως τι; ) γυναῖκα τινὰ θηριόμορφον( -λέει: «γυναῖκα», επειδή είναι θηλυκού γένους η λέξις αμαρτία- σαν μια γυναίκα που έχει πρόσωπον θηρίου, βάρβαρον), πῦρ πνέουσα (:βγάζει από τα ρουθούνια της φωτιά), ἀτερπή (:άσχημη), μέλαινα (: μαύρη)».
Αυτή είναι η αμαρτία με δυο λόγια. Και η αμαρτία τώρα έχει το δικό της «ὀψώνιον». Τι θα πει «ὀψώνιον»; Λέγει ο Θεοδώρητος, ένας ερμηνευτής: «Τὸν μισθὸν ὀψώνιον κέκληκε». Τι θα πει «ὀψώνιον»; Θα πει μισθός. Τι είχε πει ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής στους στρατιώτες που πήγαν να τον επισκεφθούν; «Ἀρκεῖσθε τοῖς ὀψωνίοις ὑμῶν». Να αρκείστε στον μισθό σας. Μην κάνετε εκβιασμούς, να ζητάτε περισσότερα, από τους ανθρώπους, χρήματα. Ώστε λοιπόν τι θα πει «ὀψώνιον»; Θα πει μισθός. Και ποιος είναι ο μισθός της αμαρτίας; Ο θάνατος! Κι αυτός ο θάνατος έχει ένα ευρύ φάσμα. Θάνατος σημαίνει η απομάκρυνση από τον Θεό. Και συνεπώς η απουσία του Θεού. Υπάρχει, άραγε, μεγαλύτερη δυστυχία στα ζώντα και λογικά όντα από την απουσία του Θεού;
Είναι ακόμη η απουσία της θείας χάριτος. Είναι ο άμοιρος, του Θεού, άνθρωπος. Ο οριστικά και αμετάκλητα καταδικασμένος στην αιωνία κόλαση και καταδίκη. Θάνατος, όμως, δεν είναι ο πνευματικός μόνον. Είναι και ο βιολογικός. Και ο βιολογικός είναι συνέπεια του πνευματικού θανάτου. Πρέπει να ξέρομε: ο Θεός δεν έκανε τον θάνατον. Θα ήθελα να το μαθαίναμε κάποτε αυτό. Μη λέμε εκείνο το αθεολόγητον: «Ε, τι να κάνομε, ο Θεός έδωσε τον θάνατον και πεθαίνομε όλοι οι άνθρωποι. Φυσικό πράγμα είναι». Δεν είναι φυσικό πράγμα ο θάνατος. Ο θάνατος είναι μία μεγάλη καρικατούρα μέσα εις την Δημιουργίαν. Ο θάνατος είναι το πιο αφύσικον πράγμα. Γι’ αυτό ανέστησε ο Χριστός κάποιους, για να δείξει ότι δεν είναι φυσική κατάσταση ο θάνατος. Και ο Ίδιος ανεστήθη για να δείξει ποιος θα ήταν ο άνθρωπος εάν δεν αμάρτανε ή ποιος θα είναι εφεξής εάν προσκολληθεί εις τον Ιησούν Χριστόν. Κι όπως Εκείνος Ανεστήθη, έτσι τώρα και ο άνθρωπος θα αναστηθεί, εφόσον όμως είναι πιστός εις τον Ιησούν Χριστόν.
Ο Θεός, λοιπόν, δεν έκανε τον θάνατον, ούτε τον πνευματικόν, ούτε τον βιολογικόν. Ακούστε τι λέγει στο βιβλίον της Σοφίας Σολομώντος: «Ὃτι ὁ Θεὸς ἔκτισε τὸν ἄνθρωπον ἐπ᾿ ἀφθαρσίᾳ (:Τον έκανε να μην πεθαίνει ποτέ). Φθόνῳ δέ διαβόλου θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τόν κόσμον(: Αλλά με τον φθόνο του διαβόλου εισήλθεν ο θάνατος εις τον κόσμον)». Διότι παρέσυρε ο διάβολος τους πρωτοπλάστους, τους ξεγέλασε κι έτσι αμάρτησαν και εισήλθε ο θάνατος.
Πρέπει να το καταλάβομε, αγαπητοί, στην πάντα πραγματικότητα και πολύ παραπάνω σήμερα όπως το βλέπομε, τον βιολογικόν θάνατον ακολουθεί ο πνευματικός θάνατος. Βλέπομε σήμερα τους ανθρώπους, ω, αλήθεια, να κάνουν χρήση όλων των ηδονιστικών στοιχείων από την ανηθικότητα, το οινόπνευμα, μέχρι τις ποικίλες καταχρήσεις του σώματος, μέχρι τα ναρκωτικά. Όλα αυτά οδηγούν και στον βιολογικόν θάνατον. Κάνω έκκληση στην νοημοσύνη μας, να προσέξομε, ιδίως οι νέοι άνθρωποι, τα νέα παιδιά, ποτέ μην αναζητούν τα ηδονιστικά στοιχεία, που οδηγούν εις τον θάνατον. Όντως «τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος».
Αγαπητοί, αφού η αμαρτία, κατά τον Ιερόν Χρυσόστομον, είναι το έσχατον κακόν, αυτήν και μόνον αυτήν πρέπει να φοβούμεθα. Τίποτε άλλο. Τίποτα μη μας τρομάζει. Ούτε απειλές ανθρώπων, ούτε αδικίες, ούτε η αφαίρεση της ζωής μας, όσο η αμαρτία. Ο Ιερός Χρυσόστομος μόνον αυτήν εφοβείτο. Γι’αυτό ήταν γενναίος σε όλες τις περιπέτειες της ζωής. Ο Κύριος είπε: «Μὴ οὖν φοβηθῆτε αὐτούς, τοὺς διώκτας σας. Φοβήθητε δὲ μᾶλλον τον δυνάμενον καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ». Πότε αυτό θα γινόταν; Όταν θα αμαρτάναμε.
Η αμαρτία έχει επίγειες και αιώνιες επιπτώσεις. Πολλάκις δε ο λαός του Ισραήλ από την έρημο που έμεινε 40 χρόνια, σε όλη την ιστορική του πορεία, όταν αμάρτανε, έπεφτε βαρύ το χέρι του Θεού. Αρκεί να θυμηθούμε μόνο ένα: τα λεγόμενα «μνήματα τῶν ἐπιθυμιῶν»· που πέθαναν χιλιάδες άνθρωποι, γιατί επεθύμησαν όχι το «μάννα» που τους έδινε ο Θεός αλλά τις τροφές της Αιγύπτου… Και πέθαναν από χολέρα, από δηλητηρίαση, με τα ορτύκια. Και ονομάστηκαν τα μνήματά τους, «μνήματα επιθυμιών».
Από την αμαρτία φυλάττει μόνον ο φόβος του Θεού. Αυτόν τον φόβον του Θεού είχε ο Ιωσήφ και δεν αμάρτησε εις την Αίγυπτο με την γυναίκα του Πετεφρή. Σήμερα, αγαπητοί μου, ο φόβος του Θεού εξέλειπε. Οι πολλοί γινήκαμε α-θεόφοβοι. Και όμως: «Ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου»· και «Ὁ φόβος Κυρίου ἁγνός». Αυτά λέγει η Αγία Γραφή. Μόνον αν συνειδητοποιήσομε τι σημαίνει αμαρτία, τι δύναμη έχει η αμαρτία και πού μπορεί να μας στείλει, τότε θα αρχίσει να γεννιέται ο αγνός φόβος του Κυρίου μέσα μας, όχι μόνο για να μας φυλάξει από την αμαρτία, αλλά και να μας ανοίξει οδούς αρετής και αγιότητος και ζωής.
Αγαπητοί, μην ξεχνάμε ποτέ: «Τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος».
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_569.mp3