ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ Λουκά / Ζακχαίου (25/1/2026)
Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ
ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
Προς Εβραίους κεφάλαιο Ζ΄, εδάφια 26-28 και κεφάλαιο Η΄, εδάφια 1-2
Κεφάλαιο Ζ΄ 26 Τοιοῦτος γὰρ ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς, ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος, 27 ὃς οὐκ ἔχει καθ’ ἡμέραν ἀνάγκην, ὥσπερ οἱ ἀρχιερεῖς, πρότερον ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἁμαρτιῶν θυσίας ἀναφέρειν, ἔπειτα τῶν τοῦ λαοῦ· τοῦτο γὰρ ἐποίησεν ἐφάπαξ ἑαυτὸν ἀνενέγκας. 28 Ὁ νόμος γὰρ ἀνθρώπους καθίστησιν ἀρχιερεῖς ἔχοντας ἀσθένειαν, ὁ λόγος δὲ τῆς ὁρκωμοσίας τῆς μετὰ τὸν νόμον υἱὸν εἰς τὸν αἰῶνα τετελειωμένον.
Kεφάλαιο Η΄ 1Κεφάλαιον δὲ ἐπὶ τοῖς λεγομένοις, τοιοῦτον ἔχομεν ἀρχιερέα, ὃς ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης ἐν τοῖς οὐρανοῖς, 2 τῶν ῾Αγίων λειτουργὸς καὶ τῆς σκηνῆς τῆς ἀληθινῆς, ἣν ἔπηξεν ὁ Κύριος, καὶ οὐκ ἄνθρωπος.
Ερμηνευτική απόδοση από τον μακαριστό Παν. Τρεμπέλα
Κεφάλαιο Ζ΄ 26Αντικαταστάθηκε, λοιπόν, η λευϊτική ιεροσύνη· διότι τέτοιος και με τέτοια προσόντα Αρχιερεύς μάς χρειαζόταν: ευσεβής και άγιος, απαλλαγμένος από κακία και πονηρία, αμόλυντος, χωρισμένος από τους αμαρτωλούς και ανέγγιχτος από την αμαρτία. Κι όσο ζούσε στη γη, ήταν τελείως χωρισμένος και ανέγγιχτος από τις αμαρτίες των ανθρώπων, επειδή ήταν απόλυτα αναμάρτητος˙ επιπλέον, όμως, τώρα και επειδή ανυψώθηκε πάνω από τους ουρανούς και κάθεται στα δεξιά του Θεού. 27 Αυτός ο νέος Αρχιερέας δεν έχει ανάγκη, όπως οι αρχιερείς του νόμου, να προσφέρει κάθε μέρα θυσίες πρώτα για τις δικές Του και έπειτα για του λαού τις αμαρτίες. Δεν έχει ανάγκη να προσφέρει θυσίες για τον εαυτό Του, διότι ήταν αναμάρτητος. Δεν έχει ανάγκη να προσφέρει κάθε μέρα θυσίες και για τον λαό Του, διότι αυτό το έκανε μια για πάντα θυσιάζοντας τον εαυτό Του για χάρη του λαού Του. 28 Ο Αρχιερέας μας άλλωστε διαφέρει πάρα πολύ από τους αρχιερείς του νόμου· διότι ο μωσαϊκός νόμος εγκαθιστά ως αρχιερείς ανθρώπους που έχουν ηθική ασθένεια και είναι θνητοί. Ο λόγος, όμως, και η ένορκη υπόσχεση που δόθηκε ύστερα από τον μωσαϊκό νόμο και συνεπώς τον αντικατέστησε, εγκαθιστά Αρχιερέα τον Υιό του Θεού, ο οποίος αναδείχθηκε στην επίγεια ζωή Του αναμάρτητος και τέλειος και μένει αναμάρτητος και τέλειος αιωνίως.
Kεφάλαιο Η΄ 1Το σπουδαιότερο, λοιπόν, απ’ όσα είπαμε είναι αυτό: ότι έχουμε τέτοιον Αρχιερέα, ο Οποίος κάθισε στα δεξιά του θρόνου της μεγαλειότητος του Θεού στους ουρανούς 2 και έγινε λειτουργός των Αγίων που βρίσκονται στους ουρανούς, και της αληθινής σκηνής, που δεν την κατασκεύασε κάποιος άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο Κύριος.
Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΕ΄ΛΟΥΚΑ:
Κατά Λουκάν, κεφάλαιο ΙΘ΄, εδάφια 1-10
1 Καί εἰσελθὼν διήρχετο τὴν ῾Ιεριχώ· 2 καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος, 3 καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν ᾿Ιησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν. 4 Καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. 5 Καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ ᾿Ιησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. 6 Καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων. 7 Καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι.
8 Σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. 9 Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς ᾿Αβραάμ ἐστιν. 10 Ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.
Ερμηνευτική απόδοση από τον μακαριστό Παν. Τρεμπέλα
1 Έπειτα από λίγο ο Ιησούς μπήκε στην Ιεριχώ, και περνούσε μέσα από την πόλη. 2 Εκεί υπήρχε ένας άνθρωπος που ονομαζόταν Ζακχαίος. Αυτός ήταν αρχιτελώνης και πολύ πλούσιος. 3 Και προσπαθούσε να δει τον Ιησού ποιος είναι, αλλά δεν μπορούσε· διότι υπήρχε μεγάλη συρροή λαού, και αυτός ήταν κοντός στο ανάστημα και σκεπαζόταν από το πλήθος. 4 Έτρεξε λοιπόν μπροστά από το πλήθος που συνόδευε τον Ιησού και ανέβηκε σαν να ήταν μικρό παιδί σε μία συκομουριά για να τον δει, διότι από τον δρόμο εκείνο στον οποίο βρισκόταν το δέντρο αυτό θα περνούσε ο Ιησούς. 5 Αμέσως μόλις έφθασε ο Ιησούς στο σημείο εκείνο, σήκωσε τα μάτια Του και τον είδε˙ και, χωρίς να τον γνωρίζει από παλαιότερα, τον φώναξε με το όνομά του και του είπε: «Ζακχαίε, κατέβα γρήγορα, διότι σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου, σύμφωνα με τη θεία βουλή που προετοιμάζει η σωτηρία σου». 6 Τότε ο Ζακχαίος κατέβηκε γρήγορα και τον υποδέχθηκε στο σπίτι του με χαρά. 7Όλοι όμως, όταν είδαν ότι ο Ιησούς προτίμησε το σπίτι του Ζακχαίου, μουρμούριζαν μεταξύ τους με αγανάκτηση και σχολίαζαν περιφρονητικά τον Ιησού, λέγοντας ότι μπήκε να μείνει και να αναπαυθεί στο σπίτι ενός αμαρτωλού ανθρώπου.
8 Ο Ζακχαίος όμως στάθηκε μπροστά στον Κύριο και του είπε: «Ιδού, Κύριε, τα μισά από τα υπάρχοντά μου τα δίνω ελεημοσύνη στους φτωχούς, κι αν τυχόν ως τελώνης μεταχειρίστηκα συκοφαντίες, ψεύτικες καταγγελίες και αναφορές για να αδικήσω κάποιον σε κάτι, του το γυρίζω πίσω τετραπλάσιο». 9 Τότε ο Ιησούς στράφηκε προς αυτόν και είπε: «Σήμερα με την επίσκεψή μου στο σπίτι αυτό ήλθε η σωτηρία τόσο στον οικοδεσπότη, όσο και στους δικούς του. Και έπρεπε να σωθεί και ο αρχιτελώνης αυτός, διότι κι αυτός είναι γιος και απόγονος του Αβραάμ, όπως κι εσείς που διαμαρτύρεστε. Και σε αυτόν λοιπόν έδωσε ο Θεός την υπόσχεση της σωτηρίας. 10 Έπρεπε λοιπόν να συντελέσω στη σωτηρία αυτή του Ζακχαίου, διότι ο υιός του ανθρώπου ήλθε από τον ουρανό στην γη για να αναζητήσει και να σώσει όλη την ανθρωπότητα, που σαν χαμένο πρόβατο κινδύνευε να πεθάνει μέσα στην αμαρτία».
ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ [:Εβρ.7,26-28 και 8,1-2]
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
«Τοιοῦτος γὰρ ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς, ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος(:Aντικαταστάθηκε λοιπόν η λευιτική ιεροσύνη. Διότι τέτοιος και με τέτοιες ιδιότητες Αρχιερέας μάς χρειαζόταν· ευσεβής και άγιος, απαλλαγμένος από κακία και πονηρία, αμόλυντος, χωρισμένος από τους αμαρτωλούς και ανέγγιχτος από την αμαρτία. Και όσο ζούσε στη γη, ήταν τελείως χωρισμένος και ανέγγιχτος από τις αμαρτίες των ανθρώπων, επειδή ήταν απόλυτα αναμάρτητος· επιπλέον όμως τώρα και επειδή ανυψώθηκε πάνω από τους ουρανούς και κάθεται στα δεξιά του Θεού)»[Εβρ.7,26].
Βλέπεις ότι όλα έχουν λεχθεί για την ανθρώπινη φύση του Κυρίου; Όταν όμως λέγω «ανθρώπινη φύση», εννοώ αυτήν που έχει θεότητα· δεν τη χωρίζω, αλλά αφήνω να σκέπτεται κανείς αυτά που πρέπει. Είδες τη διαφορά του αρχιερέα; Ανακεφαλαίωσε όσα λέχθηκαν παραπάνω, λέγοντας : « Οὐ γὰρ ἔχομεν ἀρχιερέα μὴ δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν, πεπειραμένον δὲ κατὰ πάντα καθ᾿ ὁμοιότητα χωρὶς ἁμαρτίας(: Και να μην περάσει ποτέ από τον νου μας ότι αφού Αυτός είναι τώρα στους ουρανούς, δε θα δείξει ενδιαφέρον για μας· διότι δεν έχουμε αρχιερέα που να μην μπορεί να μας συμπαθήσει στις ηθικές και φυσικές αδυναμίες μας, επειδή τάχα δεν γνωρίζει τα όσα μας συμβαίνουν ή επειδή υψώθηκε τόσο πολύ· αλλά έχουμε αρχιερέα ο οποίος έχει αντιμετωπίσει πειρασμούς, με όλους τους τρόπους που μπορεί να δοκιμαστεί η ανθρώπινη φύση. Έχει αντιμετωπίσει πειρασμούς εξ ολοκλήρου όμοια με εμάς, χωρίς όμως να υποπέσει σε καμία αμαρτία)»[Εβρ.4,15].
«Τοιοῦτος γὰρ ἀρχιερεύς(:Τέτοιος λοιπόν αρχιερέας)», λέγει, «ἡμῖν ἔπρεπεν· ὅσιος, ἄκακος(:μάς χρειαζόταν· ευσεβής και άγιος, απαλλαγμένος από κακία και πονηρία)». Τι σημαίνει «ἄκακος»; Απονήρευτος· όχι ύπουλος. Και ότι είναι τέτοιος άκου τον προφήτη που λέγει: «ἀνομίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ(:δεν διέπραξε καμία παρανομία, ούτε βρέθηκε ποτέ δόλος και ψεύδος στο στόμα Του)» [Ησ. 53,9]. Θα μπορούσε λοιπόν να το πει αυτό κανείς για τον Θεό; Δεν ντρέπεται όμως να λέγει ότι ο Θεός δεν είναι ύπουλος, ούτε δολερός; Για τον Θεό βέβαια που έγινε άνθρωπος θα μπορούσε να είναι δικαιολογημένο. «Ὃσιος, ἀμίαντος(:ευσεβής και άγιος, αμόλυντος)». Και αυτό δεν θα μπορούσε να το πει κανείς για τον Θεό, γιατί έχει φύση που δεν μολύνεται.
«Κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν(:χωρισμένος από τους αμαρτωλούς και ανέγγιχτος από την αμαρτία)». Αυτό λοιπόν μόνο δείχνει τη διαφορά ή και η ίδια η θυσία; Ασφαλώς και η θυσία. Πώς; Λέγει: «ὃς οὐκ ἔχει καθ᾿ ἡμέραν ἀνάγκην, ὥσπερ οἱ ἀρχιερεῖς, πρότερον ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἁμαρτιῶν θυσίας ἀναφέρειν, ἔπειτα τῶν τοῦ λαοῦ· τοῦτο γὰρ ἐποίησεν ἐφάπαξ ἑαυτὸν ἀνενέγκας(:Αυτός ο νέος αρχιερέας δεν έχει ανάγκη, όπως οι αρχιερείς του νόμου, να προσφέρει κάθε μέρα θυσίες πρώτα για τις δικές Του αμαρτίες και έπειτα για τις αμαρτίες του λαού. Δεν έχει ανάγκη να προσφέρει θυσίες για τον εαυτό Του, διότι ήταν αναμάρτητος. Δεν έχει ανάγκη να προσφέρει κάθε μέρα θυσίες, και για τον λαό Του, διότι αυτό το έκανε μία για πάντα θυσιάζοντας τον εαυτό Του για χάρη του λαού Του)»[Εβρ.7,27].
Κάνοντας αυτό εδώ, υποδηλώνει ήδη την υπεροχή της πνευματικής θυσίας. Ανέφερε τη διαφορά του ιερέα, ανέφερε τη διαφορά της διαθήκης, όχι βέβαια όλη, αλλά πάντως την ανέφερε. Εδώ ήδη υποδηλώνει και την ίδια τη θυσία. Να μη νομίζεις λοιπόν, όταν ακούσεις ότι είναι ιερέας, ότι πάντοτε είναι ιερέας. Γιατί μία φορά υπήρξε ιερέας· και στη συνέχεια κάθισε. Για να μην νομίσεις ότι στέκεται στους ουρανούς και είναι λειτουργός, δείχνει ότι το πράγμα είναι έργο οικονομίας. Όπως έγινε δούλος, έτσι έγινε και ιερέας και λειτουργός. Αλλά όπως όταν έγινε δούλος δεν παρέμεινε δούλος, έτσι και όταν έγινε λειτουργός δεν παρέμεινε λειτουργός· γιατί γνώρισμα του λειτουργού δεν είναι το να κάθεται, αλλά το να στέκεται. Αυτό λοιπόν υπαινίσσεται εδώ το μεγαλείο της θυσίας, η οποία, αν και ήταν μία και προσφέρθηκε μία φορά, κατόρθωσε τόσα πολλά, όσα δεν μπόρεσαν οι άλλες όλες.
Αλλά γι’ αυτό δεν μίλησε ακόμη· προς το παρόν αυτό μόνο λέγει: «Τοῦτο γὰρ ἐποίησεν ἐφάπαξ ἑαυτὸν ἀνενέγκας(:Δεν έχει ανάγκη να προσφέρει κάθε μέρα θυσίες, και για τον λαό Του, διότι αυτό το έκανε μία για πάντα θυσιάζοντας τον εαυτό Του για χάρη του λαού Του)». «Τοῦτο(:αυτό)»,ποιο; «Είναι ανάγκη», λέγει, «να έχει και Αυτός κάτι να προσφέρει, όχι για τον εαυτό Του(πώς δηλαδή θα πρόσφερε για τον εαυτό Του, αφού ήταν αναμάρτητος;), αλλά για τον λαό». Τι λες; Και δε χρειάζεται να προσφέρει για τον εαυτό Του και μπορεί τόσο πολύ; «Ναι», λέγει. Και για να μην νομίσεις ότι το «τοῦτο γὰρ ἐποίησεν ἐφάπαξ» λέγεται και για τον εαυτό του, άκουσε τι προσθέτει: «Ὁ νόμος γὰρ ἀνθρώπους καθίστησιν ἀρχιερεῖς ἔχοντας ἀσθένειαν(:Ο αρχιερέας μας άλλωστε διαφέρει πάρα πολύ από τους αρχιερείς του νόμου· διότι ο νόμος εγκαθιστά ως αρχιερείς ανθρώπους που έχουν ηθική ασθένεια και είναι θνητοί)». Γι’ αυτό και προσφέρουν πάντοτε για τον εαυτό τους. Εκείνος όμως που είναι δυνατός και δεν έχει αμαρτίες για ποιο λόγο προσφέρει για τον εαυτό Του; Άρα δεν πρόσφερε για τον εαυτό Του, αλλά για τον λαό· και αυτό το έκανε μία για πάντα.
«Ὁ λόγος δὲ τῆς ὁρκωμοσίας τῆς μετὰ τὸν νόμον υἱὸν εἰς τὸν αἰῶνα τετελειωμένον(:Ο λόγος όμως και η ένορκη υπόσχεση που δόθηκε ύστερα από τον νόμο και συνεπώς τον αντικατέστησε, εγκαθιστά αρχιερέα τον Υιό του Θεού, ο οποίος αναδείχθηκε στην επίγεια ζωή Του αναμάρτητος και τέλειος, και μένει αναμάρτητος και τέλειος αιωνίως)»[Εβρ.7,28].Τι σημαίνει «τετελειωμένον(:που είναι τέλειος)»; Πρόσεχε· δεν αναφέρει ο Παύλος τις διακρίσεις κανονικά. Γιατί, αφού είπε: «οι οποίοι έχουν αδυναμίες», δεν είπε «τον Υιό που είναι δυνατός», αλλά «που είναι τέλειος», δηλαδή που είναι «δυνατός», όπως θα μπορούσε να πει κανείς. Βλέπεις ότι το όνομα «Υιός» λέχθηκε σε αντιδιαστολή του δούλου; Όμως «ἀσθένειαν(:αδυναμία)» ή την αμαρτία εννοεί ή τον θάνατο. Τι σημαίνει «εἰς τὸν αἰῶνα (:αιώνια)»; «Όχι μόνο τώρα είναι αναμάρτητος», λέγει, «αλλά πάντοτε». Αφού λοιπόν είναι τέλειος, αφού ποτέ δεν αμαρτάνει, αφού ζει αιώνια, για ποιο λόγο θα προσφέρει πολλές φορές θυσίες για μας; Τώρα όμως δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, αλλά ισχυρίζεται ότι δεν προσφέρει ο Ίδιος για τον εαυτό Του.
Αφού λοιπόν έχουμε τέτοιον αρχιερέα, ας Τον μιμηθούμε και ας ακολουθούμε τα ίχνη Του. Δεν υπάρχει άλλη θυσία, μία μας έκανε καθαρούς, μετά από αυτό υπάρχει φωτιά και κόλαση. Και γι’ αυτό παντού απευθύνεται και λέγει ότι υπάρχει ένας ιερέας και μία θυσία, για να μη νομίζει κανείς ότι υπάρχουν πολλές και αμαρτάνει ασύστολα.
Όσοι λοιπόν αξιωθήκαμε τη σφραγίδα του βαπτίσματος, όσοι απολαύσαμε τη θυσία, όσοι πήραμε μέρος στην αθάνατη τράπεζα, ας διαφυλάσσουμε διαρκώς την ευγενική μας καταγωγή και την τιμή, γιατί η πτώση δεν είναι ακίνδυνη. Όσοι όμως δεν τα αξιώθηκαν ακόμη αυτά, ας μην ελπίζουν γι’ αυτό. Γιατί όταν κανείς αμαρτάνει γι’ αυτό, για να λάβει το άγιο βάπτισμα στο τέλος της ζωής του, πολλές φορές δεν θα το πετύχει. Και, πιστέψτε με, αυτό που πρόκειται να πω δεν το λέγω για να σας φοβίσω· ξέρω ότι το έπαθαν αυτό πολλοί, οι οποίοι με την προσδοκία του βαπτίσματος έκαναν πολλές αμαρτίες, αλλά την ημέρα του θανάτου τους έφυγαν χωρίς βάπτισμα. Ο Θεός γι’ αυτό έδωσε το βάπτισμα, για να εξαλείψει τις αμαρτίες και όχι να τις αυξήσει. Αν όμως κάποιος το χρησιμοποιεί για να κάνει άφοβα περισσότερες αμαρτίες, αυτό γίνεται πλέον αιτία ραθυμίας. Γιατί, αν δεν ήταν το βάπτισμα, θα μπορούσαν να ζουν με περισσότερη ασφάλεια, επειδή δεν θα είχαν τη συγχώρηση.
Βλέπεις ότι το «καὶ μὴ καθὼς βλασφημούμεθα καὶ καθὼς φασί τινες ἡμᾶς λέγειν ὅτι ποιήσωμεν τὰ κακὰ ἵνα ἔλθῃ τὰ ἀγαθά; ὧν τὸ κρῖμα ἔνδικόν ἐστι(: και μήπως -όπως ισχυρίζονται μερικοί ότι δήθεν το λέμε κιόλας- θα κάνουμε τα κακά για να έλθουν τα αγαθά; Αλλά η καταδίκη και η τιμωρία αυτών των συκοφαντών είναι δίκαιη)» [Ρωμ.3,8], εμείς είμαστε εκείνοι που το κάνουμε να λέγεται; Γι’ αυτό, παρακαλώ, και εσείς οι αμύητοι στα μυστήρια να είστε προσεκτικοί. Κανείς να μην ασκεί την αρετή σαν μισθωτός και αχάριστος ή σαν να είναι κάτι δυσάρεστο και ενοχλητικό. Ας την ασκήσουμε λοιπόν με προθυμία και χαρά. Αν δεν υπήρχε μισθός, δεν έπρεπε να είναι κανείς αγαθός; Αλλά όμως ας γίνουμε αγαθοί έστω και με μισθό. Πώς λοιπόν δεν είναι ντροπή αυτό και μέγιστη κατάκριση; «Αν δε μου δώσεις μισθό», λέγει κάποιος, «δεν γίνομαι σώφρων». Λοιπόν να τολμήσω να πω κάτι; Ποτέ δεν θα γίνεις σώφρων, ούτε όταν σωφρονείς, εφόσον αυτό το κάνεις με μισθό· γιατί, αν δεν αγαπάς την αρετή, τη θεωρείς ότι δεν είχε καμία αξία. Αλλά ο Θεός εξαιτίας της μεγάλης μας αδυναμίας θέλησε πρώτα να γίνει αυτή έστω και με μισθό· εμείς όμως ούτε έτσι την ασκούμε.
Ας υποθέσουμε, αν θέλετε, ότι ένας άνθρωπος πεθαίνει, αφού έπραξε άπειρα κακά και αξιώθηκε το βάπτισμα, που πιστεύω ότι δεν συμβαίνει εύκολα· πώς, σε ερωτώ, θα πάει εκεί; Χωρίς κατηγορία βέβαια γι’ αυτά που έπραξε, αλλά και χωρίς παρρησία· και σωστά. Γιατί, το να ζήσει εκατό χρόνια και δεν δείξει κανένα αγαθό έργο, αλλά μόνο ότι δεν αμάρτησε, ή καλύτερα ούτε αυτό, αλλά ότι σώθηκε μόνο με τη χάρη, και δει άλλους στεφανωμένους, λαμπρούς και δοξασμένους, και αν ακόμη δεν πέσει στη γέενα, πες μου θα υποφέρει άραγε τη στενοχώρια;
Για να κάνω το πράγμα σαφέστερο με παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι υπάρχουν δύο στρατιώτες, και ο ένας κλέβει, αδικεί, είναι πλεονέκτης, ενώ ο άλλος δεν κάνει τίποτε από αυτά, αλλά κάνει ανδραγαθίες, κατορθώνει μεγάλα πράγματα, στήνει τρόπαια σε πολέμους, τραυματίζεται στο δεξιό του χέρι. Έπειτα, όταν έρθει ο καιρός, ο ένας από τη θέση εκείνη, στην οποία βρισκόταν και ο κλέφτης, ξαφνικά οδηγείται στο βασιλικό θρόνο και ντύνεται την πορφύρα, ενώ ο άλλος, ο κλέφτης, μένει εκεί όπου ήταν και μόνο από τη φιλανθρωπία του βασιλιά δεν τιμωρείται για εκείνα που έπραξε, αλλά μένει στο χειρότερο τόπο και υποταγμένος στο βασιλιά, άραγε θα υποφέρει την στενοχώρια, πες μου, όταν δει ότι αυτός που ήταν μαζί του ανέβηκε στην κορυφή των αξιωμάτων και έγινε τόσο λαμπρός και εξουσιάζει την οικουμένη, ενώ ο ίδιος παραμένει ακόμη κάτω και ότι δεν τιμωρήθηκε όχι επειδή το άξιζε, αλλά από τη χάρη και τη φιλανθρωπία του βασιλιά; Γιατί, και αν ακόμη τον αφήσει ο βασιλιάς και τον απαλλάξει από τις κατηγορίες, θα ζήσει ντροπιασμένος, επειδή και οι άλλοι δεν θα τον θαυμάζουν.
Σε τέτοιες περιπτώσεις χάριτος δεν θαυμάζουμε εκείνους που παίρνουν τα δώρα, αλλά εκείνους που τα δίνουν. Και όσα μεγαλύτερα δώρα θα δώσουν, τόσο περισσότερο ντροπιάζονται όσοι τα παίρνουν, όταν είναι μεγάλα τα αμαρτήματά τους. Με ποια λοιπόν μάτια θα μπορέσει να αντικρύσει ένας τέτοιος εκείνους που βρίσκονται στα ανάκτορα, όταν εκείνοι έχουν να επιδείξουν άπειρους ιδρώτες και τραύματα, ενώ αυτός δεν έχει να επιδείξει τίποτε, αλλά και αυτή τη σωτηρία του την έχει μόνο από τη φιλανθρωπία του Θεού; Όπως δηλαδή αν κάποιος έσωζε ένα δολοφόνο ή ένα κλέφτη ή μοιχό που επρόκειτο να θανατωθεί και τον πρόσταζε να στέκεται στην εξώπορτα των ανακτόρων, εκείνος δε θα μπορέσει τότε να αντικρύσει κανέναν, παρόλο που έχει απαλλαχθεί από την τιμωρία· έτσι ακριβώς και αυτός.
Να μη νομίσετε, επειδή ο λόγος είναι για βασιλικά ανάκτορα, ότι όλοι απολαμβάνουν τα ίδια. Γιατί, αν εδώ και ο ύπαρχος και όλοι όσοι αποτελούν την ακολουθία του βασιλιά και αυτοί ακόμη που είναι πολύ κατώτεροι και κατέχουν τη θέση αυτών που λέγονται «δεκανοί» είναι μέσα στα ανάκτορα, αν και υπάρχει τόσο μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον ύπαρχο και τον «δεκανό», πολύ περισσότερο θα συμβεί αυτό στα ουράνια ανάκτορα. Και αυτό δεν το λέγω μόνος μου, γιατί ο Παύλος αναφέρει και άλλη διαφορά μεγαλύτερη από αυτές. «Όσες», λέγει, «διαφορές υπάρχουν από τον ήλιο έως τη σελήνη και τα αστέρια και το πιο μικρό αστέρι, τόσες πολλές υπάρχουν και σε αυτούς που βρίσκονται στη βασιλεία». Και ότι η διαφορά του ήλιου και του πιο μικρού αστεριού είναι πολύ μεγαλύτερη από τη διαφορά του δεκανού και του υπάρχου είναι φανερό σε όλους. Γιατί ο ήλιος συγχρόνως φωτίζει και φαιδρύνει όλη την οικουμένη και κρύβει τη σελήνη και τα αστέρια, ενώ πολλές φορές δεν φαίνεται και αυτά βρίσκονται στο σκοτάδι· γιατί υπάρχουν πολλά αστέρια που δεν τα βλέπουμε. Όταν λοιπόν βλέπουμε άλλους να γίνονται ήλιοι, ενώ εμείς έχουμε τη θέση των πιο μικρών αστεριών που δε φαίνονται καθόλου, ποια παρηγοριά θα έχουμε;
Ας μην είμαστε, παρακαλώ, τόσο νωθροί και τόσο οκνηροί, ας μη μετατρέπουμε τη σωτηρία από τον Θεό σε αδιαφορία, αλλά ας την εκμεταλλευόμαστε και ας την αυξάνουμε πάρα πολύ. Γιατί και αν ακόμη κάποιος είναι κατηχούμενος, αλλά γνωρίζει τον Χριστό, γνώρισε την πίστη και ακούει τα θεία λόγια, δεν είναι μακριά από τη θεία γνώση και γνωρίζει το θέλημα του Κυρίου του. Για ποιο λόγο λοιπόν αναβάλλει; Για ποιον λόγο διστάζει και καθυστερεί;
Τίποτε δεν είναι ανώτερο από την καλή ζωή, και εδώ και εκεί, και για τους βαπτισμένους και για τους κατηχουμένους. Γιατί, πες μου, ποια ενοχλητική εντολή πήραμε; «Το να έχεις», λέγει κάποιος, «γυναίκα και παρ’όλ’αυτά να είσαι εγκρατής». Αυτό πες μου είναι ενοχλητικό; Και πώς είναι, όταν πολλοί και χωρίς γυναίκα είναι εγκρατείς, όχι μόνο Χριστιανοί αλλά και εθνικοί; Αυτό λοιπόν που ο εθνικός ξεπερνάει από ματαιοδοξία, εσύ ούτε αυτό τηρείς από φόβο Θεού; «ἐκ τῶν ὑπαρχόντων σοι (:από τα υπάρχοντά σου)», λέγει, «ποίει ἐλεημοσύνην (: δίνε ελεημοσύνη στους φτωχούς)»[Τωβίτ, 4,7]. Αυτό είναι βαρύ; Αλλά και εδώ μας κατηγορούν οι εθνικοί που από ματαιοδοξία μόνο ξόδεψαν ολόκληρες περιουσίες.
«Να μην αισχρολογείς». Αυτό είναι δύσκολο; Αν λοιπόν δε δινόταν τέτοια εντολή, δεν έπρεπε να το κατορθώνουμε αυτό, για να μη φαινόμαστε ανήθικοι; Ότι το αντίθετο είναι δύσκολο, δηλαδή η αισχρολογία, φαίνεται από το ότι η ψυχή ντρέπεται και κοκκινίζει, αν φθάσει στο να πει κάτι τέτοιο, και δεν θα το πει, αν ίσως δεν είναι μεθυσμένη. Γιατί όταν κάθεσαι στην αγορά, αν το κάνεις αυτό στο σπίτι, δεν το κάνεις εκεί; Άραγε όχι για τους παρόντες; Γιατί δεν κάνεις το ίδιο εύκολα και στη γυναίκα σου; Άραγε όχι για να μην την υβρίσεις; Για να μην υβρίσεις λοιπόν τη γυναίκα σου δεν το κάνεις, όταν όμως υβρίζεις τον Θεό, δεν κοκκινίζεις από ντροπή; Γιατί είναι παρών παντού και ακούει τα πάντα.
«Να μη μεθάς», λέγει. Σωστά. Γιατί αυτό καθεαυτό δεν είναι τιμωρία; Δεν είπε «βασάνιζε το σώμα», αλλά τι; Να μη μεθάς, δηλαδή να μην το εξουθενώνεις έτσι, ώστε να αφαιρεθεί η εξουσία της ψυχής. Τι λοιπόν; Δεν πρέπει κανείς να φροντίζει για το σώμα; Μακριά μία τέτοια σκέψη· δεν εννοώ αυτό, αλλά να μην το φροντίζεις για να ικανοποιήσεις τις επιθυμίες του, γιατί έτσι πρόσταξε και ο Παύλος λέγοντας: «ἀλλ᾿ ἐνδύσασθε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας(: αλλά φορέστε σαν ένδυμα της ψυχής σας τον Κύριο Ιησού Χριστό, ώστε στην όλη ζωή σας να μοιάσετε με Αυτόν. Και μη φροντίζετε για τη σάρκα, πώς να ικανοποιείτε τις παράνομες επιθυμίες της. Τέτοια πρέπει να είναι η συμπεριφορά σας μέσα στην κοινωνία που ζείτε)»[Ρωμ.13,14].
«Να μην αρπάζεις», λέγει, «αυτά που δεν είναι δικά σου, να μην είσαι πλεονέκτης, ούτε επίορκος». Ποια από αυτά χρειάζονται κόπους και ποια ιδρώτες; «Να μην κακολογείς», λέει μία άλλη εντολή, «ούτε να συκοφαντείς». Τι κόπο έχει αυτό; Το αντίθετο λοιπόν είναι κόπος. Γιατί, όταν κακολογήσεις κάποιον, αμέσως κινδυνεύεις και σε τρώει η υποψία, μήπως άκουσε γι’ αυτό που είπες, είτε είναι μεγάλος είτε είναι μικρός. Και αν είναι μεγάλος, θα κινδυνεύσεις αμέσως με έργα· αν όμως είναι μικρός, θα σου το ανταποδώσει με τα ίδια, ή καλύτερα με πολύ χειρότερα, γιατί θα σε κακολογήσει περισσότερο.
Δεν πήραμε λοιπόν καμία δύσκολη και ενοχλητική εντολή, αν θέλουμε. Αν όμως δεν θέλουμε και τα πιο εύκολα θα μας φανούν δύσκολα. Τι είναι πιο εύκολο από το φαγητό; Και όμως από πολλή βλακεία πολλοί είναι εκείνοι που δυσανασχετούν γι’ αυτό και ακούω πολλούς να λένε ότι και το φαγητό είναι κούραση. Τίποτε από αυτά δεν έχει κούραση εάν βέβαια έχεις τη θέληση. Γιατί από την θέλησή μας εξαρτώνται όλα, ύστερα από την χάρη του Θεού.
Ας θελήσουμε λοιπόν τα αγαθά, για να επιτύχουμε και τα αιώνια αγαθά, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον οποίο στον Πατέρα και συγχρόνως στο άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα, η δύναμη και η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………
ΟΜΙΛΙΑ ΙΔ΄(υπομνηματισμός των εδαφίων Εβρ.8,1-2)
«Κεφάλαιον δὲ ἐπὶ τοῖς λεγομένοις, τοιοῦτον ἔχομεν ἀρχιερέα, ὃς ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης ἐν τοῖς οὐρανοῖς, τῶν ἁγίων λειτουργὸς καὶ τῆς σκηνῆς τῆς ἀληθινῆς, ἣν ἔπηξεν ὁ Κύριος, καὶ οὐκ ἄνθρωπος(:Το σπουδαιότερο λοιπόν από όσα είπαμε είναι αυτό: ότι έχουμε τέτοιον Αρχιερέα, ο οποίος κάθισε στα δεξιά του θρόνου της μεγαλειότητας του Θεού στους ουρανούς. Και έγινε λειτουργός των Αγίων που βρίσκονται στους ουρανούς, και της αληθινής σκηνής, που δεν την κατασκεύασε κάποιος άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο Κύριος)»[Εβρ.8,2].
Αναμιγνύει τα ταπεινά με τα υψηλά ο Παύλος, αυτός που πάντοτε μιμείται τον Διδάσκαλό του, ώστε τα ταπεινά να γίνουν οδός προς τα υψηλά και μέσω αυτών να οδηγηθούν σε εκείνα και όταν φθάσουν στα υψηλά να μάθουν ότι αυτά ήταν αποτέλεσμα της συγκατάβασης του Θεού. Αυτό λοιπόν κάνει και εδώ. Γιατί αφού είπε ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός πρόσφερε τον εαυτό Του και έδειξε ότι είναι αρχιερέας, προσθέτει: «Κεφάλαιον δὲ ἐπὶ τοῖς λεγομένοις, τοιοῦτον ἔχομεν ἀρχιερέα, ὃς ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης ἐν τοῖς οὐρανοῖς (:Το σπουδαιότερο λοιπόν από όσα είπαμε είναι αυτό: ότι έχουμε τέτοιον Αρχιερέα, ο οποίος κάθισε στα δεξιά του θρόνου της μεγαλειότητας του Θεού στους ουρανούς)». Αν και βέβαια αυτό δεν είναι γνώρισμα ιερέα, αλλά εκείνου στον οποίο πρέπει να είναι ιερέας.
«τῶν ἁγίων λειτουργὸς(:και έγινε λειτουργός των Αγίων που βρίσκονται στους ουρανούς)». Όχι απλώς υπηρετεί, αλλά «υπηρετεί στα άγια των αγίων». «Καὶ τῆς σκηνῆς τῆς ἀληθινῆς, ἣν ἔπηξεν ὁ Κύριος, καὶ οὐκ ἄνθρωπος(:και λειτουργός της αληθινής σκηνής, που δεν την κατασκεύασε κάποιος άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο Κύριος)». Βλέπεις τη συγκατάβασή Του; Δεν έκανε πριν από λίγο τη διάκριση λέγοντας: «Οὐχὶ πάντες εἰσὶ λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν;(:Δεν είναι όλοι οι άγγελοι υπηρετικά πνεύματα, που ενεργούν όχι από δική τους πρωτοβουλία, αλλά αποστέλλονται από τον Θεό για να υπηρετούν εκείνους που πρόκειται να κληρονομήσουν την αιώνια ζωή;)» [Εβρ.1,14];
Και για τον λόγο αυτόν δεν ακούνε την φράση «Κάθου ἐκ δεξιῶν μου(:Κάθισε στα δεξιά μου)»[ πρβ. Εβρ.1,13: «Πρὸς τίνα δὲ τῶν ἀγγέλων εἴρηκέ ποτε· κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου;(:Σε ποιον άλλωστε από τους αγγέλους έχει πει ποτέ ο Θεός Πατέρας:’’ Κάθισε τώρα στα δεξιά μου, ωσότου υποτάξω τους εχθρούς σου νικημένους κάτω από τα πόδια σου ως υποπόδιο, για να έχεις αιωνίως αδιαφιλονίκητη την εξουσία;’’. Σε κανέναν)»]. Το λέγει αυτό, γιατί οπωσδήποτε δεν είναι υπηρέτης αυτός που κάθεται. Επομένως αυτό το ακούει εξαιτίας του σώματος. «Σκηνήν» όμως εδώ εννοεί τον ουρανό. Γι’ αυτό και δείχνοντας τη διαφορά από τη σκηνή των Ιουδαίων προσθέτει και λέγει: «ἣν ἔπηξεν ὁ Κύριος, καὶ οὐκ ἄνθρωπος (:την οποία έστησε ο Κύριος και όχι άνθρωπος)».
Πρόσεχε πώς εξύψωσε τις ψυχές των εξ Ιουδαίων πιστών, λέγοντας αυτό. Επειδή δηλαδή ήταν φυσικό να σκέπτονται αυτοί και να λένε «δεν έχουμε σκηνή τέτοια», «να», λέγει, «ο ιερέας, και μεγάλος, και πολύ μεγαλύτερος από εκείνον, και θυσία πρόσφερε πιο θαυμαστή». Αλλά μήπως αυτά είναι λόγια, μήπως αλαζονεία και ψυχαγωγία; Γι’ αυτό όμως τα βεβαίωσε πρώτα από τον όρκο και στη συνέχεια και από τη σκηνή. Ήταν βέβαια και η διαφορά αυτή φανερή, αλλά αυτός επινοεί και άλλη. «Την οποία σκηνή», λέγει, «έστησε ο Κύριος και όχι άνθρωπος». Πού λοιπόν είναι εκείνοι που λένε ότι κινείται ο ουρανός; Πού είναι αυτοί που διακηρύττουν ότι έχει σχήμα σφαίρας; Και τα δύο έχουν αναιρεθεί εδώ. «Κεφάλαιον δὲ(:Το σπουδαιότερο λοιπόν)», λέγει, «ἐπὶ τοῖς λεγομένοις(: από όσα είπαμε)»· «Κεφάλαιον» λέγεται πάντοτε το μέγιστο.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-ad-hebraeos.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην Προς Εβραίους επιστολήν , πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1986, τόμος 24, ομιλίες ΙΓ΄ και ΙΔ΄(κατ΄επιλογήν),σελίδες 526-539 και 540-543 αντίστοιχα.
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
https://www.saint.gr/bible.aspx
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ΛΟΥΚΑ [:Λουκ. 19,1-10]
Ομιλία αγίου Ιωάννου, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου,
«Εἰς τὸν Ζακχαῖον τὸν τελώνην»
Όσοι ποθούν έντονα καθετί καλό, καθόλου δεν διαφέρουν από όσους αισθάνονται δίψα, αγαπητοί μου. Όσο πιο πολύ δεν βρίσκουν αυτό που η ψυχή τους επιζητεί, τόσο περισσότερο ανάβει η δίψα τους για αυτά που ποθούν· και τη νύχτα ονειρεύονται σαν διψασμένοι τις πηγές των όσων ποθούν να βρουν· και όταν ξημερώσει, περιερχόμενοι από τόπο σε τόπο, με αεικίνητα μάτια κοιτάζοντας ερευνητικά γύρω, αναζητούν αυτά που ποθεί η καρδιά τους· και είναι όπως ακριβώς οι οδοιπόροι που σε ώρα μεσημεριάτικου καύσωνα διασχίζουν την άνυδρη γη, πιεσμένοι από τη δίψα, και που εξετάζουν γύρω τους να βρουν πηγές να δροσιστούν και να ξεδιψάσουν και πολλές φορές θα τους δεις να ανεβαίνουν αυτοί ακόμη και βουνά, για να φτάσουν όπου υπάρχει κάποια πηγή· κι όταν από μακριά τη δουν, χαίρονται και σπεύδουν να συνεχίσουν και να ολοκληρώσουν την πορεία τους προς αυτήν· έπειτα φθάνουν στην πηγή και σβήνουν με το νερό τη δίψα τους· τέτοιοι είναι και οι άνθρωποι που είναι φίλοι του Χριστού. Την ημέρα αναζητούν τον ποθούμενό τους Χριστό με καλά έργα και τη νύχτα συνομιλούν μαζί Του με την προσευχή και όταν κοιμούνται βλέπουν στο όνειρό τους ότι περπατούν μαζί Του· όταν στα οράματά τους Τον δουν από μακριά, χαίρονται και αναγαλλιάζουν, όπως ακριβώς οι διψασμένοι, όταν βρουν τις πηγές που ποθούν· και πάλι όταν ξυπνήσουν, θέλουν να ξανακοιμηθούν, για να αντικρύσουν στον ύπνο τους την ίδια πάλι οπτασία.
Τέτοιος άνθρωπος ήταν και ο Ζακχαίος που διαβάσαμε πριν από λίγο στο Ευαγγέλιο. Δες τον, σε παρακαλώ, που και τρέχει και από τον πόθο φλέγεται τον θείο και επάνω στο δέντρο σκαρφαλώνει και τον Ιησού ψάχνει ολόγυρα, για να δει τη ζωοδότρια πηγή. Κι όταν ο Ζακχαίος αντίκρισε τον Κύριο, την όρασή του βέβαια την ανάπαυσε, την καρδιά του όμως περισσότερο εξήψε ο πόθος να μείνει για πάντα κοντά Του.
«Έπειτα από λίγο ο Ιησούς μπήκε στην Ιεριχώ », λέγει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, «και περνούσε μέσα από την πόλη. Εκεί υπήρχε ένας άνθρωπος που ονομαζόταν Ζακχαίος. Αυτός ήταν αρχιτελώνης και πολύ πλούσιος. Και προσπαθούσε να δει τον Ιησού », επειδή επρόκειτο να περάσει από εκεί, «αλλά δεν μπορούσε».
Πρόσεξε, αγαπητέ μου, σε παρακαλώ, τον πόθο του ανθρώπου αυτού: «Καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν (: και δεν μπορούσε να Τον δει, διότι υπήρχε μεγάλη συρροή λαού, και αυτός ήταν κοντός στο ανάστημα και καλυπτόταν από το πλήθος)». «Καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι (: Έτρεξε λοιπόν μπροστά από το πλήθος που συνόδευε τον Ιησού και ανέβηκε σαν να ήταν μικρό παιδί σε μία συκομουριά για να τον δει, διότι από το δρόμο εκείνο στον οποίο βρισκόταν το δέντρο αυτό θα περνούσε ο Ιησούς)». Ο Ζακχαίος που στο σωματικό του ανάστημα ήταν μικρός, ενώ στη φρόνηση του πνεύματος ήταν μέγας, ζητούσε να δει τον Ιησού, επιθυμούσε να δει τον Θεό ανάμεσα στους ανθρώπους να χαρίζει τα ουράνια· ζητούσε να δει Εκείνον που έπλασε τους αγγέλους και φωτοδότησε το ουράνιο και το υπέργειο φως, με βήματα ανθρώπινα να περιπατεί· ζητούσε να δει πώς ο Ήλιος της δικαιοσύνης, στη νεφέλη του σώματος καθισμένος, πλημμύρισε με φως τα ψυχικά μάτια των πιστών. Ζητούσε να δει τον Θεό Ιησού, τον Ωραίο στη μορφή, τον Ποθητό, Αυτόν, που με το γλυκύ όνομά Του Ιησούς, δηλώνει και την πράξη της σωτηρίας· επιθυμούσε να δει το πορφυρόμαλλο πρόβατο, που το αίμα Του εξαγόρασε τις αμαρτίες της οικουμένης και τον Αμνό που η προβιά Του σκέπασε όσους γυμνώθηκαν εξαιτίας των αμαρτιών τους από την εποχή του Αδάμ ως το τέλος.
Επιθυμούσε να δει ο αιχμάλωτος στρατιώτης τον δικό του τον Βασιλέα, το πρόβατο τον Ποιμένα του, ο περιπλανημένος και χαμένος ταξιδιώτης τον Δρόμο του, ο σκοτισμένος το Φως. Επιθυμούσε να δει τον κήρυκα της ευσεβείας, αυτός που δεν είχε γευτεί τη γλυκύτητα της θεογνωσίας· ζητούσε να δει ο άρρωστος την υγεία του, ο πεινασμένος την ουράνια τροφή, ο διψασμένος την ζωοδότρια πηγή· επιθυμούσε να δει τον εμψυχωτή των ιερέων και Εκείνον που ξύπνησε τον Λάζαρο από τον ύπνο του θανάτου. Ω, τι έρωτας θεϊκός, ω τι επιθυμία αγαθή!
Ω, τον έρωτα τον χρυσόφτερο, ή καλύτερα τον έρωτα του Χριστού, που ανεβάζει στους ουρανούς την ψυχή που τον αισθάνεται. Ήδη ο θεϊκός έρωτας, αυτός που τον σήκωσε από τη γη, τον έκαμε κιόλας να ανέβει στο δένδρο. Ήδη δεν τον άφησε να εξακολουθήσει να βλέπει πια τα επίγεια, ούτε και να συναναστρέφεται πια τους ανθρώπους· αλλά στρέφοντας το βλέμμα του προς τη θεία αγάπη, δεχόταν τα ουράνια αγαθά. Από τα γήινα έτρεχε προς τα ουράνια, που προκαλούσαν την προθυμία του να τα αναζητήσει, και αφού σκαρφάλωσε στο δέντρο, έψαχνε γύρω αναζητώντας τον Χριστό και με τη διάνοιά του βρισκόταν επάνω στη νεφέλη.
Και όταν είδε ο Ζακχαίος τον Χριστό, Τού μίλησε όπως άρμοζε: «Πρός σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ(:Σ’ Εσένα σήκωσα τα μάτια μου που κατοικείς στον ουρανό)»[Ψαλμ.122,1]. Είδε ο Ζακχαίος τον Κύριο και ακόμη περισσότερο δυνάμωσε η επιθυμία του· τον άγγιξε στην ψυχή και έγινε ολότελα διαφορετικός άνθρωπος· από τελώνης έγινε ζηλωτής, από άπιστος πιστός, από λύκος πρόβατο σφραγισμένο για σφαγή. Ποιος νιώθει τέτοια επιθυμία για τον πατέρα και την μητέρα του, ποιος τόσο πολύ ποτέ αγάπησε τη γυναίκα ή τα παιδιά του, όπως ο Ζακχαίος τον Κύριο, όπως φανερώνουν τα ίδια τα πράγματα; Έδωσε όλα τα υπάρχοντά του στους φτωχούς για χάρη του Χριστού και τετραπλάσια τα επέστρεψε σε όποιους συκοφάντησε. Συμπεριφορά άριστη μαθητή και δασκάλου επιείκεια και δύναμη θεϊκή· από τη θέα Του και μόνο ο Ιησούς οδηγεί στην πράξη την καλοπροαίρετη ψυχή!
Κανένα διδακτικό λόγο δεν είχε πει ο Κύριος στο Ζακχαίο, παρουσιάστηκε μόνο σε αυτόν που Τον ποθούσε και από το βάθος της καρδιάς του ανελκυόταν προς τα επάνω η δύναμη της πίστεως. Κάτι παρόμοιο έγινε και στην αιμορροούσα· ήρθε κοντά στον Κύριο και ζητούσε να τη θεραπεύσει, μα δεν περίμενε να Του αγγίξει το χέρι, αλλά αφού πλησίασε, Του αγγίζει κρυφά με πίστη την άκρη απ’ τα ρούχα Του· και της θεραπείας τη δύναμη σαν σφουγγάρι με το γεμάτη πίστη άγγιγμά της την τράβηξε.
Και ο μεν Ζακχαίος ενεργούσε ασυναίσθητα και κινούμενος από ζήλο θεϊκό και από πνευματικό έρωτα φλεγόμενος, ανέβαινε στη μουριά· ο Κύριος όμως βλέποντας με τους θεϊκούς οφθαλμούς Του τον μυστικό θησαυρό της ψυχής του καλοπροαίρετου Ζακχαίου, του λέει: «Κατέβα· Γνώρισα την ψυχή σου, γνώρισα τον όσιο έρωτά σου· Κατέβα. Θυμήσου ότι και ο Αδάμ όταν ένιωσε τη γυμνότητά του, κρύφτηκε πίσω από τη συκιά· και εσύ που θέλεις να σωθείς, μην τρέχεις πάνω στη συκομουριά. Πρέπει να την ξηράνω αυτή τη μουριά και να φυτέψω άλλη, τον σταυρό. Εκείνος είναι το ευλογημένο δέντρο και σε αυτό να οδηγείς τα βήματα της ψυχής σου. Από αυτό ακοντίζεσαι αμέσως στον ουρανό· ενώ σε τούτου του δέντρου τα φύλλα και το φίδι περιπλέκεται, και σε αυτό κρύβεται και σε αυτήν κλώσησε τα μικρά του. Κατέβα γρήγορα, προτού αρχίσει να ψιθυρίζει στην ψυχή σου, όπως και στην Εύα που την έπεισε να δοκιμάσει τη γλυκιά ηδονή. Κατέβα γρήγορα. Όσο στέκομαι εγώ, κατέβα απ’ αυτή· όταν εγώ βλέπω τον όφι, εκείνος φιμώνεται. Κατέβα γρήγορα, δε θέλω να σ’ αφήσω πάνω στη συκομουριά, δε θέλω να χαθείς. Δικό μου πρόβατο είσαι, σ’ Εμένα έτρεξες. Κατέβα γρήγορα και περίμενέ με στο σπίτι σου. Πρέπει να έρθω εγώ να ξεκουραστώ εκεί. Όπου υπάρχει πίστη, εκεί αναπαύομαι. Όπου υπάρχει αγάπη, εκεί πηγαίνω. Ξέρω τι θα κάμεις σε λίγο· ξέρω ότι θα δώσεις όλα τα υπάρχοντά σου στους φτωχούς και πρώτα ότι θα επιστρέψεις το τετραπλάσιο σ’ όσους συκοφάντησες. Σε τέτοιους ανθρώπους με ευχαρίστηση φιλοξενούμαι».
Και ο Ζακχαίος έσπευσε να κατεβεί και πήγε στο σπίτι του και υποδέχτηκε τον Ιησού. Και γεμάτος χαρά, είπε αφού στάθηκε –ούτε περπατώντας, ούτε καθισμένος, αλλά αφού στάθηκε,για να δείξει την αμετάθετη απόφαση της ψυχής του· και αφού στάθηκε, μίλησε, όταν με θερμή ψυχή και αμεταμέλητη απόφαση, αποδυόταν στον αγώνα· ήξερε πού σπέρνει και πού επρόκειτο να θερίσει και είπε· «Ιδού, Κύριε, τα μισά από τα υπάρχοντά μου τα δίνω ελεημοσύνη στους φτωχούς, κι αν τυχόν ως τελώνης μεταχειρίστηκα συκοφαντίες, ψεύτικες καταγγελίες και αναφορές για να αδικήσω κάποιον σε κάτι, του το γυρίζω πίσω τετραπλάσιο».
Ω εξομολόγηση καθαρή, που προέρχεται από καρδιά καθαρή. Εξομολόγηση ανεπαίσχυντη, που παρίσταται μπροστά στην ανεπαίσχυντη δόξα του Θεού, εξομολόγηση που αποπνέει πίστη και ανθοφορεί δικαιοσύνη. Αυτής της δικαιοσύνης ας μας καταξιώσει ο των όλων Θεός, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
μετάφραση και ηλεκτρονική επιμέλεια κειμένου:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://www.greeklanguage.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell- scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ΛΟΥΚΑ[:Λουκ. 19,1-10]
Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΙΤΕΛΩΝΗ ΖΑΚΧΑΙΟΥ
Για προηγούμενες ομιλίες πνευματικού περιεχομένου που απευθύναμε προς τη δική σας αγάπη πήραμε αφορμή από όσα εξιστορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς σχετικά με τη θεραπεία ανθρώπων που ήταν ως προς το σώμα λεπροί και τυφλοί. Σήμερα, ωστόσο, ως θέμα της ομιλίας μας θα έχουμε τον κάτοικο της Ιεριχούς Ζακχαίο, που ήταν τυφλός ως προς την ψυχή και την ανάβλεψή του ως προς αυτήν .
Μεγάλο επίσης είναι και το θαύμα που διενεργήθηκε σε αυτόν και καθόλου μικρότερο από όσα επιτελέστηκαν σε εκείνους. Διότι και αυτός είχε στο σκοτάδι τους εσωτερικούς οφθαλμούς της καρδιάς, όπως ο τυφλός εκείνος (της Ιεριχούς) είχε στο σκοτάδι τους οφθαλμούς που εξωτερικά είχε στο πρόσωπό του· διότι ούτε αυτός δεν μπορούσε, σύμφωνα με όσα μας ιστορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς, να δει τον Ιησού, και απαλλάχθηκε και αυτός από το πνευματικό του σκοτάδι, με μόνο τον λόγο Εκείνου που και στην αρχή του κόσμου με μόνο τον λόγο Του δημιούργησε το φως και καταύγασε όλη την αισθητή κτίση. Όπως δηλαδή τότε, πριν να πει ο Θεός: «Γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς(:ας γίνει φως, και έγινε φως)»[Γέν.1,3], υπήρχε βαθύ σκοτάδι επάνω από την άβυσσο, έτσι και τώρα, πριν να πει προς τον Ζακχαίο ότι «σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι (:σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου)»[Λουκ.19,5], το φοβερό σκοτάδι της φιλαργυρίας ήταν καθισμένο επάνω στην ψυχή αυτού του ανθρώπου, ενώ η διάνοιά του ήταν οπωσδήποτε παραχωμένη μαζί με τον χρυσό σε σκοτεινούς τόπους, όπου θησαυρίζεται από τους φιλάργυρους ο χρυσός και ο άργυρος· «ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν(:διότι εκεί όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας)»[Ματθ.6,21 και Λουκ.12,34], λέγει ο Κύριος.
Ας δούμε λοιπόν πρώτα όσα αναφέρει η διήγηση του ευαγγελίου σχετικά με αυτόν. «Καὶ εἰσελθὼν διήρχετο τὴν Ἱεριχώ(:έπειτα από λίγο ο Ιησούς μπήκε στην Ιεριχώ, και περνούσε μέσα από την πόλη)». Τι είχε προηγηθεί; Αφού πρώτα καθάρισε τους λεπρούς από την αρρώστιά τους, αφού έδωσε φως στους τυφλούς, αφού με τη φήμη που απέκτησε μέσω των θαυματουργικών θεραπειών που επιτέλεσε σε τέτοιους ασθενείς ανθρώπους, μαζί με πολλούς άλλους προσείλκυσε και τον Ζακχαίο στον πόθο για να Τον δει. «Αφού λοιπόν μπήκε μέσα στην Ιεριχώ ο Ιησούς, περνούσε μέσα από την πόλη»· και όχι βέβαια μόνο την Ιεριχώ, αλλά και την Ιουδαία διερχόταν ο Κύριος, και τη Γαλιλαία και γενικώς τη γη· διότι δεν ήλθε εδώ για να παραμείνει σωματικώς, αν και έλαβε σώμα σαν το δικό μας για να σώσει εμάς, όπως ευδόκησε, αλλά και για να διέλθει και να ανεβεί προς τον ουρανό από όπου κατήλθε, ανεβάζοντας μαζί και το δικό μας φύραμα και τοποθετώντας το επάνω από κάθε αρχή και εξουσία· αλλά και κατά τον καιρό της διδασκαλίας Του διερχόταν περιοδεύοντας όλο τον τόπο της Παλαιστίνης.
Όπως δηλαδή στην αρχή της Δημιουργίας συνήγαγε σε ένα δίσκο όλο το φως της ημέρας και κατέστησε βασιλιά της τον ήλιο, δεν τον άφησε όμως να στέκεται ακίνητος, αλλά τον έχει κάνει να περιπολεί· έτσι, συνάπτοντας το πλήρωμα της θεότητας με το σώμα και υποδεικνύοντας τον εαυτό Του ως βασιλέα του παντός πραγματικά επίγειο και επουράνιο, ορατό και αόρατο, με αρχή και αιώνιο, δεν δέχθηκε να κάθεται επάνω σε ένα τόπο, αλλά ευδόκησε να περιέρχεται έως ότου απεργασθεί σωτηρία μόνιμη και αδιάκοπη στο μέσο της γης, καθώς προανήγγειλε ο Δαβίδ λέγοντας: «Ὁ δὲ Θεὸς βασιλεὺς ἡμῶν πρὸ αἰώνων, εἰργάσατο σωτηρίαν ἐν μέσῳ τῆς γῆς(:Και όμως, παρόλο που μας εγκατέλειψε ο Θεός, Αυτός είναι ο προαιώνιος βασιλιάς μας. Αυτός εργάστηκε με θαύματα τη σωτηρία μας ολοφάνερα πάνω στη γη, ώστε να γίνει ξακουστή σε όλο τον κόσμο)»[Ψαλμ.73,12]· διότι αυτήν την σωτηρία επιτέλεσε ο Κύριος περιερχόμενος από τόπο σε τόπο. Επειδή λοιπόν ο ήλιος δεν περιπολεί γενικά όλον τον ουρανό, αλλά το μεσαίο μέρος του ζωδιακού άξονα, έτσι λοιπόν και «ο Ήλιος της δικαιοσύνης» Χριστός[βλ.Μαλαχ.4,1: «Καὶ ἀνατελεῖ ὑμῖν τοῖς φοβουμένοις τὸ ὄνομά μου ἥλιος δικαιοσύνης καὶ ἴασις ἐν ταῖς πτέρυξιν αὐτοῦ(:Για σας όμως, οι οποίοι ευλαβείστε το Όνομά μου, θα ανατείλει ο Ήλιος της δικαιοσύνης και στις ακτίνες Του, που απλώνονται σαν πτέρυγες, θα υπάρχει θεραπεία και θα εξέλθετε χαρούμενοι και θα σκιρτήσετε σαν τα μοσχάρια, τα οποία αφέθηκαν ελεύθερα από τους δεσμούς τους)»], περιερχόμενος σε όση έκταση χρειαζόταν το μέσο της κατοικούμενης από τις ζωντανές υπάρξεις, διερχόταν τα μέρη Του, και έτσι αφού εισήλθε, διερχόταν την Ιεριχώ.
Λέγει ο ιερός Ευαγγελιστής: «Καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος, καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν(:Εκεί υπήρχε ένας άνθρωπος που ονομαζόταν Ζακχαίος. Αυτός ήταν αρχιτελώνης και πολύ πλούσιος. Και προσπαθούσε να δει τον Ιησού ποιος είναι, αλλά δεν μπορούσε. Διότι υπήρχε μεγάλη συρροή λαού, και αυτός ήταν κοντός στο ανάστημα και σκεπαζόταν από το πλήθος)»[Λουκ.9,2-3]. Και όχι μόνο ήταν μικρόσωμος, αλλά βρισκόταν και μακριά από τον Ιησού• διότι αν πλησίαζε, έστω και μικρόσωμος, δεν θα δυσκολευόταν να Τον δει. Εγώ μάλιστα νομίζω ότι αυτός και ελκυόταν και ανακοπτόταν με άρρητο τρόπο από τη θεία δύναμη του Ιησού· ελκυόταν δηλαδή, επειδή είχε τρόπο χρηστό και ψυχή κατάλληλη για την καλλιέργεια της αρετής, γι’ αυτό κι επιθυμούσε κι επιχειρούσε να δει τον Ιησού· παρεμποδιζόταν όμως ταυτόχρονα και από τη θεία δύναμη, διότι αιχμαλωτίσθηκε από όσα είναι αντίθετα με όσα ορίζει ο Χριστός να πολιτευόμαστε στη ζωή μας, δηλαδή από την εξάσκηση του αισχροκερδούς επαγγέλματος του τελώνη και τον πλούτο.
Αυτά νομίζω υποδεικνύοντας και ο ευαγγελιστής στους συνετούς με λίγα λόγια, εφόσον μεν ο Ζακχαίος ήταν θαυμάσιος στους τρόπους, είπε γι’ αυτόν: «Καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος (:Εκεί υπήρχε ένας άνθρωπος που ονομαζόταν Ζακχαίος)», εφόσον όμως ήταν πιασμένος στους βρόχους της κακίας, πρόσθεσε «καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος (:και αυτός ήταν αρχιτελώνης, και αυτός ήταν βέβαια πλούσιος)». Πραγματικά, από τη μία πλευρά η φράση: «Εκεί υπήρχε ένας άνθρωπος» λέγεται στις περιπτώσεις των αξιόλογων ανθρώπων που δεν ανήκουν στους πολλούς. Και προς αυτό τείνει η αναφορά του ονόματος του ανδρός· διότι δεν ήταν από εκείνους, για τους οποίους λέγει ο Δαβίδ: «Οὐ μὴ μνησθῶ τῶν ὀνομάτων αὐτῶν διὰ χειλέων μου(:Τα ονόματα των ασεβών αυτών ανθρώπων αλλά και των μισητών θεών τους, δε θα τα θυμηθώ ποτέ και ούτε θα τα αναφέρω με τα χείλη μου)»[Ψαλμ.15,4].
Το ότι όμως ο ευαγγελιστής έδωσε μαρτυρία ότι δεν ήταν μονάχα ένας απλός τελώνης, αλλά και αρχιτελώνης και γι’ αυτό πλούσιος, έδειξε ότι αυτός ξεχώριζε πάρα πολύ για την κακία του. Αλλά επειδή ο Ζακχαίος, ως μικρόσωμος και απομακρυσμένος από εκεί που βρισκόταν ο Ιησούς, δεν μπορούσε να Τον δει, λέγει ο ευαγγελιστής ότι «καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι(:και έτρεξε λοιπόν μπροστά από το πλήθος που συνόδευε τον Ιησού και ανέβηκε σαν να ήταν μικρό παιδί σε μία συκομουριά για να Τον δει, διότι από το δρόμο εκείνο στον οποίο βρισκόταν το δέντρο αυτό θα περνούσε ο Ιησούς)»[Λουκ. 19,4]. Παρατήρησε την σφοδρότητα του πόθου και αναλογίσου από αυτό ποιος ήταν ο τρόπος του. Όταν δηλαδή δεν μπόρεσε να διασπάσει τον όχλο, δεν απογοητεύθηκε, αλλά περισσότερο προσέτρεξε και δεν απομακρύνθηκε από τον πόθο, αλλά από τον όχλο· και αφού προπορεύθηκε, ανέβηκε σε μία συκομορέα που ήταν φυτεμένη κοντά στο δρόμο, για να δει από εκεί τον Ποθούμενο.
Και εκείνος έκανε αυτές τις ενέργειες με σαφή συγχρόνως και φιλόθεο τρόπο, με κεντρίσματα πόθου πληττόμενος και προτρέχοντας στην οδό, με φτερά πόθου ανυψούμενος και ανεβαίνοντας στο δένδρο. Και τι έκανε ο Ιησούς, η Ενυπόστατη σοφία του ανάρχου Πατρός, Αυτός που λέγει μέσω του Σολομώντος: «Ἐγὼ τοὺς ἐμὲ φιλοῦντας ἀγαπῶ, οἱ δὲ ἐμὲ ζητοῦντες εὑρήσουσι χάριν(: Εγώ αγαπώ όσους με αγαπούν· και όσοι με αγαπούν, με βρίσκουν. Και έτσι αποκτούν χάρη εκ μέρους του Θεού και δόξα εκ μέρους των ανθρώπων)»[Παροιμ.8,17]· «ὅτι τοὺς ἀξίους αὐτῆς αὕτη περιέρχεται ζητοῦσα καὶ ἐν ταῖς τρίβοις φαντάζεται αὐτοῖς εὐμενῶς καὶ ἐν πάσῃ ἐπινοίᾳ ὑπαντᾷ αὐτοῖς(:επειδή η ίδια η σοφία του Θεού περιέρχεται εδώ και εκεί και αναζητεί τους αξίους της. Ολόλαμπρη και ευμενής παρουσιάζεται στους δρόμους της ζωής τους, και σε κάθε σκέψη τους τούς βοηθάει πάντοτε)»[Σοφ.Σολ.6,16];
Φθάνει τον Ζακχαίο, τον βλέπει πρώτος, τον προσφωνεί με πολύ φιλικό τρόπο και του υπόσχεται ότι θα τον επισκεφτεί και θα μείνει στο σπίτι του. Διότι, όπως λέγει ο ευαγγελιστής: «Καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον(:Αμέσως μόλις έφθασε στο σημείο εκείνο)», όπου δηλαδή η συκομορέα βάσταζε τον Ζακχαίο σαν ουράνιο καρπό λόγω του ενθέου πόθου του, «ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι (:σήκωσε τα μάτια Του ο Ιησούς και τον είδε˙ και χωρίς να τον γνωρίζει από παλαιότερα τον φώναξε με το όνομά του και του είπε: ‘’Ζακχαίε, κατέβα γρήγορα, διότι σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου, σύμφωνα με τη θεία βουλή που προετοιμάζει η σωτηρία σου’’)».
Μου φαίνεται ότι δεν αναγνώριζαν εύκολα τον Ιησού ανάμεσα στον όχλο απλά και μόνο αν Τον έβλεπαν, αυτοί που δεν Τον είχαν δει προηγουμένως, διότι περπατούσε με σεμνότητα και δεν είχε τίποτε διαφορετικό από τους πολλούς, αλλά και ότι δεν ήταν δυνατό να επιτύχει κανείς να Τον δει κατά πρόσωπο από ψηλά, διότι συνήθως έσκυβε ταπεινά προς τον εαυτό Του. Γι’ αυτό και Εκείνος που γνωρίζει τις καρδιές των ανθρώπων και που είδε τον ενδόμυχο πόθο του Ζακχαίου, τον προσφωνεί και καλεί με το όνομά του αυτόν που δεν είχε δει ποτέ προηγουμένως πρόσωπο με πρόσωπο, για να του δείξει την όψη Του από φιλανθρωπία και να γνωρίσει με ευγένεια τον εαυτό Του σε εκείνον που Τον ποθούσε και να του δείξει ότι δεν ποθεί αυτός μόνο να δει τον Δημιουργό, αλλά και ποθείται και ο ίδιος από τον Δημιουργό του. Και επιπλέον μάλιστα και τον παροτρύνει να σπεύσει στο σπίτι του, ώστε με αφθονία να πράξει και να αποκομίσει τα τέλη της θεοφιλίας από Αυτόν που δίνει με το παραπάνω όσα ζητούμε ή σκεπτόμαστε.
«Καὶ σπεύσας κατέβη(:Τότε ο Ζακχαίος)», λέγει, «καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων(: κατέβηκε γρήγορα και Τον υποδέχθηκε στο σπίτι του με χαρά)»[Λουκ.19,6]. Διότι αυτός που πριν Τον δει, τρέχει προκειμένου να Τον δει και πράττει τα πάντα, ώστε να το επιτύχει, πώς δεν θα έσπευδε, όταν Τον είδε και Τον άκουσε, και μάλιστα όταν δέχθηκε τέτοια επαγγελία; Μόλις λοιπόν είδε ότι και η επαγγελία πραγματοποιήθηκε, αυτός ο ίδιος χαιρόταν που βρισκόταν μαζί με Εκείνον που ποθούσε να συναντήσει και ήδη γευόταν τις άφθαρτες χάριτες από την ίδια την Πηγή· αυτοί όμως που έβλεπαν όσα συνέβαιναν, επειδή δεν έβλεπαν με σύνεση, λέγει ο ευαγγελιστής: «καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι(:μουρμούριζαν μεταξύ τους με αγανάκτηση και σχολίαζαν περιφρονητικά τον Ιησού λέγοντας ότι μπήκε να μείνει και να αναπαυθεί στο σπίτι ενός αμαρτωλού ανθρώπου)»[Λουκ.19,7].
Αλλά ο τελώνης, συναγωνιζόμενος σε φιλοτιμία Αυτόν που όχι μόνο κατέβηκε έως εμάς με σάρκα, αλλά και από άφατη φιλανθρωπία σήκωσε τον ονειδισμό μας: «Σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον (:Στάθηκε μπροστά στον Κύριο και είπε)»[Λουκ.19,8]· το ότι μάλιστα στάθηκε όρθιος είναι δείγμα βέβαιης γνώμης, θαρραλέας και ταπεινής συγχρόνως· αφού λοιπόν στάθηκε και αποστόμωσε με παρρησία τους κατηγόρους, είπε προς τον Ιησού: «Ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν(:Ιδού, Κύριε, τα μισά από τα υπάρχοντά μου τα δίνω ελεημοσύνη στους φτωχούς, και αν τυχόν ως τελώνης μεταχειρίστηκα συκοφαντίες, ψεύτικες καταγγελίες και αναφορές για να αδικήσω κάποιον σε κάτι, του το γυρίζω πίσω τετραπλάσιο)»[Λουκ.19,8]. Και παρουσιαζόμενος με αυτόν τον τρόπο δίκαιος, διέλυσε τον ονειδισμό όσων γόγγυζαν προς τον Κύριο που έλεγαν «ότι μπήκε να μείνει και να αναπαυθεί στο σπίτι ενός αμαρτωλού ανθρώπου»· διότι, αφού απέδωσε νομίμως τετραπλάσια όσα με εκβιασμό είχε μαζέψει, απομακρύνθηκε πραγματικά από το κακό, ενώ αφού διένειμε τα μισά από τα υπάρχοντά του στους πτωχούς έπραξε το αγαθό και φάνηκε ότι σε όλα είχε καθαριστεί.
Επομένως, ο Κύριος προς μεν τους Φαρισαίους έλεγε: «Πλὴν τὰ ἐνόντα δότε ἐλεημοσύνην, καὶ ἰδοὺ ἅπαντα καθαρὰ ὑμῖν ἔσται(:Δώστε όμως ελεημοσύνη εκείνα που είναι μέσα στο ποτήρι και την πιατέλα, και γίνετε ευεργετικοί στους άλλους με τα αγαθά σας˙ κι έτσι, όλα όσα τρώτε τότε θα σας γίνουν καθαρά, έστω κι αν τα τρώτε χωρίς να πλυθείτε προηγουμένως)»[Λουκ.11,41], τώρα όμως αποφασίζοντας σε σχέση με τέτοιες πράξεις έμπρακτης μετάνοιας και παίρνοντας από τον ίδιο τον μετανοημένο και ελεήμονα πλέον Ζακχαίο την απολογία προς όσους γόγγυζαν εναντίον του, λέγει: «Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν(:Σήμερα με την επίσκεψή μου στο σπίτι αυτό ήλθε η σωτηρία τόσο στον οικοδεσπότη όσο και στους δικούς του. Και έπρεπε να σωθεί και ο αρχιτελώνης αυτός, διότι κι αυτός είναι γιος και απόγονος του Αβραάμ, όπως κι εσείς που διαμαρτύρεστε. Και σ’ αυτόν λοιπόν έδωσε ο Θεός την υπόσχεση της σωτηρίας)», ως ένας άνθρωπος που έγινε τώρα πιστός, ως ένας άνθρωπος πλέον δίκαιος και φιλόξενος και φιλόπτωχος. Διότι «ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός(:έπρεπε λοιπόν να συντελέσω στη σωτηρία αυτή του Ζακχαίου, διότι ο Υιός του ανθρώπου ήλθε από τον ουρανό στη γη για ν’ αναζητήσει και να σώσει όλη την ανθρωπότητα, που σαν χαμένο πρόβατο κινδύνευε να πεθάνει μέσα στην αμαρτία)»[Λουκ.19,10], λέγοντας εκείνο ακριβώς προς όσους γόγγυζαν, ότι «εισήλθα μεν στο σπίτι αμαρτωλού για να βρω κατάλυμα, αλλά το έκανα για να τον μεταβάλλω και να τον σώσω, αποδεικνύοντάς τον σε όλους αντί φιλάργυρο που ήταν πριν, τώρα φιλόθεο, αντί άδικο που ήταν πριν, τώρα δίκαιο, αντί αφιλόξενο που ήταν πριν, τώρα φιλόξενο, αντί ασυμπαθή που ήταν πριν, τώρα πλέον ελεήμονα, όπως τον βλέπετε να γίνεται τώρα».
Βλέπετε λοιπόν όλοι τον Ζακχαίο, πώς αγάπησε και ζήτησε, και αγαπήθηκε και προσηλώθηκε και εξοικειώθηκε με τον Χριστό; Όποιος επομένως είναι τελώνης ή αρχιτελώνης που πλουτίζει από το έργο του με κακό και άνομο τρόπο και συνάζει άδικα πλούτη, ας μιμηθεί την πορεία του αρχιτελώνη αυτού προς την σωτηρία, και ας επιστρέφει και σκορπίζει με τρόπο θεάρεστο και ψυχοσωτήριο, όσα θησαύρισε με τρόπο εφάμαρτο και ολέθριο για την ψυχή του. Όποιος είναι πτωχός, επειδή έγινε θύμα αρπαγής ή για άλλον λόγο, ας είναι ευχαριστημένος· διότι έχει την σωτηριώδη πτωχεία, και μάλλον ας την κάνει αυτός σωτηριώδη μέσω της ευχαριστίας, προς την οποία καταφεύγοντας με προθυμία και ο πλούσιος τελώνης σώθηκε, όπως ακούσατε τώρα σχετικά με αυτόν στη διήγηση του ευαγγελίου. Αυτά λοιπόν ως προς την διήγηση.
Στη συνέχεια λοιπόν παρακολουθείστε με προσοχή όσοι έχετε διεισδυτικότερο τρόπο σκέψης. Επειδή δηλαδή το όνομα Ζακχαίος σημαίνει «δικαιούμενος», παρακαλώ κατανόησε από αυτό τους Φαρισαίους που δικαιώνουν τους εαυτούς τους, που είναι σαν να ασκούν και αυτοί το αισχροκερδές επάγγελμα του τελώνη κατά κάποιον τρόπο, όπως λέγει ο Κύριος στα ευαγγέλια, «κατατρώγοντας τα σπίτια και την περιουσία των χηρών και προσευχόμενοι επιδεικτικά πολλή ώρα» [βλ.Ματθ.23,13:«Οὐαὶ δὲ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κατεσθίετε τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν καὶ προφάσει μακρὰ προσευχόμενοι· διὰ τοῦτο λήψεσθε περισσότερον κρῖμα(:Αλίμονο σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, διότι κατατρώτε τα σπίτια και την περιουσία των χηρών, εσείς που με πρόσχημα και ευλάβεια για σκοπούς συμφεροντολογικούς κάνετε μεγάλες προσευχές˙ γι’ αυτό θα έχετε μεγαλύτερη καταδίκη απ΄ τους άλλους αδίκους και κλέφτες)».
Όταν λοιπόν κάποιος από αυτούς ποθήσει να οδηγηθεί σε επίγνωση της αλήθειας, ζητεί να δει και να γνωρίσει, όπως ζητούσε ο Ζακχαίος, τον Ιησού, αφού Αυτός είναι η αλήθεια· μην μπορώντας όμως ως μικρόσωμος και μικρόνους, κατά το παράδειγμα του μικρόσωμου Ζακχαίου, ανεβαίνει σε μια συκομορέα, δηλαδή στην ακρίβεια του μωσαϊκού νόμου και των ιουδαϊκών συνηθειών, νομίζοντας ότι από εκεί θα επιτύχει την αλήθεια, τόσο κατά τη γνώση όσο και κατά την πράξη. Και ο Κύριος, που διερχόταν από την νόμιμη πολιτεία, σαν από κάποια οδό, αφού είδε τον αγαθό του σκοπό και τον πόθο του για την αλήθεια, αποκαλύπτει σε αυτόν τον εαυτό Του, και τον προσφωνεί προσκαλώντας και τον διατάσσει να κατέβει από τη συκομορέα, δηλαδή να εγκαταλείψει τον μωσαϊκό νόμο που δεν καρποφορεί τίποτε σπουδαίο, και να σπεύσει στην χάρη και την κατά το ευαγγέλιο διαγωγή, από τα οποία μπορεί να λάβει ένοικο τον Θεό και να καρπωθεί τη σωτηρία.
Αυτός λοιπόν, επειδή υπάκουσε στο Λόγο καθώς δίδασκε και καλούσε, όπως εκείνος ο Ναθαναήλ (διότι και αυτόν τον είδε ο Χριστός να είναι κάτω από τη σκιά, δηλαδή να ζει κατά τον σκιώδη βίο[βλ. Ιω.1,49: «Λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ· πόθεν με γινώσκεις; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε(:Του λέει ο Ναθαναήλ: ‘’Από πού με ξέρεις; Και πώς γνωρίζεις την ειλικρίνεια των μυστικών μου σκέψεων και ελατηρίων;’’. Του αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς: ‘’Πριν ακόμη σε φωνάξει ο Φίλιππος, όταν ήσουν κάτω από τη συκιά και προσευχόσουν μακριά από κάθε μάτι ανθρώπου, εγώ με το υπερφυσικό και θείο μου βλέμμα σε είδα’’)»] ή ο μέγας Παύλος (διότι και αυτόν, που όπως λέγει για τον εαυτό του: «Κατὰ ζῆλον διώκων τὴν ἐκκλησίαν, κατὰ δικαιοσύνην τὴν ἐν νόμῳ γενόμενος ἄμεμπτος(:Από πραγματικό ζήλο καταδίωκα την Εκκλησία, και αποδείχθηκα άμεμπτος ως προς τη δικαιοσύνη που προέρχεται από την αυστηρή τήρηση του νόμου. Κανείς δεν μπορούσε να με κατηγορήσει για την παραμικρή παράβαση)»[Φιλιπ.3,6], πρώτος τον κοίταξε και τον προσκάλεσε ο Χριστός)· όποιος λοιπόν υπακούσει έτσι τον Λόγο που προσκαλεί και διδάσκει, γίνεται ακριβώς Ζακχαίος· και τα μισά των διδαγμάτων από τον νόμο που κατείχε προηγουμένως, αφήνει στους Ιουδαίους τους πτωχούς κατά τη διάνοια, δηλαδή περιτομές, σαββατισμούς, βαπτισμούς, ζωοθυσίες και γενικώς όλα τα ταιριαστά στο χαμαίζηλο γράμμα. Παριστώντας μάλιστα και συνάγοντας από τα λόγια και τα παραγγέλματα του νόμου ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο μονογενής Υιός του Θεού, και αν ποτέ συκοφάντησε κάποιον από τους πιστούς αποκαλώντας τον άπιστο ή σαν τέτοιον τον κακοποίησε ανοικτά, αποδίδει πολλαπλάσια θεραπεύοντας πολλούς πιστούς και οδηγώντας πολλούς απίστους προς την πίστη στον Χριστό. Έχουμε με συντομία και την αλληγορική ερμηνεία.
Επειδή ο Ζακχαίος κατά τη διήγηση προηγουμένως ήταν φιλάργυρος (διότι και σύναζε τον χρυσό ασκώντας το έργο του τελώνη και κοντά του το κρατούσε πλουτίζοντας), ύστερα όμως παρουσιάσθηκε φιλόπτωχος, ή μάλλον πτωχός και ακτήμονας εκουσίως, αφού άλλα τα έδωσε και άλλα τα επέστρεψε ως οφειλόμενα, τώρα εμείς θα επαινέσουμε την αρετή ή θα γίνουμε κατήγοροι της κακίας; Διότι ο χρόνος που έχω στη διάθεσή μου για την ομιλία αυτή δεν επιτρέπει να τα κάνουμε και τα δύο. Αλλά επειδή ο λόγος είναι για μας τους παριστάμενους εδώ, από τους οποίους δεν γνωρίζω αν είναι κανείς εκούσιος κάτοχος της ακτημοσύνης, αλλά στη φιλαργυρία υποχωρούμε σχεδόν όλοι, ας πούμε λοιπόν λίγα και ανάλογα με την ώρα περί φιλαργυρίας, για να φανερώσουμε την φθορά που προκύπτει από αυτήν, απαλλάσσοντάς μας από αυτήν κατά το μέτρο που μας είναι δυνατόν. Η φιλαργυρία είναι αιτία όλων των κακών: της αισχροκέρδειας, της τσιγκουνιάς, της ρηχότητας, της αστοργίας, της απιστίας, της μισανθρωπίας, της αρπαγής, της αδικίας, της πλεονεξίας, του τόκου, του δόλου, του ψεύδους, και όλων των ομοίων με αυτά.
Εξαιτίας της φιλαργυρίας γίνονται ιεροσυλίες, λωποδυσίες και κάθε είδος κλοπής· εξαιτίας της φιλαργυρίας δεν υπάρχουν μόνο στους δρόμους και στην ξηρά και στα πελάγη άρπαγες και ληστές και πειρατές, αλλά και μέσα στην πόλη άδικα σταθμά και ζύγια και διπλά μέτρα και περίεργη κουρά και παραχάραξη νομισμάτων, υπέρβαση ορίων, πονηροί ανταγωνισμοί γειτόνων. Αυτή φέρει έθνη εναντίον εθνών και διαλύει δυνατές φιλίες και μερικές φορές διασπά τους στενούς δεσμούς της συγγένειας· εξαιτίας αυτής προδίδει κανείς και την πατρίδα, άλλος στρατόπεδο ομόφυλο, άδικος δικαστής τον νόμο και μάρτυρας την αλήθεια, και πριν από όλα ο καθένας προδίδει την ψυχή του. Έτσι κατά τον θείο απόστολο: «ῥίζα γὰρ πάντων τῶν κακῶν ἐστιν ἡ φιλαργυρία, ἧς τινες ὀρεγόμενοι ἀπεπλανήθησαν ἀπὸ τῆς πίστεως καὶ ἑαυτοὺς περιέπειραν ὀδύναις πολλαῖς(:γιατί ρίζα όλων των κακών είναι η φιλαργυρία, για την οποία επειδή μερικοί την ορέγονται, αποπλανήθηκαν από την πίστη και κατατρύπησαν τους εαυτούς τους με οδύνες πολλές)»[Α΄Τιμ.6,10].
Αλλά προσέξτε με σύνεση τη φωνή του αποστόλου· διότι δεν είπε ότι «όσοι πλουτίζουν, αποπλανήθηκαν και απομακρύνθηκαν από την πίστη», αλλά «όσοι ορέγονται διακαώς τον πλούτο», όπως και αλλού λέγει ότι «οἱ δὲ βουλόμενοι πλουτεῖν ἐμπίπτουσιν εἰς πειρασμὸν καὶ παγίδα καὶ ἐπιθυμίας πολλὰς ἀνοήτους καὶ βλαβεράς, αἵτινες βυθίζουσι τοὺς ἀνθρώπους εἰς ὄλεθρον καὶ ἀπώλειαν(: εκείνοι όμως που θέλουν να πλουτίζουν, πέφτουν σε πειρασμό και παγίδα και επιθυμίες πολλές, ανόητες και βλαβερές, οι οποίες βυθίζουν τους ανθρώπους σε όλεθρο και σε απώλεια)»[Α΄Τιμ.6,9]. Να μην πείτε λοιπόν: «Φτωχοί είμαστε οι περισσότεροι εδώ· τι ομιλείς ενάντια στη φιλαργυρία προς ανθρώπους που δεν έχουμε σχεδόν καθόλου χρήματα;». Το πράττω διότι έχουμε την νόσο μέσω της επιθυμίας στην ψυχή και χρειαζόμαστε γι’ αυτήν θεραπεία. Εάν πάλι μου πεις ότι δεν έχεις την νόσο, δείξε ότι δεν ζητείς ν’ απαλλαγείς από την πτωχεία, αλλά ότι την θεωρείς ποθεινότερη και πολυτιμότερη από τον πλούτο και χαίρεσαι και ευχαριστείς τον Θεό γι’ αυτήν, με την πεποίθηση ότι σου καθιστά ευκολότερη τη σωτηρία. Αν επίσης είναι κανείς πλούσιος, ας ακούει μεν ότι δύσκολα θα εισέλθει πλούσιος στη βασιλεία των ουρανών, αλλά ας γνωρίζει επίσης ότι και ο Αβραάμ ήταν πλούσιος, και όμως σώθηκε (διότι ήταν φιλόξενος και φιλόπτωχος, αλλά όχι φιλάργυρος) και ο Ιώβ που δοκιμάσθηκε και σε περίοδο πλούτου και σε περίοδο φτώχειας, όταν ήταν πλούσιος λέγει για τον εαυτό του: «Εἰ ἔταξα χρυσίον εἰς χοῦν μου, εἰ δὲ καὶ λίθῳ πολυτελεῖ ἐπεποίθησα(:Ποτέ δεν έκρυψα για αποθησαυρισμό και ασφάλεια εντός της γης το χρυσάφι, ποτέ δε στήριξα την ελπίδα μου στους πολύτιμους λίθους)»[Ιώβ, 31,24].
Επομένως ο έρωτας προς τον πλούτο είναι κακό, που αν δεν προσέχει, και ο φτωχός και ο πλούσιος τον παθαίνει ματαίως. Επειδή μάλιστα ο πονηρός πλούτος μερικές φορές προσλαμβάνει μαζί του και συζυγία πονηρότερη, δηλαδή την υψηλοφροσύνη και την πεποίθηση στον πλούτο, γι’ αυτό γράφοντας προς τον Τιμόθεο ο θείος Παύλος λέγει: «Τοῖς πλουσίοις ἐν τῷ νῦν αἰῶνι παράγγελλε μὴ ὑψηλοφρονεῖν, μηδὲ ἠλπικέναι ἐπὶ πλούτου ἀδηλότητι, ἀλλ’ ἐν τῷ Θεῷ τῷ ζῶντι, τῷ παρέχοντι ἡμῖν πάντα πλουσίως εἰς ἀπόλαυσιν(: Στους πλούσιους του τωρινού αιώνα παράγγελλε να μην υψηλοφρονούν μήτε να έχουν ελπίσει στην αβεβαιότητα του πλούτου, αλλά στον Θεό που μας παρέχει όλα πλούσια προς απόλαυση)»[Α΄Τιμ.6,17].
Διότι η ταπείνωση ανάμεσα στους ανθρώπους είναι επίγνωση αληθείας· και όποιος καυχάται για τον πλούτο που είναι περισσότερα από όλα τα υπάρχοντά μας αληθινά γήινος και ελπίζει σε αυτόν, είναι πραγματικά άφρων και κατά τίποτε ανόμοιος από τους πλουσίους που προέβαλε ο Κύριος σε παραβολή· από τους οποίους ο μεν ένας πλούσιος έχοντας στα πρόθυρα του σπιτιού του τον φτωχό και άρρωστο Λάζαρο ούτε καν τον κοίταζε από την έπαρση που τον διακατείχε, ενώ ο άλλος, ο άφρονας πλούσιος, διαλεγόμενος με την ψυχή του σχετικά με τα θησαυρισμένα για πολλά έτη αγαθά του παρέστησε ποια είναι η ελπίδα στον πλούτο· γι’ αυτό τον μεν ένα δέχθηκε άσβεστη φλόγα, τον δε άλλο η αναπόφευκτη απαίτηση της ψυχής του από τους εναντίους.
Βλέπετε το τέλος όσων προσηλώνονται στον πλούτο; Γι’ αυτό λέγει ο Δαβίδ: «Μὴ ἐλπίζετε ἐπ᾿ ἀδικίαν καὶ ἐπὶ ἁρπάγματα μὴ ἐπιποθεῖτε· πλοῦτος ἐὰν ῥέῃ, μὴ προστίθεσθε καρδίαν(:Εσείς οι άνθρωποι, μη στηρίζετε τις ελπίδες σας στον πλούτο και στην αδικία. Μη φλογίζεστε από τον πόθο για πλούτη, που προέρχονται από αρπαγές. Και αν δείτε σαν ποτάμι να ρέει ο πλούτος μπροστά σας, μην προσκολλάτε σε αυτόν την καρδιά σας)»[Ψαλμ.61,11] · ο Σολομώντας επίσης λέγει: «Ὁ πεποιθὼς ἐπὶ πλούτῳ οὗτος πεσεῖται, ὁ δὲ ἀντιλαμβανόμενος δικαίων οὗτος ἀνατελεῖ(:Εκείνος που έχει πεποίθηση και ελπίδα στον πλούτο του, θα πέσει και θα καταστραφεί. Εκείνος όμως που βοηθάει και υποστηρίζει τους αναξιοπαθούντες δικαίους, αυτός θα ανατείλει σαν λαμπρός ήλιος)»[Παροιμ.11,28]· σε άλλο σημείο πάλι παρομοιάζει όσους χάσκουν στα κέρδη με άδη και καταστροφή, λέγοντας: «Καὶ σὺ δὲ ἀπόγραψαι αὐτὰ σεαυτῷ τρισσῶς εἰς βουλὴν καὶ γνῶσιν ἐπὶ τὸ πλάτος τῆς καρδίας σου(:Και εσύ γράψε εντός σου αυτούς τους λόγους τρεις φορές, σε τρεις θέσεις της ψυχής σου. Στη θέλησή σου, για να είναι αγαθή, στη γνώση σου, για να είναι αληθής, στο πλάτος της καρδιάς σου, ώστε να πλημμυρίζουν ολόκληρη την ψυχή σου)»[Παροιμ.27,20]· και ο Κύριος λέγει: «Πλὴν οὐαὶ ὑμῖν τοῖς πλουσίοις, ὅτι ἀπέχετε τὴν παράκλησιν ὑμῶν(:Αλίμονο όμως σε σας τους πλουσίους, που χρησιμοποιείτε εγωιστικά τον πλούτο σας για να υπηρετείτε τις σαρκικές σας ανέσεις και απολαύσεις. Αλίμονό σας, διότι, αφού στη ζωή αυτή βρίσκετε πλήρη και τέλεια παρηγοριά στον πλούτο, δεν μένει να ελπίζετε τίποτε στην άλλη ζωή)»[Λουκ.6,24].
Αλλά εμείς, αδελφοί, ας πλουτίσουμε σε αγαθά έργα· ας γεμίσουμε με όσα έχουμε τα στομάχια των φτωχών, ώστε να αξιωθούμε την επηγγελμένη φωνή και ευλογία και να κληρονομήσουμε την ουράνια βασιλεία. Και είθε όλοι μας να την αποκτήσουμε με την χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο πρέπει δόξα, κράτος, μεγαλοσύνη και μεγαλοπρέπεια μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το ζωοποιό Πνεύμα τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Αγίου Γρηγορίου Παλαμά Άπαντα τα έργα, τόμος 11, ομιλία ΞΒ΄,σελ.562-583,πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1986.
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος Θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Αγίου Γρηγορίου Παλαμά Άπαντα τα έργα, τόμος 11, ομιλία ΞΒ΄,σελ.562-573,πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1986
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος Θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ΛΟΥΚΑ[:Λουκ.19,1-10]
Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ
ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΖΑΚΧΑΙΟ
«Καὶ εἰσελθὼν διήρχετο τὴν Ἱεριχώ·καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος, καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν. καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι (:Έπειτα από λίγο ο Ιησούς μπήκε στην Ιεριχώ, και περνούσε μέσα από την πόλη. Εκεί υπήρχε ένας άνθρωπος που ονομαζόταν Ζακχαίος. Αυτός ήταν αρχιτελώνης και πολύ πλούσιος. Και προσπαθούσε να δει τον Ιησού ποιος είναι, αλλά δεν μπορούσε·διότι υπήρχε μεγάλη συρροή λαού, και αυτός ήταν κοντός στο ανάστημα και σκεπαζόταν από το πλήθος. Έτρεξε λοιπόν μπροστά από το πλήθος που συνόδευε τον Ιησού και ανέβηκε σαν να ήταν μικρό παιδί σε μία συκομουριά για να Τον δει, διότι από τον δρόμο εκείνο, στον οποίο βρισκόταν το δέντρο αυτό, θα περνούσε ο Ιησούς)»[Λουκ.19,1-4].
Ο Ζακχαίος ήταν αρχιτελώνης με πάρα πολύ μεγάλη ροπή προς τη φιλαργυρία, και σκοπός του ήταν να εισπράττει όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα · με αυτό άλλωστε ασχολούνταν οι τελώνες· και αυτήν την πλεονεξία ο Παύλος την ονομάζει «ειδωλολατρία», επειδή προφανώς ταιριάζει μόνο σε αυτούς που δεν γνωρίζουν τον Θεό[Κολ. 3,5 :«Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακήν, καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία δι’ ἃ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας»(:Νεκρώστε λοιπόν τα μέλη σας που επιθυμούν τις γήινες απολαύσεις και ηδονές. Νεκρώστε την πορνεία, την ακαθαρσία, κάθε πάθος και υποδούλωση στο κακό, κάθε κακή επιθυμία και την πλεονεξία, η οποία είναι λατρεία στο είδωλο του χρήματος)» · επίσης, Εφ. 5,5: « Τοῦτο γάρ ἐστε γινώσκοντες, ὅτι πᾶς πόρνος ἢ ἀκάθαρτος ἢ πλεονέκτης, ὅς ἐστιν εἰδωλολάτρης, οὐκ ἔχει κληρονομίαν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ(:Φυλαχθείτε από όλα αυτά, διότι πρέπει να ξέρετε καλά το εξής, ότι κάθε πόρνος ή ακάθαρτος ή πλεονέκτης, ο οποίος ουσιαστικά είναι ειδωλολάτρης, αφού η λατρεία του χρήματος, απορροφά ολόκληρη την καρδιά του, δεν έχει κανένα δικαίωμα κληρονομιάς στη βασιλεία του Χριστού και Θεού)».
Γι’ αυτό, και πολύ εύλογα, επειδή οι τελώνες είχαν περιβληθεί στην όψη και τη συμπεριφορά τους με μεγάλη αναίδεια, ο Κύριος τούς είχε συμπεριλάβει στην ίδια κατηγορία μαζί με τις πόρνες, λέγοντας τα εξής στους διδασκάλους των Ιουδαίων: «ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ(:Αληθινά σας λέω ότι οι τελώνες και οι πόρνες, οι οποίες στην αρχή έδειξαν απείθεια στο νόμο του Θεού, πηγαίνουν πριν από σας τους Φαρισαίους και γραμματείς στη βασιλεία του Θεού· διότι εσείς με λόγια μόνο δείξατε υπακοή στο Θεό, στην πραγματικότητα όμως υπήρξατε απειθείς και άπιστοι)»[ Ματθ. 21,31].
Πλην όμως ο Ζακχαίος δεν έμεινε σε αυτά, αλλά κρίθηκε άξιος της ευσπλαχνίας από τον Χριστό· γιατί Αυτός είναι Εκείνος που καλεί κοντά Του αυτούς που βρίσκονται μακριά, και φωτίζει αυτούς που είναι σκοτισμένοι. Εμπρός λοιπόν να δούμε ποιος υπήρξε ο δρόμος της επιστροφής για τον Ζακχαίο. Επιθύμησε να δει τον Ιησού, γιατί βλάστησε μέσα του σπόρος σωτηρίας. Αυτό το είδε ο Χριστός με τα θεϊκά Του μάτια και σηκώνοντας το βλέμμα Του, τον είδε και με τα ανθρώπινα μάτια· και επειδή σκοπός Του ήταν να σωθούν όλοι οι άνθρωποι, προσφέρει την αγαθότητα και, ενθαρρύνοντάς τον, του λέγει: «Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι(: Ζακχαίε, κατέβα γρήγορα)»[Λουκ. 19,5]· επειδή προσπαθούσε να δει τον Ιησού, και τον εμπόδιζε το πλήθος, όχι τόσο πολύ των ανθρώπων, όσο των αμαρτιών του. Αλλά ήταν και μικρός στο ανάστημα, όχι μόνο το σωματικό, αλλά και το πνευματικό· και δεν θα μπορούσε να Τον δει με άλλο τρόπο, αν δεν ανέβαινε σε κάποιο ύψος από το έδαφος της γης και δεν ανέβαινε στη συκομουριά, μπροστά από την οποία επρόκειτο να περάσει ο Χριστός.
Ο λόγος βέβαια έχει και αλληγορική σημασία: δεν μπορεί δηλαδή κανείς με άλλον τρόπο να δει τον Χριστό και να πιστέψει σε Αυτόν, παρά μόνο εάν ανεβεί στη συκομουριά, καταδικάζοντας ως ανόητα τα γήινα μέλη του, δηλαδή την πορνεία, την ακαθαρσία και καθετί που τα ακολουθεί. «Επρόκειτο», λέγει, «ο Χριστός να περάσει μπροστά από τη συκομουριά»: αφού δηλαδή εφάρμοσε τον τρόπο ζωής που όριζε ο μωσαϊκός νόμος, πράγμα το οποίο συμβολίζει η «συκιά», προτίμησε τα «μούρα», όσα δηλαδή ο κόσμος θεωρεί ανόητες επιλογές, δηλαδή τον σταυρό και τον θάνατο. Και καθένας που σηκώνει τον σταυρό του και ακολουθεί τον τρόπο ζωής του Χριστού σώζεται, εφόσον εφαρμόζει με σύνεση τον νόμο του Θεού, ο οποίος είναι μια συκιά που δεν κάνει άνοστα σύκα, αλλά εύγευστα μούρα · γιατί στους Ιουδαίους φαίνεται μωρία η κρυμμένη στους πιστούς πνευματική εργασία, όσον αφορά την αποκοπή της κακίας και την αποχή από κάθε κακή πράξη, χωρίς όμως να κάνουν αισθητά την περιτομή στο δέρμα τους και χωρίς να τηρούν την αργία του Σαββάτου.
Κατάλαβε λοιπόν ο Ιησούς ότι αυτός ήταν έτοιμος προς υπακοή και θερμός στην πίστη και έτοιμος εύκολα να μετανοήσει από την κακία και να στραφεί προς την αρετή· και αυτός «σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων(:τότε ο Ζακχαίος κατέβηκε γρήγορα και Τον υποδέχθηκε στο σπίτι του με χαρά)»[Λουκ.19,6] όχι μόνο επειδή Τον είδε όπως επιδίωκε, αλλά και επειδή κλήθηκε από Αυτόν με το όνομά του, και Τον υποδέχθηκε στο ίδιο του το σπίτι, κάτι που δεν θα το περίμενε ποτέ.
«Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι(:Ζακχαίε, κατέβα γρήγορα, διότι σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου, σύμφωνα με τη θεία βουλή που προετοιμάζει η σωτηρία σου)»[Λουκά 19,5].
Ήταν θεϊκή πρόγνωση αυτή, ήξερε καλά αυτό που επρόκειτο να συμβεί· είδε ότι η ψυχή του ανθρώπου ήταν πανέτοιμη να κλίνει στο να επιλέξει να ζήσει με τρόπο άγιο, και την μετέστρεψε στην ευσέβεια· «ὑπεδέξατο», λέει, «αὐτὸν χαίρων(:Τον υποδέχτηκε στο σπίτι του με χαρά)», επειδή έτυχε τιμής που δεν την περίμενε. Αλλά ίσως θα μπορούσε κάποιος να πει στον Σωτήρα όλων μας Χριστό: « Μπαίνεις στην αυλή του Ζακχαίου που είναι αρχηγός των τελωνών και ο οποίος δεν απέβαλε ακόμα τη συνήθεια της φιλοκέρδειας;». «Ναι», λέγει· «Το γνωρίζω αυτό, αφού από τη φύση μου είμαι Θεός και παρακολουθώ τις πορείες του καθενός επάνω στη γη, και επιπλέον γνωρίζω αυτά που θα συμβούν. Τον κάλεσα για μετάνοια, επειδή είναι πρόθυμος γι’ αυτό».
«Καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι. σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν (:Όλοι όμως, όταν είδαν ότι ο Ιησούς προτίμησε το σπίτι του Ζακχαίου, μουρμούριζαν μεταξύ τους με αγανάκτηση και σχολίαζαν περιφρονητικά τον Ιησού λέγοντας ότι μπήκε να μείνει και να αναπαυθεί στο σπίτι ενός αμαρτωλού ανθρώπου. Ο Ζακχαίος όμως στάθηκε μπροστά στον Κύριο και του είπε: ‘’Ιδού, Κύριε, τα μισά από τα υπάρχοντά μου τα δίνω ελεημοσύνη στους φτωχούς, κι αν τυχόν ως τελώνης μεταχειρίστηκα συκοφαντίες, ψεύτικες καταγγελίες και αναφορές για να αδικήσω κάποιον σε κάτι, του το γυρίζω πίσω τετραπλάσιο’’)» [Λουκ. 19,7-8].
Βλέπεις πως ο προϊστάμενος των τελωνών, ο φιλάργυρος, έγινε αμέσως ελεήμονας και ένθερμος υποστηρικτής της φιλοπτωχίας, υποσχόμενος ότι θα μοιράσει τον πλούτο του στους φτωχούς, και απολογούμενος στους αδικημένους, σύμφωνα με τον νόμο ο οποίος διέτασσε να δίνουν τέσσερα πρόβατα αντί ενός, σύμφωνα με την απόφαση του Δαβίδ, για εκείνον ο οποίος έχει λεχθεί ότι έκλεψε την προβατίνα του φτωχού· διότι λέγει: «καὶ τὴν ἀμνάδα ἀποτίσει ἑπταπλασίονα, ἀνθ᾿ ὧν ὅτι ἐποίησε τὸ ῥῆμα τοῦτο καὶ περὶ οὗ οὐκ ἐφείσατο(: και θα επιστρέψει σε εκείνον που αδικήθηκε επτά προβατίνες, διότι έκανε την κακή αυτήν πράξη, δεν λυπήθηκε δηλαδή τον φτωχό ιδιοκτήτη της μιας προβατίνας)»[Β΄Βασ. 12,6].
«Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο , καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν. ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός(:Σήμερα με την επίσκεψή μου στο σπίτι αυτό ήλθε η σωτηρία τόσο στον οικοδεσπότη, όσο και στους δικούς του. Και έπρεπε να σωθεί και ο αρχιτελώνης αυτός, διότι κι αυτός είναι γιος και απόγονος του Αβραάμ, όπως κι εσείς που διαμαρτύρεστε. Και σε αυτόν λοιπόν έδωσε ο Θεός την υπόσχεση της σωτηρίας. Έπρεπε λοιπόν να συντελέσω στη σωτηρία αυτή του Ζακχαίου, διότι ο υιός του ανθρώπου ήλθε από τον ουρανό στη γη για ν’ αναζητήσει και να σώσει όλη την ανθρωπότητα, που σαν χαμένο πρόβατο κινδύνευε να πεθάνει μέσα στην αμαρτία)»[Λουκ.19,9-10].
Όπου δηλαδή μπαίνει ο Χριστός, εκεί οπωσδήποτε υπάρχει και σωτηρία. Όχι με αναβολές, ούτε με υποσχέσεις, αλλά σήμερα ο Χριστός προσφέρει στον Ζακχαίο τη σωτηρία, γιατί και αυτός πραγματοποίησε αμέσως εκείνο που υποσχέθηκε. Γιατί δεν είπε: «Θα δώσω στο μέλλον τα μισά μου υπάρχοντα για ελεημοσύνη στους φτωχούς, και σε εκείνους που αδίκησα, θα τους επιστρέψω στο μέλλον τα τετραπλάσια», γιατί άκουσε τον Σολομώντα που λέγει: «Μὴ εἴπῃς· ἐπανελθὼν ἐπάνηκε, αὔριον δώσω, δυνατοῦ σου ὄντος εὖ ποιεῖν· οὐ γὰρ οἶδας τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα (:Ποτέ να μην του πεις του φτωχού: “ξαναέλα αύριο να σου δώσω”, εφόσον μπορείς να κάμεις το καλό αμέσως· διότι δεν γνωρίζεις τι θα παρουσιάσει για εσένα και για εκείνον η αυριανή ημέρα)»[Παρ.3,28], αλλά είπε: «Ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν(:Ιδού (σήμερα) δίνω τα μισά μου υπάρχοντα στους φτωχούς, Κύριε, και αν τυχόν, σαν τελώνης που είμαι, αδίκησα με ψευδείς μαρτυρίες κάποιον και εισέπραξα περισσότερα, του τα επιστρέφω αμέσως τετραπλάσια)»[Λουκ.19, 9-10].
Γι΄ αυτό και ο Χριστός λέγει: «Σήμερα δίνεις, σήμερα σε σένα και η σωτηρία». Έπρεπε λοιπόν οι Ιουδαίοι να αισθάνονταν χαρά για τον Ζακχαίο που είχε σωθεί με τρόπο πέρα από κάθε προσδοκία, γιατί και αυτός συμπεριλαμβανόταν στα τέκνα του Αβραάμ, στα οποία ο Θεός υποσχέθηκε μέσω προφητών αγίων τη λύτρωση μέσω του Χριστού.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Αγίου Κυρίλλου αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ἐξήγησις ὑπομνηματική εἰς τό κατά Λουκάν Εὐαγγέλιον, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, ερευνητικό έργο «Οι δρόμοι της πίστης: Ψηφιακή Πατρολογία»
(https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/09/commentarii-in-lucam_.pdf,
σελ. 138)
Κυρίλλου Αλεξανδρείας Άπαντα τα έργα, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 2005, «Υπόμνημα εις το κατά Λουκάν Β΄», σελ. 163-165.
Παν. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη μετά συντόμου ερμηνείας, εκδ. Ο Σωτήρ, Αθήνα 1997
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
Όποιος θέλει να δεῖ τό Χριστό, πρέπει να σκαρφαλώσει πνευματικά, νά ὑπερβεῖ τή φύση, γιατί ὁ Χριστός εἶναι ἀνώτερος ἀπ’ αὐτήν. Εἶναι πιό εὔκολο νά δεῖς ἕνα βουνό ὅταν εἶσαι πάνω σ’ ἕνα λόφο, παρά ὅταν βρίσκεσαι σέ μιά κοιλάδα. Ὁ Ζακχαῖος ἦταν κοντόσωμος ἄνθρωπος. Επειδή ἤθελε πολύ νά δεῖ τό Χριστό ὅμως, σκαρφάλωσε σ’ ἕνα ψηλό δέντρο.
Ἐκεῖνος πού θέλει να πλησιάσει τό Χριστό πρέπει νά ἐξαγνιστεῖ, γιατί θα συναντήσει τόν Ἅγιο τῶν ἁγίων, τόν Ἱερό τῶν ἱερῶν. Ὁ Ζακχαῖος εἶχε μολυνθεῖ ἀπό τή φιλοχρηματία καί τήν ἀσπλαχνία.
Ἔτσι ὅταν ἀποφάσισε να συναντήσει το Χριστό, ἔσπευσε νά ἐξαγνιστεῖ μέ μετάνοια καί μέ ἔργα ἐλέους.
Μετάνοια εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση ἀπ’ ὅλους τούς παλιούς δρόμους πού πατοῦν τά πόδια τῶν ἀνθρώπων, αὐτούς πού ἀκολουθοῦν οἱ σκέψεις κι οἱ ἐπιθυμίες τους, καί ἡ ἐπιστροφή σ’ ἕναν καινούργιο δρόμο: στο μονοπάτι τοῦ Χριστοῦ. Πῶς ὅμως μπορεῖ νά μετανοήσει ἕνας ἁμαρτωλός ἄν ἡ καρδιά του δέ συναντήσει τό Χριστό καί δέν ἀναγνωρίσει τήν ἁμαρτωλότητά του; Προτοῦ ὁ κοντόσωμος Ζακχαῖος δεῖ τόν Κύριο μέ τά σωματικά μάτια του, τόν συνάντησε ἐσωτερικά, μέ τήν καρδιά του, καί μετανόησε γιά ὅλες τίς πράξεις του.
Μετάνοια εἶναι ὁ πόνος τῆς αὐταπάτης, ὅπου εἶχε παρασυρθεῖ γιά πολύ καιρό ὁ ἁμαρτωλός, γιά πάρα πολύ καιρό, ωσότου νιώσει τόν πόνο αὐτόν. Ἀπό μόνος του ὅμως ὁ πόνος αὐτός ὁδηγεῖ στήν ἀπελπισία, στόν αὐτοαφανισμό, ἄν δέ συνοδευτεῖ ἀπό τό φόβο τοῦ Θεοῦ. Μόνο τότε ὁ πόνος τῆς αὐταπάτης γίνεται θεραπευτικός κι ὄχι καταστροφικός. Ὁ ἱερός Αὐγουστίνος πρῶτα ἔνιωσε τόν πόνο τῆς αὐταπάτης, πού ἄν δέν εἶχε προχωρήσει στο φόβο τοῦ Θεοῦ, θά τόν εἶχε ὁδηγήσει στην ψυχική απώλειά του.
Μετάνοια εἶναι ἡ ξαφνική διαπίστωση τῆς λέπρας τοῦ ἀνθρώπου, μια κραυγή στόν Θεραπευτή γιά θεραπεία. Εἶναι ὅπως ὁ μελαχροινός ἄνθρωπος πού γιά πολύ καιρό δέν ἔχει κοιταχτεί σε καθρέφτη κι ἔπειτα, ξαφνικά, ἔρχεται ἀντιμέτωπος μέ τήν εἰκόνα του και διαπιστώνει πώς τα μαλλιά του ἔχουν γκριζάρει. Μέ τόν ἴδιο τρόπο σκέφτεται ὁ ἀμετανόητος ἁμαρτωλός καί γιά πολύ καιρό ἐπιμένει πώς ἡ ψυχή του εἶναι ὑγιής κι ἀναμάρτητη, ὡσότου τα πνευματικά του μάτια ἀνοίγουν ξαφνικά καί βλέπει πώς ἡ ψυχή του ἔχει προσβληθεί ἀπό λέπρα. Πῶς θά μποροῦσε νά δεῖ τή λέπρα τῆς ψυχῆς του ἄν δέν εἶχε κοιταχτεί σ’ ἕναν καθρέφτη; Καθρέφτης εἶναι ὁ Χριστός. Σ ̓ Αὐτόν βλέπει ὁ καθένας μας καθαρά πῶς εἶναι. Ὁ μοναδικός αὐτός καθρέφτης δόθηκε στούς ἀνθρώπους για να βλέπουν μέσα του καί νά διαπιστώνουν τήν πνευματική τους κατάσταση. Μπροστά στο Χριστὸ βλέπει κάθε ἄνθρωπος, σάν σε πεντακάθαρο καθρέφτη, τόν ἑαυτό του ἄρρωστο καί ἄσχημο. Βλέπει ὅμως καί τήν πρωταρχική εἰκόνα του – πῶς ἦταν κάποτε καί πῶς πρέπει να ξαναγίνει. Ὁ ἁμαρτωλός Ζακχαῖος ἐξωτερικά ἦταν ὑγιής, ὄμορφος. Ὅταν πήγε να γνωρίσει τόν Κύριο Ἰησοῦ εἶδε τη φοβερή λέπρα του κι ἔνιωσε τόν τρομερό πόνο, πού δέν μπορεῖ νά γιατρέψει κανένας ἐπίγειος γιατρός, παρά μόνο ὁ Χριστός.
Μετάνοια εἶναι ἡ ἀρχή τῆς θεραπείας ἀπό τό ἐγωιστικό θέλημα, ἡ ἀρχή τῆς ὑποταγῆς στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μέ τό δικό του θέλημα, γρήγορα χάνει τη βασιλική αξία του μέσα σ’ ἕνα σταῦλο ζώων καί σέ φωλιά ἀγριμιῶν.
Κανένας ἄνθρωπος στή γῆ δέν μπόρεσε νά ζήσει μέ τό δικό του θέλημα καί νά παραμείνει σωστός ἄνθρωπος. Ὁ «ἄνθρωπος» δέν μπορεῖ νά γίνει συνώνυμος μέ τό «Εγωιστικό θέλημα». Ἄνθρωπος, ἀληθινός ἄνθρωπος, σημαίνει ὁλοκληρωτική ὑποταγή σ’ ἕνα ἀνώτερο καί ὑψηλότερο θέλημα, στο διακριτικό κι αλάθητο θέλημα τοῦ Θεοῦ. Οἱ θεληματάρηδες ζοῦν σέ ἄσυλα φρενοβλαβῶν, σέ σπίτια ὁλοσκότεινα. Τα σώματά τους εἶναι σκοτεινά, ὅπως κι οἱ ψυχές τους. Τό θέλημα ἀνοίγει τήν πόρτα στό ἀκοίμητο σκουλήκι, που κατατρώει την ψυχή καί τό σῶμα τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Μετάνοια εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἴδιας τῆς φωλιάς τοῦ σκουληκιοῦ. Ὅταν τά μάτια τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνοίγουν καί βλέπει τί ἔχει μέσα του, κραυγάζει: «Αλίμονό μου! Πῶς ἀναπτύχθηκε τόσο μεγάλο πλῆθος σκουληκιῶν μέσα μου; Αλίμονό μου! Ποιός θα μ’ ἐλευθερώσει ἀπ’ αὐτόν τόν ἑσμό τῶν κακῶν σκουληκιῶν;»
Η σημερινή εὐαγγελική περικοπή περιγράφει ἕναν ἁμαρτωλό πού μετανόησε. Μιλάει για τόν κοντόσωμο Ζακχαῖο, πού ἐξαγνίστηκε μέ τή μετάνοια καί σκαρφάλωσε σ’ ἕνα δέντρο για νά δεῖ τό Χριστό, τόν Ὕψιστο πού θεραπεύτηκε ἀπό τήν πνευματική λέπρα τῆς πλεονεξίας καί τῆς φιλοχρηματίας μέ τή δύναμη τοῦ παντοδύναμου Χριστοῦ. Ὁ Κύριος ἔφερε πολλούς στη μετάνοια· βρῆκε κι ἔσωσε πολλούς «ἀπολωλότες» κάλεσε κοντά Του πολλούς πού εἶχαν ξεστρατίσει καί τούς ἔβαλε στο σωστό δρόμο. Η θεία πρόνοια ὅμως θέλησε να καταγραφούν στο εὐαγγέλιο λίγα παραδείγματα μετανοίας, ἐκεῖνα πού εἶναι χαρακτηριστικά και διδακτικά γιά ὅλες τίς γενιές τῶν ἀνθρώπων. Τό παράδειγμα τοῦ ἀποστόλου Πέτρου δείχνει μιά επανειλημμένη πτώση γιά τό φόβο τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά καί μετάνοια από αγάπη γιά τό Θεό. Τό παράδειγμα τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας φανερώνει τη λέπρα τῆς ἀνηθικότητας καί τή θεραπεία της. Τό παράδειγμα τοῦ Ζακχαίου δείχνει τή λέπρα τῆς πλεονεξίας καί τή θεραπεία της. Το παράδειγμα τοῦ μετανιωμένου ληστή στο σταυρό δείχνει τη δυνατότητα και τη σωστική δύναμη τῆς μετάνοιας ἀκόμα καί στό μεγαλύτερο ἁμαρτωλό, ὡς καί τήν ὕστατη στιγμή τῆς ζωῆς, μόλις πριν ἀπό τό θάνατο.
Ὅλα τά παραδείγματα αὐτά εἶναι ἀνθρώπων πού μετανόησαν ἀλλά εἶχαν ἐλπίδα, πού ὁδηγεῖ στη ζωή. Εἶναι εἰκόνες μετάνοιας που μπαίνουν μπροστά μας, ὥστε ἀνάλογα μέ τήν ἁμαρτωλή μας κατάσταση, να διαλέξουμε το δρόμο ἤ τόν τρόπο τῆς σωτηρίας μας. Υπάρχει ὅμως καί μετάνοια πού εἶναι νεκρική, ἀπελπισμένη καί αὐτοκτονική. Τέτοια ἦταν ἡ μετάνοια τοῦ προδότη Ἰούδα: «Ήμαρτον παραδούς αἷμα ἀθῶον…καί ἀπελθών ἀπήγξατο» (Ματθ. κζ’ 4,5). Τέτοια μετάνοια, πού ὁδηγεῖ στήν ἀπόγνωση καί τήν αὐτοκτονία, δέν ἔχει σχέση μέ τήν εὐλογημένη χριστιανική μετάνοια. Εἶναι σατανική καί αὐτοκαταστροφική ὀργή που στρέφεται κατά τοῦ κόσμου, ἀλλά καί κατά τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς. Τέτοια μετάνοια είναι σατανική ἀποστροφή και περιφρόνηση πρός τόν ἄνθρωπο, πρός τόν κόσμο καί τή ζωή. Σήμερα ὅμως ἄς σταθοῦμε στο ὑπέροχο παράδειγμα τῆς σωστικῆς μετάνοιας τοῦ Ζακχαίου, πού διαβάζουμε στο σημερινό εὐαγγέλιο:
«Καί εἰσελθών (ὁ Ἰησοῦς) διήρχετο τήν Ἱεριχώ. καί ἰδού ἀνήρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καί αὐτός ἦν ἀρχιτελώνης, καί οὗτος ἦν πλούσιος καί ἐζήτει ἰδεῖν τόν Ἰησοῦν τίς ἐστι, καί οὐκ ἠδύνατο ἀπό τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικία μικρός ἦν· καί προσδραμών ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπί συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι δι ̓ ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι» (Λουκ. ιθ’ 1-4). Αὐτό ἔγινε τόν καιρό πού ὁ Κύριος ἔκανε κι ἄλλο ἕνα θαῦμα στήν Ἱεριχώ· τή θεραπεία τοῦ τυφλοῦ Βαρτιμαίου. Αὐτό πού ἔκανε ὁ Χριστός στο Ζακχαῖο δέν ἦταν καθόλου μικρότερο ἀπό τή θεραπεία τοῦ τυφλοῦ. Ἄνοιξε τα σωματικά μάτια τοῦ Βαρτιμαίου καί τά πνευματικά μάτια τοῦ Ζακχαίου. Εξάλει με την τυφλότητα ἀπό τά μάτια τοῦ Βαρτιμαίου κι ἀπό τήν ψυχή τοῦ Ζακχαίου. Στον Βαρτιμαῖο ἄνοιξε τά παράθυρα γιά νά δεῖ τά θαυμάσια τοῦ Θεοῦ στόν ὁρατό κόσμο, στο Ζακχαῖο ἄνοιξε τα παράθυρα τῆς ψυχῆς, γιά νά δεῖ τά θαυμάσια τοῦ Θεοῦ στόν οὐράνιο, τόν πνευματικό κόσμο. Τό θαῦμα πού ἔκανε στο Βαρτιμαῖο ἐνισχύεται ἀπ’ αὐτό πού ἔκανε στο Ζακχαῖο. Ἡ ἀπόδοση τῆς σωματικῆς ὅρασης λειτουργεί καί γιά τήν ἐπίγνωση τῆς πνευματικῆς ὅρασης. Κάθε θαῦμα πού ἔκανε ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶχε κυρίως πνευματικό στόχο, πού γενικά ἀφοροῦσε στην πνευματική ὅραση τῆς τυφλῆς ἀνθρωπότητας, ὥστε νά δεῖ τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, τήν παντοδυναμία καί τήν ἀγαθότητά Του. Ο στόχος αὐτός ἐπιτεύχθηκε κατά ἕνα μέρος στη θεραπεία τῶν δέκα λεπρῶν, ἀφοῦ ὁ ἕνας τους μόνο, μαζί μέ τή σωματική θεραπεία, θεραπεύτηκε καί πνευματικά καί γύρισε γιά νά εὐχαριστήσει τόν Κύριο (βλ. Λουκ. ιζ’ 12-19). Στήν περίπτωση τοῦ τυφλοῦ Βαρτιμαίου ὅμως, ὅπως καί στή πλειονότητα τῶν ἄλλων θαυμάτων, ὁ στόχος ἐπιτεύχθηκε απόλυτα. Ὁ Βαρτιμαῖος εἶδε ἀπό τη στιγμή πού μίλησε ὁ Κύριος κι ἀμέσως ἀποκαταστάθηκε κι ἡ πνευματική του όραση, ἀφοῦ τήν ἴδια στιγμή βεβαιώθηκε γιά τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, τήν παντοδυναμία καί τήν ἀγαθότητά Του «καί παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καί ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τόν Θεόν» (Λουκ. ιη’ 43).
Ὁ τυφλός Βαρτιμαῖος ἔλαβε τήν όρασή του, ἀλλά μαζί του ἔλαβαν τήν πνευματική τους όραση καί πολλοί ἄλλοι πού εἶδαν τό θαῦμα τοῦ Κυρίου. Διαβάζουμε στό ἴδιο εδάφιο πώς «καί πᾶς ὁ λαός ἰδών ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ». Τό θαῦμα αὐτό εἶναι πολύ πιθανό νά ἐπηρέασε καί τόν Ζακχαῖο τόν τελώνη, ν ̓ ἄνοιξε τήν πνευματική του όραση. Σίγουρα θά εἶχε ἀκούσει από πρίν ἀρκετά πράγματα γιά τά θαυμαστά ἔργα καί τό θεϊκό πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ἔτσι γεννήθηκε μέσα του ἡ ἀνυποχώρητη ἐπιθυμία νά τόν δεῖ. Ἔσπρωξε τούς ἀνθρώπους πού ἦταν ψηλότεροι ἀπό ἐκεῖνον γιά ν’ ἀνοίξει δρόμο, μά δέν μπόρεσε και τελικά σκαρφάλωσε σ’ ἕνα δέντρο γιά νά ἐκπληρώσει τήν ἐπιθυμία του.
Οἱ τελῶνες λογαριάζονταν ἁμαρτωλοί ἄνθρωποι, ἀκάθαρτοι. Μαζεύοντας τούς φόρους τοῦ κράτους, γέμιζαν καί τις δικές τους τσέπες. Γι’ αὐτό καί τούς τοποθετοῦσαν κοντά στους εἰδωλολάτρες (βλ. Ματθ. ιη’ 17). Ὅταν οἱ εἰσπράκτορες τῶν φόρων γενικά, οἱ τελῶνες, είχαν τέτοια κακή φήμη, τί υπόληψη θα μποροῦσε νά ἔχει ἕνας ἀρχιτελώνης; Ὁ κοντόσωμος Ζακχαῖος ἦταν ἕνας ἀπ’ αὐτούς. Ἦταν ἀρχιτελώνης, ἑπομένως ἦταν καί πλούσιος. Γι’ αὐτό λοιπόν τόν περιφρονοῦσαν καί τόν φθονοῦσαν. Ἡ περιφρόνηση κι ὁ φθόνος ἦταν οἱ δυό τοῖχοι ἀνάμεσα στούς ὁποίους συμπιεζόταν ἡ ψυχή τοῦ πλούσιου ἁμαρτωλοῦ σ’ αὐτή τή ζωή. Μέσα ἀπό τόν ἁμαρτωλό Ζακχαῖο ὅμως ξεπήδησε ὁ ἄνθρωπος Ζακχαίος, πού ἀντιπάλευε τόν ἁμαρτωλό πού εἶχε μέσα του. Ἔτσι ἔτρεξε ὅσο πιό γρήγορα μποροῦσε νά βρεθεί μπροστά και να σκαρφαλώσει ψηλά γιά νά δεῖ τό Χριστό, νά δεῖ ἕναν ἄνθρωπο ἀναμάρτητο, ν’ ἀτενίσει τή δική του πρωταρχική κι ἀμόλυντη εικόνα. Ὁ ἄνθρωπος Ζακχαῖος τότε κατόρθωσε να σκαρφαλώσει ψηλά, να χρησιμοποιήσει σαν σκάλα τή συκομορέα πού ἦταν δίπλα στο δρόμο ἀπ’ ὅπου περνοῦσε ὁ Κύριος.
«Καί ὡς ἦλθεν ἐπί τόν τόπον, ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτόν καί εἶπε πρός αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γάρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι» (Λουκ. ιθ’ 5). Από τά λόγια αυτά φαίνεται πώς ὥς τη στιγμή ἐκείνη ὁ Ζακχαῖος δέν εἶχε δεῖ τόν Κύριο. Ὁ Κύριος τόν εἶδε πρῶτος. Ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτόν καί τόν κάλεσε. Μέ τήν πνευματική του όραση ὁ Κύριος είχε δεῖ τόν Ζακχαῖο νωρίτερα. Μέ τά σωματικά Του μάτια τόν εἶδε ὡς ἦλθεν ἐπί τόν τόπον.
Ἄν κι ὁ κοντόσωμος Ζακχαῖος εἶχε ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τό πλῆθος κι είχε σκαρφαλώσει στο δέντρο, ὁ Κύριος τόν εἶχε δεῖ ἀπό τήν ὥρα πού βρισκόταν ανάμεσα στο πλῆθος, προτοῦ ἀνεβεῖ στη συκομορέα. Πόσο διακριτικός εἶναι ὁ Κύριος καί Θεός μας! Ἐκεῖνος μᾶς βλέπει, ἐνῶ ἐμεῖς δέν καταλαβαίνουμε τίποτα. Ὅταν τόν ἀναζητοῦμε καί κάνουμε πολλές προσπάθειες γιά νά τόν βροῦμε καί νά τόν δοῦμε, Ἐκεῖνος μᾶς ἔχει ἤδη δεῖ. Ὅταν κατευθύνουμε τήν πνευματική μας ματιά προς Αὐτόν ἀναζητῶντας Τόν, τότε θά ἐμφανιστεῖ και θά μᾶς καλέσει μέ τ’ ὄνομά μας, να κατεβοῦμε ἀπό τά ὑψηλά καί ἐπικίνδυνα βράχια τῆς λογικῆς καί νά διεισδύσουμε μέ τήν προσευχή στις καρδιές μας, στόν ἀληθινό μας τόπο. Καί τότε θα μᾶς πεῖ ὁ Κύριος: σήμερον ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. Ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου κατεβεί στην καρδιά του κι ἐκεῖ βαπτιστεί στα δάκρυά του, προσπαθώντας να προσεγγίσει τό Θεό, τότε ἡ καρδιά γίνεται τόπος συνάντησης τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο. Αὐτό εἶναι τό πνευματικό νόημα τῆς διήγησης τοῦ Ζακχαίου.
«Καί σπεύσας κατέβη, καί ὑπεδέξατο αὐτόν χαίρων» (Λουκ. ιθ’ 6). Πῶς νά μή βιαστεῖ ὁ Ζακχαῖος καί νά τρέξει πρός τή φωνή πού ἀνάσταινε νεκρούς, ἠρεμοῦσε τούς ανέμους, θεράπευε τούς δαιμονισμένους και λύτρωνε τίς καρδιές τῶν ἁμαρτωλῶν πού δάκρυζαν; Πῶς νά μήν ὑποδεχτεῖ Ἐκεῖνον πού ἐπιθυμοῦσε ἔστω νά τόν δεῖ λίγο ἀπό μακριά; Πῶς νά μή νιώσει ἀνέκφραστη χαρά ὅταν τόν εἶδε στο σπίτι του, ὅπου μόνο διάσημοι ἁμαρτωλοί σύχναζαν;
Ἔτσι ἀγαπάει ὁ Κύριος. Ἔτσι δίνει τά δῶρα Του. Γέμισε ἀσφυκτικά τά δίχτυα τῶν ἀπογοητευμένων ψαράδων με ψάρια. Ἔθρεψε χιλιάδες πεινασμένους ανθρώπους στήν ἔρημο, ὥστε περίσσεψαν καί πολλά κοφίνια με ψωμιά. Δέν ἔδινε μόνο τή σωματική υγεία, ἀλλά καί τήν πνευματική, στούς ἄρρωστους πού τοῦ ζητοῦσαν νά τούς βοηθήσει. Δε συγχωροῦσε κάποιες ἀπό τίς ἁμαρτίες τῶν ἁμαρτωλῶν, ἀλλά ὅλες. Ἔκανε ἀπό κάθε ἄποψη ἔργα βασιλικά, χορηγούσε βασιλική εὐσπλαχνία, τά ‘δινε ὅλα μέ βασιλική ἀφθονία. Τό ἴδιο ἔκανε καί στήν περίπτωση τοῦ Ζακχαίου. Ὁ ἀρχιτελώνης ἤθελε μόνο νά τόν δεῖ. Ὁ Κύριος ὅμως δέν τόν περιόρισε ἐκεῖ. Τον κάλεσε πρῶτος καί μετά τόν ἐπισκέφτηκε στο σπίτι του. Ἔτσι συμπεριφερόταν ὁ Κύριος. Προσέξτε τώρα τή συμπεριφορά των συνηθισμένων ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, ἐκείνων πού κομπάζουν μέ αὐτοθαυμασμό καί αὐτοεκτίμηση:
«Καί ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρά ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι» (Λουκ. ιθ’ 7). Εἶναι ἀνυπολόγιστη δυστυχία το γεγονός ὅτι ἡ γλώσσα τοῦ ἀνθρώπου «προτρέχει τῆς διανοίας του». Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, πού ἡ ψυχή τους εἶχε κλίση προς τήν κακία κι ὁ νοῦς τους ἦταν ἀδύναμος, διαμαρτύρονταν, γόγγυζαν καί παραπονοῦνταν, χωρίς να γνωρίζουν τις διαθέσεις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, οὔτε καί τήν πιθανότητα νά εἶχε ἀλλάξει ὁ ἁμαρτωλός Ζακχαίος, να εἶχε μετανοήσει. Μέ τόν κοντόφθαλμο νοῦ τους σκέφτονταν, πώς ὁ Κύριος Ἰησοῦς πήγαινε στο σπίτι τοῦ Ζακχαίου, ἐπειδή δέν ἤξερε πόσο μεγάλος ἁμαρτωλός ἦταν ὁ ἀρχιτελώνης. Οἱ Φαρισαῖοι ἔκαναν μιά ἐξίσου κοντόφθαλμη κριτική κι ὅταν ὁ Κύριος ἄφησε τήν ἁμαρτωλή γυναίκα να πλύνει τα πόδια του: «Οὗτος εἰ ἦν προφήτης, ἐγίνωσκε ἄν τίς καί ποταπή ἡ γυνή ἥτις ἅπτεται αὐτοῦ, ὅτι ἁμαρτωλός ἐστι» (Λουκ. ζ ́ 39). Ἔτσι ἔκριναν τότε, ἔτσι κρίνουν καί σήμερα ὅσοι ἔχουν σαρκική ἀντίληψη, αὐτοί πού κρίνουν ἀπό τά ἐξωτερικά σημεία καί δέ γνωρίζουν τά βάθη τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ ἤ τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Χριστός εἶπε ἀρκετές φορές πώς στον κόσμο ἦρθε για χάρη τῶν ἁμαρτωλῶν, ἰδιαίτερα μάλιστα τῶν μεγάλων ἁμαρτωλῶν. Ὅπως ο γιατρός δέν ἐπισκέπτεται τούς ὑγιεῖς ἀλλά τούς ἄρρωστους, ἔτσι κι ὁ Κύριος ἐπισκέπτεται ἐκείνους πού ἔχουν προσβληθεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία, ὄχι τούς δίκαιους. Στο εὐαγγέλιο δέν ἀναφέρεται γιά τήν περίπτωση αὐτή πώς ὁ Κύριος ἐπισκέφτηκε στην Ιεριχώ κάποιον δίκαιο ἄνθρωπο, αλλά πώς βιάστηκε να ἐπισκεφτεῖ τό σπίτι τοῦ ἁμαρτωλοῦ Ζακχαίου. Ἔτσι συμπεριφέρεται κάθε συνειδητός γιατρός στο νοσοκομείο. Επισκέπτεται ἀμέσως το κρεβάτι τοῦ πιό βαριά ἄρρωστου.
Ὁ κόσμος ὁλόκληρος ἀντιπροσωπεύει ἕνα μεγάλο νοσοκομεῖο, ὅπου νοσηλεύονται ἄρρωστοι ἄντρες καί γυναῖκες πού τούς ἔχει μολύνει ἡ ἁμαρτία. Σε σύγκριση τώρα μέ τό Χριστό, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἄρρωστοι. Εἶναι ἀδύναμοι σε σχέση μέ τή δύναμή Του· ἄσχημοι σε σύγκριση μέ τό κάλλος Του. Ανάμεσα στούς ἀνθρώπους ὅμως ὑπάρχουν οἱ ἄρρωστοι κι οἱ βαριά ἄρρωστοι, οἱ ἀδύνατοι κι οἱ πιό ἀδύνατοι, οἱ ἄσχημοι κι οἱ πιό ἄσχημοι. Οἱ πρῶτοι λογαριάζονται ὑγιεῖς, οἱ τελευταῖοι, ἁμαρτωλοί. Ὁ οὐράνιος Ιατρός δέν ἦρθε στον κόσμο γιά δική Του ἱκανοποίηση, ἀλλά γιά τή θεραπεία καί τή σωτηρία τῶν ἀρρώστων. Ἔτσι ἔτρεξε ἀμέσως σ ̓ ἐκεῖνον πού εἶχε μολυνθεί περισσότερο. Γι’ αὐτό τό λόγο συνέτρωγε καί συνέπινε μέ ἁμαρτωλούς, ἄφησε τους ἁμαρτωλούς να δακρύζουν στα πόδια Του και μπήκε στο σπίτι τοῦ Ζακχαίου.
Ὁ Ζακχαῖος, τη στιγμή πού ὁ Χριστός μπήκε στο σπίτι του, σίγουρα δέν ἦταν ὁ πιό βαριά ἄρρωστος ἄνθρωπος στην Ιεριχώ. Η καρδιά του εἶχε ἀλλάξει σέ μιά στιγμή. Τήν ἴδια αὐτή στιγμή ὁ Ζακχαῖος εἶχε μεταβληθεί σ’ ἕναν ἄνθρωπο ἀπόλυτα ὑγιῆ, πιο δυνατό καί πιό δίκαιο ἀπ’ ὅλους ἐκείνους που διαμαρτύρονταν καί γόγγυζαν, γιατί είχε μετανοήσει γιά ὅλες τίς ἁμαρτίες του κι ἡ καρδιά του εἶχε ἀλλοιωθεῖ. Κι ἡ ἀλλοίωση αὐτή τῆς καρδιᾶς του φαίνεται ἀπό τά παρακάτω λόγια του:
«Σταθείς δέ Ζακχαῖος εἶπε πρός τόν Κύριον· ἰδού τά ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καί εἴ τινος ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν» (Λουκ. ιθ’ 8). Τοῦ τό ζήτησε αυτό κανείς; Ὄχι, κανένας. Ποιός τόν κατηγόρησε πώς εἶχε ἀδικήσει ἄλλους; Κανένας. Μπροστά στην παρουσία τοῦ πάναγνου κι ἀναμάρτητου Κυρίου, ὁ Ζακχαῖος ἔνιωσε μόνος του τήν ἁμαρτία του. Η παρουσία αὐτή τόν διέγειρε καί χωρίς λόγια κι εξηγήσεις προχώρησε σ’ αὐτό το βῆμα. Ἡ καρδιά που μετανόησε δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό λόγια γιά νά προσεγγίσει τό Θεό. Ὁ Θεός ἀποκαλύπτει ἄμεσα στο μετανοημένο ἁμαρτωλό αὐτό πού πρέπει να κάνει. Φτάνει ὁ ἄνθρωπος να μετανοήσει γιά τίς ἁμαρτίες του μέ τήν καρδιά του. Κι ἀμέσως τότε ὁ Θεός θά τόν σηκώσει μέ τή δύναμή Του γιά νά παρουσιάσει καρπούς μετανοίας. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἔδειξε στούς ἀνθρώπους ὁλόκληρο το δρόμο τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας: «Μετανοεῖτε! » Κι ἀμέσως συνέχισε: «ποιήσατε οὖν καρπόν ἄξιον μετανοίας» (Ματθ. γ’ 2,8). Μπροστά μας τώρα ἔχουμε ἕναν ἁμαρτωλό πού βαδίζει γρήγορα τό δρόμο αυτό κι ἐφαρμόζει τήν ἐντολή.
Μέ τό πού ἄκουσε γιά τόν Κύριο Ἰησοῦ, ὁ Ζακχαῖος ἀναστατώθηκε. Ὅταν τόν εἶδε, μετανόησε ειλικρινά γιά τίς ἁμαρτίες του. Κι ἔπειτα, ὅταν ὁ γλυκύς Ιατρός ἔδειξε τόση συμπάθεια καί κατανόηση καί μπήκε στο σπίτι του, ἔδειξε τούς καρπούς τῆς μετάνοιάς του. Αναγνώρισε κι ὁμολόγησε τήν ἀρρώστια του κι ἀμέσως πῆρε τό καλλίτερο φάρμακο ἐναντίον της.
Ἔλεγαν τόν παλιό καιρό: «Αγαπῶν ἀργύριον, οὐ πλησθήσεται ἀργυρίου» (Εκκλ. ε’ 9). Ὁ Ζακχαίος ήταν φιλάργυρος. Εἶχε περάσει ὅλη τήν ὥς τότε ζωή του μαζεύοντας χρήματα μέ ὁποιονδήποτε τρόπο. Καί συνήθως οἱ τρόποι αυτοί ἦταν ἁμαρτωλοί. Αὐτή εἶναι μιά ἀρρώστια πού ἀναπόφευκτα ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στήν ἀπώλεια. Εἶναι μιά φωτιά που καίει τόσο περισσότερο τόν ἄνθρωπο, ὅσο πιό πολλά χρήματα μαζεύει. Δέν ὑπάρχει ποσότητα χρημάτων πού θά ἱκανοποιήσει τόν φιλάργυρο. Ὅπως ἡ φωτιά δέ θά πεῖ ποτέ, «μή μέ ταΐζετε μ’ ἄλλα ξύλα, αρκετά εἶναι αὐτά», ἔτσι καί τό πάθος τῆς φιλαργυρίας δέ θά πεῖ ποτέ «φτάνει, ἀρκετά».
Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά σωθεῖ ἀπό τό πάθος αὐτό από μόνος του, μέ τις δικές του προσπάθειες. Μόνο η παρουσία τοῦ Θεοῦ, πού προκαλεί ντροπή καί φόβο στην καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, καί μαζί της ἡ γνώση κάποιας αξίας μεγαλύτερης από το ασήμι καί τό χρυσό, μπορεῖ νά τό ξεπεράσει. Χωρίς τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ὁ Ζακχαῖος θά εἶχε περάσει ὅλη τή ζωή του μέ τόν ἴδιο τρόπο, ὅπως ὅλοι οἱ τελῶνες. Καί θά εἶχε πεθάνει περιφρονημένος, καταραμένος και ξεχασμένος. Τό ὄνομά του δέ θά το βρίσκαμε γραμμένο στο εὐαγγέλιο στή γῆ, οὔτε καί στή Βίβλο τῆς Ζωῆς στόν οὐρανό. Η παρουσία τοῦ Κυρίου ὅμως διέγειρε την ψυχή του, πού ὡς τότε τήν εἶχε νεκρώσει το πάθος τῆς φιλαργυρίας, καί τόν ἔκανε καινούργιο ἄνθρωπο, ἀναγεννημένο κι ἀναστημένο. Αὐτό εἶναι ἕνα ἀθάνατο μάθημα γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, πώς κανένας θνητός δέν μπορεῖ νά σωθεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία χωρίς τή βοήθεια τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
Προσέξτε με ποιό τρόπο ἐξομολογήθηκε την ἁμαρτία του ὁ Ζακχαῖος. Δέν εἶπε, «Κύριε, εἶμαι ἁμαρτωλός!» ἤ «ἁμαρτία μου εἶναι ἡ φιλαργυρία!». Ἔδειξε πρῶτα τούς καρπούς τῆς μετάνοιας του κι ἔπειτα ὁμολόγησε τήν ἁμαρτία του: Ιδού τά ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοίς. Δέν εἶναι μιά καθαρή ὁμολογία αυτή πώς τά πλούτη ἦταν τό πάθος του; καί εἴ τινος ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. Δέν εἶναι μιά καθαρή ὁμολογία αὐτή πώς εἶχε ἀποκτήσει τα πλούτη του μέ ἄδικο τρόπο; Δέν εἶπε πρίν ἀπ’ αὐτό πώς «εἶμαι ἁμαρτωλός, Κύριε, μετανοῶ». Αὐτό τό ὁμολόγησε στον Κύριο μυστικά, μέ τήν καρδιά του. Κι ὁ Κύριος δέχτηκε μυστικά την ἐξομολόγηση καί τή μετάνοιά του. Γιά τόν Κύριο ἀξίζει περισσότερο ν’ ἀναγνωρίσει ὁ ἄνθρωπος καί νά ἐξομολογηθεῖ τήν ἁμαρτία του και να ζητήσει βοήθεια μέ τήν καρδιά του, παρά νά τό πεῖ αὐτό μέ τή γλώσσα του. Ἡ γλώσσα μπορεί καί να ξεγελάσει, ν’ ἀπατήσει, ἡ καρδιά ὅμως ὄχι.
Προσέξτε ἐπίσης πῶς ἀπαρνήθηκε ὁ Ζακχαῖος τήν ἁμαρτία του, τί προσπάθειες έκανε γιά νά μετακινηθεῖ στό φῶς, ἀπό τή σκιά τοῦ ὀλέθριου πάθους τῆς φιλαργυρίας. Μοίρασε ἀμέσως τη μισή περιουσία του στους φτωχούς. Ποιός; Εκείνος πού ἀγαποῦσε κάθε δεκάρα που μάζευε καί τήν ἔκρυβε νά μή τήν δοῦν οἱ ἄνθρωποι. Αὐτός πού δέν εἶχε νιώσει ποτέ τήν ἡδονή τῆς προσφορᾶς.
Ὅλ’ αὐτά ὅμως δέν ἦταν ἀρκετά. Κατέβαλε κάθε προσπάθεια για ν’ αποδώσει δικαιοσύνη, να κάνει καλό στούς ἄλλους και προσφέρθηκε ν’ ἀποζημιώσει στο τετραπλάσιο ὅλους εκείνους που ἀδίκησε. Ὁ Νόμος τοῦ Μωυσῆ εἶναι πολύ πιό ἐπιεικής μέ τούς ἁμαρτωλούς ἀπ’ ὅ,τι ἦταν ὁ Ζακχαῖος μέ τόν ἑαυτό του. Στο Νόμο λέει ὁ Μωυσῆς: «ἀνήρ ή γυνή, ὅς τις ἄν ποιήσῃ ἀπό πασῶν τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἀνθρωπίνων, καί παριδών παρίδη καί πλημμελήσῃ ἡ ψυχή ἐκείνη, ἐξαγορεύσει την ἁμαρτίαν ἥν ἐποίησε, καί ἀποδώσει την πλημμέλειαν τό κεφάλαιον καί τό ἐπίμεμπτον αὐτοῦ προσθήσει ἐπ’ αὐτῷ, καί ἀποδώσει, τίνι ἐπλημμέλησεν αὐτῷ» (Ἀριθ. ε’ 6-7). Αὐτά ὅρισε ὁ Μωυσῆς γι’ αὐτούς πού ἀναγνώρισαν τήν ἁμαρτία τους. Ὁ Ζακχαῖος λοιπόν, πού ἀναγνώρισε τήν ἁμαρτία του, ἔπρεπε σύμφωνα μέ τό Νόμο να επιστρέψει σέ ὅλους ὅσους ἀδίκησε ὁλόκληρο το ποσό που ἔκλεψε, καί ἕνα πέμπτο τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ περισσότερο. Ἐκεῖνος ὅμως στάθηκε πιο σκληρός στόν ἑαυτό του ἀπ’ ὅ,τι ἀπαιτοῦσε ὁ Νόμος. Θέλησε να ἐφαρμόσει στόν ἑαυτό του αυτό που προβλέπει ὁ Νόμος γιά τούς κλέφτες καί τούς ληστές που δέν ἀναγνωρίζουν καί δέν ὁμολογοῦν τό ἔγκλημά τους, μ’ ὅλο πού τούς ἔπιασαν ἐπ ̓ αὐτοφόρω. Ἤθελε ν’ ἀποδώσει στο τετραπλάσιο αὐτά πού εἶχε ἀφαιρέσει ἀπό τόν καθένα (βλ. Ἔξ. κβ’ 1). Ἔτσι εἶναι ὅλοι ὅσοι μετανοοῦν. Εὔσπλαγχνοι πρός τούς ἄλλους κι αυστηροί μέ τόν ἑαυτό τους.
«Εἶπε δέ πρός αὐτόν ὁ Ἰησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι και αὐτός υἱός Αβραάμ ἐστιν» (Λουκ. ιθ’ 9). Αὐτή ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ στο Ζακχαίο, σέ ἀνταπόκριση τῆς καρδιακῆς μετάνοιάς του, ὡς ἀνταπόδοση στην πνευματική χαρά καί τούς καρπούς μετανοίας πού ἐπέδειξε. Τα τελευταία λόγια, «ἦλθε γάρ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καί σῶσαι τό ἀπολωλός» (Λουκ. ιθ’ 10), ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ στους σοφούς ἐπικριτές πού ὀργίστηκαν μαζί Του ἐπειδή πήγε στο σπίτι τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἐνῶ βάδιζαν το δρόμο πρός τό σπίτι τοῦ Ζακχαίου, ἐνῶ γόγγυζαν καί θρηνοῦσαν γιά τήν ἀκαταλληλότητα τῆς ἐπίσκεψης αὐτῆς, ὁ Κύριος κρατοῦσε σιωπή, δέ μιλοῦσε, ἁπλά περίμενε. Τί περίμενε; Νά δεῖ τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων πού γόγγυζαν καί μεμψιμοιροῦσαν μέ μίσος για τούς ἀνθρώπους, καθώς και κείνην τοῦ μετανιωμένου Ζακχαίου, νά ἐκτεθοῦν πλήρως στό φῶς τῆς μέρας. Ἔδωσε τα ηνία στους δαίμονες της κακίας να φτάσουν στα όριά τους, ὥστε ἡ ἀπώλειά τους νά εἶναι καθαρή καί προφανής.
Αὐτός εἶναι ὁ δρόμος τῆς νίκης τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός δέ βιάζεται να δείξει τήν ἀδυναμία τοῦ πονηροῦ καί τή δική του δύναμη στην πρώτη αντίθεσή Του μέ τόν πονηρό. Περιμένει να δεῖ τόν πονηρό νά επαίρεται στους οὐρανούς κι ἔπειτα νά σκορπίζεται ἡ δύναμή του στη στιγμή.
Τόσο ἀδύναμος εἶναι μπροστά στον παντοδύναμο ὁ πονηρός, ὥστε ἄν ὁ Θεός δέν τοῦ ἐπέτρεπε να ἐνεργεῖ σέ κάποιο βαθμό κι ἔπειτα να περιορίζεται πάλι, οἱ ἄνθρωποι δέ θ’ ἀποκτοῦσαν ποτέ καθαρή εἰκόνα γιά τή μεγαλοσύνη Του. Ὁ Θεός ἄφησε τις δυνάμεις της κόλασης καί τῆς γῆς νά ἐνεργήσουν στο Γολγοθά, ὥστε ν’ ἀποδείξει μετά και στις δυό αυτές δυνάμεις τήν ἀκατανίκητη δύναμή Του.
Τήν ἴδια μέθοδο χρησιμοποίησε καί στήν περίπτωση τοῦ Ζακχαίου ὁ Κύριος. Αρχικά πήγε στο σπίτι του. Οἱ θορυβοποιοί ξέσπασαν σε φωνές, οἱ γογγυστές γόγγυζαν, οἱ ἐμπαίζοντες ἐνέπαιξαν. Ἐκεῖνος ὅμως ἔμεινε ἤρεμος κι ατάραχος κι ἀκολούθησε τό δρόμο του. Μπήκε στο σπίτι τοῦ Ζακχαίου. Οἱ αὐτοθεωρούμενοι δίκαιοι ἔμειναν ἔξω ἀπό τό κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀπό φόβο μή μιανθοῦν. Οἱ θορυβοποιοί εξακολούθησαν νά θορυβοῦν ὅλο καί πιό δυνατά, οἱ γογγυστές νά γογγύζουν κι οἱ περιπαίζοντες να περιπαίζουν. Ὁ θρίαμβος τῆς κακίας ἔφτασε στο ἀπόγειό του. Ὅλοι οἱ ἐναντίοι εἶχαν πειστεί πώς εἶχαν ἀπόλυτα δικαιωθεῖ, πώς ὁ Χριστός εἶχε νικηθεῖ. Ἐκεῖνοι γνώριζαν το Ζακχαῖο, ἐνῶ ὁ Χριστός δέν τόν ἤξερε. Ἐκεῖνοι τηροῦσαν πιστά τό Νόμο, ἐνῶ ὁ Χριστός τόν ἀθετοῦσε, ἀφοῦ πέρασε το κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἐκεῖνοι δέν μποροῦσαν ν ̓ ἀπατηθοῦν, ἐνῶ ὁ Χριστός μποροῦσε. Καί ἀπατήθηκε.
Οἱ ἐχθροί Του ἔφτασαν ἔτσι ἀβίαστα και λογικά στο συμπέρασμα, πώς ὁ Χριστός οὔτε ἀληθινός διδάσκαλος ἦταν, οὔτε προφήτης, οὔτε Μεσσίας. Ἄν εἶχε όλες αυτές τις ιδιότητες, ἤ ἔστω μερικές ἀπ’ αὐτές, θά γνώριζε ποιός ἦταν ὁ Ζακχαῖος καί δέ θά ἔμπαινε στο σπίτι του. Επομένως ἐμεῖς, οἱ κάτοικοι τῆς Ἱεριχούς, παγιδέψαμε σήμερα τό Χριστό κι ἔτσι θα σώσουμε τόν κόσμο ἀπό ἀπό τή μεγάλη αὐταπάτη πώς Αὐτός εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Αὐτός εἶναι ἕνας θρίαμβος, μιά μεγάλη νίκη.
Αὐτό πού πέτυχαν οἱ ἐχθροί Του ἦταν ν’ ἀνυψώσουν τήν κακία τους στόν οὐρανό. Κι ὅλη αὐτή τήν ὥρα ὁ Ζακχαῖος ωρίμαζε κι ἐξελισσόταν σ’ ἕναν καλλίτερο κι ἀναγεννημένο ἄνθρωπο. Ὁ Χριστός πρόσεχε λιγότερο αὐτή τήν ἑτερογενή και μοχθηρή μάζα και περισσότερο τήν ἀνανεωμένη καρδιά τοῦ Ζακχαίου. Περίμενε να τελειώσουν ὅλα αὐτά καί μετά θα μιλοῦσε. Ὅταν ἡ μοχθηρία εἶχε φτάσει στόν οὐρανό κι ἡ σκληρή κρούστα τῆς μούχλας είχε ξεφύγει ἀπό τίς φθαρμένες καρδιές τῶν ἁμαρτωλῶν, τότε ὁ Ζακχαῖος ἄνοιξε το στόμα του κι εἶπε λόγια, πού μόνο ἀπό τό Χριστό θά περίμενε κανείς ν ̓ ἀκούσει: ιδού τά ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς.
Αὐτός ἦταν ἕνας ξαφνικός κεραυνός πού ξέσκισε τα σύννεφα. Γιατί γίνατε ξαφνικά σιωπηλοί, ὅλοι ἐσεῖς οἱ κάτοικοι τῆς Ἱεριχούς; Γιατί δέν ἐξακολουθείτε να θορυβεῖτε, να περιπαίζετε και να γογγύζετε; Γιατί τά λόγια σας πνίγηκαν στο λαιμό σας; Ποιός απατήθηκε, ὁ Χριστός ἤ ἐσεῖς; Ποιός γνώριζε καλύτερα το Ζακχαῖο, ἐσεῖς ἤ ὁ Χριστός; Ποιός εἶναι πιό δίκαιος τώρα, ἐσεῖς ἤ ὁ Ζακχαῖος;
Πόσο ταπεινός καί πράος εἶναι ὁ Κύριος! Ὅπως σε προηγούμενες περιπτώσεις, ἔτσι καί τώρα στέκεται σάν τό ἄκακο αρνί μπροστά σε ανθρώπους πού ἀόρατοι λύκοι τούς ἔχουν κάνει πονηρούς. Πόσο σίγουρος, πόσο ἤρεμος εἶναι στη νίκη του, τώρα ὅπως καί πάντα. Περιμένει πολύ ειρηνικά την κατάλληλη στιγμή. Κι ὅταν αὐτή ἔρθει, στρέφεται στον ἄρρωστο ἄνθρωπο, πού γιά χάρη του ἄλλαξε δρόμο καί πῆγε στο σπίτι του. Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο.
Μέ τά λόγια αὐτά ὁ οὐράνιος Θεραπευτής βεβαιώνει τόν ἄρρωστο πώς ἡ ὑγεία του ἀποκαταστάθηκε. Τώρα εἶναι ἕτοιμος να βγεῖ ἀπό το νοσοκομεῖο καί παίρνει τη θέση του ἀνάμεσα στούς ὑγιεῖς. Ἡ τυφλότητα ἐξαφανίστηκε ἀπό τά μάτια του, ὅπως κι ἀπό τά μάτια τοῦ Βαρτιμαίου. Τώρα μπορεῖ νά βαδίζει ἐλεύθερα στο δρόμο τῆς δικαιοσύνης καί τοῦ ἐλέους. Γιά νά πείσει καθαρότερα ὅμως καί τούς ἄλλους πού παρευρίσκονταν ἐκεῖ, ὁ Κύριος πρόσθεσε: καθότι καί αὐτός υἱός Ἀβραάμ ἐστιν. Αληθινός υἱός Αβραάμ κατά πνεῦμα καί κατ’ ἀλήθεια, ὄχι μόνο στό ὄνομα καί τό αἷμα, σάν τούς ἄλλους πού περηφανεύονταν ὅτι ἦταν υἱοί Ἀβραάμ μόνο κατ’ ὄνομα, ἐπειδή προέρχονταν ἀπό ἐκεῖνον.
Ὁ Ἀβραάμ ἀγαποῦσε τό συνάνθρωπό του κι εἶχε φόβο Θεοῦ. Ἦταν φιλόξενος, πιστός, δέν ἦταν φιλάργυρος, αναπαυόταν στο πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Κι ὁ Ζακχαῖος ἔγινε ἕνας ἄλλος Ἀβραάμ. Μέ τά μεγάλα και καλά ἔργα του ὁ Ἀβραάμ, ἔγινε προπάτορας ὅλων τῶν δικαίων. Μέ τή μετάνοιά του ὁ Ζακχαῖος ἔγινε γνήσιος απόγονός του, πνευματικός γιός του. Αὐτό τό ἀποκάλυψε ὁ Κύριος γιά να παρηγορήσει τό Ζακχαῖο καί να προβληματίσει τούς ἐχθρούς του.
Στα τελευταία αὐτά λόγια Του πρόσθεσε ὁ Κύριος: ἦλθε γάρ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καί σῶσαι τό ἀπολωλός. Ἦρθε για ν’ αναζητήσει τούς ἁμαρτωλούς ἐκείνους πού δέν τούς ἀναζητεῖ κανένας, πού ὅλοι τούς ἀπορρίπτουν. Ἦρθε να σώσει αὐτούς πού τόσο ὁ κόσμος ὅσο κι οἱ ἴδιοι λογαριάζουν χαμένους. Ὁ Μεγάλος Ήρωας δέν κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό γιά νά θεραπεύσει ἐκείνους πού ὑποφέρουν από κάποιο κρυωματάκι, ἀλλά γιά νά σώσει τους λεπρούς καί τούς τυφλούς, τούς δαιμονισμένους καί τούς παράλυτους, ν’ ἀναστήσει νεκρούς ἀπό τούς τάφους τους. Είχε πεῖ σέ μιά ἄλλη περίπτωση ὁ Κύριος: «Οὐ γάρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλά ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν» (Ματθ. θ’ 13).
Αδελφοί μου! Συνειδητοποιεῖτε ὅτι τά παραπάνω λόγια εφαρμόζονται σέ μᾶς; Γνωρίζετε πώς εἴμαστε ἁμαρτωλοί πού γιά χάρη μας ὁ Κύριος κατέβηκε στή γῆ; Τόν ἔφερε κοντά μας ἀπό τόν οὐρανό ἡ ἀπερινόητη αγάπη Του γιά μᾶς, γιά ν’ αναζητήσει τό απολωλός καί νά σώσει τούς ἁμαρτωλούς. Προσέξτε τον κοντόσωμο Ζακχαίο. Στη μεγάλη του ἐπιθυμία γιά νά δεῖ τόν Κύριο, ἔγινε μέγας. Ὁ Χριστός προσεγγίζει κι ἐμᾶς τώρα ὅπως τότε το Ζακχαῖο, περιτριγυρισμένος ἀπό πλήθη λαοῦ, ἕν’ ἀμέτρητο πλῆθος ἀπό δίκαιους και κατήγορους. Ολόκληρη ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου τα τελευταῖα δύο χιλιάδες χρόνια ὀρύεται ἐναντίον Του, γύρω του, μᾶς κατακλύζει. Δέν ἀκοῦτε το μούγκρισμα, τό βρυχηθμό της; Σέρνει πάνω της ολόκληρο τό παρελθόν καί τό ἀκουμπάει δίπλα σου. Κι ἀνάμεσα στο πλῆθος τῶν πολλῶν ἑκατομμυρίων, βαδίζει ὁ ταπεινός Κύριος καί Σωτήρας μας.
Ἄς σπεύσουμε λοιπόν, ἄς ἀνεβοῦμε ψηλά γιά νά δοῦμε τόν Κύριο. Τίποτ’ ἄλλο ἀπ’ ὅσα ἔχουν ὑπάρξει ἢ ὑπάρχουν, δέν εἶναι ἄξια προσοχῆς. Ἄς σηκωθοῦμε ἀπό τή λάσπη τοῦ δρόμου πού βαδίζαμε ὥς τώρα. Ἄς σκαρφαλώσαμε σ’ ἕνα ψηλό δέντρο. Ἐκεῖνος θά ἔρθει νά μᾶς συναντήσει. Μακάριος εἶναι αὐτός πού θά τόν καλέσει ἡ γλυκύτατη φωνή Του. Η φωνή που τη γλυκύτητά της ἀπολαμβάνουν οἱ ἄγγελοι μέχρι πλησμονῆς.
Ἡ μετάνοια εἶναι πραγματικά τό πρῶτο σκαλί τῆς κλίμακας πού μᾶς ὁδηγεῖ στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Κανένας ὥς σήμερα δεν κατόρθωσε να ἀνεβεί στο δεύτερο σκαλί, χωρίς να πατήσει στο πρώτο. Στην κενότητα της παρούσας ζωῆς, ἡ μετάνοια εἶναι ὁ πρῶτος και μοναδικός τρόπος για να κρούσει κανείς τήν πόρτα τοῦ οὐρανοῦ. Μπορείς να χτυπᾶς μέ τό χέρι σου ἕναν τοίχο ὅσο θέλεις. Κανένας δέ θ ̓ ἀκούσει γιά νά σοῦ ἀνοίξει. Χτύπα τήν πόρτα ὅμως καί θά σοῦ ἀνοίξει. Ἡ μετάνοια εἶναι τό χτύπημα ὄχι στον τοίχο, αλλά στην πόρτα πού ὁδηγεῖ στό φῶς καί στή σωτηρία. Αὐτός πού μετανοεῖ εἰλικρινά καί θέλει να μπει στο σπίτι τοῦ οὐράνιου Πατέρα, ἔχει ἤδη χτυπήσει μιά ἀπό τίς πόρτες πού ὁδηγοῦν μέσα στο σπίτι.
Ἡ φιλαργυρία τυφλώνει. Μόνο ὁ Χριστός δίνει τό φῶς στους τυφλούς. Η φιλαργυρία ἀπομονώνει τόν ἄνθρωπο, τόν δένει μέ τά δεσμά τῆς δουλείας. Ὁ Χριστός τόν βγάζει ἀπό τήν ἀπομόνωση καί τόν βάζει στη συντροφιά τῶν ἀγγέλων, ελευθερώνει τόν δοῦλο. Σ’ ὅλους αὐτούς πού μετανοοῦν κι ἀγωνίζονται νά δοῦν τόν Κύριο, φανερώνεται. Καί σ’ ἐκείνους πού φανερώνεται, ἀποκαλύπτει ὅλα τα μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, ὅλες τίς ἀμέτρητες και σταθερές εὐλογίες που παρέχει ὁ Θεός, αὐτές πού ἔχει προετοιμάσει ἀπό καταβολῆς κόσμου γι’ αὐτούς πού τόν ἀγαποῦν.
Δόξα καί αἶνος στον Κύριο καί Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό, μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, τήν ὁμοούσια καί ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καί πάντα καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
ΚΥΡΙΑΚΗ IΕ΄ΛΟΥΚΑ[:Λουκά 19, 1-10]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΙΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 23-1-2000]
(Β 408) [β΄έκδοσις]
Ο Κύριος, αγαπητοί μου, βρισκόταν εις την φημισμένην Ιεριχώ, στην πόλη των ρόδων και των φοινίκων. Πλήθος κόσμου έτρεχε στη συνάντησή Του, για να Τον δει. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν κι ένας αρχιτελώνης που τον έλεγαν Ζακχαίο. Θα λέγαμε ότι ο Κύριος βρέθηκε στην πόλη αυτή ειδικά για να συναντήσει τον Ζακχαίο. Η πιο κάτω ιστορία μάς το βεβαιώνει αυτό.
Μας σημειώνει ο Ευαγγελιστής Λουκάς ότι ο Κύριος «εἰσελθὼν εἰς τήν πόλιν διήρχετο τὴν ῾Ιεριχώ». Αφού μπήκε μέσα εις την Ιεριχώ, την «διήρχετο». Δηλαδή από δρόμο σε δρόμο, από δρόμο σε δρόμο. Αυτό θα πει «διήρχετο». Αλλά γιατί «διήρχετο» την πόλιν ο Κύριος; Γιατί ο Κύριος βγήκε εκεί για να σώσει μια ψυχή. Γιατί «ὁ Κύριος πάντας θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν». Και βρήκε την ψυχήν αυτή· που ήταν ο Ζακχαίος. Εάν ο Κύριος επιθυμεί να σώσει μια μόνον ψυχή, όμως και μια ανθρώπινη ψυχή επιθυμεί να γνωρίσει τον Κύριον. Και ο Ματθαίος φλεγόταν από την επιθυμίαν να γνωρίσει τον Ιησούν. Και οι άλλοι μαθηταί το ίδιο.
Εδώ τώρα ο Ζακχαίος είχε ακούσει δια τον Ιησούν. Κι όπως πολλοί έτρεχαν φέροντες τους αρρώστους των, για να τους θεραπεύσει ο Κύριος, έτσι και ο Ζακχαίος ζητά να θεραπεύσει την ψυχή του από την λέπρωση της αμαρτίας και το αβάσταχτο βάρος της. Ήθελε να δει τον Ιησούν ο Ζακχαίος. Αλλά δύο μεγάλα εμπόδια δεν του το επιτρέπουν αυτό. Το ένα, ότι ήταν πολύ κοντός εις το ανάστημα. Και το πλήθος που περιεστοίχιζε τον Ιησούν, στεκόταν εμπόδιο. Το άλλο ήταν η βεβαρυμένη του συνείδηση. Ο Ιησούς ήταν άγιος, αλλά αυτός πολύ αμαρτωλός. Και συνεπώς είχε να αντιμετωπίσει αυτά τα δύο εμπόδια.
Για να δούμε· το πρώτο εμπόδιο, ότι ήτανε κοντός, «μικρός τῇ ἡλικίᾳ». «Ἡλικία» θα πει ανάστημα. Ήταν πολύ χαμηλός. Γι’αυτό σκέφτηκε, γιατί οπωσδήποτε ήθελε να δει τον Ιησούν, σκέφτηκε να σκαρφαλώσει πάνω σε ένα δέντρο, από εκεί που θα περνούσε ο Ιησούς. Δεν υπολογίζει την κοινωνική του θέση. Μπορεί να ήταν αμαρτωλός, μπορεί να ήταν μισητός εις τον λαόν, πλην όμως είχε διακεκριμένη θέση. Ήταν αρχιτελώνης. Το τι δηλαδή θα πει ο κόσμος, δεν τον ενδιέφερε. Ούτε ακόμη αν φορούσε, ασφαλώς φορούσε, τα καλά του ρούχα, που τυχόν θα κινδύνευαν με το να ανέβει επάνω σε ένα δέντρο. Ένα τον ενδιαφέρει τον Ζακχαίο. Να δει τον φημισμένον Ιησούν, τον Διδάσκαλο· που τα πλήθη Τον ακολουθούσαν.
Κι εμείς, βέβαια, θέλομε να γνωρίσομε τον Ιησούν Χριστόν και την διδασκαλία Του, τα μεγάλα γεγονότα, ακόμα, της ζωής Του. Να εμβαθύνομε εις αυτά, να τα βιώσομε. Τι θα πει ότι ο Κύριος μετεμορφώθη; Τι θα πει ότι ο Κύριος απέθανε επί του Σταυρού; Τι θα πει ότι ο Κύριος ανεστήθη και ανελήφθη εις τον ουρανόν; Θέλομε αυτά όλα τα μεγάλα γεγονότα, τους μεγάλους σταθμούς της ζωής του Κυρίου να τα ζήσομε, να τα κατανοήσομε, να τα βιώσομε. Και όμως, είμεθα τόσο νάνοι στις σκέψεις και τα αισθήματα… Νάνοι μπροστά, γενικώς, θα έλεγα, στο μυστήριον της Ενανθρωπήσεως του Υιού του Θεού. Τι καταλαβαίνομε απ΄ αυτό; Για να μπορέσομε να δούμε και να κατανοήσομε και να βιώσομε, πρέπει να παραδεχθούμε, αγαπητοί μου, ότι όντως είμεθα νάνοι. Σε σκέψεις και βιώματα, επαναλαμβάνω. Να μην υπολογίζομε τον παράγοντα κόσμον. Άμα ο κόσμος σε δει να θέλεις να βαθαίνεις περισσότερο, αμέσως σου κολλάει τη ρετσινιά: «Είσαι φανατικός». Ή την άλλη εκείνη ρετσινιά: «Είσαι θρησκόληπτος». Ε, βέβαια, άνθρωποι που δεν έχουν καμία σχέση με τον Θεό, άσχετοι –άσχετοι!- πώς μπορούν να δουν τον πνευματικόν άνθρωπο; Θα τον δουν ακριβώς με αυτές τις ρετσινιές. Άκου θρησκόληπτος, εκείνος που θέλει να ανεβεί και να προχωρήσει περισσότερο; Θρησκόληπτος! Δηλαδή δεν ξέρουν ακόμη οι άνθρωποι του κόσμου τούτου, και μορφωμένοι, μη νομίσετε, και την έννοια του θρησκολήπτου. Ενώ θρησκόληπτος τι θα πει; Θα πει «εκείνος ο οποίος είναι προσκολλημένος σε κάποιο γράμμα» και είναι η θρησκοληψία, είναι νοσηρά μορφή της πίστεως. Και όμως δεν διστάζουν να σου πουν: «Είσαι θρησκόληπτος».
Ο Κύριος βλέπομε να λέει στον Ζακχαίο: «Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι». «Ω Ζακχαίε, αφού σπεύσεις -να αναλύσομε την μετοχή για να θυμηθούμε και τις μετοχές- κατέβα από το δέντρο. Δηλαδή σε είδα. Και συ με είδες και Εγώ σε είδα. Κατέβα, λοιπόν, τώρα από το δέντρο. Έλα κοντά μου».
Πρώτιστα βλέπομε ότι ο Κύριος τον καλεί με το όνομά του. Θα ήταν πολύ αστείο να ρωτήσομε από πού θα μπορούσε να ξέρει ο Κύριος το όνομα του Ζακχαίου. Αγαπητοί μου, ο Θεός έχει δώσει ονόματα σε όλα. Και στα αστέρια και εις τα ζώα και εις τα πάντα. Γι’αυτό κάλεσε τον Αδάμ μέσα εις τον Παράδεισον, πριν ακόμη γίνει η Εύα, να ονοματίσει ό,τι έβλεπε γύρω του. Και κυρίως το ζωικό βασίλειο. Να ονοματίσει. Εκείνος που καλεί τον Αδάμ να ονοματίσει τα ζώα, ο Ίδιος δεν έχει ονοματίσει τα πάντα; Μας το λέει η Αγία Γραφή. Ότι και τα αστέρια έχει ονοματίσει· όλα τα αστέρια. Πόσα άραγε είναι τα αστέρια; Δισεκατομμύρια; Τρισεκατομμύρια; Θα σας πω έναν αριθμόν. Βάλτε μια μονάδα και αρχίστε να αραδιάζετε πίσω από την μονάδα αυτή, όχι μπροστά από την μονάδα, και πάμε στους δεκαδικούς, να αραδιάζετε πίσω από την μονάδα μηδενικά. Πόσα; Τραβάτε, γράφετε, γράφετε, γράφετε… Τόσα είναι τα αστέρια. Και σε όλα αυτά έχει δώσει ο Θεός ονόματα; Μας το λέγει η Αγία Γραφή, η Παλαιά Διαθήκη. Ότι έδωσε ονόματα, παρακαλώ, σε όλα τα αστέρια! Συνεπώς; Θα ήταν δυνατόν τώρα να αγνοεί τον Ζακχαίον; Που είναι άνθρωπος; Δεν είναι ούτε αστέρι, ούτε ζώο, ούτε φυτό. Κι όμως, εδώ τον καλεί. Το όνομά του το πήρε βέβαια την ογδόη ημέρα της περιτομής του, σαν Εβραίος, σύμφωνα με τον νόμο. Πλην όμως, ο Θεός γνωρίζει τα πάντα. Αν κανείς καλόπιστα θα ήθελε να δει κάθε βήμα του Ιησού Χριστού, όπως βλέπομε -αφήνω την Παλαιά Διαθήκη αυτήν την στιγμή- στην Καινή Διαθήκη, θα μπορούσε να λέει -χωρίς να πέσει έξω- ότι ο Ιησούς είναι ο Θεός Λόγος. Είναι Θεός. Ο Ιησούς. Ομοούσιος με τον Πατέρα και το Πνεύμα το Άγιον.
Έτσι, λοιπόν, εδώ τώρα ο Κύριος γνωρίζει και το δικό μας όνομα. Κάθομαι πολλές φορές και σκέπτομαι…: «Αλήθεια, αυτήν την στιγμή με βλέπει ο Κύριος; Ξέρει το όνομά μου; Ξέρει τι κάνω;». Ναι. Αυτό, αγαπητοί μου, είναι… εάν μεν αγαθά, είναι ωραίο πράγμα. Εάν δε πονηρά, οπωσδήποτε με ενοχλεί. Γιατί δεν θα ήθελα να με ξέρει ο Θεός εάν είμαι πονηρός άνθρωπος. Ούτε θα ήθελα να ξέρει τα πονηρά μου σχέδια.
Και τι του λέγει τώρα εδώ του Ζακχαίου; «Σπεύσας κατάβηθι». «Κάνε γρήγορα. Μην περιμένεις άλλο. Όπως συ ανυπομονούσες, Εγώ, προ καταβολής κόσμου, πριν θεμελιωθεί η Δημιουργία, Εγώ ήθελα να σε συναντήσω. Ναι. Προ καταβολής κόσμου. Γιατί σε ξέρω», όπως λέει σε πολλά σημεία στην Παλαιά Διαθήκη, φερειπείν εις τον προφήτη Ιερεμία: «Σὲ ξέρω ἐκ κοιλίας μητρός σου». «Σε ξέρω».
Και τι σημαίνει «σπεύσας κατάβηθι»; Πρέπει να κατεβούμε κι εμείς από το ύψος, αγαπητοί μου, της υπερηφανείας μας, στη στάθμη της ταπεινοφροσύνης. Ο Ζακχαίος έδειξε ταπεινοφροσύνη. Σας είπα, δεν λογάριασε την γνώμη του κόσμου, τι θα πει. «Εσύ; Που είσαι προύχοντας; Που είσαι σπουδαίος παράγων μέσα εις την πόλη, σαν μικρό παιδί σκαρφάλωσες επάνω σε ένα δέντρο;». Ο Ζακχαίος στην πραγματικότητα τα άφησε στην άκρη αυτά. Και έζησε την ταπεινοφροσύνη. Κι εμείς πρέπει να κατεβούμε από το ύψος του εγωισμού μας. Λέμε πολλές φορές ότι «έχω τη μύτη μου ψηλά. Την μύτη μου ψηλά. Ε, να προσγειωθώ, να κατέβω, να δω την πραγματικότητα». Έτσι, αγαπητοί, ο Κύριος τότε μας θέλει και τότε μας καλεί και τότε μας εκπλήσσει, όταν κατεβούμε σε ένα χαμηλό επίπεδο.
Το δεύτερο εμπόδιο. Αυτό δα στάθηκε κατεξοχήν εσωτερικό. Εξάλλου, ήτανε και κάτι που ο κόσμος μπορούσε να το λέει. Μπορούσε να λέει ο κόσμος: «Είδες;- Στον Ζακχαίο μάλιστα, συγκεκριμένα- Παρὰ ἀνδρὶ ἁμαρτωλῷ (:Σε άνδρα αμαρτωλό) πήγε να μείνει στο σπίτι του, καταλῦσαι (:πήγε να μείνει στο σπίτι του)». Μπα! Και αυτό το περιφρονεί τώρα εδώ ο Ζακχαίος, αγαπητοί μου. Ήταν η αμαρτωλότητά του, κατά κάποιον τρόπον τον εμπόδιζε να προσεγγίσει τον Κύριον που ήταν Άγιος. Είχε συναίσθηση του τι εσήμαινε να είσαι αρχιτελώνης. Εξάλλου οι Εβραίοι είχαν ταυτίσει τον τελώνη, πολλῷ δὲ μᾶλλον τον αρχιτελώνη, τον τελώνη με τον αμαρτωλό άνθρωπο. Γι’αυτό έλεγαν ότι «ο Χριστός πήγαινε στα σπίτια», λέει, «των τελωνών, των πορνών και των αμαρτωλών». Ήξερε, λοιπόν, πολύ καλά ο Ζακχαίος τις αδικίες που είχε κάνει, εις βάρος πάντοτε, βεβαίως, του λαού. Και τώρα στέκεται έτοιμος να αποκαταστήσει πρώτα πρώτα τις αδικίες που έκανε.
Αφού κατέβηκε, ήρθε κοντά εις τον Ιησούν. Ο κόσμος τώρα δεν τον εμποδίζει. Αλλά ο κόσμος τώρα τον πλαισιώνει μαζί με τον Ιησούν. Και τώρα που ήρθε η ώρα της πνευματικής ωριμότητος και της συναισθήσεως, λέγει: «Ἰδού, Κύριε, τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς (:Από τα υπάρχοντά μου, τα μισά τα δίνω εις τους πτωχούς) καὶ εἰ τινος τί ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν (:και όποιον τον αδίκησα με κάποια συκοφαντία, τώρα αποκαθιστώ την ζημίαν, δίδοντας εις αυτόν τετραπλή την ζημία που του προκάλεσα)». Αυτό το «τετραπλοῦν», αγαπητοί μου, δεν είναι τυχαίο. Ο νόμος το έλεγε. Λέει: «Όταν θα ήθελες να αποκαταστήσεις μία αδικία σου, θα έπρεπε να την αποκαταστήσεις κατά τετραπλούν τρόπον». Ο νόμος το έλεγε αυτό. Γι’αυτό τώρα ο Ζακχαίος μιλάει όπως μιλάει.
Και το αποτέλεσμα ήταν η θριαμβευτική απάντησις του Κυρίου, παρά το μουρμούρισμα του όχλου: «Σωτήρια τῷ οἴκῳ τούτῳ σήμερον ἐγένετο». «Να», λέει, «σήμερα έγινε σωτηρία εις αυτό το σπίτι, εις αυτό το σπιτικό». Το σπιτικό, δηλαδή, που ήταν του Ζακχαίου. Και είναι απάντησις του Κυρίου, αγαπητοί, από το ίδιο Του το στόμα στον καθένα από μας, όταν μετανοούμε. Ότι μας συγχωρεί. Ότι έγινε, έγινε ανάστασις σ’ αυτό το σπίτι. Έγινε σωτηρία σ’ αυτό το σπίτι. Και αν είναι άνδρας… –βέβαια, πρώτιστα για τον κάθε άνθρωπο «οἶκος» είναι η ύπαρξή μας. Αλλά αν είναι άνδρας, βεβαίως το σπίτι ανήκει εις τον άνδρα και όταν ο άνδρας γίνει πνευματικός άνθρωπος, τότε συνήθως ακολουθούν η σύζυγος και τα παιδιά. Συνήθως. Γιατί δυστυχώς δεν είναι πάντοτε.
Πρέπει, όμως, ακόμη να συνειδητοποιήσομε ότι είναι αδύνατον να γνωρίσομε τον Χριστόν αν προηγουμένως δεν τακτοποιήσομε τον εσωτερικό μας κόσμον με την μετάνοια. Όπως είπε ο Ζακχαίος: «Να», λέει, «εις τετραπλούν δίδω στους πτωχούς, εκείνα τα οποία έχω. Τα μισά απ’ ό,τι έχω».
Και η ανταπόκρισις του Κυρίου βλέπομε είναι άμεση. Το βλέπει κανείς αυτό από μία ωραία εικόνα που μας δίνει η Αγία Γραφή. Είναι αυτό που ο Κύριος αναφέρει στην επιστολή Του προς τον επίσκοπο της Λαοδικείας. Τι του λέγει; «Ἰδού, ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν (: Να, λέγει, έχω σταθεί έξω από την πόρτα σου)· ἐὰν τὶς ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου», λέει ο Κύριος – γιατί ταυτοχρόνως κρούει την θύραν, αλλά λέει και Ποιος είναι: «Ἐγὼ εἰμί». Αν κάποια φωνή, από μέσα, ερωτήσει «Ποιος είναι;» – «Ἐγὼ εἰμί, ὁ Ἰησοῦς, ὁ Σωτῆρας»- «ἐὰν» λοιπόν «τὶς ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου, καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν» –γιατί το πομολάκι είναι από μέσα. Κάποτε ένας ζωγράφος κάθισε και έφτιαξε αυτήν την σκηνή. Την έχετε δει και την έχω δει κι εγώ πολλές φορές σε μικρές εικόνες. «Α», λέει στον ζωγράφο, «έκανες ένα λάθος. Έβαλες το πόμολο από μέσα». «Όχι», λέει, «δεν έκανα λάθος. Το πόμολο είναι πάντοτε από μέσα». Γιατί δεν θα ανοίξει ο επισκέπτης κρατώντας το πόμολο και να μπει αυθαίρετα μέσα στην ψυχή σου. Αλλά θα ανοίξεις εσύ και θα τον υποδεχθείς. Δεν θα πεις: «Ε, τι γυρεύεις εδώ εσύ;». Αν έμπαινε, υποτίθεται, αυθαιρέτως. Τώρα, όμως, ανοίγεις εσύ το πόμολο. Και λες: «Πέρασε, Κύριε».
Και συνεχίζει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Αποκάλυψη να μας λέει αυτά τα λόγια του Χριστού: «… καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτόν (: και θα μπω μέσα στο σπίτι του) καὶ δειπνήσω μετ’ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ’ ἐμοῦ (: και θα καθίσουμε στο τραπέζι, θα δειπνήσομε μαζί , Εγώ μαζί του– δεν είναι πλεονασμός, όταν λέει ‘’Εγώ μαζί του και αυτός μαζί μου’’, όχι. Γιατί δείχνει ότι έχει μία αμοιβαία επιθυμία συνδειπνῆσαι, να συνδειπνήσει κανείς με τον Χριστόν και ο Χριστός με εμένα τον άνθρωπο. Μια εικόνα τρυφερότητος, αλλά και συντροφικότητος. Θέλει να κάνει συντροφιά ο Κύριος μαζί μου. Και η γνωριμία με τον Χριστόν είναι προσωπική. Και η συντροφιά του είναι πόθος ψυχής. Αφού και η ψυχή αναζητά τον Κύριον.
Αυτό πολύ ωραία το εκφράζει ένας σύγχρονος ποιητής, μακαρίτης πλέον, που λέγει σε ένα του μακρύ ποίημα: «Συντροφιά με τον Χριστό
λαχτάρησα να ζήσω,
ως να φτάσει κι η στερνή
στιγμή να ξεψυχήσω.
Συντροφιά με τον Χριστό
λαχτάρησα να ζήσω
την αγάπη Του θερμή,
στα στήθια μου να κλείσω».
Η αναζήτησις, αγαπητοί μου, του Ιησού Χριστού προϋποθέτει πόθον εις την ψυχήν, αλλά και μία καθαρότητα. Ή, την πρόθεση να γίνω καθαρός. Ξέρετε ότι κι ο Ηρώδης, μάς λέει εδώ ο Λουκάς στο 9ο κεφάλαιό του, «ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν». Ο Ηρώδης αυτός είναι ο εγγονός εκείνου του Ηρώδου που ήθελε να φονεύσει τον Ιησούν, όταν άκουσε ότι γεννήθηκε από την γενιά του Δαβίδ κ.λπ. κ.λπ. και ότι θα εγείρει δικαιώματα και αξιώσεις. Είναι ο εγγονός. Αλλά και ο εγγονός δεν ήταν καλύτερος -γιατί κι αυτός βασιλεύσε- δεν ήταν καλύτερος, αγαπητοί μου, από τον Ηρώδη τον παππού του. Και «ἐζήτει», ωστόσο, «ἰδεῖν», να δει τον Ιησούν. Και τούτο γιατί είχε ακούσει ότι ο Ιησούς έκανε, λέει, θαύματα. Και αφού ο Ηρώδης ήδη είχε φονεύσει τον Ιωάννη τον Βαπτιστήν, τώρα έρχεται να ιδεί τον Ιησούν. Έλεγε μάλιστα τα εξής: «Μπα! Ξέρω, ο Πρόδρομος είναι εκείνος ο οποίος κάνει τα θαύματα». Μα, δεν είναι ο Πρόδρομος. Κοιτάξτε, παχυλή αντίληψη, παχυλή άγνοια. «Αυτός», λέει, «αναστήθηκε από τους νεκρούς». Και δεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι άλλο είναι ο Πρόδρομος τον οποίον απεκεφάλισε -και βεβαίως δεν ανεστήθη- και άλλος είναι ο Ιησούς που ήδη είναι στη ζωή και κάνει τα θαύματα.
Και η ευκαιρία δόθηκε, αγαπητοί μου, όταν οδήγησαν τον Ιησούν Χριστόν από τον Πιλάτο στον Ηρώδη. Επειδή είπαν «είναι Γαλιλαίος» και ο Ηρώδης ήταν βασιλιάς στην Γαλιλαία και επειδή ήταν στη δικαιοδοσία του Ηρώδου, ε, για να είναι τυπικοί, ο Πιλάτος, ο διοικητής των Ιεροσολύμων, για να είναι τυπικός, έστειλε τον Ιησούν να τον δει και να κρίνει και ο Ηρώδης. Ακούστε εδώ τι σημειώνει ο Λουκάς στο 23ο κεφάλαιο: «Ὁ δὲ Ἡρώδης ἰδὼν τὸν Ἰησοῦν ἐχάρη λίαν». Πω, χαρά που έκανε… Αλλά γιατί έκανε χαρά; «Ἦν γὰρ ἐξ ἱκανοῦ θέλων ἰδεῖν αὐτὸν διὰ τὸ ἀκούειν αὐτὸν πολλὰ περὶ αὐτοῦ, καὶ ἤλπιζε τί σημεῖον ἰδεῖν ὑπ’ αὐτοῦ γινόμενον». «Γιατί άκουσε πολλά». Αυτό που σας είπα προηγουμένως. «Και ήλπιζε να δει κάποιο θαύμα μπροστά του». Ξέρετε, εκείνοι που θέλουν να δουν θαύμα, δεν καταλαβαίνουν ότι υποκρύπτεται μία απιστία. Απόδειξις, ο Ηρώδης· που ζητούσε να δει θαύμα. Πίστεψε ο Ηρώδης; Η ιστορία δεν μας καταθέτει ότι ο Ηρώδης, αγαπητοί μου, επίστευσε. Κάθε άλλο. Να το ξέρετε, άμα ακούσουμε κάπου να γίνει ένα θαύμα, να δακρύει κάποια εικόνα, τρέχομε… Όταν ακούσουμε ότι γίνεται κήρυγμα, δεν τρέχομε… Το μεγάλο θαύμα είναι να ακούσεις κήρυγμα και να σου αλλάξει η καρδιά. Να γίνει, όπως λέει η Παλαιά Διαθήκη, να γίνει από πέτρινη η καρδιά σου, να γίνει «σαρκίνη», μαλακιά, ωραία. Αυτό είναι θαύμα. Ωστόσο: «Ἐπήρωτα δὲ αὐτὸν ἐν λόγοις ἱκανοῖς». «Με πολλά λόγια τον ερωτούσε: ‘’Τι τούτο; Τι εκείνο; Πώς αυτό; Πώς εκείνο; Κάνε μου ένα θαύμα να το δω κι εγώ’’». Το αποτέλεσμα: «Ὁ δὲ Ἰησοῦς οὐδὲν ἀπεκρίνατο αὐτῷ». Δεν του έδινε καμία απάντηση. Ακούσατε; Αν θέλετε, θεολογικά, αναλύσατέ την στο μυαλό σας. Γιατί; Διότι ο Ηρώδης δεν είχε καθαρή καρδιά και νόμιζε ότι ο Ιησούς είναι κάποιος θαυματοποιός· που μπορούσε να έχει όποιο ήθελε θαύμα, κατά παραγγελία μάλιστα, χωρίς καμία πίστη. Θαύμα κατά παραγγελία…
Ωστόσο, στην ψυχή του Ζακχαίου είχε γίνει μία πραγματική επανάσταση. Ο πόθος να δει τον Ιησούν δεν ήταν ένας πόθος που θα τον γεννούσε η περιέργεια, όπως τον Ηρώδη. Αλλά η ανάγκη της σωτηρίας. Ήταν ο ίδιος πόθος που γεννήθηκε σε δυο άλλους φίλους, που αργότερα έγιναν μαθηταί του Χριστού. Στον Ιωάννη και στον Ανδρέα. Μετά την υπόδειξη του Προδρόμου, ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας, οι δύο μαθηταί ακολουθούν τον Ιησούν. Κι όταν ο Ιησούς εστράφη, -ήτανε κοντά Του, αλλά από πίσω Του- «Τι θέλετε;», τους ρώτησε. Βρέθηκαν σε αμηχανία. «Κύριε, πού μένεις;». Γιατί αμηχανία; Κάτι άλλο ήθελαν. «Πες μας, Συ που είσαι ο Μεσσίας, πες μας, τι να κάνομε για να σωθούμε;». Και γρήγορα θα γίνουν μαθηταί Του. Το ίδιο συμβαίνει, αγαπητοί μου, και με δυο άλλους φίλους, τον Φίλιππον και τον Ναθαναήλ. Κι αυτοί είχαν λαχτάρα, είχαν πόθο ψυχής. Το ίδιο συμβαίνει τώρα και εις τον Ζακχαίον.
Τι προϋποθέσεις χρειαζόμαστε, λοιπόν, για να βρούμε τον Ιησούν; Να είμεθα εν πορεία στα χνάρια του Ιησού. Ο Ζακχαίος βγήκε στον δρόμο για να συναντήσει τον περιπατούντα μέσα εις την πόλη την δική του. Δεύτερον, να στεκόμαστε ψηλότερα από το πλήθος, τον κόσμο και την νοοτροπία του. Όπως ο Ζακχαίος ανέβηκε επάνω εις την συκομοριά. Και τρίτον, πρέπει να πετύχομε ένα ξεπέρασμα του εαυτού μας. Δεν θα μας νοιάζει τι λέει ο κόσμος. Χρειάζεται η εν Χριστώ άσκησις. Εξάλλου, όπως λένε οι Πατέρες: «Πρᾶξις θεωρίας ἐπίβασις».
Αγαπητοί, πολλοί ζήτησαν να ιδούν τον Ιησούν. Αλλά τον Λόγον όμως, όπως λέγει ένας εκκλησιαστικός συγγραφεύς, μόνον όσοι επίστευσαν εις Αυτόν, Τον είδαν. Σε πολλούς σήμερα χριστιανούς μας δεν υπάρχουν οι ορθές προϋποθέσεις για να δουν τον Κύριον. Κινούνται ανάμεσα σε σύγχρονα, περίεργα σχήματα και αλλότριες αναζητήσεις, εκτός βέβαια από την γνησία αναζήτηση του Ιησού. Πάντως, η θαυμασία συμπεριφορά του Ζακχαίου στέκεται για μας ένας αληθινός οδοδείκτης. Ας τον μιμηθούμε και δεν θα ζημιώσομε.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_821.mp3
ΚΥΡΙΑΚΗ IΕ΄ΛΟΥΚΑ[:Λουκά 19, 1-10]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΚΟΥ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 29-1-1995]
[B311]
Μας είναι συμπαθής η ιστορία του Ζακχαίου, αγαπητοί μου, στην όμορφη πόλη της Ιεριχούς, όπως μας την διηγείται ο ευαγγελιστής Λουκάς.
Ο Κύριος διήρχετο την Ιεριχώ. Διήρχετο σαν κάποιον να ζητούσε. Χάριν του οποίου και επεσκέφθη την Ιεριχώ. Ήταν ο Ζακχαίος. Αρχιτελώνης, πλούσιος και ασυμπαθής στον λαό. Εντούτοις, κανείς δεν γνωρίζει τι απεργάζεται η χάρις του Θεού στις ανθρώπινες ψυχές. Κάτι ξύπνησε στην ψυχή του Ζακχαίου. Και ήθελε να δει τον Ιησούν. Ήτο, όμως, κοντός στο ανάστημα, γι’αυτό, από κει που θα περνούσε ο Ιησούς, σκαρφάλωσε σε μία συκομοριά και περίμενε. Όταν έφθασε ο Ιησούς εις το ύψος του δένδρου, σήκωσε το κεφάλι Του και τον κοίταξε. Τα μάτια τους συναντήθηκαν. Η καρδιά του Ζακχαίου χτύπησε δυνατά: «Επιτέλους, είδε τον Ιησούν!». Αλλά η έκπληξις του έφθασε στο αποκορύφωμα, όταν ο Ιησούς τον φώναξε με το όνομά του από το πλήθος: «Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι». «Κατέβα γρήγορα, γιατί σήμερα θα μείνω στο σπίτι σου». Άλλο δεν περίμενε ο Ζακχαίος, κατέβηκε από το δένδρο και με χαρά ανείπωτη υπεδέχθη τον Κύριον.
Οι γύρω, όσα άκουσαν, εκείνα τα οποία ομολόγησε, άρχισαν να μουρμουρίζουν και να σχολιάζουν τον Ιησούν, ότι θα πήγαινε στο σπίτι ενός αμαρτωλού και ασυμπαθούς ανθρώπου. Ενώ αυτοί έτσι εσκέπτοντο, ο Ζακχαίος τούς εφίμωσε με τον τρόπο που ομολόγησε τον εαυτό του, μπροστά στον Ιησού και μπροστά στο πλήθος. Και προβαίνει όντως σε μία αναπάντεχη ομολογία, εξομολόγηση: «Κύριε, ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν». Ομολογία καταπληκτική. Μετάνοια με έργα. Ήταν κάτι το συγκλονιστικό. Γι’αυτό ο Κύριος είπε: «ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο». «Σήμερα έγινε σωτηρία σε αυτό το σπιτικό, σε αυτό το σπίτι».
Ο λόγος, αυτός, του Κυρίου, αγαπητοί μου, είναι σημαντικός και πολύ χρήσιμος: «Έγινε σωτηρία σε αυτό το σπίτι»! Πώς έγινε; Αφού στο σπίτι αυτό ευρίσκετο ο Σωτήρας Χριστός. Και αφού εκεί ευρίσκετο ο Σωτήρας Χριστός, επόμενον ήταν το σπίτι εκείνο να υποδέχεται την σωτηρία και σε αυτό στο σπίτι να γίνεται η σωτηρία. Λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Ἒνθα γὰρ ἂν εἰσβάλῃ Χριστός, ἐκεῖ πάντως ἐστὶ καὶ σωτηρία». «Όπου εισβάλλει ο Χριστός, εκεί είναι και η σωτηρία».
Πώς εννοούμε, όμως, αυτήν την σωτηρία του σπιτιού; Γιατί σαφώς είπε ο Κύριος ότι «σωτηρία έγινε ἐν τῷ οἴκῳ τούτῳ». Όταν ο αρχηγός του σπιτιού, ο οικοδεσπότης, γνωρίσει τον Χριστόν και αποδεχθεί την σωτηρία, τότε και όλο το σπιτικό ακολουθεί τα βήματα του αρχηγού του σπιτιού. Αυτό ως επί το πλείστον συμβαίνει. Όταν δηλαδή ο οικοδεσπότης είναι ευσεβής, τότε και το σπίτι είναι ευσεβές. Σας είπα, ως επί το πλείστον. Δεν είναι απόλυτο. Κι έχομε μια ολόκληρη σειρά τέτοιων περιστατικών μέσα στην Καινή Διαθήκη. Αν έτσι κοιτάξομε, θα δούμε κάποια από τα περιστατικά αυτά.
Ο δεσμοφύλακας, φερειπείν, εις τους Φιλίππους, που επίστευσε στον Χριστό και στο κήρυγμα του Παύλου, αναποδογυρίστηκε η ψυχή του. Είπε εις τους δυο κρατουμένους του, Παύλον και Σίλαν, ύστερα από τον σεισμό, ύστερα από του ότι ουδείς εδραπέτευσε, παρότι ήταν ανοιχτές οι πόρτες της φυλακής και είδε έναν Παύλο να τον εμποδίζει να αυτοκτονήσει, γιατί τρόμαξε ο δεσμοφύλακας ότι θα δραπετεύσουν οι κρατούμενοι και τι λόγο θα δώσει εις τις αρχές, «Μην κάνεις το κακό αυτό –του φώναξε μέσα στην νύχτα ο Παύλος, μεσάνυχτα ήταν- όλοι εδώ είμαστε!», τότε εκείνος συγκλονίστηκε, γονάτισε μπροστά στους δύο Αποστόλους και τους λέει: «Κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ;». «Τι να κάνω για να σωθώ;». Και τότε του απήντησαν: «Πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου». «Και θα σωθείς και συ και το σπίτι σου». «Καὶ εὐθύς –όπως μας λέγει εκεί και μας περιγράφει ο Λουκάς- ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα». Όλοι εβαπτίστηκαν μέσα στο σπίτι. Λέει «καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες», διότι συμπεριλαμβάνονται και οι υπηρέτες. Όχι μόνον οι συγγενείς του δεσμοφύλακος, η σύζυγος, τα παιδιά, αλλά και οι υπηρέται. Και όπως συμπληρώνει ο Λουκάς «καὶ ἠγαλλιάσατο πανοικὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ». Είδατε; Έχαιρε με όλο του το σπίτι, που είχε πιστεύσει στον Θεό.
Το ίδιο συνέβη και με την Λυδία, στην ίδια πόλη. Είχε συμβεί λίγο πιο μπροστά. Πριν από το περιστατικό του δεσμοφύλακος. «Αφού», λέγει, «επίστευσε, ἐβαπτίσθη καὶ ὁ οἶκος αὐτῆς». Όλο της το σπιτικό. Ήταν πλουσία η Λυδία. Ήταν πολύ ενδιαφέρον πρόσωπο η Λυδία. Ήτο από τα Θυάτειρα. Δεν ήταν ντόπια. Και ήταν έμπορος πορφύρας. Σπουδαία γυναίκα, δυναμική. Και εβαπτίσθη και όλο της το σπιτικό.
Αναφέρεται ακόμη ότι επίστευσε και εβαπτίσθη και το σπιτικό του Κορνηλίου του εκατοντάρχου· που με το κήρυγμα του Πέτρου, λέγει εκεί ότι «ἐβαπτίσθη σὺν παντὶ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ». Με όλο του το σπιτικό. Και όχι αυτό, αλλά είχε προσκαλέσει «τοὺς συγγενεῖς αὐτοῦ καὶ τοὺς ἀναγκαίους φίλους». Δηλαδή τους πιο κοντινούς του φίλους. Όλοι αυτοί επίστευσαν και εβαπτίσθησαν. Και επήλθε η σωτηρία στα σπιτικά τους.
Αναφέρεται ακόμη και ο οίκος του Στεφανά, που είχε βαπτίσει ο Παύλος στην Κόρινθο. Όπως αναφέρεται και ο οίκος του Ονησιφόρου. Αλλά είναι πολλές οι περιπτώσεις. Διάλεξα έτσι μερικές για να σας δείξω ότι το σπιτικό ολόκληρο σώζεται, όταν ο οικοδεσπότης πιστέψει στον Χριστόν και ζει την πνευματική ζωή.
Λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος ότι «όταν η ρίζα ενός δένδρου είναι αγαθή, τότε αγαθός είναι και ο κορμός και οι κλάδοι και οι καρποί». Σήμερα πρέπει να στραφούμε στην οικογένεια· που είναι αυτό το κύτταρο της κοινωνίας μας. Πρέπει να στραφούμε γιατί εάν αυτό το κύτταρο υγιαίνει, τότε και όλη η κοινωνία υγιαίνει. Αν το κύτταρο αυτό νοσεί, τότε και η κοινωνία μας νοσεί. Και πράγματι, σήμερα η κοινωνία μας νοσεί βαρύτατα, ακριβώς γιατί νοσεί το κάθε σπιτικό. Σήμερα η σωτηρία δεν υπάρχει στο κάθε σπιτικό. Γιατί έχουν απελάσει τον Χριστόν. Και ζουν οι άνθρωποι του κάθε σπιτιού με το ίδιόν τους θέλημα. Ο Χριστός δεν κατοικεί πλέον στις καρδιές και στα σπιτικά· στα περισσότερα σπιτικά. Αντί του Χριστού, έχει εισβάλλει το κοσμικόν φρόνημα.
Από δω δε και απορρέει η παρακμή της κοινωνίας. Όπου μπαίνει το κοσμικό φρόνημα, γκρεμίζεται η κοινωνία, παραπαίει η κοινωνία, παρακμάζει η κοινωνία. Γιατί; Γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος είναι φίλαυτος. Ο καθένας αγαπά τον εαυτό του, με την κακή σημασία. Διότι την αγάπη στον εαυτό μας την έχομε έμφυτη. Γι΄αυτό κα σαν μέτρο της αγάπης του πλησίον, παίρνει ο Θεός το μέτρον της αγάπης προς τον εαυτό μας. «Αγαπήσεις τον πλησίον σου», λέγει, «σαν τον εαυτόν σου». «Σαν τον εαυτό σου». Συνεπώς το μέτρον της αγάπης προς τον πλησίον είναι ο εαυτός μας. Είναι η αγάπη στον εαυτό μου. Το κριτήριον της αγάπης του πλησίον είναι αυτό· η αγάπη στον εαυτό μου. Αυτό είναι η υγιής μορφή της φιλαυτίας. Έχομε όμως και την νοσηράν μορφήν της φιλαυτίας, την κακή μορφή: «Αγαπώ τον εαυτό μου και δεν με ενδιαφέρει για τίποτε άλλο. Συρρικνούμαι εις αυτόν τούτον τον εαυτόν μου».
Και οι άνθρωποι που δημιουργούν οικογένεια, επιζητούν με κάθε τρόπο την άνεσή τους. Ιδού η φιλαυτία. Γι’αυτό…- φερειπείν η γυναίκα δεν θέλει να κάνει παιδιά, διότι είναι φίλαυτος. Γι’αυτό και το δημογραφικόν πρόβλημα είναι οξύτατο. Τελευταία τίθεται αυτό το θέμα. Και μάλιστα εσημειώθη ότι σε κάθε γυναίκα αντιστοιχεί 1,1 έως 1,4 παιδιά. Δηλαδή ούτε καν δύο. Ώστε οι δύο αυτοί άνθρωποι που παντρεύτηκαν, απογόνους να αφήνουν, ποσοστό λιγότερο από δύο. Και η κοινωνία η ελληνική γηράσκει. Γενικότερα η Ευρώπη. Όχι όμως και οι γείτονές μας· οι οποίοι πολλαπλασιάζονται και κάποια μέρα η πατρίδα μας θα συρρικνωθεί. Και εδαφικά θα συρρικνωθεί. Αλλά και ποιοτικά.
Αυτά είναι τα αποτελέσματα του φεμινισμού. Έκαναν την γυναίκα φίλαυτον. Δεν είναι παρά μόλις δέκα χρόνια, όταν η τέως σύζυγος του Πρωθυπουργού, με πανό, προ της Βουλής, στο Σύνταγμα, με κυρίες, κυρίες… αυτές, ω αυτές, οι «ΕΓΕΣ» όπως λέγονται, πάρτε το όπως θέλετε, είναι… όπως θέλετε πάρτε το…: «Έχομε δικαίωμα να κάνομε έκτρωση, έχομε δικαίωμα να κάνομε όσα παιδιά θέλομε, κανείς δεν μπορεί να μας εμποδίσει». Μόνον δέκα χρόνια πέρασαν. Να το αποτέλεσμα. Αν και θυμάμαι, από παλιά παλιά, εγώ ήμουν μικρός, όταν ήταν μόδα, ευρωπαϊκή μόδα, ειδικότερα γαλλική μόδα, να μην κάνουν περισσότερα παιδιά από δύο. Και μάλιστα, αν ήταν δυνατόν, να έχουν ένα αγόρι και ένα κορίτσι.
Γιατί; Διότι η σύγχρονη οικογένεια είναι φίλαυτος. Θέλει την άνεσή της. Θέλει να πάει στις ψυχαγωγίες της, θέλει στις εκδρομές της. Δεν κάθεται εις το σπίτι να θηλάσει το παιδί και να μεγαλώσει τα παιδιά της. Γι΄ αυτό ο Απόστολος Παύλος σημειώνει στον Τιμόθεο και του λέγει στην δευτέρα του επιστολή: «Τοῦτο δὲ γίνωσκε, ὅτι ἐν ἐσχάταις ἡμέραις ἐνστήσονται καιροὶ χαλεποί· ἔσονται γὰρ οἱ ἄνθρωποι φίλαυτοι…». Και αραδιάζει ο Παύλος άλλα δεκαεπτά γνωρίσματα, μαζί με την φιλαυτία δεκαοκτώ. Γιατί απλούστατα η φιλαυτία είναι το κεφαλάρι, είναι η πηγή παντός κακού, πάσης κακίας. Από εκεί ξεκινούν όλα. Θα το λέγαμε αλλιώτικα, από τον εγωισμό ξεκινούν όλες οι κακίες. Αλλά εδώ ο εγωισμός ονοματίζεται φιλαυτία. Και όταν λέει «καιροί χαλεποί», δύσκολοι, σημαίνει μεταξύ άλλων ότι είναι καιροί παρακμής. Η αιτία; Όλα εκείνα τα παρακάτω που απαριθμεί στην δεύτερή του επιστολή, στο τρίτο κεφάλαιο, ο Απόστολος προς Τιμόθεον. Παρακαλώ διαβάσετε την περικοπή αυτή στο σπίτι σας. «Οι άνθρωποι», λέει, «θα είναι… τέτοιοι, τέτοιοι, τέτοιοι, ἄστοργοι, ἄσπονδοι, απειθείς, γονεῦσιν ἀπειθεῖς, δεν θα σέβονται τους γονείς των, δεν θα έχουν στοργή στα παιδία τους… Γιατί θα υπάρχει αυτή η φοβερή φιλαυτία».
Αυτή, λοιπόν, η φιλαυτία των ανθρώπων έδιωξε τον Χριστό, έδιωξε την σωτηρία από τα σπιτικά τους. Για να μεταβληθούν τα σπιτικά και οι άνθρωποι σε αυτόνομα νούμερα. Νούμερα, ναι! Γιατί ο άνθρωπος με την φιλαυτία του νομίζει ότι διασώζει το πρόσωπό του· ενώ στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο: Χάνει το πρόσωπό του.
Ο Κύριος είπε στο σπίτι του Ζακχαίου: «ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο». «Σήμερα έγινε σωτηρία σ’ αυτό το σπιτικό». Αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν ξεκινά ο γάμος με τον Χριστό. Γίνεται σωτηρία. Και στο καινούριο σπιτικό. Όταν ο άνδρας ζει Χριστό, όταν η γυναίκα ζει Χριστό, τότε το σπιτικό τους θα είναι οίκος σωτηρίας. Τότε θα μεταβληθεί σε κατ’ οίκον Εκκλησία. Τότε εκεί θα βασιλεύει η ειρήνη του Χριστού. Επιτρέψατέ μου, αγαπητοί γονείς να σας πω, με τον ζήλο που δείχνετε για να δημιουργήσετε περιουσία για τα παιδιά σας, να ζήσουν καλά στη ζωή τους, αν δείχνατε τον ίδιο ζήλο και για την πνευματική μόρφωση των παιδιών σας, τότε το σπίτι σας θα εγίνετο οίκος σωτηρίας, οίκος Χριστού. Δεν θα είχατε απώλειες, δεν θα είχατε αποτυχίες.
Όταν ο Θεός εδημιούργησε την Εύα, σκοπός ήταν να σταθεί βοηθός στον Αδάμ, στον άνδρα. Όχι απλώς στην τεκνογονία. Αλλά, ακόμη και το σπιτικό, να βοηθάει η γυναίκα τον άνδρα στο σπίτι -σήμερα τα πράγματα αντεστράφησαν. Και αντί για διαίρεση κάνομε πολλαπλασιασμό, όπως λέμε στην Αριθμητική…- αλλά στην θέωση βοηθός. «Ποιήσωμεν», λέει, «τῷ Ἀδάμ βοηθὸν κατ᾿ αὐτόν». Εκείνο το «κατ᾿ αὐτόν» ξέρετε τι σημαίνει; Ότι η γυναίκα θα είναι ομοία με τον άνδρα από πλευράς υπάρξεως προσώπου. Εκεί είναι ο φεμινισμός. Δεν διαφέρει σε τίποτα η γυναίκα από τον άνδρα. Δηλαδή όμοια με τον άνδρα. Ό,τι είναι ο άνδρας, θα είναι και η γυναίκα. Άλλο ότι οι ρόλοι τους θα είναι διαφορετικοί. Γιατί, εκ της φύσεως των πραγμάτων αλλά και εκ της κοινωνικότητος των πραγμάτων, έτσι πρέπει να είναι, οι ρόλοι διαφορετικοί, για να υπάρχει μια αρμονία και ισορροπία. Όμως, ξαναλέγω, ο σκοπός που ο Θεός έκανε την Εύα ήτο η θέωσις. Έπρεπε ο ένας να βοηθάει τον άλλον στην πνευματική οικοδομή. Να γίνει η πορεία τους κοινή προς τον Θεό.
Σήμερα, αντιθέτως, ο γάμος γίνεται αφετηρία διαλύσεως των προσώπων, ακριβώς γιατί υπάρχει αυτή η φιλαυτία. Και ο άνδρας φίλαυτος και η γυναίκα φίλαυτη. Έτσι έχομε δύο σκληρά αντικείμενα συγκρουόμενα. Όμως άμα πάρομε δύο στουρναρόπετρες, αυτές τις πέτρες τις άσπρες και τις χτυπήσομε, βγάζουν φωτιά, σπίθα. Τι σημαίνει; Δύο σκληρά πράγματα βγάζουν φωτιά. Αν χτυπήσετε με ένα φελλό μία στουρναρόπετρα, δεν βγάζει φλόγα, δεν βγάζει φωτιά. Έχομε σύγκρουση των φιλαυτιών, σύγκρουση των εγωισμών. Γι΄αυτό σήμερα μέσα στα σπιτικά μας υπάρχει η δυστυχία. Δεν είναι πλέον προσφορά και θυσία. Αλλά εγωιστική συσπείρωση.
Η αγωγή των παιδιών δεν είναι αγωγή Χριστού. Εκείνο που έγραφε ο Παύλος: «Τεκνία, ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν». «Περνάω», λέει, «τους πόνους της γυναικός που κοιλοπονάει, που έχει το έμβρυο στην κοιλιά της. Ωδίνω, έως ότου διαμορφωθεί ο Χριστός σε σας». Η σύγχρονη μητέρα δεν θέλει να διαμορφώσει τα παιδιά της κατά το πρότυπον «Χριστός». Αλλά τι γίνεται; Γίνεται μία επένδυσις κοσμική. Τι εννοούμε «επένδυση κοσμική»; Μία παιδεία που θα αποδώσει χρήματα στα θυλάκια των παιδιών των. Να μάθει αυτό, να μάθει εκείνο, γλώσσες, τούτα, εκείνα, για να αποδώσει όλη αυτή η παιδεία, η μόρφωσις, χρήματα… Επένδυσις κοσμική.
Αγαπητοί, ο Χριστός βρίσκεται στην εξορία. Τον έχομε διώξει από τις καρδιές μας και από τα σπίτια μας. Ο Χριστός δεν είναι πλέον η ζωή μας. Ζούμε έναν Χριστό άψυχο, ψιλώ ονόματι, έναν Χριστόν ψεύτικον, νόθον. Κι έτσι τα σπιτικά μας μένουν έρημα. Είπε κάποτε ο Χριστός, βλέποντας την Ιερουσαλήμ, με δάκρυα: «Ἰδοὺ ἀφίεται ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος». «Να, αφήνεται η πόλη σας, η πατρίδα σας, το σπίτι σας, μένουν έρημα. Γιατί; Γιατί δεν γνωρίσατε την ἐπισκοπή σας». Το λέει ο Χριστός. «’’Ἐπισκοπή’’ θα πει την επίσκεψη που σας έκανα. Στις καρδιές σας και εις την πόλη σας και εις την πατρίδα σας. Όταν συνεχίζω να στέκομαι απέξω και να κρούω και να ζητώ για να σας επισκεφθώ, για να σας φέρω την σωτηρία, αλλά εσείς αρνείσθε».
Αγαπητοί, ζούμε οριακές τιμές. Το κακό μάς βουλιάζει. Συνεχώς μας βουλιάζει. Και επίκειται ο πνιγμός μας. Η πατρίδα μας κινδυνεύει. Κινδυνεύει τον έσχατον κίνδυνο! Όχι μόνο με συρρίκνωση εδαφική, αλλά και συρρίκνωση πνεύματος και συνειδήσεων! Αλλάζομε. Γινόμαστε άλλοι. Δεν έχομε πια ιδανικά. Δεν έχομε τίποτα! «Ἐσχάτη ὥρα ἐστίν». Εάν τον κίνδυνο επισημαίνουν άνθρωποι χωρίς Πνεύμα Θεού, πόσο περισσότερο εμείς θα μπορούσαμε να επισημάνομε αυτόν τον κίνδυνον; Και οι κοσμικοί επισημαίνουν χωρίς να γνωρίζουν, βεβαίως, και την θεραπεία. Λένε, λένε, λένε, ψάχνουν, ερευνούν, βγάζουν στατιστικές…· «Α», λέγει, «οικονομικά τα θέματα, τούτα, εκείνα…». Κανείς δεν μπορεί να εγγίσει την ουσία του προβλήματος, την ουσία της θεραπείας. Γιατί; Δεν έχουν το Πνεύμα του Θεού. Είναι οι κοσμικοί άνθρωποι. Εμείς όμως το έχομε. Η θεραπεία είναι να εγκατασταθεί ο Χριστός στις καρδιές μας και εις τα σπιτικά μας. Αυτή είναι η θεραπεία. Αγαπητοί, ναι, «ἐσχάτη ὥρα ἐστίν». Και περιθώρια άλλα δεν μένουν! Μπροστά σε αυτόν τον έσχατον κίνδυνο, ας ξυπνήσομε επιτέλους, για να σωθούμε.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_627.mp3
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ:
«Τοιοῦτος ἡμῖν ἔπρεπεν Ἀρχιερεύς»
[εκφωνήθηκε στις 25-1-1998]
Σήμερα, αγαπητοί μου, η Εκκλησία μας τιμά την μνήμην του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Πρόκειται για μια μεγάλη μορφή της Εκκλησίας μας. Εγεννήθη περί το 328 έτος, είτε εις την Ναζιανζό είτε εις την Αριανζό της Καππαδοκίας. Παρηκολούθησε σπουδές στις σχολές της Καισαρείας της Καππαδοκίας, της Καισαρείας της Παλαιστίνης και της Αλεξανδρείας.
Γνωρίστηκε στην Αλεξάνδρεια με τον Μέγαν Αθανάσιον και τον Μέγαν Αντώνιον. Με τον Μέγαν Βασίλειον υπήρξε συμμαθητής εις τας Αθήνας και μαζί του συνεδέθη με στενοτάτη φιλία. Εχρημάτισε αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και προήδρευσε της Β΄Οικουμενικής Συνόδου. Όμως σύντομα παρητήθη, διαρκούσης της Συνόδου, γιατί του δημιούργησαν πράγματα(:εμπόδια), οι φθονούντες αυτόν- βλέπετε πόσο εισχωρεί ο φθόνος… Του αμφισβήτησαν την κανονικότητα ως αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως. Και όμως, δεν ήτο αντικανονικός και απελογήθη. Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι παρητήθηκε, έφυγε. Φεύγοντας είπε ότι αν αυτός είναι ο αίτιος της διαιρέσεως, τότε ας ερρίπτετο εις την θάλασσαν, όπως ο Ιωνάς για να παύσει η τρικυμία.
Απέθανε πιθανώς το 391, σε ηλικία εξήκοντα τριών ετών. Η Εκκλησία τον ετίμησε απονέμοντας σ’ αυτόν, τον τίτλον, το επίθετον «Θεολόγος». Σημείωσατε ότι η Εκκλησία είναι πολύ φειδωλή στις απονομές χαρακτηρισμών και ονομάτων κ.λπ.- πολύ φειδωλή. Αρκεί να σκεφθούμε ότι ενώ υπήρξαν τόσοι και τόσοι παρθένοι, όμως αναγνωρίζει μόνο τρεις παρθένους. Έτσι και εδώ. Ενώ υπήρξαν τόσοι και τόσοι θεολόγοι- δεν εθεολόγησε ο Μέγας Αθανάσιος; Δεν εθεολόγησε ο Μέγας Βασίλειος; Όλοι οι μεγάλοι Πατέρες εθεολόγησαν. Όμως, κατεξοχήν θεολόγους αναγνωρίζει: τον άγιον Ιωάννην τον Θεολόγον, τον άγιον Γρηγόριον τον Θεολόγον και τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγον. Βλέπετε λοιπόν ότι έχει αυτόν τον επίζηλο τίτλο του Θεολόγου.
Αγαπητοί μου, η Εκκλησία, με την ευκαιρία της αγίας μνήμης του, καταχωρεί ως αποστολικό ανάγνωσμα από την προς Εβραίους επιστολήν του αποστόλου Παύλου, που αναφέρεται η περικοπή αυτή εις τα προσόντα του Ιησού Χριστού ως Μεγάλου Αρχιερέως και συγκρίνει την αρχιερωσύνη του Χριστού ο απόστολος Παύλος με την αρχιερωσύνη των αρχιερέων της Παλαιάς Διαθήκης. Και επειδή ακριβώς η μνήμη είναι αρχιερέως, γι’ αυτόν τον λόγο μάς καταθέτει αυτήν την περικοπήν, για να δείξει ποιος πρέπει να είναι και ο αρχιερεύς.
Και γράφει ο απόστολος Παύλος: «Τοιοῦτος ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς(:τέτοιος έπρεπε σε μας αρχιερεύς), ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος. Τοιοῦτον ἔχομεν ἀρχιερέα(:τέτοιον αρχιερέα έχουμε), ὃς(:ο οποίος)ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης– η «μεγαλωσύνη» είναι ο Πατήρ, ο Θεός και εκάθισε στα δεξιά ως άνθρωπος- ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Αυτά καταθέτει ο απόστολος Παύλος εις την προς Εβραίους επιστολή του.
Έτσι, ο αρχιερεύς Ιησούς Χριστός γίνεται τύπος και υπόδειγμα των κληρικών της Εκκλησίας, ιδιαίτατα των αρχιερέων. Όχι ολιγότερο και των κληρικών και των διακόνων, αλλά ιδιαίτατα όμως των αρχιερέων. Γι΄αυτό ο αρχιερεύς είναι, όπως λέγεται «εἰς τύπον καί τόπον τοῦ ᾿Αρχιερέως Χριστοῦ». Δηλαδή είναι τύπος του Χριστού και είναι εις τον τόπον εκείνον που θα ήτο ο Χριστός –αυτό πρέπει να είναι δεδομένον, προκειμένου να εκλεγεί, πρέπει να είναι δεδομένον. Αλλά μέσα στην εκκλησιαστική μας ιστορία είναι το ζητούμενον. Άλλο δεδομένον και άλλο ζητούμενον. Έτσι, πολλοί σύγχρονοι αρχιερείς, μόνο γιατί εχειροτονήθησαν, προβάλλουν αυτή τη θέση για να απολαμβάνουν την τιμήν των πιστών. «Ω!», λέει, «είμαι εις τύπον και τόπον Χριστού! Οφείλεις να με σεβαστείς, οφείλεις να με τιμήσεις». Πρέπει όμως να τους ειπωθεί ότι αυτό δεν είναι αυτόματα δεδομένον από την χειροτονία, ότι δηλαδή εχειροτονήθης και αυτομάτως, αυτονοήτως, είσαι εις τύπον και τόπον Χριστού, αλλά είναι ζητούμενον. Δηλαδή, ο εκάστοτε αρχιερεύς είναι εις τύπον και τόπον Χριστού; Ζητούμενον! Γι΄αυτό η Εκκλησία μας σήμερα καταχωρεί αυτήν την αποστολική περικοπή, για να προβάλει τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγον, ο οποίος όντως εστάθη εις τύπον και τόπον Χριστού.
Αλλά ας έρθουμε εις την αποστολική περικοπή να τη δούμε από πιο κοντά. Ένα πρώτο γνώρισμα του Μεγάλου Αρχιερέως Χριστού είναι «ὅσιος». Βέβαια, περιττό να σας πω, το κατανοείτε ότι αυτοί οι χαρακτηρισμοί αναφέρονται εις την ανθρωπίνην φύσιν του Χριστού, όχι στην θείαν. Προφανώς. Και όταν λέγει ότι ο Υιός εκάθισε εις τα δεξιά του Θεού Πατρός δεν σημαίνει ότι εκάθισε ως Θεός, εκάθισε ως άνθρωπος· διότι ο Πατήρ, ο Υιός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα και δεν υπάρχει τίποτα εις τον Θεόν, ως προς τον Υιόν, αριστερά και δεξιά, αφού είναι ομοούσιος. Ως άνθρωπος, λοιπόν. Και πάντα να ΄χουμε υπόψη μας αυτό το «ως άνθρωπος» για να μπορούμε να καταλαβαίνουμε και να κατανοούμε όλες αυτές τις θέσεις που έχει η Αγία Γραφή.
Έτσι λοιπόν, ὅσιος, που αναφέρεται στην ανθρωπίνη φύση του Χριστού και ο οποίος είναι αρχιερεύς κατά την ανθρωπίνη φύση του Χριστού– διότι εις το διηνεκές είναι αρχιερεύς ο Χριστός τα προς ημάς. Μάλιστα με μια ευχή που λέμε στη Θεία Λειτουργία το δείχνομε ολοκάθαρα αυτό. Η ευχή λέγει ότι είναι ο Ίδιος «ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος καὶ διαδιδόμενος». Ο Ίδιος προσφέρει, ο Ίδιος προσφέρεται και ο Ίδιος διαδίδεται. Τι είναι τότε ο ιερεύς; Απλώς γιατί η αγάπη Του το θέλει, έτσι να είναι. Δίνει ο ιερεύς ή ο αρχιερεύς, δίνει τα χέρια του· και το «θέλω», το θέλημά του. Γιατί εάν εγώ δεν θέλω, μπορεί να έχω ιεροσύνη, αν εγώ δεν θέλω να τελέσω τη Θεία Λειτουργία ή μου το επιβάλλουν δια περιστρόφου, είναι άκυρο. Πρέπει να υπάρχει το θέλω του ιερουργού. Δίνουμε λοιπόν τα χέρια μας εις τον Χριστόν, διότι Εκείνος είναι ο προσφέρων και προσφερόμενος και διαδιδόμενος. Έτσι λοιπόν, αγαπητοί μου, θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος μετέχει τόσο λίγο και λέγει, λέγει εκεί η ευχή: «Ποιος μπορεί να Σε υπηρετήσει, Κύριε; Ποιος μπορεί να Σε προσεγγίσει; Κανείς δεν είναι άξιος…». Ωστόσο, η αγάπη του Θεού μας αξιώνει ούτως ειπείν, έστω κι αν βάλουμε τη λέξη «αξιώνω» εντός εισαγωγικών.
Και «ὅσιος» προκειμένου εδώ του ιερού κειμένου σημαίνει: ευσεβής προς τον Θεόν. Σημαίνει «ευσεβής του Θεού λάτρης». «Ὃσιος» σημαίνει ότι είναι η συνισταμένη ιδιότης όλων των αρετών που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος και εν προκειμένω ο αρχιερεύς. Δηλαδή της ευλαβείας, της υπακοής, της πιστότητος, της εξ ολοκλήρου αφοσιώσεως εις τον Θεόν, της ολοκληρωτικής αφιερώσεως εις τον Θεόν– δεν έχει σημασία εάν είναι έγγαμος, παλαιότερα οι ιερείς ήσαν έγγαμοι. Και ο ιερεύς δύναται να είναι έγγαμος- αυτή η αφιέρωσις δεν αφαιρεί τίποτε από την…, θα λέγαμε την τοποθέτηση του αρχιερέως παλιότερα, του ιερέως σήμερα που είναι έγγαμος, το ένα δεν αφαιρεί τίποτε από το άλλο.
Και σημαίνει ακόμα ελεύθερος από διάφορες κλίσεις της ψυχής προς την ποικίλη αμαρτία. Έχω, ας πούμε, την κλίση σ’ αυτήν την αμαρτία ή σε εκείνη την αμαρτία. Να είμαι ανήθικος· ή να είμαι πλεονέκτης· να ‘μαι φιλάργυρος, να είμαι εγωιστής· να είμαι οτιδήποτε απ’ όλ΄αυτά. Όχι, θα πει ελεύθερος απ’ όλες αυτές τις κλίσεις προς την ποικίλη, όπως σας είπα, αμαρτία. Όλα αυτά βέβαια λέγονται, είναι κάτω από τον όρο, τη λέξη «ὅσιος».
Τραγική αντίθεση ήταν οι αρχιερείς της εποχής του Χριστού. Τραγική αντίθεσις. Ο Άννας επί παραδείγματι ήταν ένας πονηρότατος αρχιερεύς. Δεν ήτο, όταν ο Χριστός κατεδικάσθη από το Συνέδριο, δεν ήτο εν ενεργεία, ήταν όμως η ψυχή του συνεδρίου. Ήταν στα παρασκήνια και επιδρούσε επί όλων των αποφάσεων του συνεδρίου– ήταν, σας ξαναλέγω, ένας πονηρότατος αρχιερεύς. Κι ο γαμπρός του, ο Καϊάφας, «ἐπί θυγατρί, γαμβρός»· ήσαν και οι δυο φιλορωμαίοι, δηλαδή άνθρωποι που δεν κοιτούσαν το συμφέρον του λαού, αλλά το συμφέρον της τσέπης των και του γοήτρου των, και τα είχαν καλά με τους Ρωμαίους- γιατί οι Ρωμαίοι επενέβαιναν στη θέση του αρχιερέως, δηλαδή άλλαζαν τους αρχιερείς πάρα πολύ εύκολα και συχνά, κάτι που απηγορεύετο από τον νόμο. Αν είχαν βέβαια, συνείδηση αυτοί οι αρχιερείς, θα λέγανε: «Με καταργείς, δεν επανέρχομαι». Τίποτε, γιατί ήτανε ισόβιος ο αρχιερεύς.
Ήταν ακόμη οι δύο αυτοί, Σαδδουκαίοι. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Δεν είχαν σωστή πίστη. Δεν πίστευαν σε ύπαρξη αγγέλων, δεν πίστευαν εις την αθανασίαν της ψυχής, δεν πίστευαν σε ανάσταση νεκρών, δεν πίστευαν σε αιώνιες απολαβές- Παράδεισον, Βασιλεία Θεού, Κόλασιν- δεν πίστευαν τίποτε… Πίστευαν μόνο σκέτα-νέτα στον Θεό, κατά τρόπον δεϊστικόν: «Ο Θεός είναι εκεί, και εμείς είμαστε εδώ στη γη· ο Θεός είναι στον ουρανό, ας κοιτάξει τα κατ’ Αυτόν και εμείς εδώ στη γη να κοιτάξουμε τα δικά μας». Αυτοί ήταν οι Σαδδουκαίοι… Και όμως κατελάμβαναν, παρακαλώ, και το αξίωμα του αρχιερέως…
Και τώρα η αγάπη του Χριστού είναι, είναι…, το βάθος της ταπεινώσεως είναι καταπληκτικόν. Αφήνει τον εαυτό Του ως άνθρωπο να Τον καταδικάσουν, τέτοιας φύσεως, τέτοιας μορφής, τέτοια… -τι να πω, τι να πω; Τι χαρακτηρισμό να δώσω;- άνθρωποι… Τέτοιοι αρχιερείς… Ούτε καν δε οι άνθρωποι αυτοί, σαν Σαδδουκαίοι που ήσαν- ούτε καν αντελήφθησαν την θεία καταγωγή του Χριστού· που ήσαν εκ του αξιώματός των, φύσει-θέσει εντεταλμένοι προς τούτο. Έπρεπε να αναγνωρίσουν· για να φυλάξουν τον λαό από Ψευδομεσσίες και να υποδείξουν τον αληθινό Μεσσία. Γι΄αυτό- υποκριτικά, βέβαια, πάντοτε- είπε ο Καϊάφας που ήταν εν ενεργεία αρχιερεύς: «Πες μας», λέει, «σε ορκίζω εις τον Θεό τον ζώντα, εσύ είσαι ο Μεσσίας;». Και ο Χριστός είπε εκείνο το «Σύ εἶπας», που σημαίνει «Είναι όπως το λες, είμαι ο Μεσσίας».
Και προσθέτει ο Χριστός το όραμα και την προφητεία του Δανιήλ: «Και θα δείτε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ, μετὰ τῶν ἁγίων ἀγγέλων» κλπ. «Ναι, εγώ είμαι ο Μεσσίας». Υποκριτικά λοιπόν ο Καϊάφας σχίζει τα ιμάτιά του: «Ακούσατε», λέγει, «εβλασφήμησε…». Μα δεν ζήτησες να σου πει ο κατηγορούμενός σου ποιος είναι; Σου το είπε… Τον όρκισες; Με όρκον; Σου το είπε! Αληθεύει. Γιατί δεν εξετάζεις αλλά σχίζεις τα ρούχα σου υποκριτικότατα; Και ο Καϊάφας και το συνέδριον –εκτός εξαιρέσεων- κατεδίκασαν τον Χριστόν εις θάνατον ως ψευδόχριστον, ως ψευδομεσσίαν.. Έτσι λοιπόν, βλέπει κανείς ότι ήταν εκ της θέσεώς του υποχρεωμένος για να φυλάξει, επαναλαμβάνω, τον λαό από πλάνη, να δώσει εκείνος τη μαρτυρία– αλλά η μαρτυρία του Καϊάφα ήταν να θανατωθεί ο Ιησούς.
Ας δούμε ακόμη αυτό το «ἄκακος», που λέγει ο απόστολος Παύλος στους χαρακτηρισμούς του Μεγάλου Αρχιερέως, του Χριστού. Τι θα πει «ἄκακος»; Όπως λέει ο Ιερός Χρυσόστομος: «ἀπόνηρος, οὐχ ὓπουλος», χωρίς πονηρία, χωρίς υπουλότητα· «κακίας ἐλεύθερος», λέγει ένας άλλος, ο Ζιγαβηνός, «ἄδολος»· «δόλος γάρ φησί οὐχ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ», λέει ο Οικουμένιος. Και ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος: «ἀπείραστος κακῶν».
«καί ἀμίαντος»: ένας τρίτος χαρακτηρισμός. «Τι είναι ἀμίαντος;», λέγει ο Ζιγαβηνός, «ἐπίτασις τοῦ ἀκάκου, τό ἀμίαντον». Δηλαδή, για να τονιστεί περισσότερον αυτό που λέμε «άκακος»- βάζει τον χαρακτηρισμό: «αμίαντος», δεν έχει μίασμα, δεν έχει τίποτα, δεν έχει κηλίδα, δεν έχει «μῶμον», δεν έχει τίποτε… Απηλλαγμένος, λοιπόν, παντός μολυσμού.
Όταν όμως σήμερα ακούμε, αγαπητοί μου, ανήκουστα πράγματα μολυσμού εις τους κληρικούς μας, και διακόνους, και πρεσβυτέρους, και αρχιερείς- αλήθεια, μας καταλαμβάνει ίλιγγος… το τι ακούμε…
Και ακόμα ένας χαρακτηρισμός: «Κεχωρισμένος», λέγει, «ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν». Σώζει τους αμαρτωλούς, αλλά είναι χωρισμένος από τους αμαρτωλούς. Και επειδή πάντα τύπος είναι ο Χριστός-δηλαδή το αρχέτυπον– θα λέγαμε ότι ο κληρικός, ιδιαίτατα ο αρχιερεύς, οφείλουν να μην είναι εκκοσμικευμένοι. Αυτό θα πει «κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν», να είναι χωρισμένος από την εκκοσμίκευσιν. Να μη χρησιμοποιούν τις μεθόδους του κόσμου τούτου, όπως είναι η διπλωματία, όπως είναι οι συμβιβασμοί. Σήμερα, ο Οικουμενισμός, αυτή η παναίρεσις – και δεν παύω να σας υπενθυμίζω την παρουσία του, η οποία γίνεται εντονοτέρα και εντονοτέρα- καταβροχθίζει ο Οικουμενισμός με όλη του την ευκολία και τη μεγαλοπρέπεια πολλούς εκ των συγχρόνων αρχιερέων, αρχιεπισκόπων και πατριαρχών. Έτσι λοιπόν ένας σύγχρονος αρχιερεύς δεν είναι «κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν», διότι όλα αυτά είναι του διαβόλου κατασκευάσματα.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αγνοούσε αυτούς τους ελιγμούς. Μάλιστα ένας σύγχρονος βιογράφος του λέει: «Ήτανε το αδύνατό του σημείο»-εγώ θα έλεγα «το δυνατό του σημείο». Δεν ήξερε να ελίσσεται, δεν ήξερε τους συμβιβασμούς της διπλωματίας, γι΄αυτό μόλις του ειπώθηκε ότι είναι αντικανονικός, αμέσως παρητήθη από την προεδρίαν της Β΄Οικουμενικής Συνόδου.
Και η Εκκλησία, αγαπητοί μου, πάντοτε αναζήτησε ιερείς και αρχιερείς που να ανταποκρίνονται στο αρχέτυπον Ιησούς Χριστός. Για παράδειγμα, στο βιβλίο της «Διδαχῆς» αναφέρονται τα εξής. Προσέξατε και θα σας δείξω μετά ότι δεν μας είναι θέματα που δεν μας ενδιαφέρουν. Εννοείται τον λαό του Θεού. Λέγει στην ιε΄ παράγραφο το βιβλίον «Διδαχή»- είναι πολύ παλιό βιβλίο: «Χειροτονήσατε οὖν ἑαυτοῖς-να χειροτονήσετε για τους εαυτούς σας, δηλαδή για την τοπική σας εκκλησία- ἐπισκόπους καὶ διακόνους ἀξίους τοῦ Κυρίου -να΄ναι άξιοι του Κυρίου, για να Τον αντιπροσωπεύουν- ἄνδρας πραεῖς-που να είναι αυτοί άντρες πραείς, με πραΰτητα- καὶ ἀφιλαργύρους –να μην είναι φιλάργυροι- καὶ ἀληθεῖς –να’ναι ήσυχοι, αληθινοί άνθρωποι, εκείνο που είπε ο Χριστός για τον Ναθαναήλ· ήρθε ο Φίλιππος και του είπε, λέει στον Ναθαναήλ «το και το» και όταν ο Χριστός είδε τον Ναθαναήλ είπε: «Να ένας αληθινός Ισραηλίτης, που δεν υπάρχει δόλος εις το στόμα του…». Ο ίσιος άνθρωπος, ο άδολος άνθρωπος. Αυτός είναι ο αληθινός.
«Καὶ δεδοκιμασμένους», να έχουν δοκιμαστεί, πρώτα θα δοκιμαστούν και κατόπιν θα χειροτονηθούν. Ποια ήταν η βιοτή του; Πώς έζησε ανάμεσά μας αυτός ο άνθρωπος, για να τον χειροτονήσουμε τώρα και να τον έχουμε κληρικό μας; Ο δε άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος γράφει εις τον άγιο Πολύκαρπο, επίσκοπο Σμύρνης, μάλιστα φεύγει από την Αντιόχεια, την επισκοπή του και πηγαίνει δια ξηράς στη Ρώμη για να μαρτυρήσει. Έτσι περπατώντας πέρασε από την Σμύρνη, την επισκοπή του αγίου Πολυκάρπου. Και γράφει εκεί. Προχώρησαν προς τα πάνω, ψηλά, βόρεια δηλαδή, στους Φιλίππους κλπ. κλπ.
Γράφει λοιπόν από τους Φιλίππους, γράφει στον άγιο Πολύκαρπο τα εξής: «Πρέπει, Πολύκαρπε θεομακάριστε, συμβούλιον ἀγαγεῖν θεοπρεπέστατον-Ποιο είναι το «θεοπρεπέστατον συμβούλιον»; Είναι η Σύνοδος. Και το λέει «θεοπρεπέστατον». Ναι…Έτσι πρέπει να είναι η Σύνοδος- «καὶ χειροτονῆσαί τινα-και να χειροτονήσετε κάποιον-, ὃν ἀγαπητὸν λίαν ἔχετε -από ανάμεσά σας που να είναι, λέγει, αγαπητός, προσεκτικός άνθρωπος- καὶ ἄοκνον – άοκνος, όχι τεμπέλης, προκομμένος θα τον λέγαμε με έναν γενικό χαρακτηρισμό, προκομμένος άνθρωπος που αγαπάει τον Θεό, αγαπάει τα του Θεού-, ὃς δυνήσεται –ο οποίος θα μπορέσει- θεοδρόμος καλεῖσθαι –να αποκληθεί θεοδρόμος, ότι είναι στον δρόμο του Θεού, δηλαδή του Θεού άνθρωπος- τοῦτον καταξιῶσαι, ἵνα πορευθεὶς εἰς Συρίαν –να πάει στη Συρία, στην Αντιόχεια- δοξάσῃ ὑμῶν τὴν ἄοκνον ἀγάπην εἰς δόξαν Θεοῦ». Βλέπετε τι γράφει ο άγιος Ιγνάτιος στον άγιο Πολύκαρπο; Ποιος θα αντικαταστήσει τον άγιο Ιγνάτιο που πηγαίνει για το μαρτύριο; Είναι στην έβδομη παράγραφο αυτά που σας λέγω, «Πρός ἃγιον Πολύκαρπον».
Αγαπητοί. Αυτά όλα λέγονται και προβάλλονται για να γνωρίζει ο λαός ποιους πρέπει να έχει ως ποιμένας και διδασκάλους στην εκκλησία του. Δεν επιτρέπεται άγνοια· γιατί τότε λύκοι θα κυβερνούν και θα κατασπαράσσουν την ψυχή σας. Ο Κύριος μας δίδαξε ότι «ὁ ποιμὴν ὁ καλός. ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων καὶ τὰ πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ -τον ακολουθούν τα πρόβατα, τα λογικά πρόβατα-, ὅτι οἴδασι τὴν φωνὴν αὐτοῦ-γιατί γνωρίζουν την φωνή του-· ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν –ξένον, αλλότριον στα του Θεού δεν τον ακολουθούν-, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ’ αὐτοῦ -φεύγουν μακριά του-, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνήν– γιατί δεν αναγνωρίζουν των ξένων την φωνήν».
Αλλά και ο Θεός δια του προφήτου Ιερεμίου διαμαρτύρεται και λέγει: «Ποιμένες πολλοὶ διέφθειραν τὸν ἀμπελῶνά μου –Πολλοί ποιμένες, λέει, διέφθειραν τον αμπελώνα του· ο αμπελώνας του είναι ο λαός του Θεού-, ἐμόλυναν τὴν μερίδα μου -ήτανε ο περιούσιος λαός η μερίδα του Θεού, ήταν ο Ισραήλ· ἐμόλυναν, βρώμισαν τη μερίδα μου, τον λαό μου- ἔδωκαν τὴν μερίδα τὴν ἐπιθυμητήν μου εἰς ἔρημον ἄβατον, ὅτι οὐκ ἔστιν ἀνὴρ τιθέμενος ἐν καρδίᾳ– και την επισκοπή μου, λέει ο Θεός, τον λαό μου, τον έκαναν έρημο-πώς λέμε: «έρημος τόπος»- τον ερήμαξαν και προσέξτε μια φρασούλα που λέει ο προφήτης Ιερεμίας και που είναι στο δωδέκατο κεφάλαιο ανάμεσα στους στίχους 10ον και 11ον, ακούστε: «ὅτι οὐκ ἔστιν ἀνὴρ τιθέμενος ἐν καρδίᾳ», δηλαδή: «και όμως, κανείς δεν θέτει αυτό στην καρδιά του και δεν το συναισθάνεται ότι μπορεί να έχει κληρικούς, οι οποίοι κατεσθίουν την ποίμνη του λαού του Θεού». Κανείς δεν το ΄βαλε στο μυαλό του, λέει, να αντιδράσει. Και συμπληρώνει ο προφήτης: «Ὦ οἱ ποιμένες, οἱ διασκορπίζοντες καὶ ἀπολλύοντες τὰ πρόβατα τῆς νομῆς μου. διὰ τοῦτο ὑμεῖς διεσκορπίσατε τά πρόβατά μου καὶ ἐξώσατε αὐτὰ καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθε αὐτά, ἰδοὺ ἐγὼ ἐκδικῶ ἐφ᾿ ὑμᾶς κατὰ τὰ πονηρὰ ἐπιτηδεύματα ὑμῶν· ὅτι ἱερεὺς καὶ προφήτης ἐμολύνθησαν καὶ ἐν τῷ οἴκῳ μου εἶδον πονηρίας αὐτῶν-μέσα στον οίκο μου, εις τον ναό, είδα τις βρωμιές τους», λέει ο Θεός.
Αγαπητοί. Γι΄αυτό η Εκκλησία μας προβάλλει αγίους άνδρας, όπως τον σήμερον εορταζόμενον άγιον Γρηγόριον τον Θεολόγον, για να καθρεπτιζόμαστε στην εκείνων βιοτήν με αρχέτυπον τον Ιησούν Χριστόν, για να δοξάζεται ο Χριστός και να οικοδομείται η Εκκλησία Του, αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
απομαγνητοφώνηση και ηλεκτρονική επιμέλεια κειμένου:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΗ:
http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/mnhmh_agivn/mnhmh_agivn_002.mp3
ΚΥΡΙΑΚΗ IΕ΄ΛΟΥΚΑ[:Λουκά 19, 1-10]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΩΡΙΜΟΤΗΤΟΣ: Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΙΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 24-1-1982]
[B65]
Όταν, αγαπητοί μου, η καρδιά φλέγεται από τον πόθο να γνωρίσει τον Θεό, τότε κάθε κοσμικό σχήμα ευπρεπείας και ευγενείας εγκαταλείπεται. Δεν ήταν μικρό πράγμα για τον Ζακχαίο τον αρχιτελώνη, όταν άκουσε ότι στην πόλη τους θα εισήρχετο ο Ιησούς, ήθελε να Τον δει. Όπως μας λέγει ο ιερός Ευαγγελιστής: «Καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν ᾿Ιησοῦν τίς ἐστιν», Ποιος είναι. Η φήμη Του είχε φθάσει έως την Ιεριχώ. Ποιος ήταν ο Ιησούς. Γι’αυτό, δεν ήτο μικρό πράγμα για τον Ζακχαίο, όταν τον βλέπομε να ζητάει να ιδεί τον Ιησούν, αυτός που ήταν -και εθεωρείτο τουλάχιστον- ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος της πόλεως, γιατί ήταν η προσωποποίηση της αδικίας, εφόσον έπαιρνε, κατόπιν δημοπρασίας, τους φόρους από τους Ρωμαίους και εισέπραττε -κατά το δοκούν!- όσα ήθελε, όσα βαστούσε η καρδιά του -είχε μάλιστα την δύναμιν των Ρωμαίων σε τούτο- από τους δυστυχισμένους πολίτας της Ιεριχούς.
Κάποια επανάσταση πρέπει να έγινε, λοιπόν, μέσα στην ψυχή του Ζακχαίου. Μια επανάσταση που αναποδογύρισε τα πάντα. Αλλά ο πόθος αυτός να δει τον Ιησού, δεν ήταν ένας πόθος μιας απλής περιεργείας, αλλά ένας πόθος για να διορθωθεί. Είναι υπέροχο πράγμα, όταν βλέπει κανένας ανθρώπους που πραγματικά ύστερα από κάποια αμαρτωλή ζωή θέλουν, ζητούν να διορθωθούν. Να γνωρίσουν τον Χριστό και να βάλουν τελεία και παύλα στη ζωή τους. Είναι πολύ συγκινητικό.
Έτσι, αγαπητοί μου, η παρουσία του Ζακχαίου, με τον δυνατό αυτό πόθο για να διορθωθεί, να γνωρίσει τον Ιησούν, μας θέτει ένα θέμα, ότι οι άνθρωποι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Είναι εκείνοι που ζητούν να δουν πραγματικά με ειλικρίνεια, τον Ιησούν για διόρθωση και εκείνοι οι οποίοι ζητούν να Τον ιδούν μόνο και μόνο από μια περιέργεια. Και μέσα στην Αγία Γραφή βρίσκουμε και τις δυο, αυτές, κατηγορίες ανθρώπων.
Και πρώτα πρώτα είναι οι Φαρισαίοι· οι οποίοι δεν άφηναν ποτέ τον Κύριο μόνο. Τον ηκολούθουν μόνο και μόνο για να δουν και να ακούσουν τι λέγει και πώς θαυματουργεί. Και να βρουν ένα ψεγάδι για να Τον κατηγορήσουν. Να ιδούν αν Σάββατο θα θεραπεύσει. Να ακούσουν αν θα πει κάτι εναντίον του νόμου και του Μωυσέως και των προφητών. Τον ακολουθούν, λοιπόν, κατά βήμα, όχι, λοιπόν, γιατί πραγματικά θέλουν να σωθούν, αλλά είναι φθονεροί, είναι κακεντρεχείς, είναι θλιβεροί άνθρωποι. Όπως πάντοτε θα υπάρχουν Φαρισαίοι από τους ακροατάς του λόγου του Θεού. Είναι όμως, σας ξαναλέγω, θλιβεροί άνθρωποι.
Ήταν και ο όχλος που ζητούσε να δει τον Ιησούν. Στον όχλο υπήρχε μια ειλικρίνεια, αλλά και ταπεινά ελατήρια, μια συμφεροντολογία. Ζητούσε να δει τον Ιησούν για να θεραπευθούν οι αρρώστιες των ανθρώπων. Ζητούσε να δει τον Ιησούν ακόμη, για να χορτάσει από ψωμί. Θυμηθείτε που ζητούσαν οι Καπερναΐται, μετά από το θαύμα του χορτασμού των πεντακισχιλίων, να Τον ιδούν. Έψαχναν να Τον βρουν. Κι ο Κύριος τούς αποκαλύπτει αυτά τα ταπεινά τους ελατήρια· που τους είπε: «Με γυρεύετε γιατί χορτάσατε ψωμί». Και όταν τους είπε την αληθινή θεολογία, τον αληθινό Άρτο τούς πρόβαλε και τους είπε «Μη ζητάτε το ψωμί που όταν φάγει κανείς ξαναπεινά ή αποθνήσκει, αλλά τον αληθινό Άρτο, που κατέβηκε από τον ουρανό, που όποιος Τον φάει τον Άρτον αυτόν, δεν πεθαίνει εις τον αιώνα, έχει ζωήν αιώνιον», εκείνοι δεν κατάλαβαν, σκανδαλίσθηκαν. Έτσι βλέπομε αυτούς τους ανθρώπους να εγκαταλείπουν τον Χριστόν, παρά την ειλικρίνειά τους, γιατί τους χαρακτηρίζουν ταπεινά ελατήρια αναζητήσεως του Ιησού.
Αλλά ακόμη και ο Ηρώδης, όπως διαβάζομε στην Αγία Γραφή, «ἀνεζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν». Μας λέγει, αγαπητοί μου, εδώ τα εξής: «Ὁ δὲ Ἡρῴδης …» -Δεν είναι ο παλαιός Ηρώδης. Είναι ο παππούς του εκείνος· που ήθελε να φονεύσει τον Κύριον, νήπιον. Αυτός είναι ο Ηρώδης ο Αντύπας, ο εγγονός του Ηρώδου του Μεγάλου. «Ὁ δὲ Ἡρῴδης ἰδὼν τὸν Ἰησοῦν (:όταν του Τον έφεραν δέσμιον· του Τον έστειλε ο Πιλάτος) ἐχάρη λίαν (:χάρηκε πολύ)». Είδατε; Χάρηκε που είδε τον Ιησούν. Όχι δεμένον. Αλλά, όπως μας λέγει στη συνέχεια ο ιερός Ευαγγελιστής, «ἦν γὰρ ἐξ ἱκανοῦ θέλων ἰδεῖν αὐτὸν διὰ τὸ ἀκούειν αὐτὸν πολλὰ περὶ αὐτοῦ, καὶ ἤλπιζέ τι σημεῖον ἰδεῖν ὑπ᾿ αὐτοῦ γινόμενον». «Από καιρό είχε ακούσει και είχε την περιέργεια να Τον γνωρίσει. Και ήθελε τώρα να δει ένα θαύμα να γίνεται από τον Ιησούν». Γι’αυτό «ἐπηρώτα αὐτὸν ἐν λόγοις ἱκανοῖς· αὐτὸς δὲ οὐδὲν ἀπεκρίνατο αὐτῷ». «Του έκανε πολλές ερωτήσεις, με πολλά λόγια: ‘’Τι είναι αυτό; Τι είναι εκείνο; Πες μας εκείνο. Φτιάξε εκείνο». Σαν να είχε μπροστά του έναν θαυματοποιόν, που ήθελε… όπως πάμε στα τσίρκα, για να δούμε και να θαυμάσομε εκεί τις ταχυδακτυλουργίες των θαυματοποιών. Έτσι κάπως νόμιζε ο Ηρώδης ότι είχε μπροστά του. Ο Κύριος εσιώπα.
Κι όταν είδε να απογοητεύεται ο Ηρώδης και να μην ικανοποιείται αυτή του η περίεργη, η ανόητη, η χαμερπής περιέργεια, τότε γελοιοποίησε τον Ιησούν. Του έβαλε πορφυρούν χιτώνα, τον στόλισε, του έβαλε ακάνθινο στεφάνι και τον έστειλε στον Πιλάτο με αυτήν την διαπόμπευση, ότι … «Είχα ακούσει γι’ αυτόν, ο λαός έλεγε θαυμαστά γι’ αυτόν, αλλά… μπα». Και τον στέλνει τώρα τον Ιησούν γελοιοποιημένον πίσω εις τον Πιλάτον. Είναι οι άνθρωποι, λοιπόν, που ζητούν να δουν τον Ιησούν από μια περιέργεια. Ο Απόστολος Παύλος θα πει μέσα στην Ιστορία είναι οι άνθρωποι εκείνοι που «ἔχοντες μόρφωσιν εὐσεβείας, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένην». «Ζητούν πάντα να μαθαίνουν, έχουν ένα σχήμα ευσεβείας αλλά την δύναμιν της ευσεβείας, την δύναμιν του Χριστού δεν την έχουν εις την ζωήν τους».
Βλέπομε ακόμα στην εποχή μας και σε κάθε εποχή, νομίζω ιδιαίτερα στην εποχή μας να υπάρχει μια περιέργεια στους ανθρώπους να μάθουν για τον Χριστιανισμόν. Όταν τους μιλάς, φεύγουν από κείνο που σε ρώτησαν και πηγαίνουν πιο κάτω, και τους κυνηγάς από πίσω στις ερωτήσεις, γιατί ενώ σου υποβάλλουν τις ερωτήσεις, δεν στέκονται να ακούσουν την απάντησιν. Δείγμα ότι πραγματικά δεν ενδιαφέρονται. Είναι μία επιπόλαιη περιέργεια, που θα ‘θελαν απλώς μια ενημέρωση, τύπου δημοσιογραφικού. Δεν βρίσκει κανείς ποτέ σε αυτούς τους ανθρώπους ένα βάθος.
Όταν κάποτε, αγαπητοί μου, διαβάζομε σε βίους σοφών αγίων, πώς έμεναν κάποτε σε έναν λόγο του Χριστού. Μόνο σε ένα λόγο του Χριστού. Και κατηνάλωναν ολόκληρη την ζωή τους, για να κατανοήσουν αυτόν τον λόγον! Πρόσφατα, ο γέροντας Σιλουανός, που ανακηρύχθηκε άγιος από την Ρωσική Εκκλησία, Αγιορείτης ήτο, όλη του την ζωή την κατηνάλωσε στο εξής σημείον: «Ἔχε τὸν νοῦν σου εἰς τὸν Ἅδην». Τίποτε άλλο. Αυτό μόνο. «Ἔχε τὸν νοῦν σου εἰς τὸν Ἅδην».. Και επειδή απηλπίζετο, ύστερα από κάποια χρόνια, όταν έφθασε σε ένα σημείο που πράγματι έφθασε στην απελπισία ότι δεν θα σωθεί, τότε ενεφανίσθη ο Χριστός. Και του συμπληρώνει το δεύτερον μέρος αυτού του σημείου. «Και μην απελπίζεσαι». Έτσι ολοκληρώθηκε το σημείον: «Έχε τον νου σου εις τον Άδην και μην απελπίζεσαι». Ήταν η θέσις πάνω στην οποία έμεινε μια ολόκληρη ζωή! Πόσο αντίθετο είναι με εκείνο που σήμερα η εποχή μας ερωτά, πηδά, τρέχει, θέλει πάντα να ερωτά και ποτέ να μην μαθαίνει. Και πολύ δε παραπάνω, να μην μαθητεύει.
Αλλά έχομε, όμως, αγαπητοί μου, και την άλλη μερίδα, την εκλεκτή· που έχει βέβαια περιέργεια, αλλά η περιέργεια είναι περιέργεια σωτηρίας. Είναι εκείνο το οποίον βλέπομε στον άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή και εις τον Ανδρέα, όταν ακολουθούν τον Κύριον και Του λέγουν, μετά την υπόδειξιν που έκανε ο Ιωάννης ο Βαπτιστής και είπε ότι «Αυτός είναι ο Αμνός του Θεού», Τον ακολουθούν και Του λέγουν: «Κύριε, πού μένεις;». Όταν Εκείνος γύρισε να τους ρωτήσει: «Τι ζητάτε; Τι πράγμα ζητάτε; ». Κι εκείνοι είπαν: «Πού μένεις;», δεν ζητούσαν κάτι, αλλά ζητούσαν κάποιον. Ζητούσαν τον Ιησούν. Ήθελαν προσωπική γνωριμία. Με πολλή νοσταλγία, ο ευαγγελιστής Ιωάννης θα γράψει στο ευαγγέλιό του: «Ήταν», λέγει, «ὡσεὶ ὥρα δεκάτη», ήταν κάπου 4 το απόγευμα, κι έμειναν εκείνη την ημέρα μαζί Του. Και Τον απήλαυσαν τον Ιησούν. Απήλαυσαν το πρόσωπό Του. Έκτοτε έγιναν μαθηταί Του.
Αλλά, ακόμα, αγαπητοί μου, βλέπομε και τον Ναθαναήλ, ο οποίος εκπλήσσεται όταν ο Κύριος τού λέγει τι έκανε κάτω από την συκιά. Κι εκείνος αναζητούσε τον Ιησούν. Τον αναζητούσε πρώτα μέσα στους προφήτας, μέσα στην Αγία Γραφή και στην προσευχή. Και ο Ιησούς τον βλέπει. Κι έρχεται και του λέγει: «Σε είδα τι κάνεις». Αν το θέλετε, αν έπρεπε να πλατύνομε το τι διημείφθη ανάμεσά τους, του είπε περίπου κάτι τέτοιο… ότι: «Αναζητάς τον Μεσσία; Εγώ είμαι. Θαυμάζεις; Πού να δεις παρακάτω τι έχουν να δουν τα μάτια σου! Θα δεις τους αγγέλους του ουρανού να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν επί τον Υιόν του ανθρώπου».
Αλλά και ο Ζακχαίος, αγαπητοί μου, περί του οποίου ο λόγος σήμερα. Τον βλέπετε; Όχλος πολύς ακολουθεί τον Χριστόν. Αλλά ο Ζακχαίος είναι εκείνος ο οποίος θέλει να γνωρίσει τον Ιησούν. Θέλει να Τον γνωρίσει για να σωθεί. Τον βαραίνουν οι αμαρτίες του. Γι’ αυτόν τον λόγο ο Ζακχαίος ξεκινά να γνωρίσει τον Ιησούν.
Αλλά ας δούμε τις προϋποθέσεις εκείνες που είχε ο Ζακχαίος και που ο Κύριος τον δικαίωσε και που πήγε και έφαγε στο σπίτι του και είπε ότι έγινε σωτηρία σήμερα στο σπιτικό αυτό. Τι ήταν; Ο Ζακχαίος βγήκε από το σπίτι του και αναζητούσε. Δηλαδή η αναζήτησις είναι η πορεία μας, είναι η προσπάθειά μας να βρούμε τον δρόμο μας. Ψάχνομε, πού μπορούμε να βρούμε τον Ιησούν. Ακούσατε σήμερα στην αποστολικήν περικοπήν που λέει ο Απόστολος Παύλος στον Τιμόθεο: «Πρόσεχε τῇ ἀναγνώσει»; Όταν ψάχνεις μες στην Αγία Γραφήν. Όταν αρχίζεις στην αρχή να υπογραμμίζεις κάποια σημεία που σου κάνουν εντύπωση. Ύστερα κάποια πιο πολλά. Ύστερα κάποια πιο πολλά και ύστερα καταλαβαίνεις ότι θα ‘πρεπε να υπογραμμίσεις ολόκληρη την Αγία Γραφή, γιατί αρχίζεις πιο πολλά να γνωρίζεις για τον Ιησούν, γιατί και η τελευταία λέξη μιλάει για τον Ιησούν. Είναι μία ακατάπαυστη αναζήτηση μέσα στην Αγία Γραφή. Και την Καινή και την Παλαιά Διαθήκη. Ακατάπαυστη. Κάποτε καταλαβαίνεις ότι ολόκληρο το κείμενο της Αγίας Γραφής είναι προφητικό. Ολόκληρο! Και τα ιστορικά σημεία. Ολόκληρο! Σας το λέγω αλήθεια, ολόκληρο το κείμενο είναι προφητικό! Αυτό το βλέπεις όμως μέσα στην πρόοδο της αναζητήσεως· που ανοίγουν τα μάτια και αρχίζεις να βλέπεις αλλιώτικα.
Στην προσευχή το ίδιο. Αναζητείς τον Ιησούν. Στην σκέψη· διαρκώς· αυτό που λέγουν οι Πατέρες, την θεωρία. Διαρκώς να σκέπτεσαι τον Ιησούν, διαρκώς τον Ιησούν! Και όχι σαν ένα όνομα μόνο, αλλά σαν ένα πρόσωπο. Όπως, όταν διαβάζομε στην Αγία Γραφή και αναμοχλεύει ο νους και η καρδιά, η καρδιά και ο νους, διαρκώς τον Ιησούν Χριστόν: Πώς Τον είδαν οι άνθρωποι, τι έγραψε η Γραφή γι’ Αυτόν, Ποιος είναι, και γίνεται διαρκώς μια αναζήτηση και μια εύρεση και μια έκπληξη, για να κινηθεί πάλι ο άνθρωπος, για μια βαθύτερη αναζήτηση. Είναι η πρώτη, αγαπητοί μου, προϋπόθεση αυτή. Όπως ο Ζακχαίος αναζητά τον Ιησούν.
Μια δευτέρα προϋπόθεσις είναι ότι… ο Ζακχαίος, ξέρετε, ήταν κοντός, χαμηλός ήταν στο ανάστημα και το ανάστημά του ήταν τόσο χαμηλό, που το μέσο ανάστημα των ανθρώπων ήταν πιο ψηλό από το δικό του το ανάστημα. Και έκρινε ότι δεν θα μπορούσε να δει τον Ιησούν. Δεν υπελόγισε τίποτα. Ανέβηκε πάνω σε ένα δέντρο από τις δενδροστοιχίες του δρόμου για να δει τον Ιησούν. Κάπως έτσι να το πούμε: Να πείτε ότι ο Δήμαρχος… έρχεται κάποιο επίσημο πρόσωπο στην πόλη, και ανεβαίνει επάνω σε ένα δένδρο· που ανεβαίνουν μόνον τα μικρά παιδιά επάνω σε ένα δένδρο, να παρακολουθήσουν τον επίσημο που έρχεται. Θα ήταν γελοίο αυτό, ε; Θα ήταν γελοίο.
Κι όμως, αγαπητοί μου. Αυτό δείχνει ότι ο Ζακχαίος δεν υπολογίζει την γνώμη του κόσμου. Πιστέψτε με, η γνώμη του κόσμου για την ευσέβεια είναι ογκόλιθος. Πιστέψτε με, από μια πείρα σας το λέγω, εκείνο που εμποδίζει τους ανθρώπους να ζήσουν την πνευματική ζωή, είναι η κρίση του κόσμου. «Τι θα πει ο κόσμος για μένα». Από τη στιγμή που δεν θα υπολογίσει κανείς την γνώμη του κόσμου, το τι θα πει ο κόσμος, ότι «έγινα πολύ θρησκευτικός», ότι «τώρα τελευταία το ‘ριξα στη θρησκεία» -χρησιμοποιώ τις φράσεις των ανθρώπων του κόσμου-, τότε, αν δεν τα λογαριάσω αυτά, αν δεν αισθάνομαι καμία ντροπή –γιατί τάχα ντροπή; Είναι ντροπή; Τότε ξεπέρασα αυτό το εμπόδιο, διελύθη αυτό το εμπόδιο και τότε μπορώ να προχωρήσω για να πάω στην τρίτη, αγαπητοί μου, προϋπόθεση, που είναι το ξεπέρασμα του εαυτού μου.
Ο Ζακχαίος μέχρι τότε πλούτιζε. Έκλεβε. Θεμιτά και αθέμιτα έπαιρνε. Ό,τι μπορούσε άρπαζε. Ήταν άρπαγας. Γιατί κοιτούσε μόνο τον εαυτό του, τον εαυτούλη του: «Πώς θα ζήσω, πώς θα γίνω πλούσιος, δεν με νοιάζει τι θα γίνουν οι άλλοι άνθρωποι». Τώρα όχι πια. Τώρα ξεπερνά τον εαυτό του. Τώρα αντιλαμβάνεται ότι υπάρχουν οι αδικημένοι, ότι υπάρχουν οι πτωχοί. Γι’αυτό είπε ότι «θα αποδώσω στο τετραπλάσιο σε εκείνους που αδίκησα». Ήταν θέμα του νόμου· γι’ αυτό μιλάει για το τετραπλάσιο. Ακόμα λέγει ότι θα δώσει τα μισά από τα υπάρχοντά του στους πτωχούς. Όλα αυτά δείχνουν ότι πια ξεπέρασε τον εαυτό του. Δεν μένει πια στον εαυτό του. Ούτε έκανε σκοπό της ζωής του τον εαυτόν του.
Αυτές οι τρεις προϋποθέσεις, η αναζήτησις του Ιησού, η διαρκής σε όλη μας την ζωή αναζήτησις, το ξεπέρασμα της κρίσεως και της γνώμης του κόσμου και ακόμα το ξεπέρασμα του εαυτού μας, είναι οι θεμελιώδεις και βασικές προϋποθέσεις για να γνωρίσομε ειλικρινά τον Ιησούν και να προσποριστούμε την σωτηρία. Ο Ζακχαίος τα ξεπέρασε όλα. Γι’αυτό και άκουσε, μα τόσο σύντομα, από το στόμα, από το ίδιο το στόμα του Ιησού: «Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι (:Γρήγορα κατέβα κάτω. Έλα κάτω. Από το δένδρο κατέβα. Σήμερα θα μείνω στο σπίτι σου)– σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι». Δεν πήγε να καταλύσει σε κανενός άλλου σπίτι σπουδαίου και τρανού. «Θα μείνω στο σπίτι στου, γιατί σε αυτό το σπίτι σήμερα έγινε σωτηρία». Είπε «σ’ αυτό το σπίτι».
Το σπίτι δεν το αποτελούσε ο Ζακχαίος μόνο. Αλλά η γυναίκα του και τα παιδιά του, το υπηρετικό του προσωπικό και ίσως και κάποιοι συγγενείς, ο παππούς, η γιαγιά… Κι όμως. Είπε: «Το σπίτι δέχτηκε την σωτηρία». Γιατί ο σύζυγος, ο άνδρας είναι εκείνος που όταν αυτός σωθεί, που είναι η κεφαλή, τότε όλο το σπίτι θα επηρεαστεί. Στρέφομαι προς τις κεφαλές των σπιτιών, προς τους άνδρες, στρέφομαι και λέγω αυτό. Όπως λέει ο λαός, ότι «το ψάρι από το κεφάλι βρωμάει», αλλά και «το ψάρι φαίνεται φρέσκο από το κεφάλι», και το σπίτι σώζεται από το κεφάλι, από τον άνδρα. Όταν ο άνδρας είναι ο σωστός, ο ευσεβής, τότε το σπίτι ολόκληρο δέχεται την σωτηρία.
Ω αγαπητοί μου, θα μπορούσαμε να πούμε ότι πολλοί σύγχρονοι αναζητούν τον Ιησούν. Όλοι μοιάζουν, όμως, με τον όχλο ή τους Φαρισαίους ή τον Ηρώδη. Αλλά υπάρχουν, όμως, και εκλεκτοί άνθρωποι που αναζητούν. Η εποχή μας είναι μια εποχή αναζητήσεων. Τα πάντα αναζητά, τα πάντα ανακρίνει, τα πάντα αναθεωρεί, αλλά τον Ιησούν Τον απέρριψε η εποχή μας. Τον απέρριψε χωρίς να Τον αναζητήσει. Υποσυνείδητα, όμως, Τον αναζητεί. Τον αναζητεί μέσα στην δυστυχία της και την αθλιότητά της· γιατί η παρουσία της δυστυχίας και της αθλιότητος είναι η υποσυνείδητη αναζήτηση του Ιησού. Όλα, λοιπόν, τα ζητάει η εποχή μας. Εκτός από τον Ιησού. Δεν έχομε παρά να φωτίσομε αυτήν την υποσυνείδητη κατάσταση των ανθρώπων της εποχής μας και να τους πούμε ότι για να φύγουν από αυτήν την αθλιότητα, δεν μένει παρά μόνο μια λύση: Η λύση να βρουν τον Ιησούν και να σωθούν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_133.mp3

