ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ Λουκά - Αγ. Αθανασίου & Κυρίλλου (18/1/2026)
Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ
ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΚΥΡΙΛΛΟΥ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΩΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ
Προς Εβραίους, κεφάλαιο ΙΓ΄, εδάφια 7-16
7 Μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν. 8 Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. 9 Διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ξέναις μὴ παραφέρεσθε· καλὸν γὰρ χάριτι βεβαιοῦσθαι τὴν καρδίαν, οὐ βρώμασιν, ἐν οἷς οὐκ ὠφελήθησαν οἱ περιπατήσαντες.
10 Ἒχομεν θυσιαστήριον ἐξ οὗ φαγεῖν οὐκ ἔχουσιν ἐξουσίαν οἱ τῇ σκηνῇ λατρεύοντες· 11 ὧν γὰρ εἰσφέρεται ζῴων τὸ αἷμα περὶ ἁμαρτίας εἰς τὰ ῞Αγια διὰ τοῦ ἀρχιερέως, τούτων τὰ σώματα κατακαίεται ἔξω τῆς παρεμβολῆς· 12 διὸ καὶ Ἰησοῦς, ἵνα ἁγιάσῃ διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος τὸν λαόν, ἔξω τῆς πύλης ἔπαθε. 13 Τοίνυν ἐξερχώμεθα πρὸς αὐτὸν ἔξω τῆς παρεμβολῆς τὸν ὀνειδισμὸν αὐτοῦ φέροντες· 14 οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν. 15 Δι’ αὐτοῦ οὖν ἀναφέρωμεν θυσίαν αἰνέσεως διὰ παντὸς τῷ Θεῷ, τοῦτ’ ἔστι καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. 16 Τῆς δὲ εὐποιΐας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε· τοιαύταις γὰρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός.
Ερμηνευτική απόδοση από τον μακαριστό Παν. Τρεμπέλα
7 Να θυμάστε πάντοτε το άγιο παράδειγμα των πνευματικών αρχηγών και προεστών σας, οι οποίοι σας δίδαξαν τον λόγο του Θεού. Να αναλογίζεστε και να μελετάτε το άγιο και θεάρεστο τέλος της ζωής και της συμπεριφοράς τους, και να μιμείσθε την πίστη τους. 8 Ο Ιησούς Χριστός ήταν χθες, είναι και σήμερα ο Ίδιος, και θα είναι ο Ίδιος και στους αιώνες. Όπως, λοιπόν, ενίσχυε τους προεστούς σας, έτσι θα ενισχύσει κι εσάς στην πίστη. Κρατήστε την, λοιπόν, καλά κι εσείς.
9 Μην παρασύρεστε εδώ κι εκεί από διδασκαλίες διαφορετικές και ξένες προς την αληθινή διδασκαλία· διότι είναι καλό και σωτήριο να στηρίζετε και να στερεώνετε τις καρδιές σας στη χάρη του Χριστού και όχι στην ιουδαϊκή διάκριση των φαγητών, από την οποία δεν ωφελήθηκαν όσοι ιουδαΐζοντες Χριστιανοί έβαλαν τα φαγητά ως κανόνα της συμπεριφοράς τους. 10 Έχουμε εμείς οι Χριστιανοί τράπεζα και θυσιαστήριο στο οποίο γινόμαστε μέτοχοι της σταυρικής θυσίας του Χριστού και από το οποίο δεν έχουν δικαίωμα να φάνε ούτε οι ιερείς και οι αρχιερείς που λατρεύουν και υπηρετούν τον Θεό στη Σκηνή του Μαρτυρίου. 11 Και το ότι οι ιερείς του μωσαϊκού νόμου δεν έχουν εξουσία να φάνε από το θυσιαστήριό μας αποδεικνύεται και από το εξής: ότι δεν έτρωγαν αυτοί ούτε από τη θυσία εκείνη, η οποία περισσότερο από κάθε άλλη προτύπωνε την θυσία στου σταυρού· διότι, όπως ορίζεται στην Αγία Γραφή, τα σώματα των ζώων εκείνων των οποίων το αίμα έφερνε ο αρχιερέας την ημέρα του εξιλασμού μέσα στα Άγια των Αγίων ως θυσία για την άφεση των αμαρτιών, δεν τα έτρωγαν οι ιερείς, αλλά καίγονταν ολόκληρα έξω από το στρατόπεδο του Ισραήλ. 12 Γι’ αυτό, σύμφωνα με τον προφητικό τύπο των θυσιών που γίνονταν για την άφεση των αμαρτιών, και ο Ιησούς, προκειμένου να αγιάσει με το ίδιο Του το αίμα τον λαό του νέου Ισραήλ, έπαθε και θανατώθηκε έξω από την πύλη της πόλεως της Ιερουσαλήμ.
13 Λοιπόν, ας βγούμε κι εμείς κοντά Του έξω από το στρατόπεδο. Ας απομακρυνθούμε δηλαδή κι ας κόψουμε κάθε σχέση με τον Ιουδαϊσμό και με τον κόσμο της αμαρτίας. Κι ας πάρουμε επάνω μας τον ονειδισμό του Χριστού, έτοιμοι να περιφρονηθούμε γι’ Αυτόν, όπως ατιμάστηκε και περιφρονήθηκε Εκείνος. 14 Μη διστάζετε να χωρισθείτε από το ιουδαϊκό κέντρο κι από τον κόσμο· διότι δεν έχουμε εδώ μόνιμη και διαρκή πατρίδα και πόλη, αλλά με πόθο πολύ ζητούμε τη μελλοντική, την ουράνια Ιερουσαλήμ. 15 Χωρισμένοι, λοιπόν, από τη λευϊτική ιερωσύνη, ας προσφέρουμε ακατάπαυστα στον Θεό διαμέσου του Ιησού Χριστού ως αρχιερέως μας θυσία αινέσεως και δοξολογίας. Όχι βέβαια θυσία ζώων και αιμάτων, αλλά θυσία που θα ξεχειλίζει από μέσα μας ως καρπός θερμής ευγνωμοσύνης προς τον Θεό˙ θυσία που θα βγαίνει από τα χείλη μας, τα οποία θα ανυμνούν και θα δοξολογούν το όνομά Του.
16 Επιπλέον, μη λησμονείτε να κάνετε αγαθοεργίες και να μοιράζεστε και με τους άλλους τα αγαθά σας. Μην τα λησμονείτε αυτά, διότι ο Θεός με τέτοιες θυσίες ευχαριστείται και όχι με θυσίες άλογων ζώων.
Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΒ΄ΛΟΥΚΑ
Κατά Λουκάν, κεφάλαιο ΙΖ΄, εδάφια 11-19
11 Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτὸν εἰς ῾Ιερουσαλὴμ καὶ αὐτὸς διήρχετο διὰ μέσου Σαμαρείας καὶ Γαλιλαίας. 12Καὶ εἰσερχομένου αὐτοῦ εἴς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, 13καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες· ᾿Ιησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. 14Καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν.
15 Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, 16 καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης. 17Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; 18Οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος; 19Καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.
Ερμηνευτική απόδοση Παν. Τρεμπέλα
11Καθώς ο Ιησούς πήγαινε στα Ιεροσόλυμα, περνούσε μέσα από τα σύνορα της Σαμάρειας και της Γαλιλαίας βαδίζοντας από δυτικά προς ανατολικά, προς τη χώρα που βρίσκεται πέρα από τον Ιορδάνη. 12 Και την ώρα που έμπαινε σε κάποιο χωριό, Τον συνάντησαν δέκα λεπροί άνδρες, οι οποίοι στάθηκαν από μακριά, επειδή σύμφωνα με τον νόμο κάθε λεπρός θεωρούνταν ακάθαρτος και δεν του επιτρεπόταν να πλησιάσει κανέναν. 13Και αυτοί άρχισαν να του φωνάζουν δυνατά: «Ιησού, Κύριε, σπλαχνίσου μας και θεράπευσέ μας». 14 Βλέποντάς τους Εκείνος, τους είπε: «Πηγαίνετε και δείξτε το σώμα σας στους ιερείς, για να βεβαιώσουν αν πράγματι θεραπευθήκατε, σύμφωνα με τη διάταξη του νόμου». Και καθώς αυτοί πήγαιναν να εξεταστούν από τους ιερείς, καθαρίστηκαν από τη λέπρα.
15 Ένας απ’ αυτούς, μόλις είδε ότι θεραπεύθηκε, επέστρεψε και με δυνατή φωνή εκφράζοντας τη χαρά και την ευγνωμοσύνη του δόξαζε τον Θεό που τον θεράπευσε διαμέσου του Ιησού. 16 Έπεσε τότε με το πρόσωπο κάτω στη γη κοντά στα πόδια του Ιησού και τον ευχαριστούσε. Και αυτός ήταν Σαμαρείτης, δηλαδή σχισματικός και λιγότερο φωτισμένος από τους Ιουδαίους. Συνεπώς κανείς δεν θα περίμενε να δείξει αυτός μια τέτοια ευγνωμοσύνη που δεν έδειξαν οι άλλοι εννέα, που ήταν Ισραηλίτες. 17 Τότε ο Ιησούς είπε: «Δεν καθαρίστηκαν από την λέπρα και οι δέκα; Οι άλλοι εννέα πού είναι; 18 Δεν μπορούσαν να γυρίσουν πίσω και να δοξάσουν τον Θεό, παρά μόνο ο ξένος αυτός, που δεν ανήκει στο γνήσιο ιουδαϊκό γένος;». 19 Και σε αυτόν είπε: «Σήκω και πήγαινε. Η πίστη σου σε έσωσε. Δεν θεράπευσε μόνο το σώμα σου, αλλά αποτελεί και καλή αρχή που θα σε οδηγήσει και στην πνευματική σου σωτηρία».
ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΚΥΡΙΛΛΟΥ[:Εβρ.13,7-16]
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
«Μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν(:Να θυμάστε πάντοτε το άγιο παράδειγμα των πνευματικών αρχηγών και προεστών σας)». Αυτό από την αρχή προσπαθούσε να πει· γι’αυτό έλεγε: «Εἰρήνην διώκετε μετὰ πάντων(:Επιδιώκετε να έχετε ειρήνη με όλους)»[Εβρ.12,14]. Αυτό συμβούλευε και τους Θεσσαλονικείς, να τους τιμούν όσο το δυνατό περισσότερο[ βλ. Α΄Θεσ. 5,12-13: «Ἐρωτῶμεν δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, εἰδέναι τοὺς κοπιῶντας ἐν ὑμῖν καὶ προϊσταμένους ὑμῶν ἐν Κυρίῳ καὶ νουθετοῦντας ὑμᾶς, καὶ ἡγεῖσθαι αὐτοὺς ὑπερεκπερισσοῦ ἐν ἀγάπῃ διὰ τὸ ἔργον αὐτῶν. Εἰρηνεύετε ἐν ἑαυτοῖς(:Σας παρακαλούμε ακόμη, αδελφοί, να αναγνωρίζετε και να σέβεστε εκείνους που κοπιάζουν ανάμεσά σας και είναι προϊστάμενοί σας εν Χριστώ και σας συμβουλεύουν. Και να τους περιβάλλετε με περισσή τιμή και αγάπη για το υψηλό τους έργο. Να ειρηνεύετε μεταξύ σας)»].
«Μνημονεύετε(:Να θυμάστε πάντοτε)», λέγει, «τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν (:το άγιο παράδειγμα των πνευματικών αρχηγών και προεστών σας, οι οποίοι σας δίδαξαν τον λόγο του Θεού. Να αναλογίζεστε και να μελετάτε το άγιο και θεάρεστο τέλος της ζωής και της συμπεριφοράς τους και να μιμείσθε την πίστη τους)»[Εβρ. 13,7]. Ποια σχέση έχει αυτό; Άριστη φυσικά· διότι λέγει: «μελετώντας την όλη συμπεριφορά τους, δηλαδή την ζωή τους, να μιμείστε την πίστη τους»· διότι η πίστη εξαρτάται από την αγνότητα της ζωής. Ή με την λέξη «πίστις» εννοεί τη βεβαιότητα. Πώς; Διότι δείχνει ότι επειδή πίστεψαν σταθερά στην ύπαρξη των μελλοντικών αγαθών, έζησαν εδώ άριστη ζωή. Δεν θα παρουσίαζαν ζωή καθαρή, εάν φυσικά αμφισβητούσαν την ύπαρξη των μελλοντικών αγαθών, εάν αμφέβαλλαν γι’ αυτά. Ώστε και εδώ την ίδια ερμηνεία υπηρετεί.
«Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. Διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ξέναις μὴ παραφέρεσθε· καλὸν γὰρ χάριτι βεβαιοῦσθαι τὴν καρδίαν, οὐ βρώμασιν, ἐν οἷς οὐκ ὠφελήθησαν οἱ περιπατήσαντες(:Ο Ιησούς Χριστός ήταν χθες, είναι και σήμερα ο Ίδιος, και θα είναι ο Ίδιος και στους αιώνες. Όπως, λοιπόν, ενίσχυε τους προεστούς σας, έτσι θα ενισχύσει κι εσάς στην πίστη. Κρατήστε την, λοιπόν, καλά κι εσείς. Μην παρασύρεστε εδώ κι εκεί από διδασκαλίες διαφορετικές και ξένες προς την αληθινή διδασκαλία· διότι είναι καλό και σωτήριο να στηρίζετε και να στερεώνετε τις καρδιές σας στη χάρη του Χριστού και όχι στην ιουδαϊκή διάκριση των φαγητών, από την οποία δεν ωφελήθηκαν όσοι ιουδαΐζοντες Χριστιανοί έβαλαν τα φαγητά ως κανόνα της συμπεριφοράς τους)»[Εβρ.13, 8-9].
Εδώ το «χθές» σημαίνει όλο το παρελθόν· το «σήμερον», τον παρόντα χρόνο· ο «αἰών» φανερώνει το άπειρο, αυτό που δεν έχει τέλος. Αυτό που λέγει σημαίνει το εξής· «Ακούσατε αρχιερέα, αλλά αρχιερέα που δεν έχει τέλος· διότι πάντοτε είναι ο Ίδιος». Και ίσως επειδή υπήρχαν μερικοί που έλεγαν ότι δεν είναι Αυτός που σταυρώθηκε ο αναμενόμενος Χριστός, αλλά ότι θα έλθει άλλος, γι’αυτό είπε το «χθες και σήμερα» και ότι «ο Ίδιος είναι στους αιώνες», για να δηλώσει με αυτό ότι Αυτός που ήλθε πάλι θα έλθει, και ότι Αυτός ο Ίδιος και προϋπήρχε και υπάρχει και θα υπάρχει στους αιώνες. Αφού και τώρα υπάρχουν Ιουδαίοι που λένε ότι άλλος θα έρθει· αυτοί, αφού στέρησαν τους εαυτούς τους από τον Θεό που ήρθε, θα περιπέσουν στον Αντίχριστο.
«Μὴ παραφέρεσθε (:Μην παρασύρεσθε)», λέγει, «διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ξέναις (:από διδασκαλίες διαφορετικές και ξένες προς την αληθινή διδασκαλία)»· όχι μόνο από ξένες, αλλά ούτε από διαφορετικές διδασκαλίες δεν θέλει να παρασύρονται· διότι γνωρίζει ότι και από τις δύο οδηγούνται στην καταστροφή, όσοι παρασύρονται από αυτές.
«Καλὸν γὰρ χάριτι βεβαιοῦσθαι τὴν καρδίαν, οὐ βρώμασιν, ἐν οἷς οὐκ ὠφελήθησαν οἱ περιπατήσαντες(:Διότι είναι καλό να στερεώνεται η καρδιά με την χάρη του Χριστού και όχι με την διάκριση των φαγητών, από την οποία δεν ωφελήθηκαν όσοι στηρίχθηκαν σε αυτά)». Εδώ με ήπιο τρόπο υπαινίσσεται αυτούς που εισήγαγαν την διάκριση των φαγητών· διότι για τους πιστούς όλα είναι καθαρά· έχουμε, λοιπόν, ανάγκη από πίστη και όχι από φαγητά. «Ἒχομεν γὰρ θυσιαστήριον, ἐξ οὗ φαγεῖν ἐξουσίαν οὐκ ἔχουσιν οἱ τῇ σκηνῇ λατρεύοντες(:Έχουμε εμείς οι Χριστιανοί τράπεζα και θυσιαστήριο στο οποίο γινόμαστε μέτοχοι της σταυρικής θυσίας του Χριστού και από το οποίο δεν έχουν δικαίωμα να φάνε ούτε οι ιερείς και οι αρχιερείς που λατρεύουν και υπηρετούν τον Θεό στη Σκηνή του Μαρτυρίου)»[Εβρ.13,10]. «Τα δικά μας δεν είναι τέτοια, όπως τα ιουδαϊκά», λέγει, «ώστε να μην επιτρέπεται ούτε στον αρχιερέα να μετέχει σε αυτά».
Λοιπόν επειδή είπε «μην κάνετε διακρίσεις στις τροφές» και φαινόταν με αυτό ότι καταργεί τα της πίστεώς του, πάλι περιστρέφεται γύρω από το ίδιο θέμα. «Μήπως και εμείς», λέγει, «δεν κάνουμε διακρίσεις; Και διακρίσεις κάνουμε, και σε μεγαλύτερο βαθμό, και ούτε στους ίδιους τους ιερείς επιτρέπουμε να μεταδώσουν ένα μέρος από αυτά. Διότι τα σώματα των ζώων εκείνων, των οποίων το αίμα έφερνε ο αρχιερέας κατά την ημέρα του εξιλασμού μέσα στα Άγια των Αγίων, ως θυσία για τις αμαρτίες, δεν τρώγονταν από τους ιερείς, αλλά καίγονταν ολόκληρα έξω από το στρατόπεδο του ισραηλιτικού λαού· γι’αυτό και ο Ιησούς, για να αγιάσει με το ίδιο Του το Αίμα τον λαό, έπαθε έξω από την πύλη της πόλεως», λέγει. Είδες πώς λάμπει ο τύπος; «Ἒξω (:Έξω)», λέγει, «τῆς παρεμβολῆς (:από το στρατόπεδο)» και «ἔξω τῆς πύλης (:έξω από την πύλη)».
Επειδή, λοιπόν, τα προσφερόμενα ζώα για την εξιλέωση της αμαρτίας ήταν κάποιος τύπος, και καίγονταν ολόκληρα έξω από το στρατόπεδο, εύλογα και ο Ιησούς που θυσιάστηκε για την εξιλέωση των αμαρτιών μας θυσιάστηκε έξω από την πύλη. Λοιπόν και εμείς πρέπει να μιμηθούμε Αυτόν που θυσιάστηκε για χάρη μας, και να ζήσουμε έξω από τον κόσμο, ή, καλύτερα, να απομακρυνθούμε από τα πράγματα του κόσμου. Γι’αυτό για να το δηλώσει και αυτό, πρόσθεσε: «Τοίνυν ἐξερχώμεθα πρὸς αὐτὸν ἔξω τῆς παρεμβολῆς, φέροντες τὸν ὀνειδισμὸν αὐτοῦ (:Λοιπόν, ας βγούμε κι εμείς κοντά Του έξω από το στρατόπεδο. Ας απομακρυνθούμε δηλαδή κι ας κόψουμε κάθε σχέση με τον Ιουδαϊσμό και με τον κόσμο της αμαρτίας. Κι ας πάρουμε επάνω μας τον ονειδισμό του Χριστού, έτοιμοι να περιφρονηθούμε γι’ Αυτόν, όπως ατιμάστηκε και περιφρονήθηκε Εκείνος)»· δηλαδή να παθαίνουμε τα ίδια και να γινόμαστε μέτοχοι των παθημάτων Του. Σαν κατάδικος σταυρώθηκε ο Κύριος έξω από την πόλη· ας μην ντρεπόμαστε λοιπόν κι εμείς να βγούμε έξω από τον κόσμο· διότι αυτό υπαινίχθηκε με το να πει «έξω από το στρατόπεδο» και «έξω από την πύλη». «Οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν(:διότι δεν έχουμε εδώ μόνιμη και διαρκή πατρίδα και πόλη),λέγει, «ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν(:αλλά με πόθο πολύ ζητούμε τη μελλοντική, την ουράνια Ιερουσαλήμ)»[Εβρ.13,14].
«∆ι’ αὐτοῦ οὖν ἀναφέρωμεν θυσίαν αἰνέσεως διαπαντὸς τῷ Θεῷ· τουτέστι, καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ (:Χωρισμένοι, λοιπόν, από τη λευϊτική ιερωσύνη, ας προσφέρουμε ακατάπαυστα στον Θεό διαμέσου του Ιησού Χριστού ως Αρχιερέως μας θυσία αινέσεως και δοξολογίας. Όχι βέβαια θυσία ζώων και αιμάτων, αλλά θυσία που θα ξεχειλίζει από μέσα μας ως καρπός θερμής ευγνωμοσύνης προς τον Θεό˙ θυσία που θα βγαίνει από τα χείλη μας, τα οποία θα ανυμνούν και θα δοξολογούν το όνομά Του)». ««∆ι’ αὐτοῦ(:Μέσω Αυτού)», είπε, όπως μέσω ενός αρχιερέως, εν σχέσει προς την ανθρώπινη φύση Του.
«Ὁμολογούντων (:που δοξολογούν)», λέγει, «τῷ ὀνόματι αὐτοῦ (:το όνομά Του)». Σαν να έλεγε: «Εάν πρέπει να Τον δοξολογούμε, ας μην βλασφημούμε, ας μην λέμε τίποτε το απερίσκεπτο, τίποτε το θρασύ, τίποτε το τολμηρό, τίποτε το απεγνωσμένο, αλλά με σεβασμό και ευλάβεια ας λέμε και ας κάνουμε τα πάντα». Αυτά τα είπε όχι τυχαία, αλλά επειδή είδε ότι είναι στενοχωρημένοι· και η ψυχή όταν θλίβεται, απογοητεύεται και αποθρασύνεται. «Εμείς, όμως, ας μην κάνουμε το ίδιο», λέγει. Να, πάλι το ίδιο είπε, αυτό που ανέφερε και προηγουμένως· «Μὴ ἐγκαταλείποντες τὴν ἐπισυναγωγὴν ἑαυτῶν (:Φροντίζετε, λοιπόν, να μην παραμελείτε και να μην αφήνετε τις λατρευτικές σας συνάξεις και τις κατ’ ιδίαν συναθροίσεις σας στον ίδιο τόπο, όπως συνηθίζουν μερικοί, αλλά να προτρέπετε ο ένας τον άλλο)» [Εβρ.10,25]. Έτσι θα μπορέσουμε όλα να τα κάνουμε με σεβασμό· διότι πολλές φορές με το να σεβόμαστε τους ανθρώπους, αποφεύγουμε πολλά από τα πονηρά έργα. «Τῆς δὲ εὐποιίας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε (:Και επιπλέον, μη λησμονείτε να κάνετε αγαθοεργίες και να μοιράζεστε και με τους άλλους τα αγαθά σας)».
Αυτά τα έλεγε τότε ο Παύλος, τώρα όμως σας τα λέγω εγώ· και δεν τα λέγω αυτά μόνο στους αδελφούς που είναι παρόντες, αλλά και προς τους απόντες. Κανείς δεν άρπαξε τα υπάρχοντά σας· αλλά και εάν σας τα έχουν αρπάξει κάποιοι, από αυτά που έχετε να φιλοξενείτε. Ποια, λοιπόν, απολογία θα έχουμε εμείς, όταν αυτοί και μετά την αρπαγή των υπαρχόντων τους αυτά τα λόγια ακούνε; Και πρόσεχε, εδώ λέγει: «Τῆς εὐποιίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε (:Την αγαθοεργία να μην την λησμονείτε)», ενώ προηγουμένως είπε «τῆς φιλοξενίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε (:την φιλοξενία να μην λησμονείτε)»· δεν σημαίνει άλλο το ένα και άλλο το άλλο, αλλά το ίδιο πράγμα το λέγει με άλλη λέξη. Και δεν είπε «τῆς ξενοδοχίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε (:μη λησμονείτε να δέχεστε τους ξένους)», αλλά «τῆς φιλοξενίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε (:την φιλοξενία να μην ξεχνάτε)»· δηλαδή μην υποδέχεστε απλώς τους ξένους, αλλά να αγαπάτε τους ξένους. Και δεν αναφέρθηκε στην μελλοντική αμοιβή που βρίσκεται μακριά, για να μην τους κάνει νωθρότερους, αλλά σε αυτήν που ήδη δόθηκε· διότι πρόσθεσε: «∆ι’ αὐτῆς ἔλαθόν τινες ξενίσαντες ἀγγέλους (:διότι με αυτήν μερικοί, όπως ο Αβραάμ και ο Λωτ, αξιώθηκαν, χωρίς να ξέρουν ποιους δέχονταν, να φιλοξενήσουν αγγέλους)».
Αλλά ας δούμε από την αρχή αυτά που λέχθηκαν. «Τίμιος ὁ γάμος ἐν πᾶσι, καὶ ἡ κοίτη ἀμίαντος (:Ας είναι σε όλα τιμημένος ο γάμος, και η συζυγική κοίτη ας φυλάσσεται καθαρή από κάθε μολυσμό)», λέγει. Πώς είναι τίμιος ο γάμος; Διότι φυλάσσει τον πιστό μέσα στην εγκράτεια. Εδώ υπαινίσσεται και τους Ιουδαίους, οι οποίοι θεωρούσαν βδελυρή τη συζυγική κλίνη. Δεν είναι βδελυρά όσα εκ φύσεως υπάρχουν, ανόητε και αναίσθητε Ιουδαίε, αλλά αυτά που εξαρτώνται από την προαίρεση του ανθρώπου· διότι, εάν ο γάμος είναι τίμιος και καθαρός, γιατί λοιπόν νομίζεις ότι μολύνεσαι απ’ αυτόν;
«Ἀφιλάργυρος ὁ τρόπος, ἀρκούμενοι τοῖς παροῦσιν (:Η εσωτερική διάθεση της ψυχής σας ας είναι απαλλαγμένη από τη φιλαργυρία. Να είστε ευχαριστημένοι με εκείνα που έχετε προς το παρόν, εμπιστευόμενοι τους εαυτούς σας στη θεία πρόνοια)», λέγει. Επειδή πολλοί, μετά την διάθεση των υπαρχόντων τους, θέλουν αργότερα με το πρόσχημα της ελεημοσύνης πάλι να τα αποκτήσουν, γι’αυτό, λέγει: «Ἀφιλάργυρος ὁ τρόπος(:Να είναι η διάθεση της ψυχής σας απαλλαγμένη από την φιλαργυρία)»· δηλαδή να έχουμε τα αναγκαία και τα απαραίτητα. «Τι λοιπόν», λέγει, «αν δεν έχουμε ούτε τα απαραίτητα; Δεν είναι δυνατό αυτό, δεν είναι δυνατό»: «Αὐτὸς γὰρ εἴρηκεν· Οὐ μή σε ἀνῶ, οὐδ’ οὐ μή σε ἐγκαταλίπω (:διότι ο Ίδιος ο Κύριος είπε και δεν ψεύδεται: «Δεν θα σε αφήσω, ούτε θα σε εγκαταλείψω ποτέ)». Ώστε με το θάρρος που μας δίνει η πεποίθηση στην υπόσχεση αυτή του Θεού να λέμε: «Κύριος ἐμοὶ βοηθὸς, καὶ οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος (:Ο Κύριος είναι βοηθός μου και δεν θα φοβηθώ. Τι μπορεί να μου κάνει οποιοσδήποτε άνθρωπος;)» [Ψαλμ.117,6]. Σαν να έλεγε: «Έχεις την υπόσχεση του Θεού, μην αμφιβάλλεις λοιπόν· Αυτός το έχει υποσχεθεί, μην το αμφισβητείς». Και το «Δεν θα σε αφήσω», δεν το λέγει μόνο για τα χρήματα, αλλά και για όλα τα άλλα.
«Κύριος ἐμοὶ βοηθὸς, καὶ οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος (:Ο Κύριος είναι βοηθός μου και δεν θα φοβηθώ. Τι μπορεί να μου κάνει οποιοσδήποτε άνθρωπος;)». Εύλογα πρόσθεσε το προφητικό χωρίο για να επιβεβαιώσει με αυτόν τον λόγο του και να τους κάνει περισσότερο προθυμότερους, ώστε να μην καταβληθούν. Αυτό, λοιπόν, κι εμείς ας το λέμε σε όλους τους πειρασμούς και ας περιφρονούμε τα ανθρώπινα πράγματα· όσο ο Θεός είναι ευμενής απέναντί μας, κανείς δεν θα μας καταβάλλει. Πράγματι, όπως ακριβώς όταν Εκείνος είναι εχθρός μας κι αν όλοι οι άλλοι είναι φίλοι μας, δεν έχουμε κανένα κέρδος, έτσι όταν Αυτός είναι φίλος μας, κι αν όλοι οι άλλοι μας πολεμούν, δεν μπορούν να μας βλάψουν. Γι’αυτό έλεγε: «Δεν θα φοβηθώ· τι θα μου κάνει ο άνθρωπος;».
«Μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ (:Να θυμάστε πάντοτε το άγιο παράδειγμα των πνευματικών αρχηγών και προεστών σας, οι οποίοι σας δίδαξαν τον λόγο του Θεού)». Εδώ νομίζω ότι αυτό το λέγει και για βοήθεια αυτών· διότι αυτό σημαίνει το «οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ». «ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν». «Αυτών να αναλογίζεστε και να μελετάτε το άγιο και θεάρεστο τέλος της ζωής και της συμπεριφοράς τους και να μιμείστε την πίστη τους». Τι σημαίνει «ἀναθεωροῦντες»; «Συνεχώς να στρέφετε την σκέψη σας σε αυτούς, να τους εξετάζετε μέσα σας, να τους σκέπτεστε, να τους μελετάτε με προσοχή, εξετάζοντας την γνησιότητά αυτών». Καλά είπε «τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς»· δηλαδή, να μελετάτε την μέχρι τέλους της ζωής τους συμπεριφορά τους· διότι η ενάρετη συμπεριφορά τους είχε τέλος ωφέλιμο.
«Ἰησοῦς Χριστὸς (:Ο Ιησούς Χριστός)», λέγει, «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας (:ήταν χθες, είναι και σήμερα ο Ίδιος, και θα είναι ο Ίδιος και στους αιώνες. Όπως, λοιπόν, ενίσχυε τους προεστούς σας, έτσι θα ενισχύσει κι εσάς στην πίστη. Κρατήστε την, λοιπόν, καλά κι εσείς)»[Εβρ,13,8]. Αυτό που λέγει σημαίνει το εξής: «Μη νομίσετε ότι τότε θαυματούργησε, ενώ τώρα δεν θαυματουργεί· ο Ίδιος είναι, και αφού είναι ο Ίδιος, δεν είναι δυνατόν να μην μπορεί να κάνει τα ίδια θαύματα». Ίσως σε αυτό αποβλέποντας είπε «να θυμάστε τους πνευματικούς αρχηγούς».
«Διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ξέναις μὴ παραφέρεσθε(:Μην παρασύρεστε εδώ κι εκεί από διδασκαλίες διαφορετικές και ξένες προς την αληθινή διδασκαλία)». «Ξένες», δηλαδή διαφορετικές από αυτές που ακούσατε από μας· διδασκαλίες διάφορες και παντός είδους· διότι αυτού του είδους οι διδασκαλίες δεν έχουν τίποτε το σταθερό, αλλά είναι αντίθετες προς την αληθινή διδασκαλία, μάλιστα δε η διδασκαλία για τη διάκριση των τροφών· γι’αυτό και στεκόμενος στο θέμα αυτό, προσθέτει: «Καλὸν γὰρ χάριτι βεβαιοῦσθαι τὴν καρδίαν, οὐ βρώμασιν, ἐν οἷς οὐκ ὠφελήθησαν οἱ περιπατήσαντες (:Διότι είναι καλό και σωτήριο να στηρίζετε και να στερεώνετε τις καρδιές σας στη χάρη του Χριστού και όχι στην ιουδαϊκή διάκριση των φαγητών, από την οποία δεν ωφελήθηκαν όσοι ιουδαΐζοντες Χριστιανοί έβαλαν τα φαγητά ως κανόνα της συμπεριφοράς τους)».
Οι ποικίλες αυτές και ξένες διδασκαλίες. Εδώ τους επικρίνει, επειδή ασχολούνται με τη διάκριση των φαγητών· διότι δείχνει ότι εξαιτίας της διακρίσεως των τροφών έφθασαν να διδάσκουν άλλα και από αυτά προχώρησαν σε διαφορετικές και ξένες διδασκαλίες. Και πρόσεχε ότι δεν τολμά να το πει αυτό φανερά, αλλά το λέγει με τρόπο αινιγματικό· διότι με αυτό που είπε: «Διδαχαῖς ποικίλαις καὶ ξέναις μὴ παραφέρεσθε (:Μην παρασύρεστε από διδασκαλίες διαφορετικές και ξένες)» και: «Καλὸν γὰρ χάριτι βεβαιοῦσθαι τὴν καρδίαν, οὐ βρώμασιν (:Είναι καλό να στερεώνεται η καρδιά με την χάρη του Χριστού και όχι με την διάκριση των φαγητών)» σχεδόν λέγει αυτό που είπε ο Χριστός με εκείνα που έλεγε: «Οὐ τὸ εἰσερχόμενον εἰς τὸ στόμα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸ ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ στόματος τοῦτο κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον (:Δεν κάνει τον άνθρωπο βέβηλο και θρησκευτικώς ακάθαρτο εκείνο που εισάγεται με την τροφή στο στόμα, αλλά εκείνο που βγαίνει από το στόμα, δηλαδή οι πονηροί και αμαρτωλοί λόγοι)»[Ματθ.15,11]. Και δείχνει ότι η πίστη είναι το παν· αν αυτή το βεβαιώσει, η καρδιά μένει σταθερή. Άρα η πίστη δίνει τη διαβεβαίωση και επομένως οι λογισμοί κλονίζουν· διότι η πίστη εναντιώνεται στον λογισμό.
«Καλὸν γὰρ χάριτι βεβαιοῦσθαι τὴν καρδίαν, οὐ βρώμασιν, ἐν οἷς οὐκ ὠφελήθησαν οἱ περιπατήσαντες οὐ βρώμασιν, ἐν οἷς οὐκ ὠφελήθησαν οἱ περιπατήσαντες (:διότι είναι καλό και σωτήριο να στηρίζετε και να στερεώνετε τις καρδιές σας στη χάρη του Χριστού και όχι στην ιουδαϊκή διάκριση των φαγητών, από την οποία δεν ωφελήθηκαν όσοι ιουδαΐζοντες Χριστιανοί έβαλαν τα φαγητά ως κανόνα της συμπεριφοράς τους)»[Εβρ.13,9]. Διότι πες μου, λέγει, ποιο είναι το κέρδος από την διάκριση των φαγητών; Δεν καταστρέφει μάλλον; Δεν κάνει τον άνθρωπο να αμαρτάνει; Εάν πρέπει να κάνετε διάκριση, μπορείτε να κάνετε την διάκριση εκείνη από την οποία προκύπτει ωφέλεια σε εκείνους που κάνουν την διάκριση. Καλή διάκριση είναι η αποφυγή της κακίας, η δικαιοσύνη της καρδιάς, η ευσέβεια προς τον Θεό, η ορθή πίστη. «Οὐ βρώμασιν, ἐν οἷς οὐκ ὠφελήθησαν οἱ περιπατήσαντες(:Από την διάκριση αυτή των φαγητών δεν ωφελήθηκαν όσοι βασίστηκαν σε αυτήν)»· δηλαδή όσοι τα τήρησαν για πάντα. Μία διάκριση υπάρχει, το να απέχει κανείς από την αμαρτία. Διότι ποιο είναι το όφελος, τη στιγμή που υπάρχουν μερικοί που είναι τόσο ακάθαρτοι, ώστε να μην μπορούν να μετέχουν στις θυσίες; Επομένως τίποτε δεν τους έσωζε, αν και με ζήλο τιμούσαν τις διακρίσεις, επειδή όμως δεν είχαν πίστη, δεν ωφελήθηκαν ούτε και με αυτό.
Έπειτα αναιρεί την θυσία από τον τύπο και φέρνει τον λόγο στο πρωτότυπο, λέγοντας: «Ἒχομεν θυσιαστήριον ἐξ οὗ φαγεῖν οὐκ ἔχουσιν ἐξουσίαν οἱ τῇ σκηνῇ λατρεύοντες· ὧν γὰρ εἰσφέρεται ζῴων τὸ αἷμα περὶ ἁμαρτίας εἰς τὰ ῞Αγια διὰ τοῦ ἀρχιερέως, τούτων τὰ σώματα κατακαίεται ἔξω τῆς παρεμβολῆς· διὸ καὶ Ἰησοῦς, ἵνα ἁγιάσῃ διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος τὸν λαόν, ἔξω τῆς πύλης ἔπαθε(:Έχουμε εμείς, οι Χριστιανοί, Τράπεζα και θυσιαστήριο, στο οποίο γινόμαστε μέτοχοι της σταυρικής θυσίας του Χριστού και από το οποίο δεν έχουν δικαίωμα να φάνε ούτε οι ιερείς και οι αρχιερείς που λατρεύουν και υπηρετούν τον Θεό στη Σκηνή του Μαρτυρίου. Και το ότι οι ιερείς του μωσαϊκού νόμου δεν έχουν εξουσία να φάνε από το θυσιαστήριό μας, αποδεικνύεται και από το εξής: ότι δεν έτρωγαν αυτοί ούτε από τη θυσία εκείνη, η οποία περισσότερο από κάθε άλλη προτύπωνε την θυσία στου σταυρού· διότι, όπως ορίζεται στην Αγία Γραφή, τα σώματα των ζώων εκείνων των οποίων το αίμα έφερνε ο αρχιερέας την ημέρα του εξιλασμού μέσα στα Άγια των Αγίων ως θυσία για την άφεση των αμαρτιών, δεν τα έτρωγαν οι ιερείς, αλλά καίγονταν ολόκληρα έξω από το στρατόπεδο του Ισραήλ. Γι’ αυτό, σύμφωνα με τον προφητικό τύπο των θυσιών που γίνονταν για την άφεση των αμαρτιών, και ο Ιησούς, προκειμένου να αγιάσει με το ίδιο Του το Αίμα τον λαό του νέου Ισραήλ, έπαθε και θανατώθηκε έξω από την πύλη της πόλεως της Ιερουσαλήμ)». Επομένως εκείνα ήταν τύπος αυτών των γεγονότων και έτσι ο Χριστός που σταυρώθηκε έξω από την πύλη, όλα τα εκπλήρωσε. Εδώ φανερώνει και το ότι με την θέλησή Του θυσιάσθηκε· διότι δείχνει ότι ούτε εκείνα ήταν τυχαία, αλλά ήταν κάποιος τύπος και η ίδια η οικονομία δεν ήταν έξω από το Πάθος, αλλά το Αίμα μεταφέρθηκε στον ουρανό.
Βλέπεις, λοιπόν, ότι εμείς μετέχουμε του Αίματος που εισάγεται στα Άγια, τα άγια τα αληθινά, μετέχουμε της θυσίας, την οποία απήλαυσε μόνον ο Αρχιερεύς. Άρα εμείς μετέχουμε στην αλήθεια. Εάν, λοιπόν, μετέχουμε όχι στον ονειδισμό, αλλά στον αγιασμό, ο ονειδισμός είναι η αιτία του αγιασμού· διότι, όπως ακριβώς ο Κύριος υβρίσθηκε, έτσι κι εμείς. Αν βγούμε λοιπόν από τον κόσμο, γινόμαστε κοινωνοί του Κυρίου. Τι σημαίνει, λοιπόν, «ἐξερχώμεθα πρὸς αὐτὸν»; «Να συμμετέχουμε στα παθήματά Του, να φέρουμε τον ονειδισμό του Χριστού, να περιφρονούμαστε γι’ Αυτόν· διότι δεν έπαθε τυχαία έξω από την πύλη, αλλά για να σηκώνουμε και εμείς τον σταυρό Του και να ζούμε έξω από τον κόσμο και να φροντίζουμε να μένουμε έξω». Όπως ακριβώς δηλαδή Εκείνος ονειδιζόταν ως κατάδικος, έτσι κι εμείς.
«Δι’ αὐτοῦ οὖν ἀναφέρωμεν θυσίαν (:Χωρισμένοι, λοιπόν, από τη λευϊτική ιερωσύνη, ας προσφέρουμε ακατάπαυστα στον Θεό διαμέσου του Ιησού Χριστού ως αρχιερέως μας θυσία)»[Εβρ.13,15]. Ποια θυσία όμως εννοεί; Ο ίδιος το εξήγησε λέγοντας: «θυσίαν αἰνέσεως διὰ παντὸς τῷ Θεῷ, τοῦτ’ ἔστι καρπὸν χειλέων ὁμολογούντων τῷ ὀνόματι αὐτοῦ (:θυσία αινέσεως και δοξολογίας. Όχι βέβαια θυσία ζώων και αιμάτων, αλλά θυσία που θα ξεχειλίζει από μέσα μας ως καρπός θερμής ευγνωμοσύνης προς τον Θεό˙ θυσία που θα βγαίνει από τα χείλη μας, τα οποία θα ανυμνούν και θα δοξολογούν το όνομά Του)»· δηλαδή ευχές, ύμνους, ευχαριστία· διότι αυτά είναι ο «καρπός των χειλέων». Εκείνοι πρόσφερναν πρόβατα, μοσχάρια, και τα έδιναν στον ιερέα· εμείς, όμως, τίποτε από αυτά ας μην προσφέρουμε, αλλά ευχαριστία και την μίμηση του Χριστού, όσο είναι δυνατό, σε όλα· αυτό ας βλαστήσουν τα χείλη μας.
«Τῆς δὲ εὐποιΐας καὶ κοινωνίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε· τοιαύταις γὰρ θυσίαις εὐαρεστεῖται ὁ Θεός (:Επιπλέον, μη λησμονείτε να κάνετε αγαθοεργίες και να μοιράζεστε και με τους άλλους τα αγαθά σας. Μην τα λησμονείτε αυτά, διότι ο Θεός με τέτοιες θυσίες ευχαριστείται και όχι με θυσίες άλογων ζώων)»[Εβρ.13,16]. «Ας Του προσφέρουμε», λέγει, «τέτοια θυσία, για να την μεταφέρει επάνω στον Πατέρα· διότι με άλλον τρόπο δεν μεταφέρεται επάνω, παρά μόνο δια του Υιού· ή, καλύτερα, με καρδιά συντριμμένη».
Όλα αυτά τα είπε με αυτόν τον τρόπο εξαιτίας της πνευματικής, ακόμη, αδυναμίας των ακροατών του· το ότι δηλαδή η χάρις είναι του Υιού, είναι ολοφάνερο· διότι πώς αλλιώς είναι ίση η τιμή; «ἵνα πάντες τιμῶσι (:για να τιμούν και να λατρεύουν όλοι τον Υιό)», λέγει, «τὸν Υἱὸν καθὼς τιμῶσι τὸν Πατέρα (:όπως τιμούν και λατρεύουν τον Πατέρα» [Ιω.5,23]. Εάν όταν δοξάζεται ο Πατέρας, δεν δοξάζεται και ο Υιός, πού είναι ίση η τιμή; Επειδή καρπός των χειλέων αυτών που ομολογούν το όνομά Του είναι να Τον ευχαριστούν, δηλαδή να Τον ευχαριστούν για όλα, και γι’ αυτά που έπαθε για χάρη μας, ας τα υπομένουμε όλα ευχαρίστως, είτε είναι φτώχεια, είτε αρρώστια, είτε οτιδήποτε άλλο είναι αυτό· διότι Αυτός μόνος γνωρίζει αυτά που μας συμφέρουν. Διότι λέγει: «Τὸ γὰρ τί προσευξόμεθα καθὸ δεῖ οὐκ οἴδαμεν (:Διότι εμείς δεν ξέρουμε τι είναι σωστό να ζητήσουμε στην προσευχή μας)»[Ρωμ.8,26]. Εφόσον, λοιπόν, δεν γνωρίζουμε τι πρέπει να ζητούμε στην προσευχή μας, εάν δεν μας το διδάξει το Άγιο Πνεύμα, πώς θα θέλαμε να γνωρίζουμε αυτά που μας συμφέρουν;
Γι’αυτό ας φροντίζουμε να Τον ευχαριστούμε για όλα και να υπομένουμε με γενναιότητα όλα όσα μας συμβαίνουν. Όταν, λοιπόν, είμαστε φτωχοί, όταν είμαστε άρρωστοι, ας Τον ευχαριστούμε· όταν μας συκοφαντούν, ας Τον ευχαριστούμε· όταν μας κακοποιούν, ας Τον ευχαριστούμε· αυτό μας φέρνει κοντά στον Θεό· τότε και τον Θεό τον έχουμε οφειλέτη. Όταν όμως ευτυχούμε, εμείς είμαστε οφειλέτες και υπόλογοι στον Θεό. Άλλωστε πολλές φορές τα αγαθά γίνονται αιτία να καταδικασθούμε, ενώ οι θλίψεις γίνονται αιτία να συγχωρούνται οι αμαρτίες μας. Τα κακοπαθήματα επισύρουν το έλεος του Θεού, επισύρουν την φιλανθρωπία Του, ενώ τα αγαθά και σε αλαζονεία μας φέρνουν και στην αδιαφορία μας οδηγούν και μας κάνουν να φανταζόμαστε μεγάλα πράγματα για τον εαυτό μας, αυτά μας αποχαυνώνουν.
Γι’αυτό και ο προφήτης έλεγε: «Ἀγαθόν μοι ὅτι ἐταπείνωσάς με, ὅπως ἂν μάθω τὰ δικαιώματά σου(:Ευεργετικό και σωτηριώδες υπήρξε για εμένα το ότι δια των θλίψεων με ταπείνωσες, διότι με την παιδαγωγία Σου αυτήν οδηγήθηκα στο να μάθω τα δικαιώματά Σου)» [Ψαλμ.118,71]. Όταν ευεργετήθηκε και απαλλάχθηκε από τις συμφορές ο Εζεκίας, υπερηφανεύθηκε· όταν αρρώστησε, τότε ταπεινώθηκε, τότε πλησίασε τον Θεό. «Ὃταν ἀπέκτεινεν αὐτούς, τότε ἐξεζήτουν αὐτόν, καὶ ἐπέστρεφον καὶ ὤρθριζον πρὸς τὸν Θεόν(: Όταν ο Κύριος τούς παρέδιδε σε θάνατο, τότε υπό το κράτος του φόβου ζητούσαν Αυτόν και επέστρεφαν σε Αυτόν από τον στραβό και αμαρτωλό δρόμο τον οποίο βάδιζαν. Και από τον βαθύ όρθρο κατέφευγαν προς τον Θεό για να προσευχηθούν)» [Ψαλμ.77, 34]· και πάλι λέγει: «Καὶ ἔφαγεν Ἰακὼβ καὶ ἐνεπλήσθη, καὶ ἀπελάκτισεν ὁ ἠγαπημένος· ἐπαχύνθη, ἐλιπάνθη, ἐπλατύνθη, καὶ ἐγκατέλιπε τὸν Θεὸν τὸν ποιήσαντα αὐτὸν, καὶ ἀπέστης ἀπὸ Θεοῦ σωτῆρός αὐτοῦ (: Και έφαγε ο Ισραήλ και χόρτασε και κλώτσησε ο αγαπημένος λαός του Θεού. Πήρε λίπος από την καλοφαγία, πάχυνε και πλάτυνε. Προόδευσε και πολλαπλασιάστηκε και υπερηφανεύτηκε και εγκατέλειψε τον Θεό, που τον έπλασε. Και έφυγε μακριά από τον Θεό και Σωτήρα του)»[Δευτ.32,15]. Διότι «γινώσκεται Κύριος κρίματα ποιῶν(:με τα θαυμαστά έργα της δικαιοσύνης Του καθίσταται ολοφάνερο ότι ο Κύριος πάντοτε δίκαιες κρίσεις και αποφάσεις λαμβάνει και εφαρμόζει)» [Ψαλμ.9,17].
Είναι μεγάλο αγαθό η θλίψη. Είναι στενή η οδός· ώστε η θλίψη μάς σπρώχνει μέσα στη στενή οδό· όποιος δεν θλίβεται, δεν θα μπορέσει να εισέλθει. Διότι αυτός που καταθλίβει τον εαυτό του μέσα στη στενή οδό, αυτός είναι που απολαμβάνει και την άνεση, ενώ όποιος πλατύνει τον εαυτό του και δεν εισέρχεται και όταν σφηνώνεται, θλίβεται, όπως λέχθηκε. Άκουσε πώς μπήκε σε αυτήν την στενή οδό ο Παύλος: «Ὑπωπιάζω μου τὸ σῶμα (:Ταλαιπωρώ το σώμα μου)», λέγει, «καὶ δουλαγωγῶ(:και το μεταχειρίζομαι ως δούλο)» [Α΄Κορ.9,27]. Ταλαιπωρούσε το σώμα του για να μπορέσει να μπει· γι΄αυτό σε όλες τις θλίψεις του ευχαριστούσε τον Θεό. Έπαθες κάποια ζημία χρηματική; Αυτό θα σε κάνει να προχωρήσεις πιο άνετα στον στενό δρόμο. Ξέπεσες από τη δόξα που είχες; Αυτή είναι μία άλλη ευρύτητα. Συκοφαντήθηκες; Έγιναν πιστευτά αυτά που λέχθηκαν εναντίον σου, αυτά για τα οποία εσύ δεν ξέρεις τίποτε; Να χαίρεσαι και να αγάλλεσαι. Διότι λέγει: «Μακάριοί ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσιν καὶ εἴπωσιν πᾶν πονηρὸν καθ’ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ. Χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς ἐν τοῖς οὐρανοῖς(:Μακάριοι είστε εσείς οι μαθητές μου, όταν σας χλευάσουν οι άνθρωποι και σας καταδιώξουν και εξαιτίας μου πουν κάθε είδους ψεύτικες κακολογίες και κατηγορίες εναντίον σας. Να χαίρεστε και να εκδηλώνετε ζωηρά τη χαρά σας, διότι θα είναι μεγάλη η ανταμοιβή σας στους ουρανούς)» [Ματθ. 5,11-12].
Γιατί απορείς για τις λύπες που σου συμβαίνουν και θέλεις να απαλλαγείς από τους πειρασμούς; Και ο Παύλος θέλησε να απαλλαγεί και πολλές φορές παρακάλεσε γι’αυτό τον Θεό και δεν το κατόρθωσε· διότι το «τρίς» σημαίνει πολλές φορές: «Ὑπὲρ τούτου τρὶς τὸν Κύριον παρεκάλεσα ἵνα ἀποστῇ ἀπ’ ἐμοῦ· καὶ εἴρηκέν μοι· ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται(:Για τον πειρασμό αυτόν τρεις φορές παρακάλεσα τον Κύριο να μου τον απομακρύνει. Αλλά ο Κύριος μού είπε: «Σου είναι αρκετή η χάρις που σου δίνω· διότι η δύναμή μου αναδεικνύεται τέλεια, όταν ο άνθρωπος είναι ασθενής και με την ενίσχυσή μου κατορθώνει μεγάλα και θαυμαστά)». [Β΄Κορ. 12,8-9]. «Ἀσθένεια» εδώ λέγει τις θλίψεις. Τι λοιπόν; Επειδή τα άκουσε αυτά, ευχαρίστως τις υπέμεινε και είπε: «Ἣδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ’ ἐμὲ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ (:Με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση, λοιπόν, θα καυχιέμαι περισσότερο στις ασθένειές μου, για να κατοικήσει μέσα μου η δύναμη του Χριστού)»[Β΄Κορ. 12,9].
Για όλα, λοιπόν, ας ευχαριστούμε τον Θεό και για την άνεση και για την θλίψη, ας μην γογγύζουμε, ας μην είμαστε αχάριστοι. Λέγε κι εσύ: «Αὐτὸς γυμνὸς ἐξῆλθον ἐκ κοιλίας μητρός μου, γυμνὸς καὶ ἀπελεύσομαι ἐκεῖ (:Εγώ γυμνός βγήκα από την κοιλιά της μητέρας μου, γυμνός και θα απέλθω εκεί, στην κοινή μητέρα γη, όταν φύγω από τον κόσμο αυτόν και πεθάνω)» [Ιώβ 1,21]. Δεν βγήκες ένδοξος· μην επιδιώκεις την δόξα. Γυμνός ήρθες στη ζωή όχι μόνον από χρήματα, αλλά και από δόξα και καλή φήμη. Σκέψου πόσα κακά έχουν γίνει πολλές φορές, εξαιτίας των χρημάτων· ή καλύτερα άκουσε τι λέγει ο Χριστός: «Εὐκοπώτερόν ἐστι (:Είναι ευκολότερο)», λέγει, «κάμηλον διὰ τρυπήματος ῥαφίδος εἰσελθεῖν, ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ(:να περάσει μια καμήλα από την τρύπα που ανοίγει η βελόνα, παρά ο πλούσιος να μπει στη Βασιλεία του Θεού)» [Ματθ.19,24].
Βλέπεις πόσων αγαθών εμπόδιο γίνεται ο πλούτος, κι εσύ θέλεις να γίνεις πλούσιος; Και δεν χαίρεσαι για τη φτώχεια σου, διότι έχει παραμεριστεί το εμπόδιο; Τόσο πολύ στενή είναι η οδός που εισάγει στη Βασιλεία των ουρανών και τόσο πλατύς είναι ο πλούτος και γεμάτος από κομπασμό και υπερηφάνεια. Γι’ αυτό λέγει: «Πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανοῖς(:Πούλησε τα υπάρχοντά σου και μοίρασέ τα στους φτωχούς, και θα έχεις θησαυρό στους ουρανούς)»[Ματθ. 19,21], για να σε δεχθεί η οδός εκείνη. Τι ποθείς τα χρήματα; Γι’αυτό σου τα αφαίρεσε, για να σε απαλλάξει από τη σκλαβιά· αφού και οι γνήσιοι πατέρες, όταν το παιδί τους βαδίζει προς την καταστροφή, επειδή κατά τύχη συνάντησε κάποια πόρνη, και αν και το συμβούλευσαν πολύ, δεν το έπεισαν να απομακρυνθεί από αυτήν, απομακρύνουν την πόρνη. Τέτοια είναι και η αφθονία των χρημάτων. Επειδή, λοιπόν, ο Κύριος ενδιαφέρεται για μας, για να μας απαλλάξει από τη ζημιά που προκαλούν τα χρήματα, μας τα αφαιρεί.
Ας μη νομίζομε, λοιπόν, ότι η φτώχεια είναι κακό· η αμαρτία είναι κακό μόνο. Διότι ούτε ο πλούτος ο ίδιος είναι αγαθό· το να είμαστε ευάρεστοι στον Θεό είναι το μόνο αγαθό. Την φτώχεια λοιπόν ας επιζητούμε, αυτήν ας επιδιώκουμε· έτσι θα κατακτήσουμε τον ουρανό, έτσι θα κερδίσουμε τα αγαθά που υπάρχουν στους ουρανούς, τα οποία εύχομαι όλοι μας να επιτύχουμε, με την χάρη και την φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον Οποίο στον Πατέρα και συγχρόνως και στο Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα, η δύναμη και η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
https://greekdownloads3.wordpress.com/wp-content/uploads/2014/08/in-epistulam-ad-hebraeos.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην προς Εβραίους επιστολήν, ομιλία ΛΓ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1988, τόμος 25, σελίδες 350-369.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.
https://www.saint.gr/bible.aspx
Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ΛΟΥΚΑ[:Λουκ.17,11-19]
Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ
Όλα όσα όριζε ο παλαιός νόμος(ο μωσαϊκός) ήταν συμβολικά και τυπικά και σκιώδη· γι’ αυτό ο μωσαϊκός νόμος θεωρούσε και τη λέπρα εφάμαρτη και μιαρή και αποτρόπαια και ονόμαζε ακάθαρτους τους λεπρούς και όσους έπασχαν από βλεννόρροια και γενικά εκείνους που τους άγγιζαν[βλ. Λευίτ. 13,15: «Καὶ ὄψεται ὁ ἱερεὺς τὸν χρῶτα τὸν ὑγιῆ, καὶ μιανεῖ αὐτὸν ὁ χρὼς ὁ ὑγιής, ὅτι ἀκάθαρτός ἐστι· λέπρα ἐστί (: Ο ιερέας θα δει τα υγιή μέρη του δέρματος σε αντιπαραβολή προς τα ασθενή και θα κηρύξει αυτόν ακάθαρτο, διότι πρόκειται περί λέπρας)», καθώς και εκείνους που άγγιζαν κάθε νεκρό σώμα [Αριθ.19,11: «Ὁ ἁπτόμενος τοῦ τεθνηκότος πάσης ψυχῆς ἀνθρώπου ἀκάθαρτος ἔσται ἑπτὰ ἡμέρας(:Εκείνος που θα αγγίξει το σώμα νεκρού ανθρώπου, θα είναι ακάθαρτος για επτά ημέρες)»], υποδεικνύοντας με γριφώδη και ασαφή τρόπο την ακαθαρσία εκείνων που αμάρταναν απέναντι στον Θεό και αυτών που συνέπρατταν με αυτούς και συναναστρέφονταν αυτούς.
Και μέσω της αποστροφής που όριζε προς τους λεπρούς, ο μωσαϊκός νόμος βέβαια υπαινισσόταν την αποστροφή προς τους ύπουλους και πανούργους, τους θυμώδεις και μνησίκακους· γιατί όπως η λέπρα καθιστά τραχύ και ποικιλόχρωμο το δέρμα του σώματος, έτσι η δολιότητα και η πονηριά και ο θυμός και η οργή καθιστούν ασταθές και τραχύ το λογιστικό μέρος της ψυχής. Μέσω των λεπρών λοιπόν υποδήλωνε τα αντίστοιχα πάθη της ψυχής που ήταν πολύ βαρύτερα από τη λέπρα· μέσω αυτού δηλαδή που έπασχε από βλεννόρροια υποδήλωνε τον ασελγή, ενώ μέσω εκείνων που άγγιζαν κάποιο νεκρό σώμα ο νόμος εκείνος ονόμαζε «ακάθαρτους» εκείνους που με οποιονδήποτε τρόπο επικοινωνούσαν ή και συναναστρέφονταν με τους αμαρτωλούς.
Αφού λοιπόν ο Κύριος φάνηκε επάνω στη γη ως άνθρωπος χάρη στο απερίγραπτο πέλαγος της ευσπλαχνίας Του, για να θεραπεύσει τις ψυχικές μας νόσους και να εξαλείψει την αμαρτία του κόσμου, θεράπευσε και αυτές τις ασθένειες, τις οποίες ο νόμος ονόμαζε «ακαθαρσίες», ώστε, αν κάποιος νομίσει ότι εκείνα τα ψυχικά νοσήματα και πάθη είναι πραγματικά ακαθαρσία και αμαρτία, να ομολογήσει τον Θεό που λυτρώνει τους ανθρώπους από αυτά, αν πάλι καλώς νομίσει ότι εκείνα είναι σύμβολα της πραγματικής ακαθαρσίας και αμαρτίας, να καταλάβει από όσα τελούνται εκ μέρους του Χριστού γύρω από αυτά τα σύμβολα, ότι αυτός ο Ίδιος είναι που και την αμαρτία του κόσμου συγχώρησε και έχει επίσης και τη δύναμη να την καθαρίσει.
Είναι δυνατό όμως να πούμε και κάτι άλλο, καλά και αληθινά, όπως εγώ νομίζω· ότι, όπως ο Κύριος παραγγέλλει σε εμάς να επιζητούμε τα πνευματικά -γιατί λέγει:« Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ(:Να ζητάτε πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα τα πνευματικά αγαθά της βασιλείας του Θεού και την απόκτηση των αρετών που ο Θεός σας ζητά ως όρο για να σας χαρίσει τα αγαθά αυτά)», και όταν εμείς ζητούμε αυτά τα ψυχωφελή και σωτήρια, Εκείνος υπόσχεται να δώσει και τα σωματικά και επίγεια, λέγοντας: «καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν (:και τότε όλα αυτά τα επίγεια θα σας δοθούν μαζί με εκείνα)»[Ματθ.6,33], έτσι και Αυτός, αφού έκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε από τον ουρανό, όπως ευδόκησε, στη δική μας μηδαμινότητα, για να καθαρίσει τις αμαρτίες μας, χαρίζει επιπρόσθετα και την ανόρθωση των παράλυτων και την ανάβλεψη των τυφλών και την κάθαρση των λεπρών, και γενικά θεραπεύει κάθε νόσο του σώματός μας και κάθε αδυναμία, γιατί είναι πλούσιος σε ευσπλαχνία.
Όπως λοιπόν ο ευαγγελιστής Λουκάς θα πει σήμερα: «Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτὸν εἰς ῾Ιερουσαλὴμ καὶ αὐτὸς διήρχετο διὰ μέσου Σαμαρείας καὶ Γαλιλαίας.καὶ εἰσερχομένου αὐτοῦ εἰς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν,καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν(:Καθώς ο Ιησούς πήγαινε στα Ιεροσόλυμα, περνούσε μέσα από τα σύνορα της Σαμάρειας και της Γαλιλαίας βαδίζοντας από δυτικά προς ανατολικά, προς τη χώρα που βρίσκεται πέρα από τον Ιορδάνη. Και την ώρα που έμπαινε σε κάποιο χωριό, Τον συνάντησαν δέκα λεπροί άνδρες, οι οποίοι στάθηκαν από μακριά, επειδή σύμφωνα με τον νόμο κάθε λεπρός θεωρούνταν ακάθαρτος και δεν του επιτρεπόταν να πλησιάσει κανέναν. Και αυτοί τότε άρχισαν να Του φωνάζουν δυνατά)»[Λουκ.7,12-13].Σωστά επισημαίνει ο ευαγγελιστής ότι οι λεπροί Τον συνάντησαν όχι όταν μπήκε, αλλά την στιγμή έμπαινε στην πόλη, γιατί οι λεπροί έπρεπε να απομακρύνονται και από τις πόλεις και από τα χωριά ως ακάθαρτοι που θεωρούνταν και έτσι ζούσαν γύρω από αυτές. Αλλά και ότι «στάθηκαν μακριά» μαρτυρεί τούτο· γιατί δεν επιτρεπόταν ούτε έξω από τις πόλεις ή τα χωριά να αναμιγνύονται αυτοί με τους υγιείς.
Ύψωσαν όμως και τη φωνή τους προς τον Ιησού, δηλαδή φώναξαν δυνατά, εξαιτίας της μεγάλης αποστάσεως μεταξύ αυτών και του Κυρίου, λέγοντας: «᾿Ιησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς (:Ιησού, Κύριε, σπλαχνίσου μας και θεράπευσέ μας)»[Λουκ.17,13]. Δηλαδή «Πρόσεξε, σε παρακαλούμε, το πάθος μας, πρόσεξε την ντροπή μας, πρόσεξε το άσχημο και βδελυρό και αφύσικο άνθος του πληγιασμένου δέρματός μας· γιατί τέτοιο είναι η λέπρα· πρόσεξε την εκτροπή της φύσεως, την αποστροφή των ανθρώπων, την απαρηγόρητη απομόνωσή μας από τους υπόλοιπους συνανθρώπους μας ,και δείχνοντας έλεος απέναντί μας, πρόσφερέ μας τη θεραπεία».
«᾿Ιησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς (:Ιησού, Κύριε, σπλαχνίσου μας και θεράπευσέ μας)». Φαίνεται βέβαια ότι η φωνή των λεπρών είναι αξιολύπητη, δεν είναι όμως χαρακτηριστική κάποιων αληθινά πιστών και συνετών ανθρώπων· διότι Τον αποκαλούν «ἐπιστάτη», πράγμα που δεν συνηθίζεται να λέγεται για πρόσωπα που έχουν απόλυτη και κυρίαρχη εξουσία και υπεροχή. Είναι όμως η δέηση ανθρώπων που ελπίζουν ότι θα δεχθούν τη θεραπεία, πράγμα που δεν είναι δείγμα ενός συνετού τρόπου σκέψης εκ μέρους τους, αν Αυτός που μπορεί, και μάλιστα από μακριά, να προσφέρει την κάθαρση σε δέκα λεπρούς, γι΄αυτούς δεν είναι Θεός.
Ο Κύριος όμως, επειδή σύμφωνα με το νόμο δεν επιτρεπόταν στους λεπρούς να συναναστρέφονται τα πλήθη που συνέρρεαν γύρω από Αυτόν, ώστε με τη διδασκαλία Του που θα άκουγαν και τα θαύματα που θα έβλεπαν τον Κύριο να επιτελεί, να οδηγηθούν προς την πίστη, τους προσφέρει το έλεος δωρεάν[:χωρίς να τους ζητεί πρώτα την πίστη, πριν από τη θαυματουργική θεραπεία τους] και τους καθαρίζει από τη λέπρα, ώστε, απαλλασσόμενοι από το νομικό κώλυμα για συναναστροφή μαζί Του, να μπορούν και να συνυπάρχουν και με τον Κύριο και με τους άλλους υγιείς ανθρώπους και να βελτιώνονται εγκολπώμενοι τη διδασκαλία Του.
Και με ποιον τρόπο τους καθαρίζει; Λέγοντάς τους: «Πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι(:Πηγαίνετε και δείξτε το σώμα σας στους ιερείς, για να βεβαιώσουν αν πράγματι θεραπευθήκατε, σύμφωνα με τη διάταξη του νόμου’’. Και καθώς αυτοί πήγαιναν να εξεταστούν από τους ιερείς, καθαρίστηκαν από τη λέπρα)»[Λουκ.17,14], γιατί Εκείνος που εξουσιάζει τα πάντα με τον λόγο της δυνάμεώς Του πρόσταξε να μεταβούν στους ιερείς πριν ακόμα καθαριστούν και, επειδή υπάκουσαν, τους χορήγησε και την κάθαρση.
Όπως δηλαδή ο Δεσπότης του νόμου, εφαρμόζοντας για χάρη μας τον μωσαϊκό νόμο, δεν προσκάλεσε κοντά Του τους λεπρούς, ούτε τους άφησε να Τον αγγίξουν, έτσι και μετά που λύγισε στις αξιολύπητες φωνές εκείνων, παρέχοντάς τους τη θεραπεία, τους αποστέλλει προς τους ιερείς, πάλι σύμφωνα με τον μωσαϊκό νόμο· γιατί ο νόμος αυτός πρόσταζε να μη δίνει τη μαρτυρία μόνος του ο λεπρός που καθαρίσθηκε, αλλά να προσέρχεται στους ιερείς και να δείχνει μπροστά στα μάτια εκείνων κάθε υγιές πλέον μέλος του σώματός του και από εκείνους να παίρνει τη διαβεβαίωση, ώστε να θεωρείται στο εξής καθαρός και υγιής[ : βλ. Λευιτ. 13,6: «Καὶ ὄψεται ὁ ἱερεὺς αὐτὸν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ τὸ δεύτερον. καὶ ἰδοὺ ἀμαυρὰ ἡ ἁφή, οὐ μετέπεσεν ἡ ἁφὴ ἐν τῷ δέρματι· καὶ καθαριεῖ αὐτὸν ὁ ἱερεύς· σημασία γάρ ἐστι· καὶ πλυνάμενος τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καθαρὸς ἔσται(:Πάλι λοιπόν ο ιερέας κατά την έβδομη μέρα θα δει αυτόν για δεύτερη φορά και εάν η πληγή είναι θαμπή και όχι γυαλιστερή, και δεν έχει απλωθεί περισσότερο επάνω στο δέρμα, ο ιερέας θα τον κηρύξει καθαρό, διότι τα σημάδια πείθουν ότι δεν πρόκειται περί λέπρας. Αυτός πάλι αφού πλύνει τα ρούχα του, θα είναι καθαρός)»].
Επειδή όμως η λέπρα υπαινίσσεται την αμαρτία, η επίδειξη στους ιερείς δείχνει οπωσδήποτε τούτο, ότι δηλαδή κανείς από αυτούς που αμαρτάνουν απέναντι στον Θεό, ακόμη και αν απομακρυνθεί από την αμαρτία, ακόμη και αν την ισοσταθμίσει με τα έργα της μετάνοιας, δεν μπορεί να λάβει από τον εαυτό του τη συγχώρηση και να ζει μαζί με όσους δεν έχουν να λογοδοτήσουν για κάτι, εάν δεν μεταβεί προς εκείνον που έχει από τον Θεό την εξουσία να λύνει και να απαλλάσσει[:δηλαδή στον ιερέα-εξομολόγο] και δεν δείξει σε αυτόν την λεπρωμένη από τις αμαρτίες ψυχή του με την εξομολόγηση και δεχθεί από εκείνον την διαβεβαίωση της συγχωρήσεως. Αυτός λοιπόν που εκτελεί και τις συμβολικές πράξεις του νόμου για μας, στέλνει για τον ίδιο λόγο και τους λεπρούς στους ιερείς για να ελεγχθούν, οικονομώντας και κάτι επιπλέον ακόμα: διότι ήταν ικανό το θαύμα ν’ απαλλάξει ακόμη και τους ιερείς από την απιστία προς Αυτόν.
Πράγματι κάποτε έπαθε λέπρα και η αδελφή του Μωυσή Μαριάμ, για αιτία που δεν είναι καιρός να την πούμε τώρα, αλλά οπωσδήποτε έπαθε την ασθένεια της λέπρας· και ο Μωυσής που δοκίμασε τρομερό πόνο από το πάθος της αυτό, ζητούσε με την προσευχή τη θεραπεία της αδελφής του από τον Θεό· και την έλαβε βέβαια, αλλά έπειτα από επτά ημέρες[Αριθμ.12,15: «Καὶ ἀφωρίσθη Μαριὰμ ἔξω τῆς παρεμβολῆς ἑπτὰ ἡμέρας· καὶ ὁ λαὸς οὐκ ἐξῇρεν, ἕως ἐκαθαρίσθη Μαριάμ (: Και χωρίστηκε η Μαριάμ και έμεινε έξω από την κατασκήνωση επτά μέρες. Και ο λαός δεν αναχώρησε από την Ασηρώθ, έως ότου καθαρίστηκε η Μαριάμ από τη λέπρα)»].
Προσέξτε λοιπόν πόση υπεροχή προσμαρτυρεί το θαύμα στον Χριστό έναντι του Μωυσή. Γιατί Αυτός, στον λεπρό που Του είπε: «Κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι (:Κύριε, εάν θέλεις, έχεις τη δύναμη να με καθαρίσεις από τις πληγές και τα εξανθήματα της ακάθαρτης αρρώστιας μου)»,απάντησε: «Θέλω,καθαρίσθητι(:Θέλω, καθαρίσου)»[Ματθ.8,2], και αμέσως τον απάλλαξε από τη λέπρα, ενώ εδώ έδωσε τη θεραπεία σε δέκα λεπρούς που ζήτησαν από μακριά την κάθαρση, χωρίς καν να πει τίποτε, αλλά μόνο με τη συγκατάνευσή Του. Άρα δεν είναι φανερό σε όλους όσοι έχουν νου, ότι Αυτός είναι Εκείνος στον οποίο προσευχόταν ο Μωυσής και Τον οποίο ικέτευε ως Θεό να συγκατανεύσει στην κάθαρση της αδερφής του της Μαριάμ;
Γι’ αυτό λοιπόν οι τόσοι αυτοί λεπροί που καθαρίσθηκαν με αυτόν τον τρόπο αποστέλλονταν στους ιερείς, για να γνωρίσουν και αυτοί μέσω του θαύματος τη δύναμη του Χριστού, και, αφού μάθουν από τους λεπρούς ότι ήρθαν να εκπληρώσουν τον νόμο σύμφωνα με τη γνώμη Εκείνου που έχει τόση δύναμη, να καταλάβουν ότι Εκείνου γνώμη είναι και ο δοσμένος μέσω του Μωυσή νόμος, και έτσι να πιστέψουν στον ένα αυτόν Θεό, που είναι ο Ίδιος, και του νόμου και της χάριτος, και να οδηγήσουν αυτοί τελειότερα τους καθαρισμένους λεπρούς προς την πίστη σε Αυτόν. Γιατί έτσι έπρεπε, αν και εκείνοι χωρίς σύνεση έπρατταν τα αντίθετα. Μολονότι λοιπόν εκείνοι έπρατταν τ’ αντίθετα, ο Χριστός όμως δεν παρέλειπε ποτέ τίποτε από όσα τους είλκυαν προς τη σωτηρία· γιατί έχει αδαπάνητη και ανίκητη την ανεξικακία και τη φιλανθρωπία και δεν ήταν δυνατό να νικηθεί η μακροθυμία Εκείνου με την κακία αυτών.
Αλλά, καθώς οι λεπροί, πηγαίνοντας προς τους ιερείς, θεραπεύθηκαν στον δρόμο, «εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης(:ένας από αυτούς, αφού είδε ότι θεραπεύθηκε, επέστρεψε δοξάζοντας τον Θεό μεγαλόφωνα και έπεσε με το πρόσωπο κάτω στη γη κοντά στα πόδια του Ιησού και Τον ευχαριστούσε. Και αυτός ήταν Σαμαρείτης, δηλαδή σχισματικός και λιγότερο φωτισμένος από τους Ιουδαίους. Συνεπώς κανείς δεν θα περίμενε να δείξει αυτός μια τέτοια ευγνωμοσύνη που δεν έδειξαν οι άλλοι εννέα, που ήταν Ισραηλίτες)»[Λουκ.17,15].
Σωστά είπε ο Ψαλμωδός προφήτης για τη γενιά των Ιουδαίων που ζούσαν στη δική του εποχή, ότι «Κύριος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἰδεῖν εἰ ἔστι συνιὼν ἢ ἐκζητῶν τὸν Θεόνπάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός· τάφος ἀνεῳγμένος ὁ λάρυγξ αὐτῶν, ταῖς γλώσσαις αὑτῶν ἐδολιοῦσαν· ἰὸς ἀσπίδων ὑπὸ τὰ χείλη αὐτῶν, ὧν τὸ στόμα ἀρᾶς καὶ πικρίας γέμει, ὀξεῖς οἱ πόδες αὐτῶν ἐκχέαι αἷμα, σύντριμμα καὶ ταλαιπωρία ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν, καὶ ὁδὸν εἰρήνης οὐκ ἔγνωσαν· οὐκ ἔστι φόβος Θεοῦ ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν(:Ο Κύριος έσκυψε από το ύψος του ουρανού και έριξε το βλέμμα Του για να δει τους υιούς των ανθρώπων, για να δει εάν υπάρχει κανείς μεταξύ τους, που να έχει επίγνωση Θεού ή να επικαλείται με πίστη τον Θεό και να προσπαθεί να ευαρεστεί σε Αυτόν. Αλίμονο, όλοι εξετράπησαν στην ευθεία οδό. Εξαχρειώθηκαν και διεφθάρησαν. Δεν υπάρχει κανένας που να πράττει το αγαθό. Δεν υπάρχει ούτε ένας. Ο λάρυγγάς τους, σαν ανοιχτός τάφος, αναδίδει δυσώδεις αναθυμιάσεις. Με τις πονηρές τους γλώσσες επινοούν και εκφράζουν δόλια ψεύδη και φαρμακερές συκοφαντίες. Δηλητήριο φαρμακερών ασπίδων υπάρχει κάτω από τα χείλη τους. Το στόμα τους είναι γεμάτο από κατάρες εναντίον του Θεού και από δολιότητες και πικρίες εναντίον των ανθρώπων. Τα πόδια τους τρέχουν με ταχύτητα, για να χύσουν αίμα. Στους δρόμους της ζωής τους και στις πράξεις τους σπείρουν συντρίμματα και ταλαιπωρίες εναντίον αθώων. Εσωτερική ειρήνη και ειρηνική ζωή με τους άλλους εξαιτίας της αμαρτωλότητάς τους δεν γνώρισαν. Δεν υπάρχει φόβος Θεού ενώπιόν τους)»[Ψαλμ.13,2-3].
Πράγματι, αν αυτοί οι εννέα, που τόση ευεργεσία πέτυχαν από τον Χριστό και τέτοιο θαύμα είδαν επάνω τους, δεν κατάλαβαν ότι ο Ιησούς είναι Θεός, δεν επέστρεψαν για να Τον αναζητήσουν, δεν απέδωσαν τη μεγαλύτερη δοξολογία ούτε την ευχαριστία, τι είναι φυσικό να σκεφθούμε για τους άλλους; Αλλά ο Σαμαρείτης, ο Ασσύριος κατά το γένος (γιατί από αυτούς προερχόταν η σαμαρειτική αποικία)[βλ. Δ΄Βασ.17,24: «Καὶ ἤγαγε βασιλεὺς Ἀσσυρίων ἐκ Βαβυλῶνος τὸν ἐκ Χουθὰ ἀπὸ Ἀϊὰ καὶ ἀπὸ Αἰμὰθ καὶ Σεπφαρουαΐμ, καὶ κατῳκίσθησαν ἐν πόλεσι Σαμαρείας ἀντὶ τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ ἐκληρονόμησαν τὴν Σαμάρειαν καὶ κατῴκισαν ἐν ταῖς πόλεσιν αὐτῆς(: Ο βασιλιάς των Ασσυρίων μετέφερε ανθρώπους από τη Βαβυλώνα, δηλαδή ειδωλολάτρες κατοίκους των πόλεων Χουθά, Αϊά, Αιμάθ και Σεπφαρουαίμ και τους εγκατέστησε στις πόλεις της Σαμάρειας αντί των Ισραηλιτών. Αυτοί λοιπόν πήραν πλέον ως κληρονομιά τους τη Σαμάρεια και εγκαταστάθηκαν στις πόλεις της)»], που ήταν ένας από αυτούς, όταν είδε το θαύμα και την ποθητή ευεργεσία που πέτυχε, κατανόησε αυτήν και τελειώθηκε ως προς την πίστη, και αφού επέστρεψε, λέγει και εκτελεί λόγια και πράξεις ευγνωμοσύνης και πίστεως, πέφτοντας δημόσια με το πρόσωπο στα πόδια του ευεργέτη και δοξάζοντας ως Θεό αληθινό Αυτόν που του χάρισε την κάθαρση από τη λέπρα του.
Και ο Κύριος λέγει προς τους παρευρισκόμενους: «Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος;(: Δεν καθαρίστηκαν από τη λέπρα και οι δέκα; Οι άλλοι εννέα πού είναι; Χάθηκαν να γυρίσουν πίσω και να δοξάσουν τον Θεό, παρά μόνο ο ξένος αυτός, που δεν ανήκει στο γνήσιο ιουδαϊκό γένος;)», αν και βέβαια γι’ αυτό θεράπευσε και αυτούς, για να λάβουν την άδεια και τη δυνατότητα πλέον φυσιολογικά να ζουν μαζί με τους υπόλοιπους συμπατριώτες τους και με όσους παρακολουθούσαν από κοντά τη διδασκαλία του Ιησού και να κερδίσουν τη θεραπεία των ψυχών τους και να δοξάσουν τον Ιατρό και των ψυχών και των σωμάτων· εκείνοι όμως δεν σκέφθηκαν ότι πρέπει να προσφέρουν δόξα στον Θεό.
Αλλά τι πάθος αληθινά! Γιατί από αυτό μπορεί κανείς να δει να πάσχουμε και εμείς τώρα: αφού καθαρισθήκαμε από τον Χριστό απ’ εκείνη την πρώτη κατάρα, που ήταν απλωμένη πάνω μας σαν λέπρα, και πιο βλαβερή και πιο σιχαμερή από κάθε λέπρα, καθόσον το πάθος εκτός από το σώμα μετέβαινε και στην ψυχή· αφού καθαρισθήκαμε λοιπόν απ’ αυτήν μέσω του Χριστού, και λάβαμε πάλι από Εκείνον καθαρή τη φύση μας σαν από την αρχή, δεν προσκολλόμαστε σε Αυτόν με ενάρετη ζωή προσφέροντάς Του δόξα, αλλά απομακρυνόμαστε πάλι από Αυτόν με επάρατα και παράνομα έργα, όπως λέγει προς Αυτόν ο Δαβίδ: «Ὅτι οὐχὶ Θεὸς θέλων ἀνομίαν σὺ εἶ· οὐ παροικήσει σοι πονηρευόμενος(: Εσύ είσαι Θεός, που ποτέ και κατά κανέναν τρόπο δεν θέλεις την καταπάτηση του νόμου Σου και την αδικία. Για τον λόγο αυτόν ούτε και προς στιγμή δεν θα παραμείνει πλησίον Σου ως προστατευόμενός Σου κανένας ασεβής άνθρωπος, ο οποίος μηχανεύεται το κακό)»[Ψαλμ.5,5].
Γι’ αυτό πάλι ο Κύριος, ελεεινολογώντας τους ανθρώπους αυτού του είδους και θρηνώντας κατά κάποιο τρόπο εκείνους και εμάς τους έπειτα από εκείνους όμοιους με εκείνους, όπως προς τον Αδάμ, όταν εξέπεσε από τη θεία εκείνη δόξα, έλεγε: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;(:Αδάμ, πού είσαι😉»[Γέν.3,9], έτσι έπειτα λέγει και προς αυτούς: «Οι εννέα όμως πού είναι; Δεν έκριναν αυτοί ότι πρέπει να προσφέρουν δόξα στον Θεό, παρά μόνο ο αλλοεθνής αυτός;». Λέγοντας όμως τη φράση: «εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος(:παρά μόνο ο αλλοεθνής αυτός)», δείχνει την αχαριστία και σκληροκαρδία του γένους των Ιουδαίων, και ότι τα έθνη ήταν έτοιμα για επιστροφή, ενώ οι Ιουδαίοι ήταν τελείως αμετανόητοι προς σωτηρία. Γι’ αυτό και σε αυτόν που επέστρεψε με ευγνωμοσύνη χάρισε δίκαια και την ψυχική σωτηρία, που προτυπώνει τη σωτηρία των εθνών μέσω της πίστεως, λέγοντάς του: «Ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε(:Σήκω και πήγαινε. Η πίστη σου σε έσωσε. Δεν θεράπευσε μόνο το σώμα σου, αλλά αποτελεί και καλή αρχή που θα σε οδηγήσει και στην πνευματική σου σωτηρία)», ενώ εκείνους που δεν επέστρεψαν, αφού τους κατηγόρησε μόνο για τη σιωπή τους, έδειξε ότι απέτυχαν ως προς την ψυχική σωτηρία.
Μοιάζουν βέβαια οι δέκα αυτοί λεπροί με ολόκληρο το γένος των ανθρώπων γιατί όλοι μας ήμασταν λεπρωμένοι, αφού όλοι υποπέσαμε στην αμαρτία, όπως λέγει ο θεόπνευστος Παύλος: «Πάντες γὰρ ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, δικαιούμενοι δωρεὰν τῇ αὐτοῦ χάριτι διὰ τῆς ἀπολυτρώσεως τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ(: Και δεν υπάρχει διάκριση, διότι όλοι ανεξαιρέτως αμάρτησαν και έχουν στερηθεί από τη δόξα, που έχει και μεταδίδει ο Θεός. Και συνεπώς γίνονται όλοι δίκαιοι και σώζονται δωρεάν με τη χάρη που δίνει σε μας τους καταδίκους ο Θεός ως πανάγαθος βασιλιάς. Μας απελευθέρωσε ο Θεός από την αμαρτία με την εξαγορά που έκανε ο Ιησούς Χριστός, με το λύτρο του αίματός Του)»[Ρωμ.3,23-24].
Όλοι λοιπόν ήμασταν έτσι πνευματικά λεπροί, αφού όμως κατέβηκε ο Κύριος από τους ουρανούς και έλαβε τη φύση μας, την ελευθέρωσε από την καταδίκη για την αμαρτία. Αλλά οι Ιουδαίοι βέβαια φάνηκαν αγνώμονες απέναντι σε αυτήν την ευεργεσία, όσοι όμως από τους εθνικούς επέστρεψαν από τον μάταιο δρόμο τους και από τα προηγούμενα πονηρά ήθη τους και πρόσφεραν δόξα στον Θεό, όχι ομολογώντας απλώς τη σωτηρία και ανακηρύσσοντας το μέγα έλεος Εκείνου που από το απέραντο πέλαγος φιλανθρωπίας κένωσε τον εαυτό Του μέχρι σε μας, αλλά και πείθονται στις εντολές Του και ζουν σύμφωνα με αυτές και με τη διαγωγή αυτή βαδίζουν προς ειρήνη, δηλαδή ειρηνεύουν προς τους εαυτούς τους και μεταξύ τους και προς τον Θεό.
Και ειρηνεύουμε προς τον Θεό, εκτελώντας τα ευάρεστα σε Αυτόν, ζώντας με σωφροσύνη, λέγοντας την αλήθεια, και πράττοντας τα δίκαια, «επιδιδόμενοι σε προσευχές και δεήσεις», και όπως προτρέπει ο απόστολος Παύλος: «Λαλοῦντες ἑαυτοῖς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ᾄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ(:Λαλώντας μεταξύ σας με ψαλμούς και ύμνους και ωδές πνευματικές, άδοντας και ψάλλοντας στον Κύριο με όλη σας την καρδιά)»[Εφ.5,19], και όχι μόνο με τα χείλη.
Προς τους εαυτούς μας ειρηνεύουμε, υποτάσσοντας τη σάρκα στο πνεύμα και ακολουθώντας τον τρόπο ζωής που μας υπαγορεύει ο έμφυτος νόμος της συνειδήσεώς μας και έχοντας τον εσωτερικό μας κόσμο των λογισμών κινούμενο με κοσμιότητα και ευγένεια· μεταξύ μας τέλος ειρηνεύουμε: «Ἀνεχόμενοι ἀλλήλων καὶ χαριζόμενοι ἑαυτοῖς ἐάν τις πρός τινα ἔχῃ μομφήν· καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἐχαρίσατο ὑμῖν, οὕτω καὶ ὑμεῖς· (:Να ανέχεστε ο ένας τις αδυναμίες του άλλου και να συγχωρείτε ο ένας τον άλλο, εάν έχει κανείς παράπονο εναντίον του άλλου, Όπως κι ο Χριστός σας έκανε χάρη και σας συγχώρησε, έτσι και εσείς να συγχωρείτε ο ένας τον άλλο)»[Κολ.3,13].
Ας ειρηνεύουμε και εμείς λοιπόν, αδελφοί, παρακαλώ, και ας δείχνουμε αυτή την ειρήνη με έργα και τρόπους ενάρετους και αγαπητούς στον Θεό· γιατί εξαιτίας αυτής της ειρήνης και εμείς ήρθαμε σε σας, στην Εκκλησία του Χριστού, έχοντας ορισθεί από αυτόν διάκονοι της κληρονομιάς και χάριτός Του, και πάνω από όλα ευαγγελιζόμαστε σ’ εσάς την ειρήνη σύμφωνα με την προς εμάς παραγγελία του Σωτήρα μας μέσω των Αποστόλων, και με αυτήν συνάγουμε τα σκορπισμένα μέλη προς τον εαυτό τους και την προκαλούμενη από το μίσος ασθένεια και καχεξία την βγάζουμε έξω από τις ψυχές μας.
Είμαστε λοιπόν μαζί σας με την χάρη του Χριστού και είμαστε πρεσβευτές του Χριστού, αφού Αυτός παρακαλεί με ενδιάμεσους εμάς: «Καταλλάγητε τῷ Θεῷ(:Συμφιλιωθείτε με τον Θεό)»[Β΄Κορ.5,20], γνωρίστε την μεταξύ σας συγγένεια που ενυπάρχει σε σας, όχι μόνο ως προς την ψυχή, αλλά και ως προς το σώμα, γιατί έτσι θα γίνετε και της ειρήνης, δηλαδή του Θεού, υιοί και κληρονόμοι. Γιατί Αυτός είναι η ειρήνη μας, που έκαμε τα δυο ένα και διέλυσε τον μεσότοιχο φράκτη και κατέλυσε με τον σταυρό την έχθρα και φύτευσε την ειρήνη μέσα στις ψυχές μας. Γιατί ολόκληρο το έργο της παρουσίας Του είναι η ειρήνη, και γι’ αυτήν έκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε στη γη.
Γι’ αυτό και ο Δαβίδ προείπε γι’ Αυτόν:« Ἀνατελεῖ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ δικαιοσύνη καὶ πλῆθος εἰρήνης(:Από την πνευματική αυτή γλυκιά άρδευση θα αναβλαστήσει και θα ανθίσει επί των ημερών Του δικαιοσύνη και ειρήνη πλούσια και ατέλειωτη)»[Ψαλμ.71,7], και σε άλλον Ψαλμό λέγει πάλι γι’ Αυτόν: «Λαλήσει εἰρήνην ἐπὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τοὺς ὁσίους αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τοὺς ἐπιστρέφοντας καρδίαν ἐπ᾿ αὐτόν(:Θα ομιλήσει ειρηνικά προς τον λαό Του, στους αφοσιωμένους προς Αυτόν Ισραηλίτες· σε όσους επιστρέφουν με όλη τους την καρδιά προς Αυτόν)»[Ψαλμ.84,9]. Δείχνει όμως και ο ύμνος που ψάλθηκε κατά τη γέννησή Του από τους αγγέλους, ότι ήρθε σ’ εμάς φέροντάς μας από τον ουρανό την ειρήνη, λέγοντας: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία(:Δοξασμένος ας είναι ο Θεός στα ύψιστα μέρη του ουρανού απ’ τους αγγέλους που κατοικούν εκεί˙ και στη γη ολόκληρη, που είναι ταραγμένη απ’ την αμαρτία και τα βίαια πάθη της, ας βασιλεύσει η θεία ειρήνη· διότι ο Θεός εκδήλωσε τώρα εξαιρετικά την εύνοια και την ευαρέσκειά Του στους ανθρώπους με την ενανθρώπηση του Υιού Του)»[Λουκ.2,14].
Και Αυτός ο Ίδιος, όταν ολοκλήρωνε ήδη την σωτηριώδη οικονομία, αντί κληρονομιάς, την ειρήνη άφησε στους μαθητές Του, λέγοντας προς αυτούς: «Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν. μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία μηδὲ δειλιάτω (:Φεύγω και σας αφήνω την ειρήνη. Σας δίνω τη δική μου αληθινή και βαθιά ειρήνη, την οποία ήλθα να φέρω στον κόσμο που συνταράζεται από την αμαρτία. Δεν σας δίνω εγώ μια ειρήνη υποκριτική, απατηλή και ασταθή, σαν αυτή που δίνει ο κόσμος. Ας μην ταράζεται η καρδιά σας από εσωτερικούς φόβους κι ας μη δειλιάζει από εξωτερικά φόβητρα και απειλές)»[Ιω.14,27]· και επίσης: «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις(:Απ’ αυτό θα μάθουν όλοι ότι είστε δικοί μου μαθητές, από το αν δηλαδή έχετε αγάπη μεταξύ σας. Η αγάπη αυτή θα σας εξασφαλίσει την αναγνώριση, τον σεβασμό και την εκτίμηση των ανθρώπων περισσότερο από τη θαυματουργική σας δράση)»[Ιω,13,35]. Και η τελευταία προσευχή που έκανε για μας όταν ανέβαινε προς τον Πατέρα του στηρίζει την αναμεταξύ μας αγάπη· γιατί λέγει: «Τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς(:Πάτερ άγιε, φύλαξέ τους με την πατρική Σου προστασία και δύναμη, την οποία έδωσες και σε Εμένα˙ έτσι ώστε να παραμείνουν ενωμένοι μαζί μου και μεταξύ τους και να είναι με την αγάπη και την ομοφροσύνη ένα πνευματικό σώμα, όπως είμαστε ένα κι εμείς που έχουμε την ίδια ουσία και φύση)»[Ιω.17,11].
Να μην εκπέσουμε λοιπόν από την πατρική προσευχή, ούτε να απορρίψουμε την κληρονομιά του ουράνιου Πατέρα, ούτε τη σφραγίδα και το σημάδι της προς Αυτόν οικειότητας να πετάξουμε, για να μη χάσουμε και την υιοθεσία και την ευλογία και την προς Αυτόν μαθητεία και εκπέσουμε από την επηγγελμένη ζωή και αποκλεισθούμε από τον πνευματικό νυμφώνα του ειρηνάρχη Πατέρα, ο οποίος, για να μην πάθουμε αυτό, απέστειλε μέσω των αγίων μαθητών και Αποστόλων Του την ειρήνη σε όλον τον κόσμο.
Γι’ αυτό και αυτοί και στις ομιλίες τους και στα συγγράμματά τους αυτήν προβάλλουν στους προλόγους τους πριν από όλους τους λόγους: «Χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ(:Χάρη σε εσάς να παρέχεται και ειρήνη από τον Θεό)»[Γαλ.1,3]. Αυτήν και εμείς ως υπηρέτες της διακονίας εκείνων και τώρα ευαγγελιζόμαστε και μαζί με τον Παύλο λέμε σ’ εσάς: «Εἰρήνην διώκετε μετὰ πάντων, καὶ τὸν ἁγιασμόν, οὗ χωρὶς οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον(:Αγωνίζεστε και προσπαθείτε να επιδιώκετε ειρήνη με όλους καθώς και να αποκτήσετε και τον αγιασμό και την καθαρότητα της καρδιάς σας, χωρίς την οποία κανένας δεν θα δει τον Κύριο)»[Εβρ.12,14]. Από μας όμως κανένας να μην αποτύχει στο να δει τον Κύριο, ούτε να εκπέσει από τη θεία δόξα την εκπεμπόμενη από εκεί, αλλά, αφού όλοι συμφιλιωθούμε και συναχθούμε σ’ ένα με την μεταξύ μας κατά Θεόν ειρήνη και αγάπη και ομόνοια, να έχουμε στο μέσο μας σύμφωνα με τη γλυκιά παραγγελία του τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, που εξομαλύνει τις δυσκολίες του παρόντος βίου, και στον κατάλληλο καιρό χαρίζει την αιώνια ζωή και δόξα και βασιλεία.
Αυτήν είθε να επιτύχουμε όλοι εμείς με την χάρη και φιλανθρωπία του ειρηνοποιού και ειρηνοδώρου Θεού και Πατέρα μας και Κυρίου Ιησού Χριστού, στον οποίο πρέπει δόξα, δύναμη, τιμή και προσκύνηση μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες αιώνων. Γένοιτο.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Αγίου Γρηγορίου Παλαμά Άπαντα τα έργα, τόμος 11, ομιλία ΞΑ΄,σελ.538-558,Πατερικαί εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1986
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος Θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ΛΟΥΚΑ [:Λουκά 17,12-19]
Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ
«Καὶ εἰσερχομένου αὐτοῦ εἰς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες· ᾿Ιησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς(: Και την ώρα που ο Ιησούς έμπαινε σε κάποιο χωριό, Τον συνάντησαν δέκα λεπροί άνδρες, οι οποίοι στάθηκαν από μακριά, επειδή, σύμφωνα με τον νόμο, κάθε λεπρός θεωρούνταν ακάθαρτος και δεν του επιτρεπόταν να πλησιάσει κανέναν. Και αυτοί άρχισαν να Του φωνάζουν δυνατά: ‘’Ιησού, Κύριε, σπλαχνίσου μας και θεράπευσέ μας’’)»[Λουκ.17,12-13].
Και πάλι μας φανερώνει την δόξα Του ο Σωτήρας και με τη θεοπρεπή μεγαλουργία με την οποία έρχεται να αλιεύσει στην πίστη, τους άκαρδους και αγνώμονες Ισραηλίτες. Αλλά ήταν και αυτής της γενιάς οι Ισραηλίτες σκληροί και απείθαρχοι, όπως και οι περισσότεροι από τους προπάτορές τους. Ποιος λοιπόν λόγος θα τους βοηθήσει την ημέρα της κρίσεως, αφού δεν ανέχτηκαν να δεχτούν τη σωτηρία που τους πρόσφερε ο Κύριος Ιησούς Χριστός, και μάλιστα μολονότι άκουσαν με τα αυτιά τους τους λόγους Του και είδαν τις παράδοξες και τις πέρα από κάθε ανθρώπινη λογική θαυματουργικές ενέργειές Του;
Και πράγματι ο Κύριος είπε γι΄αυτούς τα εξής: «Εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν(:Εάν δεν είχα έλθει και δεν τους είχα μιλήσει αποδεικνύοντάς τους με τη διδασκαλία μου και με τα θαύματά μου ότι είμαι ο Μεσσίας, δεν θα είχαν αμαρτία για την απιστία που έδειξαν σε μένα. Τώρα όμως δεν έχουν καμία πρόφαση που να δικαιολογεί την αμαρτία τους. Και είναι βαριά και ασυγχώρητη η αμαρτία τους αυτή)» [Ιω.15,22]. Και πάλι: «Εἰ τὰ ἔργα μὴ ἐποίησα ἐν αὐτοῖς ἃ οὐδεὶς ἄλλος πεποίηκεν, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ καὶ ἑωράκασι καὶ μεμισήκασι καὶ ἐμὲ καὶ τὸν πατέρα μου(:Αν δεν είχα κάνει ανάμεσά σας τα καταπληκτικά και υπερφυσικά έργα, τα οποία κανείς άλλος από τους προφήτες και απεσταλμένους του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη δεν έχει κάνει, δεν θα είχαν αμαρτία. Τώρα όμως η ενοχή για την απιστία τους είναι μεγάλη· διότι και τα θαύματά μου αυτά έχουν δει, και έχουν μισήσει και Εμένα, και στο δικό μου πρόσωπο και τον Πατέρα μου)»[Ιω.15,24].
Απόδειξη ολοφάνερη αυτών που ανέφερα πριν λίγο είναι η πλήρης θεραπεία των λεπρών. Αυτοί, σύμφωνα με τον νόμο του Μωυσή, ως ακάθαρτοι διώχνονταν από πόλεις και χωριά. Οι δέκα αυτοί λεπροί όμως συναντώντας τον Σωτήρα, Τον εκλιπαρούσαν να τους απαλλάξει από το κακό, ονομάζοντάς Τον «ἐπιστάτη», δηλαδή διδάσκαλο. Κανείς τότε δεν ελεούσε αυτούς που είχαν την αρρώστια αυτήν, Αυτός όμως ήρθε στη γη γι’ αυτόν τον λόγο και έγινε άνθρωπος για να τους ελεήσει όλους, Αυτούς τους λυπήθηκε και τους ευσπλαχνίστηκε.
«Καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν(:Βλέποντάς τους Εκείνος τους είπε: ‘’Πηγαίνετε και δείξτε το σώμα σας στους ιερείς, για να βεβαιώσουν αν πράγματι θεραπευθήκατε, σύμφωνα με τη διάταξη του νόμου’’. Και καθώς αυτοί πήγαιναν να εξεταστούν από τους ιερείς, καθαρίστηκαν από τη λέπρα)»[Λουκ.17,14].
Γιατί όμως δεν είπε μάλλον: «Θέλω, καθαριστείτε», όπως έκανε και σε κάποιον άλλον λεπρό[βλ. Λουκά 5,13: «Καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἥψατο αὐτοῦ εἰπών· θέλω, καθαρίσθητι(:Τότε ο Ιησούς άπλωσε το χέρι Του, τον άγγιξε και του είπε: ‘’Θέλω να καθαριστείς από τη λέπρα, καθαρίσου’’)»], αλλά τους πρόσταξε να πάνε και να δείξουν τους εαυτούς τους καθαρούς στους ιερείς, όπως όριζε ο μωσαϊκός νόμος;[Λευιτ. 14,2-3: Οὗτος ὁ νόμος τοῦ λεπροῦ, ᾗ ἂν ἡμέρᾳ καθαρισθῇ· καὶ προσαχθήσεται πρὸς τὸν ἱερέα, καὶ ἐξελεύσεται ὁ ἱερεὺς ἔξω τῆς παρεμβολῆς, καὶ ὄψεται ὁ ἱερεύς, καὶ ἰδοὺ ἰᾶται ἡ ἁφὴ τῆς λέπρας ἀπὸ τοῦ λεπροῦ(:Αυτή είναι η νομική διάταξη για τον λεπρό, η οποία θα τηρηθεί κατά την ημέρα που αυτός θα έχει θεραπευτεί από τη λέπρα· θα οδηγηθεί αυτός προς τον ιερέα, ο οποίος θα εξέλθει από την κατασκήνωση προς το μέρος, στο οποίο βρίσκεται ο λεπρός. Θα τον εξετάσει και θα πειστεί ότι έχει θεραπευτεί πλέον η λέπρα)»]. Νόμος πάλι υποχρέωνε σε αυτό εκείνους που είχαν απαλλαγεί από τη λέπρα· γιατί τους πρόσταζε να δείχνουν τους εαυτούς τους στους ιερείς και να προσφέρουν θυσία για τη θεραπεία τους[Λευιτ.14,4: «Καὶ προστάξει ὁ ἱερεύς, καὶ λήψονται τῷ κεκαθαρισμένῳ δύο ὀρνίθια ζῶντα καθαρὰ καὶ ξύλον κέδρινον καὶ κεκλωσμένον κόκκινον καὶ ὕσσωπον(:Θα διατάξει κατόπιν ο ιερέας να φέρουν για τον θεραπευμένο λεπρό δύο μικρά ζωντανά πτηνά, από τα καθαρά, δηλαδή από εκείνα των οποίων επιτρέπεται η βρώση, ένα κέδρινο ξύλο, ταινία από στριμμένο κόκκινο νήμα και κλωναράκι υσσώπου)»].
Έχοντας λοιπόν θεραπευθεί τους είπε να μεταβούν και κατά κάποιον τρόπο να επιβεβαιώσουν δημόσια οι ιερείς, δηλαδή οι καθοδηγητές των Ιουδαίων, οι οποίοι φθονούσαν πάντοτε την δόξα Του, ότι παρ’ ελπίδα και κατά τρόπο παράδοξο και απροσδόκητο απαλλάχτηκαν από το κακό, αφού έδωσε τη συναίνεση για τη θεραπεία τους ο Χριστός. Δεν τους θεράπευσε προηγουμένως, αλλά τους έστειλε στους ιερείς, επειδή εκείνοι γνώριζαν τα σημάδια της λέπρας και το πότε θεραπεύεται. Τους έστειλε στους ιερείς, και μαζί στο δρόμο τους έστειλε και τη θεραπεία.
Αυτά όμως, και ποιος είναι ο νόμος της λέπρας και ποια είναι τα γνωρίσματα του καθαρισμού, και τι ζητούσε κάθε νομοθέτημα, τα αναπτύξαμε εκτενέστερα σε άλλη ομιλία μας στην αρχή των θαυμάτων του Σωτήρα που ιστορούνται από τον Λουκά, όπου είχε θεραπευθεί ο λεπρός[Λουκ. 5,12-16: «Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν ἐν μιᾷ τῶν πόλεων καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ πλήρης λέπρας· καὶ ἰδὼν τὸν Ἰησοῦν, πεσὼν ἐπὶ πρόσωπον ἐδεήθη αὐτοῦ λέγων· Κύριε, ἐὰν θέλῃς δύνασαί με καθαρίσαι. καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἥψατο αὐτοῦ εἰπών· θέλω, καθαρίσθητι. καὶ εὐθέως ἡ λέπρα ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτοῦ. καὶ αὐτὸς παρήγγειλεν αὐτῷ μηδενὶ εἰπεῖν, ἀλλὰ ἀπελθὼν δεῖξον σεαυτὸν τῷ ἱερεῖ καὶ προσένεγκε περὶ τοῦ καθαρισμοῦ σου καθὼς προσέταξε Μωϋσῆς εἰς μαρτύριον αὐτοῖς. Διήρχετο δὲ μᾶλλον ὁ λόγος περὶ αὐτοῦ, καὶ συνήρχοντο ὄχλοι πολλοὶ ἀκούειν καὶ θεραπεύεσθαι ὑπ᾿ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἀσθενειῶν αὐτῶν· αὐτὸς δὲ ἦν ὑποχωρῶν ἐν ταῖς ἐρήμοις καὶ προσευχόμενος(:Και ενώ βρισκόταν ο Ιησούς σε κάποια από τις πόλεις, να ένας άνθρωπος γεμάτος από εξανθήματα λέπρας. Αυτός μόλις είδε τον Ιησού, έπεσε κάτω με το πρόσωπο στη γη και Τον παρακαλούσε λέγοντας: ‘’Κύριε, εάν θέλεις, έχεις τη δύναμη να με καθαρίσεις από τις πληγές της βρωμερής αρρώστιας μου’’. Τότε ο Ιησούς άπλωσε το χέρι Του, τον άγγιξε και του είπε: ‘’Θέλω να καθαριστείς από τη λέπρα, καθαρίσου’’. Και αμέσως η λέπρα έφυγε από πάνω του. Κι ο Ιησούς του έδωσε την εντολή να μην πει σε κανέναν το θαύμα της θεραπείας, αλλά του είπε: ‘’Πήγαινε και δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα και πρόσφερε για τον καθαρισμό σου θυσία, όπως διέταξε ο Μωυσής. Έτσι η εξέτασή σου από τον ιερέα και η προσφορά της θυσίας σου θα χρησιμεύσει ως μαρτυρία και απόδειξη στους ιερείς και το λαό ότι και εσύ πράγματι θεραπεύτηκες, και εγώ δεν ήλθα να καταλύσω το νόμο’’. Και η φήμη Του απλωνόταν όλο και περισσότερο τώρα μετά από το θαύμα αυτό, και μαζεύονταν πολλά πλήθη λαού για ν’ ακούνε τη διδασκαλία Του και για να τους θεραπεύει ο Ιησούς από τις ασθένειές τους. Αυτός όμως αποσυρόταν διαρκώς σε ερημικά μέρη και προσευχόταν)»].
Και αφού παραπέμψουμε στο υπόμνημά μας στα εδάφια αυτά όσους θέλουν να μάθουν τη σημασία όλων αυτών που αναφέρει εκεί ο ευαγγελιστής Λουκάς, ας προχωρήσουμε παρακάτω : «Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος; καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε(:Ένας απ’ αυτούς, μόλις είδε ότι θεραπεύθηκε, επέστρεψε και με δυνατή φωνή εκφράζοντας τη χαρά και την ευγνωμοσύνη του δόξαζε τον Θεό που τον θεράπευσε διαμέσου του Ιησού. Έπεσε τότε με το πρόσωπο κάτω στη γη κοντά στα πόδια του Ιησού και Τον ευχαριστούσε. Και αυτός ήταν Σαμαρείτης, δηλαδή σχισματικός και λιγότερο φωτισμένος από τους Ιουδαίους. Συνεπώς κανείς δεν θα περίμενε να δείξει αυτός μια τέτοια ευγνωμοσύνη που δεν έδειξαν οι άλλοι εννέα, που ήταν Ισραηλίτες. Τότε ο Ιησούς είπε: ‘’Δεν καθαρίστηκαν από τη λέπρα και οι δέκα; Οι άλλοι εννέα πού είναι; Χάθηκαν να γυρίσουν πίσω και να δοξάσουν τον Θεό, παρά μόνο ο ξένος αυτός, που δεν ανήκει στο γνήσιο ιουδαϊκό γένος;’’. Και σε αυτόν είπε: ‘’Σήκω και πήγαινε. Η πίστη σου σε έσωσε. Δεν θεράπευσε μόνο το σώμα σου, αλλά αποτελεί και καλή αρχή που θα σε οδηγήσει και στην πνευματική σου σωτηρία’’)»[Λουκ.17,17-19].
Και οι άλλοι εννέα βέβαια, σαν Ιουδαίοι που ήταν, πέφτοντας σε αχάριστη λησμοσύνη, δεν επέστρεψαν για να δοξάσουν τον Θεό, πράγμα που δείχνει ότι ο Ισραηλιτικός λαός είναι άκαρδος και αγνώμονας και δεν έχει καθόλου μνήμη. Ο αλλοεθνής όμως, δηλαδή ο Σαμαρείτης, επειδή καταγόταν από την Ασσυρία και ήταν αλλογενής(γιατί λέγει όχι άσκοπα ότι περνούσε μέσα από τη Σαμάρεια και τη Γαλιλαία), επέστρεψε δοξάζοντας με δυνατή φωνή τον Θεό. Δείχνει λοιπόν ότι οι Σαμαρείτες ήταν ευγνώμονες, ενώ οι Ιουδαίοι ακόμα και όταν ευεργετούνται, δείχνουν αχαριστία.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Αγίου Κυρίλλου, αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ἐξήγησις ὑπομνηματική εἰς τό κατά Λουκάν Εὐαγγέλιον, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, ερευνητικό έργο «Οι δρόμοι της πίστης: Ψηφιακή Πατρολογία».
(https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/09/commentarii-in-lucam_.pdf)
Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας Άπαντα τα έργα, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 2005, «Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Λουκάν Β΄», κεφάλαιο 17ο, σελ. 129-131.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
Συχνά εἴμαστε ἀδύναμοι να διδαχτοῦμε ἀπό τα μεγάλα πράγματα και διδασκόμαστε από τά μικρά. Ἀφοῦ δέν μποροῦμε νά κατανοήσουμε πῶς ὁ Θεός βλέπει ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἄς παρατηρήσουμε πῶς στέλνει ὁ ἥλιος τό φῶς του παντοῦ στή γῆ, σ’ ὅλα τά πράγματα. Ἄν ἀδυνατοῦμε νά κατανοήσουμε πῶς ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου δέν μπορεῖ οὔτε στιγμή νά ζήσει χωρίς Θεό, ἂς δοῦμε πῶς τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου δέν μπορεί οὔτε στιγμή να ζήσει χωρίς τόν ἀέρα.
Ἄν δέν μποροῦμε ν’ ἀντιληφθοῦμε γιατί ὁ Θεός ζητάει ὑπακοή ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἄς καταλάβουμε γιατί ὁ ἀρχηγός τῆς οἰκογένειας ἀπαιτεῖ ὑπακοή ἀπό τά μέλη της, ὁ βασιλιάς ἀπό τούς ὑπηκόους του, ὁ διοικητής ἀπό τούς στρατιῶτες του κι ὁ ἀρχιτέκτονας ἀπό τούς οἰκοδόμους. Ἄν δέν κατανοοῦμε γιατί ὁ Θεός ζητάει εὐγνωμοσύνη ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἂς ἀναλογιστούμε γιατί ὁ πατέρας ζητάει τήν εὐγνωμοσύνη τῶν παιδιῶν του. Γιατί ὁ πατέρας επιμένει πώς ὁ γιός του πρέπει να πάρει το κύπελλο του, νά τοῦ κάνει ὑπόκλιση καί νά λέει εὐχαριστῶ γιά τό κάθε τί, μικρό ή μεγάλο, πού παίρνει ἀπό τούς γονεῖς του; Γιατί τό κάνουν αυτό οἱ γονεῖς; Μήπως πλουτίζουν περισσότερο μέ τίς εὐχαριστίες τῶν παιδιῶν, μήπως γίνονται πιο δυνατοί ἤ πιό διάσημοι ἤ ἀποκτοῦν μεγαλύτερη επιρροή στην κοινωνία; Ὄχι, τίποτα ἀπ’ ὅλ ̓ αὐτά. Ἀφοῦ λοιπόν οἱ γονεῖς δέν κερδίζουν προσωπικά τίποτα ἀπό τήν εὐγνωμοσύνη τῶν παιδιῶν, δέν εἶναι περίεργο πού διδάσκουν συνέχεια τα παιδιά τους νά εἶναι εὐγνώμονα; Κι αὐτό δέν τό κάνουν μόνο οἱ πιστοί γονεῖς, μά ἀκόμα κι οἱ ἄπιστοι.
Ὄχι, αὐτό δέν εἶναι καθόλου περίεργο, αλλά μᾶλλον εὐγενές. Αὐτό πού κάνει τούς γονεῖς νά διδάσκουν τήν εὐγνωμοσύνη στα παιδιά τους, είναι ἡ ἀνιδιοτελής ἀγάπη τους. Γιατί; Επειδή αὐτό εἶναι γιά τό καλό τῶν παιδιῶν τους. Γιά νά μεγαλώσουν τα παιδιά τους ὅπως τά καλλιεργημένα καρποφόρα δέντρα κι ὄχι ὅπως τά ἄγρια ἀγκάθια. Κι αυτό γιά νά ἐπιβιώσει τό παιδί τους ανάμεσα στούς ἀνθρώπους στην πρόσκαιρη ζωή, ανάμεσα σε φίλους κι ἐχθρούς, σε χωριά καί σέ πόλεις, στην ἐξουσία ἤ στό ἐμπόριο. Τόν εὐγνώμονα ἄνθρωπο τόν ἐκτιμοῦν παντοῦ, τόν ἀγαποῦν, τόν καλοδέχονται καί τόν βοηθοῦν. Αὐτός πού μαθαίνει τήν εὐγνωμοσύνη, μαθαίνει νά εἶναι κι εὔσπλαχνος. Κι ὁ εὔσπλαχνος ἄνθρωπος περπατάει ἐλεύθερος σ’ αὐτόν τόν κόσμο.
Ἄς ἀναρρωτηθοῦμε τώρα γιατί ὁ Θεός ἀναζητά τίς εὐχαριστίες τῶν ἀνθρώπων. Γιατί ζήτησε από τό Νῶε, τό Μωυσή, τόν Ἀβραάμ κι ἀπ ̓ ἄλλους προπάτορες να προσφέρουν θυσίες εὐχαριστίας στό Θεό (βλ. Γέν. η’ 20-21, ιβ’ 7-8, λε’ 1, Λευϊτ. γ’); Γιατί ὁ Κύριος ἔδινε καθημερινά παραδείγματα στον κόσμο πώς πρέπει να προσφέρουν εὐχαριστίες στό Θεό (βλ. Ματθ. ια’ 25, ιδ’ 19, κστ’ 26-27); Γιατί καί οἱ ἀπόστολοι ἔκαναν τό ἴδιο (βλ. Πράξ. β’ 47, κζ’ 35) καί συμβούλευαν τούς πιστούς να εὐχαριστοῦν τό Θεό γιά ὅλα (Εφ. ε’ 20, Κολ. γ’ 17); Μήπως μᾶς φαίνονται ἀκατανόητα τα λόγια πού εἶπε ὁ μεγαλοφωνότατος Ησαΐας, «τόν ἔλεον Κυρίου ἐμνήσθην, τάς ἀρετὰς Κυρίου ἐν πᾶσιν, οἷς ἡμῖν ἀνταποδίδωσι» (Ησ. ξγ’ 7); Η μήπως δέν εἶναι κατανοητά αὐτά πού συμβουλεύει ὁ Ψαλμωδός τήν ψυχή του, «εὐλόγει ἡ ψυχή μου τόν Κύριον, καί μή ἐπιλανθάνου πάσας τάς ἀνταποδόσεις αὐτοῦ» (Ψαλμ. ρβ’ 2); Γιατί λοιπόν ὁ Θεός ζητᾶ τίς εὐχαριστίες τῶν ἀνθρώπων και γιατί οἱ ἄνθρωποι εὐχαριστοῦν τό Θεό; Αυτό οφείλεται στήν ἀμέτρητη αγάπη του γιά τόν ἄνθρωπο. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού ὁ Θεός ζητᾶ νά τόν εὐχαριστοῦν οἱ ἄνθρωποι.
Οἱ εὐχαριστίες τῶν ἀνθρώπων δέ θά κάνουν σπουδαιότερο τό Θεό, δέ θά τόν κάνουν πιό δυνατό, πιό ἔνδοξο, πιό πλούσιο ἤ πιό ζωντανό. Ὅλ ̓ αὐτά θά τ’ ἀποκτήσουν οἱ ἄνθρωποι. Ἡ εὐγνωμοσύνη τῶν ἀνθρώπων δέ θά προσθέσει τίποτα στήν εἰρήνη καί τή μακαριότητα τοῦ Θεοῦ, θά προσθέσει τα χαρακτηριστικά αὐτά ὅμως στους ἀνθρώπους. Ἡ εὐχαριστία κι ἡ δοξολογία στο Θεό δέ θ’ ἀλλάξει σε τίποτα τήν ὕπαρξή Του, θ’ ἀλλάξει ὅμως κάτι στήν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεός δέν ἔχει ἀνάγκη τήν εὐγνωμοσύνη μας, οὔτε καί τίς προσευχές μας. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὅμως εἶπε: «Οἶδε γάρ ὁ πατήρ ὑμῶν ὧν χρείαν ἔχετε πρό τοῦ ὑμᾶς αἰτῆσαι αὐτόν» (Ματθ. στ’ 8). Καί προέτρεψε τους μαθητές «πρός τό δεῖν πάντοτε προσεύχεσθαι αὐτούς καί μή ἐκκακεῖν» (Λουκ. ιη 1). Ὁ Θεός δέν ἔχει ἀνάγκη τίς προσευχές μας, μᾶς προτρέπει ὅμως νά προσευχόμαστε. Δέν ἔχει ἀνάγκη τήν εὐγνωμοσύνη μας, ἀλλά τήν ἀπαιτεῖ ἀπό μᾶς. Οἱ εὐχαριστίες μας δέν εἶναι τίποτ’ ἄλλο, παρά μιά προσευχή.
Ἡ εὐχαριστία στο Θεό ἀνεβάζει ἐμᾶς τούς θνητούς πάνω ἀπό τή φθορά τῆς θνητότητας, μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό ἐκεῖνο πού κάποια στιγμή πρέπει ν’ ἀπαλλαγοῦμε, εἴτε τό θέλουμε εἴτε ὄχι. Ἡ εὐχαριστία μᾶς ἑνώνει μέ τόν ζώντα κι ἀθάνατο Θεό. Ἄν δέν εἴμαστε ἑνωμένοι μαζί Του σ’ αὐτή τή ζωή, τότε δέ θά τόν δοῦμε στήν αἰωνιότητα. Ἡ εὐχαριστία ἐξευγενίζει τόν ἄνθρωπο καί ἐνθαρρύνει τά καλά ἔργα. Ἡ εὐχαριστία εμπνέει τήν εὐεργεσία στον κόσμο καί ἐνισχύει τίς ἀρετές. Ἡ θνητή γλώσσα τοῦ ἀνθρώπου ἀδυνατεῖ νά περιγράψει τό κάλλος τῆς εὐγνωμοσύνης ἤ τήν ἀσχήμια τῆς ἀγνωμοσύνης τόσο παραστατικά, ὅσο παρουσιάζονται στη σημερινή εὐαγγελική περικοπή.
«Εἰσερχομένου αὐτοῦ τοῦ Ἰησοῦ εἰς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροί ἄνδρες, οἵ ἔστησαν πόρρωθεν. καί αὐτοί ἦραν φωνήν λέγοντες· Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς» (Λουκ. ιζ’ 12,13). Ήταν δέκα λεπροί. Εἶναι φρικτό να βλέπεις ἕνα λεπρό, πόσο μᾶλλον νά δεῖς δέκα μαζί. Ἕνα σῶμα καλυμμένο ὁλόκληρο, ἀπό τήν κορφή ὥς τά νύχια, μέ ἄσπρες κηλίδες, κακοφορμισμένες πληγές, πού στήν ἀρχή δημιουργοῦν φαγούρα κι ἔπειτα καίνε σαν φλόγα. Ἕνα σῶμα πού φθείρεται συνέχεια καί λειώνει. Ἕνα σῶμα πού ἔχει περισσότερο πύον παρά αἷμα. Ἕνα σῶμα πού μυρίζει τόσο εξωτερικά όσο κι ἐσωτερικά. Κι ὅταν ἡ λέπρα προσβάλει το στόμα, τη μύτη ή τά μάτια, φαντάζεστε τί ἀέρα ἀνασαίνει ὁ λεπρός ἀπό τό γεμάτο πύον στόμα του, τί γεύση ἔχει αὐτό πού τρώει καί πῶς τοῦ φαίνεται ὁ κόσμος πού βλέπει ἀπό τά γεμάτα πύον μάτια του.
Σύμφωνα μέ τό Νόμο του Μωυσή, στούς λεπρούς ἀπαγορευόταν νά ‘ρθουν σ’ ὁποιαδήποτε ἐπαφή μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Τό ἴδιο γίνεται και στις μέρες μας, στις περιοχές όπου κατοικοῦν λεπροί1. Κι οἱ λεπροί, γιά νά ἐμποδίσουν τούς ἄλλους ἀνθρώπους νά τούς πλησιάσουν, τούς φώναζαν ἀπό μακριά, μέ τό μοναδικό ὄνομα πού ἀναφέρεται στο Νόμο γι’ αὐτούς: «Ακάθαρτος! Ακάθαρτος!» Αναφέρεται στο Νόμο: «Καί ὁ λεπρός ἐν ᾧ ἐστιν ἡ ἁφή, τά ἱμάτια αὐτοῦ ἔστω παραλελυμένα καί ἡ κεφαλή αὐτοῦ ἀκάλυπτος, καί περί το στόμα αὐτοῦ περιβαλέσθω, καί ἀκάθαρτος κληθήσεται» (Λευϊτ. ιγ’ 45). Τά ροῦχα του πρέπει νά εἶναι σχισμένα, γιά νά φαίνεται ἡ λέπρα του. Το κεφάλι του νά εἶναι ἀκάλυπτο, καί τό στόμα του καλυμμένο, γιά τόν ἴδιο λόγο. Καί κυρίως ἔπρεπε νά φωνάζουν: «Ακάθαρτος! Ακάθαρτος!» Ἀπομακρύνονταν ἀπό τίς πόλεις καί τά χωριά καί ζοῦσαν χειρότερα κι ἀπό τά ζῶα, περιφρονημένοι και ξεχασμένοι. Αναφέρεται στο Λευϊτικό: «Ακάθαρτος ἔσται, κεχωρισμένος καθήσεται, ἔξω τῆς παρεμβολῆς αὐτοῦ ἔσται ἡ διατριβή» (Λευϊτ. ιγ’ 46). Τούς λογάριαζαν νεκρούς, ἀλλ ̓ ἡ μοίρα τους ἦταν χειρότερη κι από τῶν νεκρῶν.
Μιά μέρα ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ἡ πηγή τῆς ὑγείας, τοῦ κάλλους καί τῆς δύναμης, πέρασε κοντά ἀπ’ αὐτά τά ἀνθρώπινα ράκη, αὐτά τά δύσοσμα ὑπολείμματα τῆς ζωῆς. Μόλις οι λεπροί κατάλαβαν πώς δίπλα τους περνοῦσε Ἐκεῖνος, σήκωσαν τή φωνή τους ἀπό μακριά καί εἶπαν: Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. Πῶς γνώριζαν οἱ ταλαίπωροι αὐτοί ἄνθρωποι γιά τόν Ἰησοῦ καί τή δύναμη πού εἶχε νά τούς βοηθήσει, ἀφοῦ δέν εἶχαν ἐπικοινωνία μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους; Θα πρέπει κάποιος ἀπό κείνους πού τούς ἄφηνε από μακριά ψωμί στο δρόμο, νά τούς είχε πληροφορήσει γιά τά νέα. Ἡ φήμη τοῦ νέου θαυματουργοῦ στον κόσμο, πού θά μποροῦσε νά τούς ἐνδιαφέρει, θά πρέπει νά εἶχε φτάσει στ’ αυτιά τους. Ὅλα τ’ ἄλλα πού γίνονταν στον κόσμο, ὅπως οἱ ἀλλαγές τῶν ἀρχόντων κι οἱ πόλεμοι ἀνάμεσα στα ἔθνη, ἡ ίδρυση κι ἡ καταστροφή τῶν πόλεων, οἱ ἑορταστικές εκδηλώσεις, οἱ πυρκαγιές κι οἱ σεισμοί, ὅλα αὐτά τούς ἦταν ἐντελῶς ἀδιάφορα. Πνιγμένοι μέσα στό πύον, τό μόνο πού θά σκέφτονταν ἦταν ἡ ἀθλιότητά τους καί ἴσως Ἐκεῖνος πού θά μποροῦσε νά τούς ἀπαλλάξει ἀπό τίς πληγές, τα ράκη καί τό πύον και να τούς ντύσει μέ τό ἔνδυμα τῆς ὑγείας. Ἄκουσαν γιά τόν Κύριο Ἰησοῦ καί σίγουρα πληροφορήθηκαν κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις, πού ὁ Κύριος Θεράπευσε λεπρούς σαν κι εκείνους (βλ. Λουκ. ε ́ 12,13). Θά νοσταλγοῦσαν λοιπόν τή μοναδική εὐκαιρία να βρεθοῦν μπροστά στον Κύριο.
Κάπου στήν ἄκρη τῆς πεδιάδας τῆς Γαλιλαίας, ἐκεῖ πού ὁ δρόμος ἀρχίζει ν’ ανηφορίζει πρός τή Σαμάρεια, τόν περίμεναν. Καί νά πού ἡ εὐτυχισμένη και μοναδική ευκαιρία που περίμεναν τούς πλησίασε, ὄχι κατά τύχη, ἀλλά μέ τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Εἶδαν τό Χριστό να περνάει από κεῖ μέ τούς μαθητές Του κι ἔκραξαν μέ μεγάλη φωνή: Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς! Γιατί τόν ὀνόμασαν Επιστάτη; Επειδή η λέξη αὐτή εἶναι πιό ἐπιβλητική ἀπό τό «διδάσκαλος». Επιστάτης δέν εἶναι μόνο ὁ διδάσκαλος, ἀλλά ἐκεῖνος πού ἐποπτεύει, πού καθοδηγεί, πού μέ τά λόγια, το παράδειγμα καί τή μέριμνά του ὁδηγεῖ τούς ἀνθρώπους στο δρόμο τῆς σωτηρίας. Γιατί τότε δέν τόν ὀνόμασαν «Κύριο», πού εἶναι ἀκόμα πιό ἐπιβλητική λέξη ἀπό τό «ἐπιστάτης»; Επειδή δέν εἶχαν γνωρίσει ἀκόμα τή δύναμη καί τήν ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ.
Ἐλέησον ἡμᾶς, κραύγαζαν. «Καί ἰδών εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες δείξατε ἑαυτούς τοῖς ἱερεῦσι». Καί καθώς πήγαιναν στούς ἱερεῖς, στο δρόμο καθαρίστηκαν. Σε προηγούμενη περίπτωση θεραπείας λεπρῶν, ὁ Κύριος ἔκτεινε τό χέρι Του κι ἀκούμπησε τό λεπρό λέγοντας: «θέλω, καθαρίσθητι. καί εὐθέως ἡ λέπρα ἀπῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ» (Λουκ. ζ’ 13). Τώρα όμως ὄχι μόνο δέν ἄγγιξε τους λεπρούς, μά δέν τούς πλησίασε κάν, ἦταν μακριά τους, ἀφοῦ ἔστησαν πόρρωθεν, καί αὐτοί ἦραν φωνήν. Τούς μιλοῦσε ἀπό ἀπόσταση.
Γιατί ὁ Κύριος τούς ἔστειλε στούς ἱερεῖς; Επειδή οἱ ἱερεῖς εἶχαν τό καθῆκον νά τούς κηρύξουν ἀκάθαρτους καί νά τούς ἀποκλείσουν ἀπό τήν κοινωνία, ὅπως εἶχαν καί τό δικαίωμα να δηλώσουν πώς εἶναι θεραπευμένοι και καθαροί, για να ξαναγυρίσουν κοντά στούς ἀνθρώπους (βλ. Λευϊτ. ιγ’ 34,44). Ὁ Κύριος δέ θά καταργήσει τό Νόμο, καθώς μάλιστα ὁ Νόμος δέν ἐμποδίζει τό ἔργο του, ἀλλά μᾶλλον τό ἐνισχύει σ’ αυτήν τήν περίπτωση. Οἱ ἴδιοι οἱ ἱερεῖς θά πείθονταν πώς οἱ δέκα λεπροί καθαρίστηκαν, ἀφοῦ βεβαιώθηκαν γι’ αὐτό. Οἱ δέκα λεπροί ἄκουσαν τί τούς εἶπε ὁ Κύριος καί που τούς ἔστειλε και ξεκίνησαν γιά τό χωριό, νά ἐκτελέσουν τήν ἐντολή Του. Νά, ὅμως, πού καθώς βάδιζαν, ἡ λέπρα τους καθαρίστηκε, ἐξαφανίστηκε. «Καί ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτούς ἐκαθαρίσθησαν» (Λουκ. ιζ’ 14). Κοίταξαν τα σώματά τους και διαπίστωσαν πώς εἶχαν γίνει καθαροί, ὑγιεῖς. Κοίταζαν ὁ ἕνας τόν ἄλλον κι ἔκαναν τήν ἴδια διαπίστωση. Οἱ πληγές, τό πύον κι ἡ δυσοσμία εἶχαν ἐξαφανιστεῖ. Μόνο τά ἴχνη τῆς φοβερῆς ἀρρώστιας εἶχαν μείνει, γιά νά μαρτυροῦν τή θεραπεία τους.
Ποιός θα μποροῦσε νά πεῖ πώς τό θαῦμα αὐτό τοῦ Χριστοῦ δέν ἦταν ἀνώτερο ἀπό ἀνάσταση νεκρῶν; Ἄς ἐγκύψουμε βαθύτερα στο γεγονός πώς, μ’ ἕνα Του λόγο, τα λεπρά σώματα πού τά είχε καταφάγει ἡ ἀρρώστια, ξαφνικά καθαρίστηκαν, ἔγιναν καλά. Ὅσο ἐμβαθύνει κανείς στό θαῦμα αὐτό, ἀναγνωρίζει κι ὁμολογεῖ πώς θνητός ἄνθρωπος δέν μπορεῖ ν’ ἀρθρώσει τέτοιο λόγο. Μόνο ὁ Θεός μπορεῖ νά προφέρει αὐτόν τόν θεραπευτικό λόγο, μέσα ἀπό τά ἀνθρώπινα χείλη Του. Εἶναι ἀλήθεια πώς ὁ λόγος αὐτός βγήκε ἀπό ἀνθρώπινα χείλη. Εἶναι σίγουρο όμως πώς προῆλθε ἀπό τά ἴδια βάθη, ἀπ’ ὅπου κι ὁ λόγος τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. «Αὐτός εἶπε και ἐγενήθησαν».
Υπάρχουν λόγια και λόγια. Υπάρχουν λόγια ἁγνά κι ἀναμάρτητα, πού εἶναι καί λόγια δυνάμεως. Τα λόγια αυτά προέρχονται ἀπό τήν πρωταρχική πηγή τῆς αἰώνιας αγάπης. Οἱ πύλες ὁλόκληρης της δημιουργίας εἶναι ἀνοιχτές μπροστά τους. Τά πάντα, ἄνθρωποι, ἀσθένειες και πνεύματα τούς ὑποτάσσονται. Ὑπάρχουν ὅμως καί λόγια διασπαστικά, ὠμὰ, πού τά ἔχει νεκρώσει ἡ ἁμαρτία. Τα λόγια αὐτά δέν ἔχουν μεγαλύτερη ἐπιρροή ἀπ’ ὅση ἔχει τό σφύριγμα τοῦ ἀνέμου ἀνάμεσα στις καλαμιές. Όσα τέτοια νεκρά λόγια κι ἄν ἀκουστοῦν, παραμένουν τόσο ἀνίσχυρα, ὅσο ὁ καπνός πού προσκρούει σε σιδερένια πόρτα.
Ἀναλογιστεῖτε ὅμως πόση απερίγραπτη ανακούφιση καί παρηγοριά νιώθουμε, ὅταν γνωρίζουμε σε πόσο δυνατό καί στοργικό Κύριο ἀνήκουμε! «Πάντα ὅσα ἠθέλησεν ὁ Κύριος ἐποίησεν, ἐν τῷ οὐρανῷ καί ἐν τῇ γῇ» (Ψαλμ. ρλδ’ 6). Αὐτός εἶναι ὁ Κύριος τῆς ζωῆς, Αυτός κυβερνᾶ τήν ἀρρώστια, Αὐτός δίνει τούς νόμους της φύσης, εἶναι ὁ νικητής τοῦ θανάτου. Δέν δημιουργηθήκαμε ἀπό τήν ἀλόγιστη φύση. Εἴμαστε δοῦλοι τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ πού ἀγαπᾶ τόν ἄνθρωπο. Δέν εἴμαστε τυχαῖα πλάσματα τῆς τύχης. Εἴμαστε πλάσματα Εκείνου πού δημιούργησε όλους τους πρεσβύτερους ἀδελφούς μας, τούς ἀγγέλους, τούς ἀρχαγγέλους κι όλα τ’ ἀθάνατα ὄντα τοῦ οὐρανοῦ. Ἄν ὑποφέρουμε σ’ αὐτή τή ζωή, Ἐκεῖνος γνωρίζει τό νόημα καί τό σκοπό τῶν βασάνων μας. Ἄν μᾶς ἔκανε λεπρούς ἡ ἁμαρτία, ὁ λόγος του εἶναι ἰσχυρότερος ἀπό τή λέπρα, εἴτε σωματική εἶναι αὐτή εἴτε πνευματική. Τήν ὥρα πού πνιγόμαστε, τό σωστικό χέρι Του εἶναι κοντά μας. Τήν ὥρα πού πεθαίνουμε, μᾶς περιμένει στήν ἄλλη πλευρά τοῦ τάφου.
Ας γυρίσουμε τώρα στη διήγηση τοῦ εὐαγγελίου, στη θεραπεία τῶν λεπρῶν. Ἄς ρίξουμε μια ματιά στην καθαρή ἀπεικόνιση τῆς εὐγνωμοσύνης καί τῆς ἀγνωμοσύνης. Τί ἔκαναν οἱ λεπροί αὐτοί ὅταν διαπίστωσαν πώς εἶχαν θεραπευτεῖ ἀπό τή λέπρα τους; Μόνο ὁ ἕνας ἀπ’ αὐτούς γύρισε για νά εὐχαριστήσει τό Χριστό. Οἱ ἄλλοι ἐννιά τράβηξαν το δρόμο τους. Οὔτε πού σκέφτηκαν να γυρίσουν καί νά εὐχαριστήσουν τόν Εὐεργέτη και Σωτήρα τους.
«Εἷς δέ ἐξ αὐτῶν, ἰδών ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετά φωνῆς μεγάλης δοξάζων τόν Θεόν. καί ἔπεσεν ἐπί πρόσωπον παρά τούς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καί αὐτός ἦν Σαμαρείτης» (Λουκ. ιζ’ 15, 16). Ὁ εὐγνώμων αὐτός ἄνθρωπος, μόλις είδε πώς εἶχε ἀπαλλαγεῖ ἀπό τή φοβερή ἀρρώστια του, ἔνιωσε την ψυχή του ν’ ανασαίνει ἀνάλαφρα. Ἦταν σά νά είχε βγάλει από μέσα του κάποια φαρμακερά φίδια. Η πρώτη του σκέ ψη λοιπόν ἦταν να τρέξει καί νά εὐχαριστήσει Ἐκεῖνον πού τόν ἔσωσε ἀπ’ αὐτήν τή φοβερή ἀθλιότητα. Λίγο νωρίτερα είχε κράξει, Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. Τώρα ξανασήκωσε τη φωνή του καί βροντοφώναξε ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς του κι ἀπό τά καθαρά χείλη του εὐχαρίστησε το Θεό. Δέν τοῦ ἔφτασε αὐτό ὅμως. Ἔτρεξε ἀμέσως νά βρεῖ τόν Εὐεργέτη του, νά τοῦ ἐκφράσει τίς εὐχαριστίες του. Μόλις ἔφτασε κοντά στο Χριστό ἔπεσε μπροστά Του νά τόν προσκυνήσει. Γονάτισε τώρα ὄχι μέ πονεμένα πόδια ἀπό τίς ἀνοιχτές πληγές, ἀλλά μέ πόδια θεραπευμένα καί ὑγιῆ. Είχε πιά ἕνα σῶμα τελείως ὑγιές, μιά καρδιά γεμάτη χαρά καί δυό μάτια γεμάτα δάκρυα.
Αὐτός ἦταν ἀληθινός ἄνθρωπος. Στιγμές νωρίτερα ἦταν μια μάζα από πυώδη σάρκα. Τώρα ξανάγινε ἄνθρωπος. Στιγμές νωρίτερα ἦταν ἀπόβλητος ἀπό τή ζωή τῶν ἀνθρώπων. Τώρα ξανάγινε ἄξιο μέλος τῆς κοινωνίας τους. Στιγμές νωρίτερα ήταν μια θλιβερή σάλπιγγα πού ἠχοῦσε μονότονα μιά μόνο λέξη: «Ακάθαρτος! Ακάθαρτος!» Τώρα μεταβλήθηκε σε μια θριαμβευτική σάλπιγγα πού ἀνέπεμπε εὐχαριστίες καί δοξολογίες στο Θεό.
Αὐτός ὁ ἕνας καί μοναδικός θεραπευμένος κι εὐγνώμων ἄνθρωπος δέν ἦταν Ἰουδαῖος, ἀλλά Σαμαρείτης. Οἱ Σαμαρείτες δέν ἦταν Ἰουδαῖοι ἀλλά οὔτε καί καθαρόαιμοι Ασσύριοι ἤ μιγάδες από Ασσύριους καί Ἰουδαίους γονείς. Ήταν οἱ Ασσύριοι ἐκεῖνοι που κάποτε ἐγκατέστησε ὁ βασιλιάς Σαλμανάσαρ σε τόπους τῆς Συρίας, ἀφοῦ μετακίνησε ἀπό κεῖ τούς Ἰουδαίους στην Ασσυρία (βλ. Β’ Βασ. ιζ’ 3-6, 24). Τό ὅτι ὁ εὐγνώμων αὐτός ἄνθρωπος ἦταν καθαρόαιμος Ασσύριος προκύπτει κι ἀπό τά λόγια τοῦ Κυρίου πού τόν ὀνόμασε ἀλλογενή.
«Ἀποκριθείς δέ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· οὐχί οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δέ ἐννέα ποῦ; οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μή ὁ ἀλλογενής οὗτος;» (Λουκ. ιζ’ 17,18). Πόσο εὐγενικά μέμφεται τούς ἀγνώμονες ὁ Κύριος! Ρώτησε μόνο ἄν θεραπεύτηκαν κι αὐτοί καί γιατί δέ γύρισαν νά τόν εὐχαριστήσουν. Δέ ρώτησε βέβαια ἐπειδή ὁ ἴδιος δέν ἤξερε ὅτι εἶχαν θεραπευτεί ὅλοι. Ὄχι. Γνώριζε πώς θά θεραπευτούν προτοῦ κἄν τούς δεῖ καί τούς συναντήσει. Ἔκανε ὅμως τήν ἐρώτηση σάν μιά εὐγενική ἐπίπληξη. Ἐμεῖς, ὅταν δίνουμε ἕνα νόμισμα σε κάποιον ἐπαίτη, ἐκνευριζόμαστε καί ξεσποῦμε σέ κραυγές ἂν δέ μᾶς εὐχαριστήσει. Σκεφτείτε τώρα πόσο θά ἐκνευριζόμασταν καί θά καταγγέλαμε τούς ἐννιά αὐτούς ἀνθρώπους, ἄν ὑποτεθεί πώς εἴχαμε τη δύναμη καί τούς θεραπεύσαμε από τέτοια φοβερή ἀρρώστια κι ἐκεῖνοι δέ γύρισαν νά μᾶς ποῦν οὔτε ἕνα εὐχαριστῶ.
Οἱ μέρες μας εἶναι γεμάτες ἀπό ὀργισμένους ἀνθρώπους ἐνάντια στούς ἀγνώμονες. Ὁ ἀέρας πού μᾶς περιβάλει εἶναι γεμάτος από μίση καί ὕβρεις πού ἐκστομίζονται από χείλη ἀνθρώπων καθημερινά, ἀπό φυλακῆς πρωίας μέχρι νυκτός, πρός τούς ἀγνώμονες. Πόσο μικρά ὅμως εἶναι αὐτά πού κάνει ὁ ἄνθρωπος, σε σχέση μέ τά μέγιστα πού ἀκούραστα καί ἀδιάλειπτα κάνει ὁ Θεός γιά τούς ἀνθρώπους, ἀπό τή στιγμή που γεννήθηκαν ὥς τό θάνατό τους! Ὁ Θεός ὅμως ποτέ δέ μέμφεται, ποτέ δέν ὀργίζεται στόν ἀγνώμονα, ἀλλά τόν ἐπιπλήττει εὐγενικά και ρωτάει ὅσους τόν λατρεύουν στό ναό: «Ποῦ εἶναι τά ἄλλα παιδιά Μου; Δέν ἔδωσα τήν ὑγεία σε χιλιάδες; Γιατί βρίσκονται μόνο λίγες δεκάδες στο ναό Μου; Δέ δίνω τό φῶς τοῦ ἥλιου σε ἑκατομμύρια; Γιατί εἶστε μόνο λίγες ἑκατοντάδες οἱ εὐγνώμονες; Δέν ὀμόρφυνα τούς ἀγρούς, δέν τούς γέμισα μέ πλούσια σοδειά, μέ κάθε χόρτο γιά τά κοπάδια; Γιατί εἶστε μόνο λίγοι ἐσεῖς πού γονατίζετε μέ εὐχαριστία μπροστά Μου; Ποῦ εἶναι τά ἄλλα παιδιά Μου; Ποῦ εἶναι οἱ δυνατοί καί ἰσχυροί πού κυβερνοῦν τά ἔθνη μέ τή δική Μου δύναμη καί ἰσχύ; Ποῦ εἶναι οἱ ἰσχυροί, ποῦ οἱ ἐπιτυχημένοι πού πλούτισαν ἀπό τά πλούτη Μου και πέτυχαν χάρη στό ἔλεός Μου; Ποῦ εἶναι οἱ εὐτυχισμένοι πού ἀντλοῦν τήν ὑγεία καί τήν εὐτυχία ἀπό τή δική Μου πηγή; Ποῦ εἶναι οἱ γονεῖς πού τά παιδιά τους τα βοηθάω να μεγαλώσουν καί νά γίνουν δυνατοί; Πού είναι οἱ δάσκαλοι πού τούς χορηγῶ σοφία καί γνώση;
Ποῦ εἶναι ὅλοι οἱ ἄρρωστοι που θεράπευσα; Ποῦ εἶναι ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοί πού καθάρισα τίς ψυχές τους ἀπό τήν ἁμαρτία, σά νά ‘ταν ἀπό λέπρα;»
Προσέξτε, εἰ μή ὁ ἀλλογενής οὗτος! Μόνο αὐτός γύρισε γιά νά εὐχαριστήσει. Εἶναι ὅμως κανένας ξένος, ἀλλογενής, στό Χριστό; Δέν ἦρθε γιά νά σώσει ὅλους τούς ἀνθρώπους κι ὄχι μόνο τούς Ἰουδαίους; Οἱ Ἰουδαῖοι ὑπερηφανεύονταν ἐπειδή ἦταν ὁ «περιούσιος», ὁ ἐκλεκτός λαός τοῦ Θεοῦ, πώς εἶχαν γνώση τοῦ Θεοῦ, πώς ἀπ’ αὐτήν τήν ἄποψη ξεπερνοῦσαν κάθε ἄλλο ἔθνος στή γῆ. Υπάρχει ὅμως ἕνα παράδειγμα που φανερώνει τό σκότος τοῦ μυαλού τους καί τή σκληρότητα τῆς καρδιᾶς τους. Ἕνας Ασσύριος, εἰδωλολάτρης, εἶχε πιό φωτισμένο μυαλό καί πιό εὐγενική καρδιά ἀπό τοὺς αὐτοθαυμαζόμενους Ἰουδαίους. Ἡ ἱστορία αὐτή μέ τούς ἐκλεκτούς ἤ τούς μή ἐκλεκτούς, δυστυχῶς ἐπαναλαμβάνεται και στις μέρες μας. Καί σήμερα κάποιοι εἰδωλολάτρες ἔχουν πιο ανοιχτό μυαλό καί πιό εὐγνώμονα καρδιά πρός τό Θεό ἀπό πολλούς χριστιανούς. Υπάρχουν μωαμεθανοί, βουδδιστές ἤ παρσιστές (οπαδοί τοῦ ζωροαστρισμοῦ) πού ντροπιάζουν πολλούς χριστιανούς μέ τις καρδιακές προσευχές τους στό Θεό καί τή θερμή εὐνωμοσύνη τους πρός Ἐκεῖνον.
Ἡ παραβολή τελειώνει μέ τά λόγια τοῦ Σωτήρα μας πρός τόν εὐγνώμονα Σαμαρείτη: «Καί εἶπεν αὐτῷ· ἀναστάς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε» (Λουκ. ιζ’ 19). Προσέξτε τη μεγαλοσύνη τῆς ταπείνωσης τοῦ Κυρίου, τήν ἀρχοντιά Του! Ὁ ἴδιος χαίρεται νά ὀνομάζει τούς ἀνθρώπους συνεργάτες του στα μέγιστα και καλά ἔργα Του. Θέλει ἔτσι νά ἐνισχύσει τό ηθικό τῆς ταπεινωμένης και ὑποτιμημένης ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Εἶναι ὑπεράνω τῆς ἀνθρώπινης ὑπερηφάνειας και ματαιότητας καί θέλει νά μοιράσει τη δική Του ἀξία μέ ἄλλους, τα πλούτη του μέ τούς φτωχούς, τη δόξα Του μέ τούς ἄπορους καί τούς θλιμμένους.
Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. Ὁ Σαμαρείτης είχε πραγματικά πιστέψει, ὅπως κι οἱ ἄλλοι ἐννιά λεπροί. Ἄν δέν εἶχαν πιστέψει στη δύναμη τοῦ Κυρίου, δέ θά φώναζαν Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. Σέ τί τούς χρησίμευε ἡ πίστη τους ὅμως; Μέ τήν ἴδια πίστη θα μποροῦσαν νά φωνάξουν σε χιλιάδες διάσημους γιατρούς τοῦ κόσμου: «Ἐλεῆστε μας, θεραπεῦστε μας!» Ὅλα ὅμως θ’ ἀπέβαιναν μάταια. Αν κάποιος ἀπ’ αὐτούς τούς χιλιάδες θνητούς γιατρούς τοῦ κόσμου τούς είχε θεραπεύσει, πιστεύετε πώς θ ̓ ἀπέδιδε τή θεραπεία στην πίστη τοῦ ἀρρώστου ἤ στη δική του ικανότητα κι ἐπιστημοσύνη; Δε συνηθίζουν οἱ γιατροί τοῦ κόσμου να ξεπερνοῦν σιωπηλά τίς εὐχαριστίες τῶν ἀρρώστων γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας τους, δίνουν μεγάλη ἔμφαση στη δική τους ἀξία καί συμμετοχή. Αὐτή εἶναι ἡ συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου προς ἄνθρωπο. Ὁ Χριστός ὅμως συμπεριφέρεται διαφορετικά στούς ἀνθρώπους. Ὁ Χριστός ἔχει ἕνα βαγόνι γεμάτο σιτάρι κι ὁ λεπρός Σαμαρείτης πρόσθεσε ἕνα σπυρί σιτάρι στο φορτίο. Το φορτίο μέ τό σιτάρι εἶναι ἡ θεϊκή Του δύναμη καί ἐξουσία. Το σπυρί τοῦ λεπροῦ εἶναι ἡ πίστη του στο Χριστό. Ὁ Χριστός ἀγαπᾶ πραγματικά τόν ἄνθρωπο καί δέν ὑποτιμᾶ τό μικρό σπυρί, ἀλλ’ ἀντίθετα θά τό τιμήσει περισσότερο ἀπό τό δικό του μεγάλο φορτίο. Γι’ αὐτό καί δέ λέει, ὅπως θά ‘λεγε κάθε ἄνθρωπος σε τέτοια περίπτωση: «Το φορτίο μου μέ τό σιτάρι θά σέ θρέψει». Δέ λέει «Εγώ σέ ἔσωσα», ἀλλά ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. Πόση μεγαλοψυχία κρύβεται στα λόγια αυτά! Πόσο μεγάλη εἶναι γιά ὅλους μας ἡ διδαχή Του! Πόσο μεγάλη εἶναι ἡ ἐπίπληξη στην ἀνθρώπινη ἰδιοτέλεια κι ὑπερηφάνεια!
Όλοι ἐκεῖνοι που κρύβουν το σπυρί τῆς ἀξίας τοῦ ἄλλου καί δίνουν ἔμφαση στο δικό τους φορτίο, ἄς ταπεινωθοῦν, ἄς διδαχτοῦν ἀπό το Χριστό, το Δίκαιο. Δέν εἶναι λιγότερο ληστές καί κλέφτες ἀπό τόν πλούσιο, πού προσθέτει το μικρό ἀγρό τοῦ φτωχοῦ στ’ ἀπέραντα δικά του στρέμματα. Ὅλοι οἱ στρατηγοί που κρύβουν τό ρόλο πού ἔπαιξαν οἱ στρατιῶτες στη νίκη και διασαλπίζουν προς κάθε κατεύθυνση μόνο τή δική τους συμμετοχή, ἄς σκύψουν λίγο κι ἂς διδαχτοῦν ἀπό τό Δίκαιο Χριστό. Ὅσοι ἀσχολοῦνται μέ τή βιομηχανία καί τό ἐμπόριο καί ἀποδίδουν στόν ἑαυτό τους καί στήν ἀξία τους, στη σοφία καί τήν τύχη τους, ὅλη τήν ἐπιτυχία πού ἀνήκει στούς ἐργάτες καί τούς υπαλλήλους τους, ἄς παραδειγματιστοῦν ἀπό τόν ταπεινό Ἰησοῦ. Τέλος ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, πού μέ τήν τυφλή ὑπερηφάνειά τους ἀποδίδουν κάθε καλό, κάθε ἱκανότητα και κάθε ἐπιτυχία μόνο στόν ἑαυτό τους κι ἀγνοοῦν ἤ ξεχνοῦν τήν τεράστια συμβολή τοῦ Θεοῦ, ἄς διδαχτοῦν ἀπό τό Θεό, πού ἀγαπᾶ ὁλόκληρο το ἀνθρώπινο γένος. Ἄς πλησιάσουν κι ἄς μάθουν πώς ὁ Θεός δέν ἀγνοεῖ καί δέν κρύβει οὔτε ἕνα σπυρί ἀπό τήν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου που προσθέτει στο μέγιστο δικό του φορτίο ἀξιῶν. Τό μόνο πού κρύβει εἶναι ἡ δική Του συμβολή καί δίνει ἔμφαση στη συμμετοχή τῶν ἀνθρώπων.
Ὑπάρχει μεγαλύτερο χτύπημα καί πιό φοβερή ἐπίπληξη στούς ἀνθρώπους για την κλοπή, τη ληστεία, τη σκληρότητα, τήν ὑπερηφάνεια καί τήν ἔλλειψη αγάπης που δείχνουν πρός τόν ἄνθρωπο καί τό Θεό; Ὅποιος ἔχει αἴσθηση συστολῆς, πρέπει πραγματικά να ντραπεῖ καί νά ταπεινωθεί μπροστά στην ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνος πού διατηρεῖ ἔστω καί μιά σπίθα τῆς συνείδησής του ἀναμμένη, ἄς μετανοήσει γιά τό χυδαίο κι ἀνόητο αὐτοθαυμασμό καί τήν αὐταρέσκειά του κι ἂς γίνει εὐγνώμων στο Θεό καί στούς ἀνθρώπους. Ἡ εὐγνωμοσύνη θά τοῦ διδάξει τήν ἀλήθεια, τή δικαιοσύνη καί τήν ταπείνωση.
Ἄν ἐμεῖς οἱ χριστιανοί γνωρίζαμε τήν ποικιλία καί τό πλῆθος τῶν πνευματικῶν νοσημάτων, ἀπό τά ὁποῖα ὁ Χριστός μᾶς θεραπεύει κάθε μέρα, θα στρέφαμε γρήγορα πρός Ἐκεῖνον τό πρόσωπό μας καί θά πέφταμε στα πόδια Του νά τόν εὐχαριστήσουμε από τη στιγμή αυτή ως το θάνατό μας. Ἡ ὥρα αὐτή δέν εἶναι μακριά για κανένα μας.
Δόξα καί αἶνος στον Κύριο καί Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστό, μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, τήν ὁμοούσια καί ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καί πάντα καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
1 Ὁ ἅγιος Νικόλαος κοιμήθηκε τό 1956, ὅταν ἀκόμα δέν εἶχε ἀνακαλυφθεῖ τό φάρμακο γιά τή λέπρα.
MΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΠΕΡΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ(απόσπασμα)
Ακούσατε τα λόγια του αποστόλου Παύλου με τα οποία απευθύνεται προς τους Θεσσαλονικείς, ενώ νομοθετεί για ολόκληρο τον κόσμο· διότι η διδασκαλία γινόταν γι’ αυτούς που κάθε φορά βρίσκονταν κοντά του, όμως η ωφέλεια από αυτήν διαβαίνει σε ολόκληρη τη ζωή των ανθρώπων. Λέει, λοιπόν, ο Απόστολος: «Πάντοτε χαίρετε, ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε(:Πάντοτε να χαίρεστε, ακόμη κι όταν έχετε πειρασμούς και θλίψεις. Αδιάλειπτα και ακατάπαυστα με την προσευχή και την ευλαβική διάθεση να επικοινωνείτε με τον Θεό. Για καθετί να ευχαριστείτε τον Θεό· διότι αυτό είναι το θέλημα του Θεού, που μας το δίδαξε ο Ιησούς Χριστός για να σας το κηρύξουμε)» Α’ Θεσ. 5, 16-18]. Λοιπόν, τι σημαίνει αυτό το «να χαίρεστε» και ποια ωφέλεια μπορεί να προκύψει από αυτήν την προτροπή, το πώς μπορεί επίσης να αποκτήσει κανείς την αδιάλειπτη προσευχή και το πώς θα κατορθώσει να ευχαριστεί τον Θεό για το καθετί, θα τα αναλύσουμε, κατά το δυνατόν, λίγο αργότερα.
Τώρα βέβαια είναι ανάγκη να αρχίσουμε από αυτά που μας λένε όσοι διαφωνούν με τον λόγο του Αποστόλου και διαβάλλουν την νομοθεσία αυτή ως αδύνατη, λέγοντας τα εξής: «Τι είδους αρετή είναι αυτή που μας διδάσκει ο Απόστολος; Πώς μπορεί μια ψυχή να βρίσκεται νύχτα-μέρα σε διάχυση και να ζει με χαρούμενη διάθεση, παίρνοντας το καθετί ελαφρά; Είναι ποτέ δυνατόν να κατορθώσει κανείς να ζει με αυτόν τον τρόπο, όταν μύρια ακούσια κακά μας κυκλώνουν καθημερινά και ρίχνουν την ψυχή μας σε στενόχωρη και κακόκεφη διάθεση; Αυτά μας κόβουν κάθε χαρά και ευδιαθεσία, εκτός βέβαια αν πούμε πως δεν πονάει όποιος ψήνεται στο τηγάνι ή ότι μπορεί κανείς να παραμένει ήρεμος και χαρούμενος, όταν κατατρυπιέται από τις λόγχες»[Απηχούνται εδώ βασανιστήρια μέσα της εποχής εκείνης, στα οποία υποβάλλονταν οι πιστοί από τους διώκτες τους].
Μήπως όμως, όποιος τα λέει αυτά υποφέρει από κακούς λογισμούς και «προφασίζεται προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις» [Ψαλμ. 140,4 : «Μὴ ἐκκλίνῃς τὴν καρδίαν μου εἰς λόγους πονηρίας τοῦ προφασίζεσθαι προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις(:Μην επιτρέψεις να εκτραπεί η καρδία μου σε λόγους πονηρούς ώστε να παρασυρθώ σε ανόητες προφάσεις για να δικαιολογήσω ολοφάνερες αμαρτίες μου)»]; Μήπως, επειδή δεν έχει διάθεση από οκνηρία να ακολουθήσει τις ευαγγελικές εντολές, επιχειρεί να στρέψει τις κατηγορίες εναντίον εκείνου που μας δίνει αυτά τα παραγγέλματα και ισχυρίζεται πως ο νομοθέτης μάς προτρέπει να τηρήσουμε πράγματα δύσκολα και ακατόρθωτα; Αυτός ο άνθρωπος θα λέει, ασφαλώς, με τον λογισμό του: «Πώς είναι δυνατόν να χαίρομαι, αφού τα αίτια της χαράς δεν ρυθμίζονται από εμένα;». Γιατί, μόνο όποιος σκέπτεται έτσι, λέει πως όσα γεννούν τη χαρά και την ευδιαθεσία προέρχονται από τους άλλους και δεν έχουν την πηγή τους στον ίδιο τον άνθρωπο.
Αυτοί, με άλλα λόγια, θεωρούν ως πηγή χαράς την ύπαρξη οικογένειας και φίλων, χρημάτων, δόξας, υγείας και όλων των άλλων αγαθών αυτής της ζωής. Αυτοί θέλουν συνεχή καλοζωία, πλούσιο τραπέζι, φίλους που να γλεντοκοπούν μαζί τους, ακούσματα και θεάματα που φέρνουν ηδονή και υγεία συγγενών. Με λίγα λόγια, αυτοί επιθυμούν καθετί καλό που έχει σχέση με την εφήμερη αυτή ζωή. Γιατί λυπηρά και στενάχωρα δεν είναι μόνο αυτά που συμβαίνουν προσωπικά στον καθένα, αλλά και αυτά που βαραίνουν και λυπούν τους φίλους και τους συγγενείς του.
Αυτά όλα πρέπει να υπάρχουν, καθώς λένε, για να μπορεί να χαρεί η ψυχή και να έχει διαρκώς καλή διάθεση. Κοντά σε αυτά, προσθέτουν, θα πρέπει να υπάρχουν και άλλα, όπως η νίκη κατά των έχθρων, η καταστολή των κακών και η ανταμοιβή όσων μας ευεργετούν. Και με λίγα λόγια, θα πρέπει να συντρέχουν όλα τα καλά, ώστε να μη διαταράσσεται η ζωή μας από κάτι που μας συνέβη ή από κάτι που φοβόμαστε ότι θα μας συμβεί. Γιατί αυτοί επιμένουν και λένε: «Η ψυχή, μόνο όταν συντρέχουν όλοι αυτοί οι παράγοντες, μπορεί να είναι χαρούμενη και ειρηνική».
Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα, τότε πώς μπορεί κανείς να χαίρεται, όπως μας παραγγέλλει ο Απόστολος, αφού δεν εξαρτάται αυτό από εμάς, αλλά από τόσους άλλους εξωτερικούς παράγοντες; Πώς μπορεί, επιπλέον, να προσεύχεται κανείς αδιάκοπα, όταν έχουμε τόσες ανάγκες και όταν πρέπει να σκεφθούμε τόσα πράγματα που μας αφορούν άμεσα; Πώς μπορεί να τρέχει ο νους ταυτόχρονα και στην αντιμετώπιση της καθημερινότητας και στην προσευχή; «Έχω εντολή» -λέει όποιος σκέπτεται έτσι- «να ευχαριστώ τον Θεό για καθετί στη ζωή μου; Θα Τον ευχαριστήσω λοιπόν και όταν βασανίζομαι; Θα Τον δοξάσω και όταν ταλαιπωρούμαι, όταν με κακομεταχειρίζονται, όταν με βάζουν στο βασανιστικό όργανο του τροχού [Ο τροχός χρησιμοποιήθηκε από τους ειδωλολάτρες σε πολλά Μαρτύρια Αγίων, όπως του αγίου Γεωργίου και της αγίας Αικατερίνης] ή όταν μου βγάζουν τα μάτια; Θα ευχαριστήσω όταν με χτυπούν και με εξευτελίζουν οι εχθροί μου ή όταν παγώνω από το κρύο, όταν λιμοκτονώ, όταν είμαι δεμένος στο ξύλο της καταδίκης, όταν απροσδόκητα χάσω τα παιδιά μου ή τη σύζυγό μου;Θα ευχαριστήσω τον Θεό όταν πέσω στα χέρια αγρίων πειρατών ή αδίσταχτων ληστών; Θα Τον ευχαριστήσω όταν τραυματισθώ, όταν συκοφαντηθώ, όταν καταντήσω ζητιάνος και όταν φυλακισθώ;».
Αυτά και άλλα τόσα αραδιάζουν, θέλοντας να κατηγορήσουν αυτόν που μας παρήγγειλε να ευχαριστούμε πάντα τον Θεό. Πιστεύουν ότι αυτή η συκοφαντία κατά του Αποστόλου -ότι δηλαδή μας παραγγέλλει πράγματα ανεφάρμοστα- είναι ταυτόχρονα και δικαιολογία αξιοσέβαστη για το ότι δεν εφαρμόζουν αυτό το παράγγελμα στη ζωή τους.
Τι πρέπει λοιπόν να τους απαντήσουμε; Θα πρέπει ασφαλώς, να τους πούμε ότι ο Απόστολος είχε άλλες κορυφές υπ’ όψιν του και προσπαθεί να μας ανυψώσει από τα επίγεια προς το ουράνιο πολίτευμα. Πώς θα ήθελαν λοιπόν εκείνοι που αδυνατούν να προσεγγίσουν τους υψηλούς αυτούς στόχους του Αποστόλου, αυτοί που κυλιούνται σαν σκουλήκια στον βούρκο των σαρκικών παθών, να μπορέσουν να κατανοήσουν και να εφαρμόσουν όσα ο Απόστολος μάς παραγγέλλει; Γιατί ο Απόστολος προσκαλεί σ’ αυτή την ατέρμονη χαρά όχι τον οποιονδήποτε, αλλά αυτόν που ζει όπως εκείνος ο ίδιος, ο οποίος δεν ζούσε πλέον «κατά σάρκα», αλλά είχε μέσα του «τον Ζώντα Χριστό» [Γαλ. 2, 20: «Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ(:Με το βάπτισμα έχω σταυρωθεί κι έχω πεθάνει μαζί με τον Χριστό. Κι αφού είμαι νεκρός, δεν έχει πλέον καμία ισχύ για μένα ο μωσαϊκός νόμος. Έγινα κοινωνός του σταυρικού θανάτου του Χριστού και είμαι νεκρός. Λοιπόν δεν ζω πλέον εγώ, ο παλαιός δηλαδή άνθρωπος, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός. Και τη φυσική ζωή που ζω μέσα στο σώμα μου τώρα που επέστρεψα στον Χριστό, τη ζω με την έμπνευση και την κυριαρχία της πίστεως στον Υιό του Θεού, ο Οποίος με αγάπησε και παρέδωσε τον εαυτό Του για τη σωτηρία μου)»]. Ζούσε, δηλαδή, σαν άσαρκος και σαν να μην είχε καμιά σχέση και καμιά εξάρτηση από όλα αυτά τα εφήμερα, που εμποδίζουν τον άνθρωπο να ζήσει την κοινωνία του με το Ύψιστο Αγαθό, τον Θεό.
Και στην περίπτωση όμως που η σάρκα κόβεται και ξεσχίζεται, η κακοποίηση αυτή αναφέρεται μόνο στο σώμα, αφού αυτά τα βάσανα δεν είναι δυνατόν να εγγίσουν την ψυχή. Γιατί, αν ζει κανείς σύμφωνα με τις πνευματικές υποθήκες του Αποστόλου, αν έχει δηλαδή νεκρώσει τα γήινα μέλη του [ βλ. Κολ. 3, 5: «Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακήν, καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία(:Νεκρώστε λοιπόν τα μέλη σας που επιθυμούν τις γήινες απολαύσεις και ηδονές. Νεκρώστε την πορνεία, την ακαθαρσία, κάθε πάθος και υποδούλωση στο κακό, κάθε κακή επιθυμία και την πλεονεξία, η οποία είναι λατρεία στο είδωλο του χρήματος)»] και περιφέρει στα μέλη του την νέκρωση του Χριστού [Β’ Κορ. 4, 10: «Πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ(:Διαρκώς και κάθε μέρα περιφέρουμε στις περιοδείες μας το σώμα μας κυκλωμένο από τον έσχατο κίνδυνο να πεθάνουμε, όπως πέθανε ο Κύριος Ιησούς, αλλά αυτό γίνεται για να φανερωθεί στον κόσμο με τη διάσωση του σώματός μας από τους καθημερινούς κινδύνους ότι ο Ιησούς εξακολουθεί να ζει)»], τότε οπωσδήποτε ο σωματικός τραυματισμός δεν θα προχωρήσει προς την ψυχή, η οποία έχει ήδη απελευθερωθεί από τα δεσμά της.
Έτσι η δυσφήμιση, οι ζημιές και οι θάνατοι των συγγενών δεν θα επηρεάσουν, ούτε θα μειώσουν το υψηλό φρόνημα της ψυχής, με τις εφήμερες ταλαιπωρίες και κακοπάθειες. Γιατί, αν οι άνθρωποι αυτοί αντιμετώπιζαν με γενναιότητα όλα τα δεινά που τους συμβαίνουν, δεν θα φόρτωναν τους άλλους με τα δικά τους βάσανα, αφού και αυτοί οι ίδιοι δεν θα λυπούνταν υπερβολικά και δεν θα καταβάλλονταν. Αν όμως αυτοί ζουν σύμφωνα με το σαρκικό φρόνημα [βλ. Ρωμ. 8, 13: «Εἰ γὰρ κατὰ σάρκα ζῆτε, μέλλετε ἀποθνήσκειν· εἰ δὲ Πνεύματι τὰς πράξεις τοῦ σώματος θανατοῦτε, ζήσεσθε(:Διότι, εάν ζείτε ως δούλοι των επιθυμιών της σαρκός, οπωσδήποτε πρόκειται να πεθάνετε τον αθάνατο θάνατο της αιώνιας κόλασης, τον οποίο φέρνει στον άνθρωπο ο αιώνιος χωρισμός από τον Θεό. Εάν όμως με τις αναγεννημένες από τη θεία χάρη πνευματικές σας δυνάμεις νεκρώνετε τις κακές πράξεις του σώματος, θα ζήσετε αιώνια και ευτυχισμένα)»], όχι μόνο θα βαρύνουν και θα λυπήσουν τους άλλους, αλλά επιπλέον θα είναι αξιοκατάκριτοι. Και αυτό, όχι βέβαια γιατί τους έχουν βρει δύσκολες περιστάσεις, αλλά κυρίως γιατί δεν αντιμετώπισαν τις περιστάσεις αυτές σωστά και έτσι έδειξαν ότι έχουν κακή και διεστραμμένη προαίρεση. Με λίγα λόγια, η ψυχή που έχει προσδεθεί στερεά στον πόθο των Ουρανίων και του Κτίστη της, αυτή που αρέσκεται να κοσμείται με τα ουράνια κάλλη, αυτή δεν θα αλλοιωθεί, ούτε θα χάσει την ευδιαθεσία και τη χαρά της, εξαιτίας διαφόρων εφήμερων κακοτυχιών. Αλλά, αντίθετα, όσα για τους άλλους είναι ανυπόφορα, αυτή θα τα κάνει αφορμή για μεγαλύτερη ανάπαυση και ευφροσύνη.
Ένας τέτοιος άνθρωπος θα ζει σαν τον Απόστολο, ο οποίος δεν ταραζόταν όταν αρρώσταινε ή όταν τον έβρισκαν θλίψεις, διωγμοί, και διάφορες άλλες αντίξοες περιστάσεις. Αλλά θεωρούσε ως αφορμή καύχησης τις στερήσεις του [Β’ Κορ. 12, 9-10: «Καὶ εἴρηκέ μοι· ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται. ἥδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ᾿ ἐμὲ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ. Διὸ εὐδοκῶ ἐν ἀσθενείαις, ἐν ὕβρεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν διωγμοῖς, ἐν στενοχωρίαις, ὑπὲρ Χριστοῦ· ὅταν γὰρ ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμι(:Αλλά ο Κύριος μού είπε: ‘’Σου είναι αρκετή η χάρις που σου δίνω. Διότι η δύναμή μου αναδεικνύεται τέλεια, όταν ο άνθρωπος είναι ασθενής και με την ενίσχυσή μου κατορθώνει μεγάλα και θαυμαστά’’. Με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση λοιπόν θα καυχιέμαι περισσότερο στις ασθένειές μου, για να κατοικήσει μέσα μου η δύναμη του Χριστού. Γι’ αυτό ευφραίνομαι στις ασθένειες, στους χλευασμούς, στις ανάγκες, στους διωγμούς, στις στενοχώριες, όταν τα υποφέρω όλα αυτά για τη δόξα του Χριστού. Διότι όταν με τις θλίψεις και τις περιπέτειες φαίνομαι εξαιρετικά ασθενής, τότε είμαι δυνατός. Διότι τότε μου δίνει ο Θεός περισσότερη χάρη)»], την πείνα, την δίψα, το κρύο και την γυμνότητα, τους διωγμούς και τα βάσανα [Β’ Κορ. 11, 27: «Ἐν κόπῳ καὶ μόχθῳ, ἐν ἀγρυπνίαις πολλάκις, ἐν λιμῷ καὶ δίψει, ἐν νηστείαις πολλάκις, ἐν ψύχει καὶ γυμνότητι(:Υπηρέτησα τον Κύριο με κόπο και μόχθο, με αγρυπνίες πολλές φορές, με πείνα και δίψα, όταν απομονωνόμουν σε μακρινές οδοιπορίες, με νηστείες πολλές φορές, με ψύχος και γυμνότητα, όταν με θερινά ρούχα με έπιανε αιφνιδιαστικά ο χειμώνας)»]. Για όσα οι άνθρωποι λυπούνται και αποκάμουν, γι’ αυτά ο Απόστολος χαιρόταν και τα θεωρούσε αφορμή καύχησης και ευφροσύνης.
Αυτοί λοιπόν που δεν στοιχίζονται στη γραμμή σκέψης του Αποστόλου δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουν ότι το καθετί μπορεί να γίνει για μας προσκλητήριο, για να ζήσουμε σύμφωνα με τις ευαγγελικές εντολές.Αυτοί οι άνθρωποι τολμούν να κατηγορούν τον Απόστολο και να λένε ότι δήθεν μας δίνει ανεφάρμοστες εντολές και μας παρακινεί να επιχειρούμε ακατόρθωτα πράγματα. Θα ήταν καλό όμως, αυτοί να αναλογισθούν πόσες είναι οι μεγάλες δωρεές και ευεργεσίες του Θεού, οι οποίες είναι πηγές χαράς και αφορμή συνεχούς ευφροσύνης για τον καθένα μας. Να, δέστε, για παράδειγμα, μερικές από αυτές:
Ήλθαμε από το μηδέν στην ύπαρξη. Δημιουργηθήκαμε σύμφωνα με την εικόνα του Κτίστη μας [Γέν. 1, 26: «Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν, καὶ ἀρχέτωσαν τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῶν κτηνῶν καὶ πάσης τῆς γῆς καὶ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπὶ γῆς γῆς(: Και ο Θεός Πατήρ, εκφράζοντας την θεία και αγαθή βουλή και σκέψη Του προς τα άλλα δύο πρόσωπα της αγίας και αδιαιρέτου και ζωοποιού Τριάδος, τον ομοούσιο προς Αυτόν μονογενή Υιό και Λόγο Του και το ομόθρονο και συναΐδιο προς Αυτόν Παράκλητο Πνεύμα, είπε: «Ας κάνουμε μέγα και θαυμαστό δημιούργημα, το τιμιότερο από όλα τα ζωντανά κτίσματα, για το οποίο δημιουργήθηκε ο ουρανός, η γη, η θάλασσα και όλα όσα υπάρχουν σε αυτά. Ας κάνουμε άνθρωπο, άντρα και γυναίκα, και ας τον τιμήσουμε με έξοχα χαρίσματα και θείες ικανότητες· δηλαδή με ψυχή λογική και αθάνατη, με ελεύθερη βούληση, με ικανότητα γνωστική και δημιουργική και εξουσία σε όλο τον ορατό κόσμο και ας τον κάνουμε έτσι, ώστε να μπορεί, αν θέλει, να γίνει όμοιος με εμάς κατά την αρετή, την οσιότητα και αγιότητα, όσο αυτό είναι δυνατόν στο κτίσμα να ομοιάσει τον κτίστη του. Και ο άνδρας και η γυναίκα ας εξουσιάζουν ως άλλοι αντιβασιλείς τα ψάρια της θάλασσας και τα πτηνά, που διασχίζουν τους ορίζοντες και τα μεγάλα ζώα της γης, άγρια και ήμερα, και όλα τα άλλα μικρά ζώα, που κινούνται σαν να σύρονται και τα έντομα, τα οποία ζουν πάνω στη γη»)»], Έχουμε προικισθεί με νου και γνώση, που μας δίνουν τη δυνατότητα να γνωρίσουμε τον Θεό. Και μπορούμε με αυτά τα χαρίσματα, που πήραμε από τον Θεό κατά τη δημιουργία μας, να ατενίζουμε το κάλλος της δημιουργίας και να διαβάζουμε, σαν να ήταν γράμματα, το βιβλίο της κτίσης. Μπορούμε έτσι να κατανοούμε την Πανσοφία και την Πρόνοια του Θεού για όλα Του τα κτίσματα [Δαν. 3, 21: «Καὶ γνώτωσαν ὅτι σὺ εἶ Κύριος Θεὸς μόνος καὶ ἔνδοξος ἐφ’ ὅλην τὴν οἰκουμένην(:Και ας γνωρίσουν ότι Εσύ είσαι ο μόνος αληθινός Κύριος και Θεός, μόνος και ένδοξος σε όλη την οικουμένη)»] .
Με αυτά τα δώρα είμαστε σε θέση να ξεχωρίσουμε το καλό από το κακό. Και το σπουδαιότερο, με αυτά οδηγούμαστε στο να επιλέγουμε το καλό και να αποφεύγουμε το κακό. Με αυτά μπορούμε να κατανοούμε ότι, ενώ εμείς αμαρτήσαμε και αποξενωθήκαμε από το καλό, Εκείνος μας ανακάλεσε κοντά Του, αφού πρώτα μας ελευθέρωσε από την ατιμωτική δουλεία μας στον διάβολο, με το Αίμα του Μονογενή Υιού Του. Ας αναλογισθούμε, τέλος, τα αγαθά που επιφυλάσσονται για μας, αγαθά που υπερβαίνουν την δύναμη κάθε διάνοιας και λογικής προσέγγισης, όπως η ελπίδα της αναστάσεως, ο συναυλισμός με τους αγίους Αγγέλους και η Ουράνια Βασιλεία.
Δεν θα ΄πρεπε αυτά να τα θεωρούμε αρκετά για να αντλούμε ατελεύτητη χαρά και διαρκή ευφροσύνη;
Μήπως έχουμε την εντύπωση ότι ο κοιλιόδουλος, εκείνος που γλεντοκοπά και όποιος κοιμάται στα μαλακά στρώματα, αυτός ζει σωστά και με τρόπο που μπορεί να τον κάνει ευτυχισμένο; Εγώ, αντίθετα, θα θεωρούσα ότι αυτούς θα πρέπει να τους κλαίμε και να μακαρίζουμε τους άλλους, όσους δηλαδή περνούν αυτή την εφήμερη ζωή με την ελπίδα του μέλλοντα αιώνα και όσους ανταλλάσσουν τα παρόντα και τα μηδαμινά με τα μελλοντικά και τα αιώνια.
Θα πρέπει να θεωρούμε, κυριολεκτικά, μακάριους αυτούς που ζουν σε κοινωνία με τον Θεό, ακόμα και αν αυτοί ζουν μέσα στο καμίνι, όπως οι άγιοι Τρεις Παίδες στη Βαβυλώνα (βλ. Δαν. 6, 15 κ. εξ.) ή είναι κλεισμένοι στα λιοντάρια ή και αν ακόμα βρίσκονται στην κοιλιά του κήτους [Ιων. 2, 1: «Καί προσέταξε Κύριος κήτει μεγάλῳ καταπιεῖν τὸν ᾿Ιωνᾶν· καὶ ἦν ᾿Ιωνᾶς ἐν τῇ κοιλίᾳ τοῦ κήτους τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας(:Και διέταξε ο Κύριος μέγα κήτος να καταπιεί τον Ιωνά· και ήταν ο Ιωνάς μέσα στην κοιλία του κήτους τρεις ημέρες και τρεις νύκτες)»]. Αυτούς πρέπει να τους μακαρίζουμε και να τους θεωρούμε πραγματικά χαρούμενους και ευτυχισμένους. Επειδή αυτοί δεν θλίβονται για τα παρόντα και γήινα αγαθά, αλλά ευφραίνονται με την ελπίδα που γεννιέται από τα μέλλοντα και αιώνια.
Ο καλός πνευματικός αγωνιστής, που άρχισε να παλεύει στο στάδιο της ευσέβειας, θα πρέπει να υπομένει με γενναιότητα τα χτυπήματα των αντιπάλων του, έχοντας πάντα την ελπίδα της δόξας που θα του χαριστεί με τα ουράνια στεφάνια.
Όσοι επιδίδονται στον αθλητισμό, συνηθίζουν στους κόπους της παλαίστρας και δεν σταματούν να αγωνίζονται όταν δέχονται χτυπήματα. Αλλά παλεύουν με τους αντιπάλους τους, περιφρονώντας τους κόπους της στιγμής, γιατί παίρνουν δύναμη από τον πόθο της νίκης. Έτσι, κανένα χτύπημα δεν καταφέρνει να επισκιάσει τη χαρά του παλαιστή. Γιατί «ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα, ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει(:Και δεν καυχόμαστε μόνο για τη δόξα που ελπίζουμε, αλλά καυχόμαστε και για τις θλίψεις˙ διότι γνωρίζουμε ότι η θλίψη παράγει σιγά – σιγά ως μόνιμο και τέλειο έργο την υπομονή, η υπομονή παράγει αρετή δοκιμασμένη και τέλεια, και η δοκιμασμένη αρετή παράγει την ελπίδα στον Θεό. Και η ελπίδα αυτή δεν ντροπιάζει και δεν διαψεύδει αυτόν που την έχει, διότι η αγάπη που έδειξε σε μας ο Θεός, στον Οποίο ελπίζουμε, εκχύθηκε και πλημμύρισε τις καρδιές μας με το Άγιο Πνεύμα που μας δόθηκε ως αρραβώνας της ελπίδας μας)» [Ρωμ. 5, 3-5].
Ο ίδιος ο Απόστολος μάς έχει και άλλη φορά παραγγείλει να υπομένουμε την ώρα της θλίψης και να χαιρόμαστε, τρέφοντας την ελπίδα [Ρωμ.12,12:«Τῇ ἐλπίδι χαίροντες, τῇ θλίψει ὑπομένοντες, τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες(:Η ακλόνητη ελπίδα σας στα μελλοντικά αγαθά να σας γεμίζει χαρά και να σας ενισχύει για να δείχνετε υπομονή στη θλίψη. Και να επιμένετε στην προσευχή, από την οποία θα παίρνετε μεγάλη βοήθεια για όλες αυτές τις αρετές, καθώς και για τις δύσκολες περιστάσεις της ζωής)»]. Η ελπίδα λοιπόν είναι αυτή που χαρίζει την διαρκή χαρά στην ψυχή του γενναίου.
Ο απόστολος Παύλος εξάλλου, μας παραγγέλλει «να κλαίμε μαζί με αυτούς που κλαίνε» [Ρωμ. 12, 15: «Χαίρειν μετὰ χαιρόντων καὶ κλαίειν μετὰ κλαιόντων(:Να χαίρεστε μαζί με εκείνους που χαίρονται, και να κλαίτε μαζί με εκείνους που κλαίνε)»]. Έγραφε μάλιστα προς τους Φιλιππησίους πως ο ίδιος έκλαιγε για τους εχθρούς του Σταυρού του Χριστού [βλ. Φιλιπ. 3, 18: «Πολλοὶ γὰρ περιπατοῦσιν, οὓς πολλάκις ἔλεγον ὑμῖν, νῦν δὲ καὶ κλαίων λέγω, τοὺς ἐχθροὺς τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ(:Σας λέω να παραδειγματίζεστε μόνο απ’ αυτούς που ζουν σύμφωνα με το δικό μας υπόδειγμα, διότι πολλοί παρουσιάζουν κακή συμπεριφορά. Όταν ήμουν στους Φιλίππους, πολλές φορές σας έκανα λόγο γι’ αυτούς. Τώρα όμως, επειδή στο μεταξύ χειροτέρευσαν, μιλώ κλαίγοντας γι’ αυτούς που με τη σαρκική ζωή τους αποδεικνύονται εχθροί του σταυρού του Χριστού, ο οποίος είναι σύμβολο αυτοθυσίας και πόνου)»].
Γιατί όμως πρέπει να λέμε ότι ο προφήτης Ιερεμίας θρηνεί [Ιερ. Θρήν. 1, 1 κ. εξ.] ή ότι ο προφήτης Ιεζεκιήλ γράφει θρήνους κατόπιν εντολής του Θεού [Ιεζ. 2, 10: «Καὶ ἀνείλησεν αὐτὴν ἐνώπιόν μου, καὶ ἦν ἐν αὐτῇ γεγραμμένα τὰ ἔμπροσθεν καὶ τὰ ὄπισθεν, καὶ ἐγέγραπτο ἐπ᾿ αὐτὴν θρῆνος καὶ μέλος καὶ οὐαί(:Ξεδίπλωσε δε και άνοιξε μπροστά μου το χέρι εκείνο το βιβλίο αυτό και είδα ότι ήταν γραμμένο και από μπροστά και από πίσω. Ήσαν επίσης γραμμένα σε αυτό θρήνοι, μοιρολόγια και φοβερές απειλές)» ]και ότι πολλοί από τους Αγίους θρηνούν και κλαίνε; «Αλίμονό μου, μητέρα μου», λέει ο Προφήτης, «γιατί με γέννησες» [Ιερεμ. 15, 10: «Οἴμοι ἐγὼ μῆτερ, ὡς τίνα με ἔτεκες; ἄνδρα δικαζόμενον καὶ διακρινόμενον πάσῃ τῇ γῇ· οὔτε ὠφέλησα, οὔτε ὠφέλησέ με οὐδείς· ἡ ἰσχύς μου ἐξέλιπεν ἐν τοῖς καταρωμένοις με(: Αλίμονο σε εμένα, μητέρα μου, σαν ποιου είδους άνθρωπο με γέννησες για να είμαι μεταξύ των ανθρώπων; Με γέννησες για να είμαι άνθρωπος, ο οποίος δικάζεται και διακρίνεται για τους ελέγχους, για τις επιπλήξεις, για τη διδασκαλία σε όλη τη χώρα. Εγώ ούτε κανένα ωφέλησα, αλλά ούτε και ωφέλεια έλαβα από κανένα άλλον. Η ψυχική μου αντοχή και δύναμη εξαντλήθηκαν από τις κατάρες και λοιδορίες, που δέχομαι εκ μέρους εκείνων που ακούνε τις προφητείες μου)»].
Και, πάλι, άλλος προφήτης λέει: «Οἴμοι, ψυχή, ὅτι ἀπόλωλεν εὐσεβὴς ἀπὸ τῆς γῆς καὶ κατορθῶν ἐν ἀνθρώποις οὐχ ὑπάρχει· πάντες εἰς αἵματα δικάζονται, ἕκαστος τὸν πλησίον αὐτοῦ ἐκθλίβουσιν ἐκθλιβῇ(:Αλίμονο, ψυχή μου, διότι τόση είναι η κοινωνική αποσύνθεση και διαφθορά, ώστε χάθηκε ο ευσεβής και ευλαβής άνθρωπος από την γη των Ιουδαίων δεν υπάρχει πλέον άνθρωπος δίκαιος, άνθρωπος αρετής και θεοφιλών έργων. Όλοι είναι δοσίλογοι για φόνους και αιματηρά εγκλήματα· καθένας καταπιέζει τον πλησίον του με ασπλαχνία και σκληρότητα)» [Μιχ. 7, 2]. Και αλλού πάλι λέει: «Οἴμοι, ὅτι ἐγενήθην ὡς συνάγων καλάμην ἐν ἀμήτῳ, καὶ ὡς ἐπιφυλλίδα ἐν τρυγητῷ, οὐχ ὑπάρχοντος βότρυος τοῦ φαγεῖν τὰ πρωτόγονα(:Αλίμονο επειδή κατάντησα να μοιάζω με εκείνον ο οποίος συλλέγει τα στάχυα που απέμειναν από το δρεπάνι των θεριστών, και τα τσαμπιά με τις ασθενικές και λίγες ρώγες· που απέμειναν μετά τον τρύγο, οπότε δεν υπάρχει κανένα πρώιμο καλό σταφύλι για να φάει κανείς)» [Μιχ. 7, 1].
Και αν, με λίγα λόγια, ερευνήσεις την Αγία Γραφή και αν παρατηρήσεις την πιο θλιμμένη κραυγή που αυτή περιέχει, θα αντιληφθείς πως είναι θρήνος για την άθλια και πρόσκαιρη ζωή του ανθρώπου. «Αλίμονο μου», λέει ο Ψαλμωδός, «γιατί η επίγεια διαμονή μου πήρε τόση παράταση» [Ψαλμ. 119, 5: «Οἴμοι! Ὃτι ἡ παροικία μου ἐμακρύνθη, κατεσκήνωσα μετὰ τῶν σκηνωμάτων Κηδάρ(: Αλίμονο, διότι η ξενιτιά μου μακριά από την πολυπόθητη και φιλειρηνική Σιών παρατάθηκε επί μακράν, κατασκήνωσα και έστησα την άθλια σκηνή του μετανάστη μαζί με τις σκηνές των βαρβάρων και εχθρών της ειρήνης Κηδαρινών, που περιφέρονται στην έρημο της Αραβίας)»].
Ο Απόστολος επίσης λέει ότι επιθυμούσε να φύγει από αυτήν τη ζωή και να βρεθεί μαζί με τον Χριστό [Φιλιπ. 1, 23: «Συνέχομαι δὲ ἐκ τῶν δύο, τὴν ἐπιθυμίαν ἔχων εἰς τὸ ἀναλῦσαι καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι· πολλῷ γὰρ μᾶλλον κρεῖσσον(:Και τα δύο με συνεπαίρνουν και με συνέχουν, και η επιθυμία της ζωής και η επιθυμία του θανάτου. Και υπερισχύει η επιθυμία να φύγω απ’ την ζωή αυτή και να είμαι μαζί με τον Χριστό. Διότι αυτό είναι ασυγκρίτως καλύτερο για μένα)»] και θεωρεί εμπόδιο της χαράς του την παράταση της επίγειας διαμονής.
Ο Ψαλμωδός εξάλλου μας άφησε ένα θρήνο για τον φίλο του Ιωνάθαν, με τον οποίο θρήνησε παράλληλα και τον εχθρό του: «Πονώ για σένα», λέει, «αδελφέ μου Ιωνάθαν» [Β’ Βασ. 1, 26: «Ἀλγῶ ἐπὶ σοί, ἀδελφέ μου ᾿Ιωνάθαν· ὡραιώθης μοι σφόδρα, ἐθαυμαστώθη ἡ ἀγάπησίς σου ἐμοὶ ὑπὲρ ἀγάπησιν γυναικῶν(: Πονώ και υποφέρω για τον θάνατό σου, αδελφέ μου Ιωνάθαν· ήσουν για εμένα εξαιρετικά ωραίος· η αγάπη μου προς εσένα ήταν ανώτερη και αυτής της αγάπης των γυναικών, που είναι εκ φύσεως δυνατή)»] και «κλάψτε θυγατέρες του Ισραήλ για τον Σαούλ» [Β’ Βασ. 1, 24: «Θυγατέρες ᾿Ισραήλ, ἐπὶ Σαοὺλ κλαύσατε, τὸν ἐνδιδύσκοντα ὑμᾶς κόκκινα μετὰ κόσμου ὑμῶν, τὸν ἀναφέροντα κόσμον χρυσοῦν ἐπὶ τὰ ἐνδύματα ὑμῶν(: Κλάψτε, θυγατέρες του Ισραήλ, για τον Σαούλ, που σας έντυνε με κόκκινα ενδύματα με στολίδια, που τα έπαιρνε από τους εχθρούς και σας έφερνε χρυσά στολίδια για τα φορέματά σας)»]. Τον Ιωνάθαν, βέβαια, τον θρηνεί γιατί ήταν φίλος του. Αλλ’ όμως κλαίει και τον εχθρό του Σαούλ, γιατί αυτός πέθανε μέσα στην αμαρτία.
Τι άλλο άραγε χρειάζεται να προσθέσουμε; Ο Ίδιος ο Κύριος δάκρυσε για τον Λάζαρο [Ιω. 11, 35: «Λέγουσιν αὐτῷ· Κύριε, ἔρχου καὶ ἴδε. Ἐδάκρυσεν ὁ ᾿Ιησοῦς(:Όσοι ήταν εκεί Του είπαν: ‘’Κύριε, έλα να δεις’’. Και καθώς πήγαινε στον τάφο, δάκρυσε ο Ιησούς από συμπάθεια για την θλίψη των δύο αδελφών)»] και για την Ιερουσαλήμ [Λουκ. 19, 41: «Καὶ ὡς ἤγγισεν, ἰδὼν τὴν πόλιν ἔκλαυσεν ἐπ᾿ αὐτῇ(:Και όταν πλησίασε και είδε την πόλη Ιερουσαλήμ, τον έπιασαν λυγμοί και έχυσε άφθονα δάκρυα γι’ αυτήν)»] και μακαρίζει αυτούς που πενθούν και κλαίνε [Ματθ. 5, 4: «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακλήθησονται(:Μακάριοι είναι εκείνοι που πενθούν για τις αμαρτίες τους και για το κακό που επικρατεί στον κόσμο, διότι αυτοί θα παρηγορηθούν από τον Θεό)»– Λουκ. 6, 21: «Μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε(:Μακάριοι είστε εσείς που κλαίτε τώρα για τα αμαρτήματά σας και τις δοκιμασίες που δέχεστε με ευγνωμοσύνη από τον Θεό, ο Οποίος με αυτές σας παιδαγωγεί, διότι θα γελάσετε και θα χαρείτε στην άλλη ζωή)»].
Μερικοί όμως διαφωνούν, λέγοντας: «Καλά είναι όλα αυτά, αλλά πώς συμβιβάζονται με το αποστολικό «Πάντοτε χαίρετε» [Φιλιπ. 4,4];» Μήπως δεν έχουν και τα δάκρυα και η χαρά την ίδια προέλευση και αιτία; Γιατί τα μεν δάκρυα και η χαρά προκαλούνται από κάποιο απροσδόκητο αιφνιδιασμό που προσβάλλει και συστέλλει την καρδιά του ανθρώπου. Η χαρά επίσης είναι ένα είδος σκιρτήματος της ψυχής που, εξαιτίας κάποιου ευχάριστου πράγματος, συμφωνεί με τις επιθυμίες της και την αναπαύει. Γι’ αυτό ακριβώς οι εκφράσεις και οι εκδηλώσεις των δύο αυτών συναισθημάτων διαφέρουν. Σ’ αυτούς που πονούν και λυπούνται η μορφή είναι χλωμή, στακτόχρωμη και παγερή, ενώ σ’ αυτούς που σκιρτούν και χαίρονται η όψη είναι ζωντανή και ροδοκόκκινη, σαν να σκιρτά η ίδια η ψυχή και ζητά να πηδήξει προς τα έξω από την πολλή χαρά της.
Εδώ θα πρέπει να συμπληρώσουμε ότι και οι θρήνοι και τα δάκρυα των Αγίων προέρχονταν από τα βαθιά αισθήματα της αγάπης τους προς τον Θεό. Οι Άγιοι βίωναν διαρκώς την παρουσία του Θεού και αυτό τους αύξανε ολοένα και περισσότερο την ευφροσύνη, ενώ συγχρόνως οικονομούσαν τις ανάγκες των συνανθρώπων τους, πενθώντας για όσους είχαν αμαρτήσει και βοηθώντας τους να λειτουργούν τη μετάνοια και την διόρθωσή τους.
Όπως ακριβώς αυτοί που στέκονται στην παραλία και ατενίζουν με πόνο εκείνους που κινδυνεύουν να βυθιστούν από την φουρτούνα -δεν διακινδυνεύουν όμως την ασφάλειά τους για να τους σώσουν, αλλά κάνουν ό,τι άλλο μπορούν για να τους βοηθήσουν– έτσι δεν χάνουν τη βαθιά χαρά τους και αυτοί που πονούν και θλίβονται για τις αμαρτίες των συνανθρώπων τους. Αντίθετα, την πολλαπλασιάζουν, συμμετέχοντας στον πόνο και στην αγωνία των συνανθρώπων τους. Και αυτό, γιατί οι Άγιοι βρίσκονται σε στενότερη κοινωνία με τον Θεό και Τον παρακαλούν για τη θλίψη και τις δοκιμασίες των άλλων. Γι’ αυτό «είναι μακάριοι αυτοί που κλαίνε και πενθούν, γιατί αυτοί θα βρουν παρηγοριά και θα γελάσουν» [ Λουκ. 6. 21: «Μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε(:Μακάριοι είστε εσείς που κλαίτε τώρα για τα αμαρτήματά σας και τις δοκιμασίες που δέχεσθε με ευγνωμοσύνη από τον Θεό, ο οποίος μ’ αυτές σας παιδαγωγεί, διότι θα γελάσετε και θα χαρείτε στην άλλη ζωή)»]. Και με την λέξη «γέλωτα» ασφαλώς ο Κύριος δεν εννοεί το ξέσπασμα που κάνει το αίμα να ανεβαίνει και να ξανάβει το πρόσωπο του ανθρώπου, αλλά την ήρεμη και καθαρή από θλίψη, την γαλήνια και γλυκιά έκφραση του προσώπου. Ο Απόστολος λοιπόν, μας προτρέπει: «Χαίρειν μετὰ χαιρόντων καὶ κλαίειν μετὰ κλαιόντων(: Να χαίρεστε μαζί με εκείνους που χαίρονται, και να κλαίτε μαζί με εκείνους που κλαίνε)» [Ρωμ. 12, 15]. Γιατί αυτού του είδους τα δάκρυα γίνονται σπέρμα και πρόγευση της αιώνιας χαράς.
Ανέβασε τον νου σου στον ουρανό και δες τους αγίους Αγγέλους και πες μου αν αρμόζει σε αυτούς κάποια άλλη κατάσταση, εκτός από εκείνη της διαρκούς χαράς και της βαθιάς ευφροσύνης. Γιατί αυτοί έχουν αξιωθεί να στέκονται ενώπιον του Θεού και να απολαμβάνουν το ανέκφραστο κάλλος της δόξας του Κτίστη και Δημιουργού μας.
Σε τέτοιου είδους ζωή μας παρακινεί και εμάς ο Απόστολος, όταν μας λέει «πάντοτε να χαίρεστε».
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/09/homilia_de_gratiarum_actione.pdf
Βασιλείου του Μεγάλου, Άπαντα τα έργα, Ομιλίαι και λόγοι, ομιλία Γ΄,πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1973, τόμος 6, σελίδες 71-91.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.
https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-palaia-diathiki/
https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-kaini-diathiki/
Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
ΚΥΡΙΑΚΗ IB΄ΛΟΥΚΑ[:Λουκά 17, 12-19]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«Η ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 17-1-1999]
(Β 390) [β΄έκδοσις]
Σήμερα, αγαπητοί μου, η Εκκλησία μας προβάλλει τη θεραπεία των δέκα λεπρών. Την διήγηση την ακούσατε από το ιερό Ευαγγέλιον. Είναι γεμάτη περιεχομένου, με πολλά διδάγματα και συμπεράσματα. Θα μείνομε ωστόσο σε ένα. Εκείνο που έκανε εντύπωση και εις Αυτόν τον Κύριον. Η αχαριστία των εννέα λεπρών, αλλά και η ευγνωμοσύνη μόνον του ενός λεπρού που εθεραπεύθη και γύρισε να πει το «ευχαριστώ» του εις τον Κύριον. Κι αν πρέπει να δούμε το πράγμα επί τοις εκατό -μας προκαλεί ο αριθμός «δέκα λεπροί»- θα λέγαμε ότι το 90% είναι αχάριστοι οι άνθρωποι μέσα σε μία κοινωνία. Και μόνον το 10% είναι ευγνώμονες. Είναι απογοητευτικό. Και φαίνεται ότι είναι μία πραγματικότητα, την οποία ομολογουμένως ζούμε. Σε κάθε εποχή. Και στην εποχή μας.
Και δικαιολογημένα, λοιπόν, ο Κύριος εξέφρασε το παράπονό Του, όταν είπε: «Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; Οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;». «Μπα, δεν θεραπεύτηκαν οι δέκα; Οι άλλοι εννιά πού είναι;». «Οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος;». «Δεν βρέθηκε κανείς απ’ αυτούς να γυρίσουν και να δοξάσουν και να ευχαριστήσουν τον Θεό; Παρά ήρθε να επιστρέψει και να δοξάσει τον Θεό αυτός ο αλλογενής;». Διότι αυτός ήταν Σαμαρείτης. Βλέπετε, πολλές φορές η δυστυχία ενώνει τους ανθρώπους. Αλλά η ευτυχία πάλι τους χωρίζει. Αν κάποιος στην Γη αυτή ήπιε όλο το ποτήρι της αχαριστίας, Αυτός είναι ο Ενανθρωπήσας Υιός του Θεού. Και η αχαριστία εκδηλώνεται τόσο στον Θεό, όσο και εις τους συνανθρώπους μας. Ας δούμε λοιπόν το θέμα αυτό της αχαριστίας λίγο πιο κοντά· ώστε πληροφορούμενοι το τι θα πει αχαριστία, να πάψομε να είμεθα, αγαπητοί μου, αχάριστοι και εις τον Θεό και εις τους ανθρώπους.
Και πρώτα να δούμε την αχαριστία προς τον Θεό. Για να το συλλάβομε το θέμα αυτό, δεν έχομε παρά να δούμε τις ευεργεσίες του Θεού προς τους ανθρώπους, αλλά και την ανθρώπινη ανταπόκριση. Τι μας έδωσε ο Θεός; Πρώτιστα την ύπαρξιν. Αυτήν την στιγμήν δεν θα υπήρχα αν η αγάπη και η ευεργεσία του Θεού δεν με έφερε εις την ύπαρξιν. Είναι το πρώτο, το μέγιστο θέμα, το ότι υπάρχω. Ήλθα στην ύπαρξη. Μια ύπαρξη κατ΄εικόνα δική Του. Κάθομαι και βλέπω πολλές φορές τα ζουζούνια, τις μύγες, τα κουνούπια, όλα εκείνα που εδώ στο βουνό μας έχομε άφθονα από τα έντομα αυτά και λέγω: «Εγώ δεν είμαι ένα από αυτά. Εγώ είμαι κατ’ εικόνα Θεού. Ενώ αυτά υπάρχουν αλλά μετά δεν θα υπάρξουν. Ενώ εγώ υπάρχω. Υπάρχω και θα υπάρχω. Και να επιθυμούσα να επιστρέψω εις το μηδέν, δεν θα μπορούσα αυτό να το πετύχω». Ξέρετε, σχέση με το μηδέν έχει μόνον ο Θεός. Κανένα δημιούργημα, ούτε ο άνθρωπος έχει σχέση με το μηδέν. Και δεν είναι δύσκολο αυτό να το μάθομε. Όταν ξέρομε από την Φυσικήν, αν το θέλετε, ότι δεν μπορούμε να εκμηδενίσουμε τίποτα. Όταν το ζουλάμε κάτι, βγαίνει από την άλλη μεριά· αν ζουλάμε ύλη, βγαίνει από την άλλη μεριά ενέργεια. Αν ζουλάμε την ενέργεια, βγαίνει από την άλλη μεριά ύλη. Δεν μπορούμε να εκμηδενίσομε ούτε…όχι ένα μόριο, ούτε ένα υποστοιχείον του ατόμου. Δεν μπορούμε να μηδενίσουμε. Πόσο περισσότερο εγώ να λέγω: «Δεν με ενδιαφέρει, δεν θέλω να πάω στην κόλαση, αν υπάρχει κόλαση. Δεν θα μπορούσα λοιπόν να γίνω μηδέν;». Δεν μπορώ.
Έτσι, λοιπόν, ο Θεός μάς δίνει την ύπαρξη. Και είναι η εικόνα η δική Του. Και με προορισμό την αιωνιότητα. Ακόμα και την θεία μέθεξη και την υιοθεσία. Τον αρχαίο Παράδεισο, ο Θεός τον εφύτευσε για τον άνθρωπο. Μας το λέγει σαφώς η Αγία Γραφή. Δηλαδή έδειξε μία εξέχουσα και ιδιαιτέρα φροντίδα ο Θεός δια τον Παράδεισον, απ’ ό,τι σε όλα τ’ άλλα σημεία της Γης. Δεν έλειπε από εκεί τίποτε. Από τον αρχαίον Παράδεισον. Παρότι που ήταν εδώ εις την Γην. Ούτε ακόμη και η παρουσία του Θεού. Βλέπομε πως έρχεται ο Θεός να επισκεφθεί τους πρωτοπλάστους. Και αυτό ήταν μία τακτική πράξη εκ μέρους του Θεού. Και όμως οι πρωτόπλαστοι δεν εξετίμησαν την δωρεά αυτή του Θεού. Και ο Θεός παραβλέπει την αχάριστη αυτή στάση του ανθρώπου και του υπόσχεται ότι θα τον σώσει. Αφού προσωρινά έπρεπε να εγκαταλείψει τον Παράδεισον. Και την υπόσχεσή Του ο Θεός την ετήρησε. Ενηνθρώπησε και ήλθε κοντά μας. Μας είπε δια των προφητών Ποιος είναι Αυτός που θα ήρχετο. Ούτε λίγο ούτε πολύ, Αυτός ο καθαυτό Δημιουργός μας, ο Θεός Λόγος.
Και όμως όταν ήλθε, ενώ προεφώνησαν, προανεφώνησαν οι προφήται εν Πνεύματι Αγίω, όμως όταν ήλθε, ο λαός έστρεψε εις τον Κύριον του Ισραήλ που ενηνθρώπησε, γιατί Αυτός είναι, του έστρεψε τα νώτα. Λέγει ο προφήτης Ησαΐας, εκφράζει το παράπονο του Θεού: «Ἔγνω βοῦς τὸν κτησάμενον(:Το βόδι ξέρει τον νοικοκύρη του) καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ(:και το γαϊδουράκι γνωρίζει την φάτνη του κυρίου του)· Ἰσραὴλ δέ με οὐκ ἔγνω καὶ ὁ λαός με οὐ συνῆκεν(: αλλά ο Ισραήλ δεν με αναγνώρισε· ο λαός μου. Και δεν συνῆκε, δεν κατενόησε, δεν κατάλαβε)». Να το παράπονο του Θεού. Και τον λαό Του ο Θεός, εν συνεχεία, αφού τον ίδρυσε, διαλέγοντας τον Αβραάμ, τον εξήγαγε από την χώρα της δουλείας, κατά θαυμαστόν τρόπον, από την Αίγυπτο. Και όμως, ο λαός, τα αγαθά της ερήμου δεν τα εξετίμησε. Και εζήτησε να γυρίσει πίσω στην Αίγυπτο. Γιατί επεθύμησε -τι φοβερό!- τα σκόρδα και τα κρόμμυα! Τα σκόρδα και τα κρεμμύδια, λέει, επιθύμησε. Βέβαια δεν υπήρχαν σκόρδα και κρεμμύδια εις την έρημον. Είχαν, όμως, το μάννα, το οποίον κατά την «Σοφία Σολομώντος», το βιβλίον, είχε την γεύση εκείνη, βασικά σαν τηγανίτα με μέλι. Αλλά είχε επιπλέον την γεύση εκείνη, που ο καθένας επιθυμούσε να είχε φάει. Κρέας επιθυμούσες; Όταν έτρωγες το μάννα, είχε την γεύση κρέατος κ.ο.κ. Εντούτοις επεθύμησαν τα σκόρδα και τα κρομμύδια της Αιγύπτου. Δηλαδή να γυρίσουν πίσω εις την γην της αιχμαλωσίας και της δουλείας. Αυτός είναι ο άνθρωπος…
Και για να πει ο Θεός κατοπινά δια του Μωυσέως εις τον λαό Του, που ήταν στην έρημο κι έφαγε και χόρτασε και είναι προ των πυλών της Γης της Επαγγελίας, να πει ο Θεός: «Καὶ ἔφαγεν Ἰακὼβ – Ιακώβ θα πει: ο λαός του Θεού, ο Ιακώβ, οι απόγονοι του Ιακώβ- (:και έφαγε)καὶ ἐνεπλήσθη(:όχι μονον έφαγε, αλλά και χόρτασε), καὶ ἀπελάκτισεν ὁ ἠγαπημένος(:και κλώτσησε ο αγαπημένος. ‘’Ισραήλ’’ θα πει αγαπημένος. Και κλώτσησε, λέγει, ο ηγαπημένος), ἐλιπάνθη, ἐπαχύνθη, ἐπλατύνθη(: πάχυνε, πλάτυνε, έφαγε, ήπιε, κλώτσησε και εγκατέλειψε τον Θεόν που τον εδημιούργησεν)· καὶ ἐγκατέλιπε τὸν Θεὸν τὸν ποιήσαντα αὐτὸν καὶ ἀπέστη ἀπὸ Θεοῦ σωτῆρος αὐτοῦ(: και απεστάτησε από τον Θεόν, τον σωτήρα του)». Αυτά παραπονείται ο Θεός, αγαπητοί μου, δια τον Ισραήλ· ο οποίος έδειξε, πλην ορισμένων προσώπων, θαυμαστών και αγίων, σαν σύνολο έδειξε σε όλο το μέγεθος και την λαμπρότητά του την αχαριστία του.
Και τέλος, Αυτός ο Θεός Λόγος, ο Άγιος του Ισραήλ, όπως σας είπα προηγουμένως, ήλθε ανάμεσά του, ανάμεσα στον λαό Του. Και ο λαός Του δεν τον εδέχθη. Θα μου πείτε: «Τον ανεγνώρισε;». Είχε τους προφήτες. Θα μπορούσε να Τον αναγνωρίσει. Όταν λέγει ότι ο Θεός ότι… λέγει ο Βαρούχ «ότι ανάμεσά μας ήρθε να συναναστραφεί τους ανθρώπους Αυτός που ετάννυσε τον ουρανό και είπε στο φως: ‘’Πήγαινε’’. Και πήγε. Και είπε, ανακαλεί το φως και έρχεται πίσω». Να που ειδοποιείται ο λαός. Εντούτοις, λέγει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «εἰς τὰ ἴδια ἦλθε, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον». «Ήρθε στο σπίτι, στο σπίτι τους. Δηλαδή στην πατρίδα τους. Και οι ίδιοι, οι δικοί Του οι άνθρωποι δεν Τον παρέλαβον», λέει στο πρώτο κεφάλαιο ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής.
Αλλά και ο λοιπός κόσμος δεν Τον ανεγνώρισε μέσα στην ιστορική Του διαδρομή. Λέει πάλι ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: «Ἐν τῷ κόσμῳ ἦν – δηλαδή ο Θεός Λόγος· εις τον κόσμον ήτο. Πάντοτε. Πριν ενανθρωπήσει-, καὶ ὁ κόσμος δι᾿ αὐτοῦ ἐγένετο(:και ο κόσμος έγινε από Αυτόν), καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω(:και ο κόσμος δεν Τον ανεγνώρισε)». Και έφθασε να θυσιαστεί ο Χριστός, ο Άγιος του Ισραήλ. Και ο λαός Του Τον ενέπαιξε. Θα το υπογραμμίσω. Τον ενέπαιξε. Και Τον εμπαίζει δύο χιλιάδες τώρα χρόνια ο λαός Του αυτός μέχρι σήμερα. Μόνον ο εθνικός κόσμος, δηλαδή ο ειδωλολατρικός, τον εδέχθη, αλλά και πάλι όχι όλοι. Μας συγχωρεί με το αίμα Του. Κι εμείς δεν εξετιμήσαμε την ανεκτίμητη αυτή προσφορά Του. Δηλαδή μέγεθος αχαριστίας…
Μας έδωσε ακόμη έναν θαυμαστόν κόσμον με τόσα φυσικά αγαθά. Μας έδωσε σαν ενδιαίτημα τη Γη. Δεν ξέρομε αν άλλος πλανήτης μέσα στο αχανές σύμπαν μπορεί να είναι κατοικήσιμος ή όχι. Δεν το ξέρομε. Μυστήριον. Ένα ξέρομε. Ή τουλάχιστον οι πλανήται περί τον ήλιον, οι δικοί μας πλανήται δεν είναι κατοικήσιμοι. Το ξέρομε αυτό. Μας έδωσε μία Γη, ενδιαίτημα του ανθρώπου· καταπληκτικός κόσμος η Γη μας. Ο ήλιος και η σελήνη είναι προσφορά δική Του. Τα ωραία της Γης, όλα για μας. Μας έδωσε τις πέντε αισθήσεις και τον νουν, για να απολαμβάνομε και να συνειδητοποιούμε ό,τι μας έδωσε. Και οι άνθρωποι είπαν… είναι στη Σοφία Σολομώντος αυτό που θα σας πω, το λένε και σήμερα στην εποχή μας. Ήδη από τον περασμένο αιώνα το λένε ότι «αὐτοσχεδίως ἐγεννήθημεν». «Αὐτοσχεδίως» θα πει «συμπτωματικά». «Συμπτωματικά γεννηθήκαμε…». Εκείνο που λένε οι υλισταί, σας είπα, από τον περασμένο αιώνα, σ’ αυτό το ανακάτωμα της ύλης φθάσαμε να βρεθούμε στην ύπαρξη και δεν ξέρω πώς και γίνεται, πώς και γίνεται –ανόητα πράγματα!- να φθάσομε να έχομε τον άνθρωπο και την πολύ μεγάλη ποικιλία και των φυτών και των ζώων. «Αὐτοσχεδίως, λοιπόν, ἐγεννήθημεν …». «…Καὶ μετὰ τοῦτο(:Και μετά από αυτό) ἐσόμεθα ὡς οὐχ ὑπάρξαντες)». «Και μετά από αυτό, είναι σαν να μην υπάρξαμε».
Δεν έλεγε ο Σαρτρ, αυτός ο Γάλλος φιλόσοφος, ο υπαρξιστής, ότι μοιάζομε με έναν πίδακα, με ένα συντριβανάκι σε μία λεκάνη νερού. Πηδάει, ξαναγυρίζει πάλι στη λεκάνη και γίνεται επιφάνεια του νερού. Υπάρχομε και μετά εξαφανιζόμαστε… Και μάλιστα τους πρόλαβε ο λόγος του Θεού μ’ αυτά τα οποία λέγει: «Δεῦτε οὖν καὶ ἀπολαύσωμεν τῶν ὄντων ἀγαθῶν καὶ χρησώμεθα τῇ κτίσει ὡς ἐν νεότητι σπουδαίως». «Ελάτε λοιπόν, αφού δεν υπάρχει τίποτα παρακάτω, να απολαύσομε ό,τι υπάρχει γύρω μας. Να φάμε, να πιούμε, να αφροδισιάσομε, να κάνομε χρήση της κτίσεως σαν νέα παιδιά, σαν νέοι άνθρωποι. Με κάθε φροντίδα». «Καὶ οὐκ ἔγνωσαν μυστήρια Θεοῦ(:Και δεν γνώρισαν οι άνθρωποι τα μυστήρια του Θεού), οὐδὲ μισθὸν ἤλπισαν ὁσιότητος».
Αγαπητοί, επιπλέον ο Θεός δίδει και τις προσωπικές μας ευεργεσίες. Ας θυμηθούμε την ημέρα που βαπτιστήκαμε. Την ημέρα που γνωρίσαμε τον Θεό. Την ημέραν που επεστράφημεν εις τον Θεόν, ως μετάνοια. Μας γύρισε πίσω από τον δρόμο της απωλείας, στον δρόμο της ζωής. Ατυχήματα, αρρώστιες, οικονομικές δυσπραγίες, τούτα, εκείνα, τόσα και τόσα. Και όμως επιμένομε να μην Του λέμε ένα «ευχαριστώ». Είναι το πιο φτηνό πράγμα να πεις ένα «ευχαριστώ». Αλλά φαίνεται πως είναι και το πιο δύσκολο πράγμα. Έτσι φαίνεται. Τι το καθιστά το «ευχαριστώ» δύσκολο; Ο εγωισμός. «Γιατί να σου πω «ευχαριστώ»; «Γιατί να σου πω ‘’ευχαριστώ’’;». Και ισχυριζόμαστε ότι η ικανότητά μας ή, αν θέλετε, η τύχη πάντοτε μας διασώζει. «Η τύχη», λέει, «με έσωσε». Η τύχη σε έσωσε, αδερφέ; Αλήθεια, καμία αναγνώρισις. Ούτε ένα είπαμε, «ευχαριστώ». Κρίμα! Ούτε ένα «δόξα τῷ Θεῷ». Τίποτα…
Αντίθετα, να φθάνει ο ταλαίπωρος άνθρωπος ή ο ταλαίπωρος και φτωχός Χριστιανός να στρέφεται και εναντίον του Θεού… Φθάνει στην αθεΐα. Φθάνει στη βλασφημία. Δεν θα ξεχάσω ποτέ μου –σας το έχω ξαναπεί αυτό, αν το ενθυμείσθε- έναν ασθενή στρατιώτη στο 404 Νοσοκομείο. Στο παρ’ ημίν στρατιωτικό νοσοκομείο. Το παιδί αυτό δεν είχε μιλήσει μέχρι 14 ετών. Τον πήγε λοιπόν η μάνα του στην Τήνο, στην Παναγία, θερμά ευχαριστήθηκε(:προσευχήθηκε) κι έγινε θαύμα. Το παιδί μίλησε. Και τώρα, 20 χρονών στρατιώτης. Βλασφημούσε την Παναγία και τα θεία γενικώς. Ο ίδιος μου είπε την ιστορία. Και μάλιστα μπροστά στους άλλους συναδέλφους του μέσα σε ένα θάλαμο. «Γι’αυτό, παιδάκι μου, σου άνοιξε η Παναγία το στόμα; Για να την βλασφημάς τώρα;». Αυτή είναι η κατάστασις… Ο νέος αυτός, τώρα, άραγε, να έχει μετανοήσει; Ποιος ξέρει; Ο Θεός το ξέρει.
Αλλά ο αγνώμων και αχάριστος απέναντι στον Θεό, τίποτα δεν τον εμποδίζει να είναι αχάριστος και απέναντι στους συνανθρώπους του. Εις εκείνους που τον έχουν ευεργετήσει. Ανάμεσα στα γνωρίσματα των ανθρώπων στα έσχατα, ο Απόστολος Παύλος μάς τονίζει ιδιαιτέρως την αχαριστία. Να πώς το γράφει εις την δευτέραν, προς Τιμόθεον, επιστολή του: «Τοῦτο δὲ γίνωσκε(:Αυτό να ξέρεις), ὅτι ἐν ἐσχάταις ἡμέραις(:ότι τις έσχατες μέρες της ιστορίας) ἐνστήσονται καιροὶ χαλεποί (:θα σταθούν δύσκολοι καιροί)». Δεν παύω να σας υπενθυμίζω, χωρίς βέβαια να το ξέρομε αυτό, αλλά το διαισθανόμεθα, ότι οι έσχατες ημέρες είναι αυτές που ζούμε. Ναι. Θα είχα και κάποια επιχειρήματα να πω. Αλλά, αγαπητοί μου, ζούμε εις τους εσχάτους καιρούς. Μάλιστα η Εκκλησία, διατηρούσα αυτήν την αίσθηση των εσχάτων, όσοι άγιοι σταθούν, όσοι άγιοι, άγιος Νεκτάριος κ.τ.λ., ξέρετε τι βάζουν μέσα στα τροπάρια αυτά; Ότι φάνηκε, φερειπείν, ο άγιος Νεκτάριος «ἐν ἐσχάτοις καιροῖς». Είναι μέσα στη συνείδηση της Εκκλησίας ότι περνούμε τους εσχάτους καιρούς. Τους εσχάτους καιρούς όχι ως προς τα γεγονότα ως προς ημάς, αλλά ως προς το τέλος της Ιστορίας. Γιατί τα παλαιά τροπάρια δεν περιέχουν αυτήν την φρασούλα «ἐν ἐσχάτοις καιροῖς»; Για ποιο λόγο;
«Τοῦτο δὲ γίνωσκε –λέγει ο Απόστολος- ὅτι ἐν ἐσχάταις ἡμέραις ἐνστήσονται καιροὶ χαλεποί. Ἔσονται γὰρ οἱ ἄνθρωποι φίλαυτοι –η πηγή παντός κακού, η φιλαυτία-…, γονεῦσιν ἀπειθεῖς – σε καμία εποχή δεν είδαμε την απείθεια στους γονείς, όσο στην εποχή μας- ἀχάριστοι, ἀνόσιοι, ἄστοργοι» κ.λπ. κ.λπ. Είδατε; Αχάριστοι. Ξεχνούμε τους γονείς μας. Και τους κόπους των. Ξεχνούμε και τους κόπους των διδασκάλων μας. Καμία σημασία δεν δίνουμε, όταν τελειώσουμε το σχολειό εις τους παλαιούς μας διδασκάλους και καθηγητάς. Ο Μέγας Αλέξανδρος έλεγε ότι το «ζῆν» το χρεωστούσε εις τους γονείς του, αλλά το «εὖ ζῆν» το χρωστούσε εις τον διδάσκαλό του, τον Αριστοτέλη.
Ας θυμηθούμε, ακόμη, ίσως και τον γιατρό που μας εθεράπευσε. Να είμεθα στον κίνδυνο να χάσομε την ζωή μας, κι εκείνος να έβαλε όλα του τα δυνατά να μας θεραπεύσει. Εκείνους ακόμη που κατηνάλωσαν την ζωή τους να ανακαλύψουν ένα σωτήριο φάρμακο. Λέμε «πενικιλίνη». Λέμε «ετούτα», «εκείνα…». Θυμόμαστε άραγε εκείνους οι οποίοι δεν βλέπουν τον ήλιο, την ημέρα, γιατί είναι χωμένοι στα εργαστήριά τους μέσα μέρα-νύχτα (Παστέρ επί παραδείγματι κ.λπ. κ.λπ.) για να δώσουν κάτι σαν ευεργεσία στην ανθρωπότητα; Όλους αυτούς δεν τους θυμόμαστε. Γιατί μας διακρίνει η αχαριστία. Οι σκαπανείς του πολιτισμού, μάς είναι άγνωστοι. Οι εθνικοί μας ήρωες, το ίδιο. Οι άγιοι, που στάθηκαν κυματοθραύσται της ειδωλολατρίας, της αιρέσεως και της αθεΐας. Ποιος τους θυμάται; Και η λησμοσύνη είναι μία μορφή αχαριστίας.
Αγαπητοί, δεινόν η αχαριστία. Η αχαριστία εσταύρωσε και διαρκώς ανασταυρώνει τον Θεό μας. Η αχαριστία είναι δείγμα κοινωνικής παρακμής. Η αχαριστία είναι το πιο γνήσιο παιδί του εγωισμού, της υπερηφανείας, της αλαζονείας και της φιλαυτίας. Σήμερα ξεχυλίζει η αχαριστία. Κάποιες νησίδες, μόνον, υπάρχουν, ευγνωμοσύνης, από κάποιους μερικούς ευγενείς και ενθέους ανθρώπους. Όπως ο ένας από τους δέκα λεπρούς.
Αγαπητοί, δεινόν η αχαριστία. Θα ήταν προτιμότερο κανείς να ήταν και να παρέμενε λεπρός, παρά αχάριστος. Γιατί η αχαριστία είναι η λέπρα της ψυχής· που κάνει τον Θεό να εξανίσταται και τους σωστούς ανθρώπους να ελεεινολογούν την εποχή τους. Αγαπητοί, τέλος, ποτέ αχάριστοι, μα ποτέ αχάριστοι! Είναι κατάρα. Πάντοτε ευγνώμονες και στον Θεό και στους ανθρώπους.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_786.mp3
ΜΝΗΜΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
Ο ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΙΡΕΣΕΙΣ
[εκφωνήθηκε στις 18-1-2002]
[έκδοσις β΄]
Η Εκκλησία μας σήμερα, αγαπητοί μου, τιμά ένα μεγάλο της τέκνον, τιμά την μνήμη του εν αγίοις Πατρός ημών, Αθανασίου του Μεγάλου. Ο Μέγας Αθανάσιος εστάθη ένας πολύαθλος άγιος· γι’αυτό εξάλλου έτυχε της μεγάλης τιμής να ονομαστεί μέγας.
Βρέθηκε, κατά θείαν οικονομίαν, στην πιο κρίσιμη στιγμή της εκκλησιαστικής μας ιστορίας. Βέβαια, ο δράκων, ο όφις ο αρχαίος, ο διάβολος, ο σατανάς, ήταν έτοιμος να καταβροχθίσει, κατά το όραμα της Αποκαλύψεως, τον αναμενόμενον να σαρκωθεί Μεσσίαν. Το ενθυμείσθε, από την Αποκάλυψη. Γι’αυτό, όταν δεν το πέτυχε, εστράφη κατά της γυναικός, που είναι η Θεοτόκος, είναι η Εκκλησία, και την κατεδίωξε με σκοπό να την καταστήσει «ποταμοφόρητον», δηλαδή να την πνίξει μέσα στο νερό. Κι αυτό είναι το νοητό «νερό» που επιχείρησε και συνεχίζει να επιχειρεί ο διάβολος για να πνίξει την Εκκλησία. Τι; Η αίρεσις. Η νοθεία, η αίρεσις. Είναι το νοητό νερό που θέλει να πνίξει ο διάβολος, ξαναλέγω, αγαπητοί μου, την Εκκλησίαν. Και τότε, στην εποχή του Μεγάλου Αθανασίου, είχε εμφανιστεί η αίρεσις του Αρείου, που εστάθη κεντρική αίρεσις, και η φοβεροτέρα μέσα εις την εκκλησιαστική μας ιστορία.
Ο Μέγας Αθανάσιος ήταν τότε διάκονος του Πατριάρχου Αλεξανδρείας, Αλεξάνδρου. Και ο Μέγας Αθανάσιος, ομολογουμένως, το ομολογεί αυτή η ιδία η ιστορία, εστάθη η ψυχή του αντιαιρετικού αγώνος που ήσκησε η Εκκλησία με την συγκρότηση της Α΄ εν Νικαία Οικουμενικής Συνόδου. Ένεκα των αγώνων εξάλλου, αυτών των αγώνων, υπέστη τα πάνδεινα. Από τα 46 χρόνια αρχιερατείας του, τα 16 τα διήλθε εις την εξορία, που συνέβη σε πέντε φάσεις.
Την αίρεση επολέμησε ο Μέγας Αθανάσιος και ενίκησε. Αλλά τι είναι η «αίρεσις»; Αυτό μας ενδιαφέρει πολύ. Από τους χαρακτηρισμούς που δίνουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας φαίνεται πολύ καθαρά τι είναι η αίρεσις. Καταρχάς, «αίρεσις» θα πει απόκλισις από την ορθή πίστη. Την απόκλιση αυτή την επιφέρει η προσπάθεια ερμηνείας της Αποκαλύψεως του Ευαγγελίου ή του Θεού μέσα στην Ιστορία, κατά τρόπον «λογικόν». Την λέξη «λογικόν» την βάζω εντός εισαγωγικών. Δηλαδή να ερμηνεύσουμε την παρουσία του Ιησού Χριστού με το μυαλό μας. Λογικά. Η αίρεσις, λοιπόν, τι είναι; Είναι η «λογική»- πάντα εντός εισαγωγικών η λέξις- η «λογική» ερμηνεία του δόγματος ή, γενικότερα, της χριστιανικής πίστεως. Είναι η απόπειρα κατανοήσεως του θείου Λόγου με την βοήθεια του ανθρωπίνου λόγου.
Αλλά γνωρίζομε ότι δεν είναι δυνατόν αυτό ποτέ. Η προσέγγισις του μυστηρίου με την ανθρώπινη λογική εγγίζει τον ορθολογισμόν· να προσπαθώ να καταλάβω εκείνα που ο Θεός ενήργησε και ενεργεί με το δικό μου το μυαλό. Συγκεκριμένα: «Ο Θεός είναι άπειρος. Ο Θεός είναι Πνεύμα. Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, τώρα ο Θεός να γίνει άνθρωπος και να βρεθεί ανάμεσά μας; Ούτε ακόμη μπορώ να συλλάβω αυτήν την κένωση του Θεού Λόγου, δηλαδή να έρθει τόσο κοντά μας- μα δεν το χωράει το μυαλό μου! Άρα λοιπόν, δεν είναι δυνατόν αυτό να συνέβη. Ο Ιησούς Χριστός, λοιπόν, δεν είναι Θεός»…
Αυτό έλεγε ο Άρειος. Προσπαθούσε να ερμηνεύσει κατά λογικόν τρόπον το δόγμα που ήταν υπέρλογον. Πέρα από την ανθρωπίνη λογική. Και όσοι προσπαθούν πάντοτε να ερμηνεύσουν το μυστήριον, κάθε μυστήριον, το πιο απλό θα έλεγα, το Βάπτισμα, πώς φεύγει το προπατορικόν αμάρτημα με το Βάπτισμα, πέφτουν έξω. Δημιουργείται μία απόκλισις και συνεπώς έχουμε την αίρεση. Έτσι, θα επαναλάβω την φράση μου, ότι τι είναι αίρεσις; Η «λογική» -πάντα εντός εισαγωγικών η λέξις- η «λογική» ερμηνεία του δόγματος. Ή, να ερμηνεύσω όλα εκείνα τα οποία δίδει ο Θεός Λόγος, με την ανθρωπίνη λογική.
«Αἱρετικούς» ονόμασαν, λέγει ο Μέγας Βασίλειος, τους «παντελῶς ἀπερριγμένους καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν πίστιν ἀπηλλοτριωμένους». Και μην ξεχνάμε ότι πατήρ της αιρέσεως είναι πάντοτε και κατά κανόνα, είναι ο διάβολος. Ο μεγάλος νοθευτής του θεανθρωπίνου προσώπου του Χριστού. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγον, ο Αρειανισμός είναι αντίχριστος, επειδή στρέφεται κατά της θείας και ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού. Είτε κατά της θείας, που είναι ο Αρειανισμός, είτε κατά της ανθρωπίνης φύσεως, που είναι ο Μονοφυσιτισμός – δηλαδή «δεν μπορεί, μία φύσις θα ήταν, η θεία» -αποδέχονται την θεία και οι Μονοφυσίται- «αλλά δεν πρέπει να πήρε ανθρωπίνη φύση». Βλέπετε; Το ένα άκρο με το άλλο άκρο. Είναι φοβερό!
Και μην ξεχνάτε ότι αυτήν την στιγμή έχουν περάσει από τα γεγονότα αυτά περίπου 2000 χρόνια, μην ξεχνάτε ότι η Ευρώπη, η λεγομένη χριστιανική Ευρώπη, αρειανίζει. Το γνωρίζετε; Το έχει πει και το έχει αποδείξει ο πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς, ο Σέρβος αυτός, μεγάλος θεολόγος. Ότι, δηλαδή, η Ευρώπη πράγματι αυτήν την στιγμή αρειανίζει. Δηλαδή δεν δέχεται την θεία φύση του Χριστού. Κι αυτά θα ίσχυαν, όχι μόνο για τότε που λέμε τώρα, αλλά και για σήμερα ισχύουν πέρα για πέρα.
Λέγει ο Μέγας Αθανάσιος ότι ο διάβολος είναι ο πατήρ της αρειανής αιρέσεως. Εκεί, στο βιβλίο του «Κατὰ Ἀρειανῶν». Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης δίδει τον ορισμό του Αντιχρίστου. Προσέξατέ τον, τον ορισμό. Είναι γραμμένος εις την πρώτην του επιστολήν στο τέταρτο κεφάλαιον: «Πᾶν πνεῦμα ὃ μὴ ὁμολογεῖ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι». Δηλαδή, «κάθε άνθρωπος ο οποίος ομολογεί – ή άνθρωπος ή άγγελος, πᾶν πνεῦμα – ότι ο Ιησούς Χριστός ήλθε, έχει έλθει ἐν σαρκὶ, πραγματικά, ἐν σαρκὶ -Αυτόν που θα γράψουνε οι απόστολοι «Αυτόν που εψηλαφήσαμε, που φάγαμε και ήπιαμε μαζί Του, που καθίσαμε μαζί Του, που Τον είδαμε, Τον αγγίξαμε –πήρε πραγματική σάρκα δηλαδή»– αυτός είναι από τον Θεό, ο άνθρωπος».
«Καί πᾶν πνεῦμα ὃ μὴ ὁμολογεῖ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα –δεν Τον ομολογεί ότι ήρθε με σάρκα, όπως είναι συγκεκριμένα, ο Μονοφυσιτισμός- ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστιν», «δεν είναι από τον Θεό ο άνθρωπος αυτός», «καὶ τοῦτό ἐστι τὸ τοῦ ἀντιχρίστου ὃ ἀκηκόατε», «και αυτό είναι», λέει, «το σημάδι του Αντιχρίστου που έχετε ακούσει», γράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Α΄του Καθολική επιστολή, ξαναλέγω, «ὅτι ἔρχεται, καὶ νῦν ἐν τῷ κόσμῳ ἐστὶν ἤδη». «Ήδη υπάρχει μέσα στον κόσμο». Γιατί μες στην Παρουσία του Χριστού άρχισε και η στραβή ερμηνεία του θεανθρωπίνου –λέμε: θεανθρωπίνου- προσώπου του Χριστού. Η στραβή ερμηνεία. Οι μεν: «Είναι μόνο ψιλός-το ψι με γιώτα- ψιλός άνθρωπος, δεν είναι Θεός»– οι δε: «Δεν έχει πραγματική, αλλά φαινομενική, κατά το δοκούν, κατά δόκησιν» –όπως έχομε και τους αιρετικούς, τους Δοκήτας κ.λπ.- «κατά δόκησιν ότι είχε σάρκα». Και οι δύο θέσεις είναι έξω από την πραγματικότητα.
Γι’αυτό λέγει ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής, λέει στο πρώτο κεφάλαιο ότι «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» κ.λπ. κ.λπ. «καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν», «δεν έγινε τίποτα χωρίς Αυτόν»· που σημαίνει ότι είναι Θεός, είναι Παντοδύναμος, αλλά ήρθε εν σαρκί. Γιατί λέει «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο»; Κι άλλοτε σας έχω πει, αν έπρεπε να μεταφράσουμε αυτήν την φράση, επιτρέψατέ μου να το πω, πώς θα το μεταφράζαμε, να είμαστε ακριβείς: «Ο Λόγος, δηλαδή ο Θεός Λόγος, το δεύτερο πρόσωπον της Αγίας Τριάδος, έγινε κρέας!». Ωμό ε; Έγινε κρέας! Ξαναλέγω, ωμό. Γιατί; Γιατί θέλει να τονίσει ότι πραγματικά έγινε άνθρωπος ο Υιός και Λόγος του Θεού.
Ο πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς, που σας είπα προηγουμένως, έλεγε ότι τρεις σταθμούς έχει ο Αντίχριστος μέσα εις την Ιστορία. Πρώτος είναι ο Ιούδας, που με την προδοσία του θέλησε να ματαιώσει το έργον του Χριστού. Ο ίδιος δεν επίστεψε, ο Ιούδας. Εάν συνεκινήθη και εάν έφθασε να αυτοκτονήσει, αυτά από ένα ανθρώπινο συναίσθημα: «Μα τι έκανα τώρα; Τι έκανα τώρα;». Αλλά ο Ιούδας δεν επίστεψε. Το είπε ο Χριστός. Είπε κάποια φορά που ήταν όλοι οι μαθηταί Του: «Όλοι δεν είναι καθαροί. Κάποιοι δεν πιστεύουν», είπε ο Χριστός. Τι ακριβώς; Και εννοούσε τον Ιούδα. Ότι δηλαδή δεν επίστευσε ότι είναι ο Ενανθρωπήσας Θεός Λόγος.
Ο δεύτερος σταθμός είναι ο Άρειος, που αρνήθηκε την θεία φύση του Χριστού· διότι κατά τον Ιωάννη, όπως είδαμε, αντίχριστος είναι εκείνος που αμφισβητεί την θεία ή την ανθρωπίνη φύση του Χριστού.
Και τρίτος είναι ο… -ακούστε- είναι ο Πάπας… Είναι ο Πάπας, αυτόν που δεχθήκαμε στην Αθήνα. Είναι ο Πάπας. Αν δεν το ακούσατε καλά, κάποιος κοιμότανε, να ξυπνήσει. Είναι ο Πάπας! Γιατί; Διότι εμφανίζει έναν Χριστιανισμό εκκοσμικευμένον· που τελικά ένας εκκοσμικευμένος Χριστιανισμός δεν μπορεί να σώσει. Είδατε τι διαμάχες έγιναν τον τελευταίο καιρό με το θέμα αν έπρεπε ή δεν έπρεπε να υποδεχθούμε τον Πάπα. Δεν έπρεπε να τον υποδεχθούμε γιατί είναι, είναι η Δύσις, η Ρώμη, εκκοσμικευμένος Χριστιανισμός, που, ξαναλέγω, ΔΕΝ ΣΩΖΕΙ! Καλώς έκαναν εκείνοι που έκαναν, και επίσημα πρόσωπα, που αντιστάθηκαν στο να λένε ότι δεν έπρεπε να έρθει ο Πάπας εις την Ελλάδα.
Αλλά ας επανέλθομε, αγαπητοί μου, να δούμε από τους Πατέρες και άλλους χαρακτηρισμούς για την αίρεση. Τι είναι αίρεσις; Απαντάει ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας: «Μολυσμὸς ψυχῆς, ἰὸς ἀσπίδων («ἰὸς» με γιώτα, που θα πει δηλητήριον· ἀσπίδες, ἡ ἀσπίς – τῆς ἀσπίδος είναι ένα μικρό φίδι, άσπρο είναι, δεν έχει μεγάλο μήκος, αλλά είναι φοβερά δηλητηριώδες)». Λοιπόν τι είναι η αίρεσις; «Ἰὸς ἀσπίδων». Λέγει ο άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας: «Τι είναι αίρεσις; Φθορά πίστεως».
«Θεομίσητος ἐστὶν ἡ αἵρεσις, κἂν ἀνθρώπους ἔχει προστάτας», λέγει ο Μέγας Αθανάσιος. Και πράγματι, έχει ανθρώπους προστάτας η αίρεσις, εγώ με τα αυτιά μου, άκουσα έναν πολιτικό κάποτε, ήμουνα λιγότερο από ένα μέτρο από δίπλα του, το άκουσα πάρα πολύ καλά· πριν από σαράντα τόσα χρόνια, μακαρίτης είναι αυτός, πολύ διαφημιζόμενος πολιτικός και σπουδαίος και τρανός που είχε πει- τον άκουσα, σας είπα, με τα αυτιά μου- ότι ο Μέγας Αθανάσιος ήτανε άνθρωπος εμπαθής, εμπαθής άνθρωπος που τα έβαλε ο Μέγας Αθανάσιος με τον Άρειο. «Εμπαθής» λοιπόν, ε; Εμπαθής; Μπράβο… Δηλαδή ο άνθρωπος επίστευε κάπου εις τον Άρειον. Ναι!
Ακόμη λέγει ο Μέγας Αθανάσιος ότι «Τι είναι αίρεσις; Η κυρίως βλασφημία». Αυτό είναι αίρεσις. Η κυρίως βλασφημία. Γι’αυτό, όποιος βλασφημήσει, λέμε, εις το Άγιον Πνεύμα δεν έχει συγχώρηση. Γι’αυτό η αίρεσις κατά κανόνα είναι βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος. Και πάλι ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας μάς λέγει ότι βλασφημία είναι η αποστασία. Ο δε Ιερός Χρυσόστομος μας λέγει ότι «αίρεσις είναι η αποστασία». Οι δε Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου χαρακτήρισαν το πράγμα, την αίρεσιν, «παντελή αθεΐα», «παντελή αθεΐα». Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης είπε γι’ αυτήν ότι είναι «ἀλλοτρίωσις Χριστοῦ» · αποξένωσις, δηλαδή, από τον Χριστόν. Και πάλι ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας μας λέγει: «Τῆς ἐκείνου –δεν λέει του διαβόλου- μερίδος εἰσίν». Είναι η μερίδα, αυτοί οι οποίοι είναι αιρετικοί, είναι η μερίδα του διαβόλου. Και ο άγιος Αλέξανδρος Αλεξανδρείας λέγει ότι είναι πρόδρομος του Αντιχρίστου. Κι ο άγιος Ιγνάτιος αποκαλεί την αίρεση «βοτάνη διαβόλου».
Είδατε τι χαρακτηρισμούς δίνουν και Σύνοδοι και Πατέρες για την αίρεσιν. Ο Θεός να μας φυλάει! Κάποιοι θέλουν να λέγουν τον Μέγαν Αθανάσιον, επαναλαμβάνω αυτό που είπα και προηγουμένως, «φανατικόν και στενόκαρδον». Αγαπητοί μου, είναι απλή η απάντησις. Η αίρεσις δεν σώζει. Επειδή είναι βλασφημία κατά του Θεού. Εάν λοιπόν κάτι δεν σώζει, θα ήταν φανατισμός να πολεμηθεί η αίρεσις;
Στην εποχή μας, στον τόπο μας, έχομε εκατοντάδες, αυτήν την στιγμή, αιρέσεις. Αποχρώσεις αιρέσεων. Έχομε και παραθρησκείες· που παρασύρουν τους βαπτισμένους Χριστιανούς μας. Και λέει κανείς: «Άνθρωποι, κοιτάτε την αίρεση και φεύγετε σεις που βαπτιστήκατε στο όνομα του Αγίου Τριαδικού Θεού;». Και τώρα τελευταία… χμ! Θα αρχίσει να ανθεί ένα… ελεεινό λουλούδι, που λέγεται… «φεύγουμε από τον Χριστιανισμό» -γιατί συμβαίνει στην Ευρώπη αυτήν την στιγμή- «και πηγαίνουμε εις τον Μωαμεθανισμόν, στο Κοράνιον»… Μα το Κοράνιον μπορεί να συγκριθεί με το Ευαγγέλιον; Μα τι πράγματα είναι αυτά; Και τελευταία μάλιστα ειπώθηκαν ότι «να ψάξουμε», λέει, «να βρούμε κοινά» –άκουσον, άκουσον!- «κοινά σημεία», λέει, «του Ευαγγελίου με το Κοράνιον»! Από πού κι ως πού; Το Κοράνιον; Προϊόν του διαβόλου είναι. Από πού κι ως πού; Και μιλάμε, και είμαστε και θεολόγοι και λέμε τέτοια πράγματα; Είναι, δηλαδή, κατάντημα.
Και η αιτία; Η άγνοια της Ορθοδόξου πίστεως. Η άγνοια, ακόμα, και της αιρέσεως· τι σημαίνει αίρεσις. Ακόμη είναι και η μη εκτίμησις της βαρύτητος του κακού. Ήδη είπαμε ότι η εκκοσμίκευσις που ασκεί αυτήν την στιγμή η Ρώμη είναι αίρεσις, επειδή νοθεύει την σταυρική διάσταση του Ευαγγελίου. Λέει ο Απόστολος Παύλος. Αυτό που θα σας πω είναι από την προς Φιλιππησίους επιστολή και ταιριάζει ολότελα με τα λεγόμενα της παπικής εκκλησίας, όταν θέλουν να κυριαρχήσουν σε όλον τον κόσμο: «Πολλοὶ γὰρ περιπατοῦσιν», λέγει, γράφει ο Απόστολος Παύλος, «οὓς (:τους οποίους) πολλάκις ἔλεγον ὑμῖν (:πολλές φορές σας είχα πει) νῦν δὲ καὶ κλαίων λέγω (:τώρα δε, που σας γράφω, τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα), τοὺς ἐχθροὺς τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ· ὧν τὸ τέλος ἀπώλεια, ὧν ὁ θεὸς ἡ κοιλία» -δηλαδή ένας που τοποθετείται με υλιστικόν τρόπον ζωής, αυτό θα πει ότι «έχω θεό μου την κοιλιά»: «Τι θα φάω, τι θα πιω, τι θα κερδίσω, τι θα πετύχω»– – καὶ ἡ δόξα ἐν τῇ αἰσχύνῃ αὐτῶν (:και η δόξα, λέει, η δόξα τους είναι σε πράγματα που θα ‘πρεπε να ντρέπονται)».
Σήμερα πάρα πάρα πολλοί νέοι μας αισθάνονται υπερηφάνεια για τις αμαρτωλές των κατακτήσεις· τους έρωτές των κ.τ.λ. κ.τ.λ. Για πράγματα, επαναλαμβάνω, που θα έπρεπε να ντρέπονται, αυτά τα θεωρούν δόξα τους και τιμή τους. Ή «ανδρισμό» τους…Πα πα πα… Αλλά, μη νομίσετε, φτάνομε, φτάνομε, φτάνομε σε εκείνα που έφτασαν και οι Σοδομίται. Το ακούσατε ασφαλώς. Εγώ τουλάχιστον το άκουσα δύο φορές, στις ειδήσεις. Τι; Υπουργός της Νορβηγίας παντρεύτηκε έναν… άνδρα, φίλο του κ.λπ. Ακούστε: «Παντρεύτηκε»! Έναν άνδρα! Δεν είναι παράξενο πράγμα αυτό… Και μάλιστα, είχε πολλές φορές ειπωθεί, όπου στην Ευρώπη, όπου, ας μην λέω θέσεις και τοποθετήσεις, παίρνουνε, έχουνε δικαιώματα και στις εργατικές πολυκατοικίες, παρακαλώ… Για να κάνουνε τι; Την καινούρια τους οικογένεια… Δι’ όνομα του Θεού… Δι’ όνομα του Θεού… Κατάντημα! Σοδομισμός! Πέρα για πέρα!
Και συνεχίζει ο Απόστολος και να λέει: «Οἱ τὰ ἐπίγεια φρονοῦντες»… «Αυτοί οι οποίοι φρονούν ό,τι είναι επίγειο». Τίποτα το ουράνιο. Και συμπληρώνει: «Ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει». «Αλλά το δικό μας πολίτευμα είναι εις τους ουρανούς». Δεν έχομε καμία σχέση με όλα αυτά τα πράγματα. Η πίστις μας είναι σταυρική· που θα πει: «Δέχομαι την άσκηση. Αμαρτωλός είμαι. Πέφτω. Σηκώνομαι. Αλλά, τι φαντάζομαι ότι είναι το κανονικό; Κατά τα άλλα αμαρτωλοί είμαστε όλοι». Αν, λοιπόν, ζούμε την κοσμική ζωή, είμεθα στην αίρεση, μην σας φαίνεται παράξενο, ότι είναι υπερβολικό.
Η αίρεσις εμφανίζεται και στο δόγμα και στο ήθος. Αλλά και εις την κοινωνικότητα εμφανίζεται. Στον αιώνα μας εμφανίστηκε και εις την κοινωνικότητα αυτή η αίρεσις. Θυμάμαι τον πατέρα Γιέφτιτς, είναι Σέρβος, που είχε πει πού και πώς εμφανίζεται στην κοινωνικότητα η αίρεσις. Έχομε πολλά κοινωνικά συστήματα, που είναι αντίχριστα. Ας μην αναφέρω…Αν κανείς προσαρμόζεται σε αυτά, τότε είναι στην αίρεση.
Αγαπητοί. Ο Μέγας Αθανάσιος είχε αντιληφθεί τον κίνδυνο της αιρέσεως, όσο κανείς άλλος στην εποχή του. Πολλοί του έλεγαν, εκ των μετριοπαθών: «Αντί να επιμένεις στον όρον ‘’ομοούσιος’’, να δεχθείς τον όρον ‘’ομοιούσιος’’». Ποια η διαφορά; Βέβαια, ο όρος «ομοιούσιος» ανέτρεπε τα πάντα. Μια λαμαρίνα γυαλισμένη μοιάζει ότι είναι ασημένια. Αλλά δεν είναι ασημένια! Είναι λαμαρίνα, είναι τσίγκος! Έτσι λοιπόν, το ίδιο πράγμα είναι να πω ότι ο Υιός είναι της ιδίας ουσίας με τον Πατέρα, δηλαδή Θεός, με το να πω ότι ο Υιός μοιάζει με τον Πατέρα; Το ίδιο πράγμα είναι; Όσο ο τσίγκος, σας είπα, με το ασήμι! Ήταν κάποια στιγμή που ο Μέγας Αθανάσιος έμεινε μόνος. Αλλ’ ήταν αλύγιστος! Γι’αυτό και το τροπάριό του τον καλεί «στῦλον ὀρθοδοξίας».
Εμείς, τι πρέπει να κάνουμε; Να εκτιμούμε πάντοτε, αγαπητοί, το μέγεθος και την καταστροφή μιας αιρέσεως. Από την απλή συντροφιά που θα κάνομε με έναν αιρετικόν. Μας το λέει το Ευαγγέλιον: «Ούτε και καλημέρα δεν θα πείτε στον αιρετικό· γιατί θα πιάσει κουβέντα μαζί σας και θα σας ανατρέψει! Θα σας βάλει τρικλοποδιά! Μόνο μερικές ιδέες να σας βάλει μέσα σας, είναι αρκετό». Μου ΄λεγε μια κυρία, προ πολλών ετών μακαρίτισσα, ζούσε στην Κωνσταντινούπολη, είχε μια φιλενάδα και τι είχε γίνει; Είπε κάτι εις βάρος της Παναγίας… Ε, αυτή η γυναίκα δεν μπόρεσε ποτέ να βγάλει από το μυαλό της, παρότι ήτο ευσεβεστάτη κυρία, να βγάλει από το μυαλό της εκείνο που της φύσηξε η προτεστάντισσα φιλενάδα της… Μακριά, μακριά!
Να μην έχομε, λοιπόν, καμία ποτέ κοινωνία με αιρετικούς. Όπως εξάλλου μας το παραγγέλνει το Πνεύμα το Άγιον: «Ούτε καλημέρα να μην πούμε», σας ξαναλέω, μη νομιστεί ότι είναι φοβερό αυτό. Να μιμούμεθα την σταθερότητα του Μεγάλου Αθανασίου στην Ορθοδοξία. Είναι η ώρα της Ορθοδοξίας τώρα, κρισιμοτάτη. Τότε θα μπορούμε να ισχυριζόμεθα ότι θα έχομε τιμήσει το μεγάλο τέκνον της Εκκλησίας μας, τον τροπαιούχο κατά των αιρέσεων, τον μέγαν εν αγίοις Πατέρα ημών Αθανάσιον, αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
απομαγνητοφώνηση και ηλεκτρονική επιμέλεια κειμένου:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΗ:
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/mnhmh_agivn/mnhmh_agivn_045.mp3
ΜΝΗΜΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ
[εκφωνήθηκε στις 18-1-1998]
Ο λόγος, αγαπητοί μου, σήμερα περί του μεγάλου πατρός αγίου Αθανασίου, που άγομεν την σεπτή του μνήμη. Ό,τι και να πει κανείς, τους ωραιοτέρους χαρακτηρισμούς αν αποδώσει, της αγίας προσωπικότητός του, πάντοτε θα υπολείπεται. Δεν είναι χωρίς κίνδυνο μειώσεως η περιγραφή του προσώπου γενικά ενός αγίου, πολύ δε περισσότερον εάν πρόκειται περί του όντως Μεγάλου, Αθανασίου. Η ανάγκη όμως να σκιαγραφηθεί η μεγάλη του προσωπικότης προς μίμησιν από τους πιστούς μέσα εις την Εκκλησία, μας κάνει τολμηρούς κάτι όντως να ψελλίσομεν.
Ο Μέγας και παγκόσμιος πατήρ, άγιος Αθανάσιος, εγεννήθη εις την Αλεξάνδρειαν της Αιγύπτου- την πόλη του Αλεξάνδρου- που ήταν τότε κέντρο σπουδαιότατον των γραμμάτων. Μάλιστα η Αλεξάνδρεια ημιλλάτο και αυτάς τας Αθήνας που ήταν τότε πόλις πασών των επιστημών και των τεχνών. Όποιος ήθελε να μετεκπαιδευθεί στα γράμματα ήρχετο εις τας Αθήνας. Όπως έφτασε εκεί ένας άλλος μεγάλος, ο Μέγας Βασίλειος ή ακόμη ένας Γρηγόριος Θεολόγος. Εντούτοις, ο Μέγας Αθανάσιος δεν έφτασε ποτέ εις τας Αθήνας. Η Αλεξάνδρεια τού ήτο επαρκής.
Εγεννήθη το 295. Μας αναφέρει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος που ήδη είχαν συνδεθεί με φιλία ότι ο Μέγας Αθανάσιος «ἐτράφη ἐν τοῖς θείοις ἤθεσι καὶ παιδεύμασι». Τα συγγράμματά του ωστόσο δείχνουν σπουδαία και πλουσία μόρφωση, τόσο θεολογική, όσο και κλασική. Μάλιστα, σε ηλικία είκοσι ετών – είκοσι ετών! – έγραψε το περισπούδαστο εκείνο έργον -διεσώθη ολόκληρο ευτυχώς- «Περί ἐνανθρωπήσεως» του Λόγου και «Κατά εἰδώλων», ένα έργο είναι σε δύο τμήματα. Περίφημο, περισπούδαστο, εις ηλικίαν είκοσι ετών. Νεαρός ακόμη επεσκέφθη στην έρημο τον Μέγα Αντώνιον και ασκήτεψε κοντά του. Ο ίδιος γράφει στον βίο που συνέθεσε του Μεγάλου Αντωνίου κατ’ απαίτησιν των Χριστιανών της Ρώμης σε μία του εξορία ότι «ἀκολουθήσας αὐτῷ χρόνον οὐκ ὀλίγον, καὶ ἐπιχέων ὕδωρ κατὰ χεῖρας αὐτοῦ», ότι δηλαδή ο ίδιος ο άγιος Αθανάσιος δεν έμεινε λίγο καιρό κοντά του, έμεινε πολύ καιρό κοντά του, και ακόμη, λέγει, του έριχνε νερό για να πλένει τα χέρια του ο Μέγας Αντώνιος- ένα χαριτωμένο στιγμιότυπον. Και τον Μέγαν Αντώνιον ξανασυνάντησε ο άγιος Αθανάσιος εις την έρημον, ύστερα από σαράντα χρόνια, στις περιπέτειές του με τις εξορίες του.
Ως διάκονος, μετείχε των εργασιών της Α΄Οικουμενικής Συνόδου που έγινε το 325, όπου και διέπρεψε. Διάκονος… Διέπρεψε! Ο όρος «ὁμοούσιος» που εισήχθη εις το Σύμβολον της Νικαίας ήτο όρος δικός του, παρά το ότι είχε σηκώσει κυριολεκτικά θύελλα εναντίον των αντιφρονούντων, εναντίον του. Εκείνος επέμενε. Επέμενε και ποτέ δεν εδέχθη τον μετριοπαθή εκείνον όρον «ὁμοιούσιος». «Ὁμοούσιος»- «ὁμοιούσιος», μάλιστα μερικοί λένε: «Για ένα γιώτα;». Μα ό,τι διαφορά υπάρχει μεταξύ του τσίγκου και του ασημιού -υπάρχει διαφορά;- έτσι λοιπόν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο «ὁμοιούσιος» και στο «ὁμοούσιος». Ο τσίγκος μοιάζει με ασήμι, αλλά δεν είναι ασήμι! Για να ενώσει δήθεν, δήθεν, συμβιβαστικά τους διαφωνούντας… Όχι, όχι..! Η θεολογία και η Ιστορία μάλιστα τον εδικαίωσαν τον Μέγαν Αθανάσιον.
Το 328 απέθανε ο αρχιεπίσκοπος Αλέξανδρος Αλεξανδρείας και όλος ο λαός ζήτησαν αρχιεπίσκοπο τον Μέγαν Αθανάσιον. Έτσι γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ότι η εκλογή του έγινε «ψήφῳ τοῦ λαοῦ παντός, οὐ κατὰ τὸν ὕστερον νικήσαντα πονηρὸν τύπον»· δηλαδή η εκλογή του έγινε με την ψήφο του λαού, παντός του λαού –είδατε;- και όχι, λέγει, γιατί -επρόλαβε και αυτήν την πονηράν μέθοδον ο άγιος Γρηγόριος, ποια πονηράν μέθοδον;- «τόν πονηρόν», λέει, «ὕστερον νικήσαντα πονηρὸν τύπον». Και ποιος είναι ο «πονηρός τύπος»; Να εκλέγουν τον επίσκοπον μόνον μερικοί… Όχι. Ο Μέγας Αθανάσιος εξελέγη με την ψήφο και του λαού παντός και του κλήρου- και σε ηλικία μόλις τριάκοντα τριών ετών.
Στάθηκε αληθινός τύπος ποιμένος. Πάλι γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ότι εις το πρόσωπόν του «εἰς τὸ πρόσωπόν του – σας το αποδίδω σε μετάφραση- αἱ παρθένοι εὗρον», λέει, «τὸν νυμφαγωγὸν• αἱ ὑπανδρευμέναι, τὸν σωφρονιστὴν· οἱ ἐρημῖται τον ἀναπτερωτὴν• • οἱ ἄνθρωποι τῆς κοινωνίας, τὸν νομοθέτην• οἱ πρακτικοὶ τὸν ὁδηγόν, οἱ θεωτητικοὶ τὸν θεολόγον, αἱ χῆραι τὸν προστάτην, οἱ ὀρφανοὶ τὸν πατέρα, οἱ ἀδελφοί τον φιλάδελφον, οἱ ἀσθενεῖς τὸν ἰατρόν, οἱ ὑγιεῖς τὸν φύλακα τῆς ὑγείας». Αυτά γράφει ο άγιος Γρηγόριος για τον άγιον Αθανάσιον.
Αγαπούσε πολύ να δει τον κόσμον όλον χριστιανικόν, και συνεπώς την ιεραποστολή. Είναι γνωστή αυτή η ιστορία, παρότι στέκεται περίεργη αν τη διαβάσετε, αλλά, ε, ήτανε σχέδιο της Θείας Πρόνοιας, πώς ένα καράβι, ελληνικό μάλιστα, στην Ερυθρά Θάλασσα, πιο κάτω εκεί που τελειώνει ή αρχίζει ο Ινδικός Ωκεανός, εκεί εναυάγησεν αυτό το καράβι, τέλος πάντων, τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι βρέθηκαν κάποιοι ναυαγοί. Ανάμεσα σε αυτούς τους οποίους οι Αιθίοπες εσκότωσαν- πλην δύο που ήσαν δύο νεαρά παιδιά πανέξυπνα και μορφωμένα. Έλληνες… Και τότε αυτοί προσελήφθησαν ως υπηρέτες εις το παλάτι του Αιθίοπος του αυτοκράτορος και ήτανε τόσο έξυπνοι, τόσο σπουδαίοι, άρχισαν να τους εκχριστιανίζουν… Έγιναν πολλοί… Και τότε ο Φρουμέντιος, ο ένας από τους δύο, ήρθε στην Αλεξάνδρεια και ζήτησε από τον Μέγαν Αθανάσιο να στείλει έναν Επίσκοπον, να στείλει ιερείς κ.λπ. για να βοηθήσουν την Εκκλησίαν της Αιθιοπίας. Και λέγει ο Μέγας Αθανάσιος- επιτρέψατέ μου μια λαϊκή έκφραση- που «έκοβε το μάτι του», έκοβε το μάτι του: «Ποιος άλλος», λέει, «καλύτερος από σένα;». Ό,τι ακριβώς είχε πει κάποτε ο Ιωσήφ εις την Αίγυπτον, εις τον Φαραώ τι να κάνει για να αντιμετωπιστεί η πείνα, ο λιμός και είπε ο Φαραώ: «Ποιος καταλληλότερος από σένα;». Τον χειροτονεί επίσκοπον και τον στέλνει πίσω στην Αιθιοπία. Έτσι, από τις πρώτες, θα λέγαμε, χώρες που εξεχριστιανίσθησαν ήταν και η Αιθιοπία, με τη βοήθεια του Μεγάλου Αθανασίου.
Υπέστη πέντε- κατ΄άλλους έξι- εξορίες, διαρκείας δεκαέξι ετών ο Μέγας Αθανάσιος. Εδέχθη ανήκουστες συκοφαντίες, ανήκουστες, αν διαβάσετε τον βίο του θα πείτε: «Μα δεν εντρέποντο εκείνοι οι οποίοι τόσο τον συκοφαντούσαν;»- ότι είναι φονεύς, ότι είναι μάγος, ότι είναι ανήθικος, ότι είναι συνωμότης κατά του βασιλέως της Κωνσταντινουπόλεως… Πώς; Γιατί η πόλις, η Κωνσταντινούπολις, εδέχετο φορτία σιταριού, δεν ήταν αρκετά, αρκετός ο σίτος για να θρέψει τόσον λαό εκεί και ήρχετο, εγίνετο εξαγωγή, και ήρχετο το σιτάρι από την Αίγυπτον και ότι δήθεν τάχα εμπόδισε τα πλοία με το σιτάρι να φτάσουν στην Κωνσταντινούπολη και συνεπώς ήταν ένας συνωμότης ο Μέγας Αθανάσιος… Ψεύδη όλα αυτά… Ψεύδη…
Η μάχη που έδιδε δε κατά των Αρειανών ήτο άκαμπτος. Δεν υποχωρούσε ποτέ ούτε εις το ελάχιστον. Δεν ήταν ενδοτικός, παρά τας πιέσεις που εδέχετο. Εκείνο δε που εκπλήσσει, σε όλη αυτήν την υπόθεση, την ιστορία, ήταν η στάσις του λαού του Θεού– προσέξατέ το αυτό… Η στάσις του λαού του Θεού μπροστά σ’ αυτές τις περιπέτειες του Μεγάλου Αθανασίου. Ο λαός αγαπούσε και ελάτρευε τον αρχιεπίσκοπόν του. Δύο φορές επεβλήθησαν εις τον θρόνον της Αλεξανδρείας, ε, όσο δηλαδή καιρό παρέμενε, αλλεπαλλήλως, συνεχώς, εξόριστος, δύο επιβήτορες του θρόνου, δύο μοιχεπιβάται, όπως τους λέμε. Ο ένας ήταν ο Γρηγόριος ο Καππαδόκης που ο λαός δεν τον ήθελε ποσώς-ποσώς και σε λίγο ο άνθρωπος αυτός πέθανε. Ανέλαβε και ανήλθε εις τον θρόνον- όχι βεβαίως ο άγιος Αθανάσιος- άλλος Καππαδόκης, κάποιος ονόματι Γεώργιος και να φανταστείτε ότι και αυτός ηναγκάσθη- από τον λαό ηναγκάσθη- να εγκαταλείψει την Αλεξάνδρεια και να φύγει. Τον Γρηγόριον, τον πρώτον, προκειμένου η πολιτεία να τον επιβάλει εις τον λαόν, η πολιτεία να τον επιβάλει εις τον λαόν, χιλιάδες στρατός τονε προστάτευε. Ο νοών νοείτω.
Οι Αρειανοί είχαν επιστρατεύσει Ιουδαίους και εθνικούς, δηλαδή ειδωλολάτρας, εναντίον των Ορθοδόξων. Και όμως, ο λαός έμενε άκαμπτος… Έμενε άκαμπτος! Το υπογραμμίζω… Τα γεγονότα υπήρξαν ραγδαία και φοβερά. Ο Μέγας Αθανάσιος για πέντε μήνες εκρύπτετο σε μια του εξορία, σε μια του φυγή, εκρύπτετο σε έναν δικό του οικογενειακό τάφο πλησίον της πόλεως. Οι τάφοι ήσαν κατά τέτοιον τρόπον που θα μπορούσε κανείς να κρυφτεί μέσα εις τον τάφον…
Παρά τις περιπέτειές του αυτές, είχε διάθεση, αλλά και καιρό- θα λέγαμε χαλκέντερος, πραγματικά…- να ασχοληθεί και με το ποίμνιόν του… Επιστολές προς μοναχούς, προς επισκόπους συγγράφει διαρκώς-διαρκώς- τα πιο πολλά συγγράμματά του εγράφησαν κατά την εποχή που εβρίσκετο μακριά από τον θρόνον του, προκειμένου βέβαια να στηρίξει το ποίμνιόν του.
Αναδιοργάνωσε τη Θεολογική Σχολή της Αλεξάνδρειας με προϊστάμενο τον Δίδυμο. Όταν αυτοκράτωρ ήταν ο Κωνστάντιος και εστάλη βασιλικός επίτροπος στην Αλεξάνδρεια για να εκθρονίσει τον Μέγαν Αθανάσιο σε ένα διάλειμμα από τις εξορίες, να τον εκθρονίσει, να τονε βγάλει, με το αιτιολογικόν ότι χάριν της ειρήνης εις την Αίγυπτον αυτό το πράγμα συνέβαινε. Δηλαδή με άλλα λόγια, δηλαδή με άλλα λόγια, ότι ήταν ταραξίας ο Μέγας Αθανάσιος, η παρουσία του αφαιρούσε την ειρήνη από την Αλεξάνδρεια και από την Αίγυπτο, αλλά και από τον τότε χριστιανικό κόσμο, γιατί εκεί που εξορίζετο ο μέγας πατήρ και εκεί ο κόσμος εστρέφετο εναντίον της πολιτείας -όπως φερειπείν εις την Ιταλίαν ή όπου αλλού… Έτσι λοιπόν ήρθε αυτός για να εκθρονίσει τον μεγάλο πατέρα «χάριν της ειρήνης»- και ο μέγας πατήρ απήντησε τα εξής. «Θα υπάρξει» -επί λέξει- «θα υπάρξει περισσοτέρα ειρήνη αν παραιτηθώ; Ή τότε δηλαδή ακριβώς θα ξεσηκωθεί ο κόσμος και θα σας σπάσει το κεφάλι;». Και εννοούσε, εννοούσε, τη δράση του λαού υπέρ του αρχιεπισκόπου του… Αυτός ήταν ο λαός της Αλεξανδρείας που περικύκλωνε, αγαπούσε και υπεστήριζε τον μεγάλον του αυτόν ποιμένα.
Στην τελευταία του εξορία, όταν ο λαός άρχισε να θλίβεται, παρηγόρησε το πλήθος με εκείνο το θαυμάσιο που μένει τόσο εύκολα και εις την μνήμην: «Νεφύδριον ἐστί καί θᾶττον παρελεύσεται»· «Είναι», λέει, «νεφύδριον», «συννεφάκι, είναι», λέει, «συννεφάκι αυτά που συμβαίνουν και γρήγορα κι αυτό το συννεφάκι θα περάσει». Έτσι παρηγόρησε τον κλαίοντα λαόν. Αυτά μας αναφέρει ο Σωζόμενος στην Εκκλησιαστική του Ιστορία.
Όταν ανέλαβε αυτοκράτωρ ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, έστειλε στρατεύματα, παρακαλώ, εις την Αίγυπτον, για να φονεύσουν τον Αθανάσιον, αλλά δεν τον βρήκαν εκεί, γιατί ο ίδιος έφυγε για τη Θηβαΐδα· δηλαδή προς νότον, προς την Άνω Αίγυπτον, εκεί που ήτανε και η έρημος κλπ. Μάλιστα έλεγε ο Ιουλιανός ο Παραβάτης που είχε γίνει ειδωλολάτρης και ήταν συμμαθηταί με τον Μέγα Βασίλειον και τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο Ιουλιανός, συμμαθηταί, στην Αθήνα, έλεγε ο Ιουλιανός ότι ήξιζε θάνατος εις τον Αθανάσιον. Τελικά απεκαταστάθη εις τον θρόνον του ο άγιος Αθανάσιος, αφού αρχιεράτευσε σαρανταέξι έτη και εκ των οποίων τα δεκαέξι τα πέρασε εις την εξορίαν.
Εκοιμήθη τη 2α Μαΐου του 373 έτους, τριακοστού εβδομηκοστού τρίτου έτους. Τόμοι ολόκληροι, αγαπητοί μου, θα μπορούσαν να γραφούν για τον άγιο Αθανάσιο και τις περιπέτειές του· και τον θαυμάσιο χαρακτήρα του· που ήταν οξυδερκέστατος αλλά και σταθερός. Ακούσατε στην υμνολογία σήμερα. Τον αποκαλούν οι υμνογράφοι «στῦλον»· τον αποκαλούν «βράχον» κ.ο.κ.
Αγαπητοί. Η Ιστορία είδε στο πρόσωπό του το ορθόδοξο φρόνημά του που το εκράτησε ανάμεσα σε θύελλες όρθιον. Επολέμησε τη χειρότερη αίρεση μέσα εις την εκκλησιαστική ιστορίαν. Όλες είναι φοβερές, αλλά η αίρεση του Αρείου η χειρότερη. Και όπως λέει ο πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς, ο Αρειανισμός είναι στη διαδοχή των αντιχρίστων, των επιμέρους- κατά τον λόγο του ευαγγελιστή Ιωάννου: «πολλοί ἀντίχριστοι γεγόνασιν»- αναφέρει τον Αρειανισμό σαν ένα σταθμό θα λέγαμε, του Αντιχρίστου μέσα εις την Ιστορίαν. Έτσι επολέμησε αυτήν την χειρότερη αίρεση ο Μέγας Αθανάσιος. Είχε παμμεγίστη πίστη εις τον Χριστόν και βάθος αγάπης. Δεν λογάριασε ποτέ τους κινδύνους της ζωής του, αρκεί να απεδείκνυε την αλήθειαν περί της θεανθρωπίνης φύσεως του Χριστού, γιατί έλεγε ο Άρειος ότι δεν είναι Θεός, είναι «κατά προκοπήν», λέει, «Θεός», «κατά προκοπήν…», όπως κι εμείς καλούμαστε, κατά προκοπήν να γίνουμε Θεοί.
«Τι είναι άνθρωπος;», όπως λέει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, «ζῶον– δηλαδή κάτι που ζει- θεούμενον», δηλαδή ικανόν, κατάλληλον, να γίνει ο άνθρωπος κατά χάριν Θεός. Αυτά έλεγε ο Άρειος…Ούτε λίγο, ούτε πολύ… Έτσι ο μέγας πατήρ εστάθηκε τολμηρός, ότι είναι ο Υιός του Θεού, ότι είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος που ενηνθρώπησε- κοιτάξτε τη συμφωνία: «ὁ Λόγος»- δηλαδή ο Θεός- «σάρξ ἐγένετο», που λέει ο Ιωάννης, «καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν». Αν λοιπόν δεν θα έπρεπε να δεχθεί ούτε ο Άρειος ή να δεχθεί τον Αρειανισμόν, ολόκληρο το Ευαγγέλιον θα έπεφτε στο κενό. Θα ανετρέπετο, όπως το αντιλαμβάνεστε…
Έτσι λοιπόν στάθηκε πολύ τολμηρός· αλλά και συνετός. Εγνώριζε να πολεμά και να νικά. Εχθροί του; Ο διάβολος, οι βασιλείς- δυστυχώς!-, οι αιρετικοί. Σύμμαχός του; Ο Χριστός και ο λαός. Και ενίκησε ο Μέγας Αθανάσιος. Και η ιστορία όντως τον ονόμασε «Μέγαν». Αυτόν τον επίζηλον τίτλον.
Αγαπητοί. Και η εποχή μας είναι καταπληκτικά παράλληλη με την εποχή του μεγάλου πατρός. Ο Αρειανισμός υποβόσκει στην ευρωπαϊκή θεολογία ή, καλύτερα, εις την δυτικήν θεολογίαν. Και επειδή υποβόσκει αυτός ο Αρειανισμός- ποτέ δεν πέθανε ο Αρειανισμός…- δεν το λέγω εγώ δε, όχι μόνο γιατί το βλέπομεν και το βλέπετε- το γράφει σε ένα του βιβλίο και ο πατήρ Ιουστίνος ο Πόποβιτς. Από κει ξεπήδησαν οι διάφορες σύγχρονες αιρέσεις και παρεκκλίσεις…
Μεγάλες προδοσίες επιτελούνται από εκκλησιαστικά και πολιτικά πρόσωπα, τουλάχιστον εις τον ορθόδοξον χώρον. Όταν Πατριάρχαι, ορθοδόξου λαού, μπορούν να συγκρίνουν και να εξισώνουν τον Χριστόν με τον Μωάμεθ, πέστε μου αν η εποχή μας είναι δεινή, φοβερή… Πατριάρχαι… Να εξισώνουν τον Χριστόν με τον Μωάμεθ… Όταν κριτήριον συνυπάρξεως θεωρείται ο μονοθεϊσμός, «Α», λέει, «και οι Εβραίοι μονοθεϊσταί είναι, και οι Χριστιανοί μονοθεϊσταί είναι, και οι… Μωαμεθανοί μονοθεϊσταί είναι. Να λοιπόν, κοινόν σημείον, μονοθεϊσμός. Ελάτε λοιπόν, να δώσουμε τα χέρια και να ενωθούμε…».
Πώπω βλασφημία φοβερή…! Ναι, μονοθεϊσμός είναι ο Χριστιανισμός, αλλά το όνομά του είναι Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα. Εάν, κύριοι, αρνείστε το τριαδικόν της θεότητος, δεν έχετε ουδεμίαν σχέση με τον χριστιανισμό- παίρνω τον μωαμεθανισμό γιατί είναι στο προσκήνιον και στην επικαιρότητα ο μωαμεθανισμός- προσέξετε, φοβερός εχθρός… Αλλά δεν είναι αυτοί ο φοβερός εχθρός, φοβεροί εχθροί είναι, αγαπητοί, εκείνοι οι αξιωματούχοι της Εκκλησίας που βλέπουν και ζυγίζουν και μετρούν τα πράγματα με τον τρόπον που σας ανέφερα.
Όταν λοιπόν ο Οικουμενισμός από την άλλη μεριά, γιατί αυτό το σύμπλεγμα να ενωθούμε δεν λέγεται παρά- το ξέρετε όλοι σας- Οικουμενισμός, ήδη προχωρεί ακάθεκτος χωρίς πλέον να ερωτάται ο λαός -ερωτούμε: «Τι γίνεται;». Όταν ο Χριστιανισμός εξέπεσε σε διπλωματία… Τι θα πει «διπλωματία»; Η δυνατότητα του συμβιβασμού… Αυτό λέγεται διπλωματία. Ο Χριστιανισμός όμως μπορεί να περιπέσει εις την διπλωματία; Υπάρχει περίπτωσις συμβιβασμού με τα στοιχεία του κόσμου τούτου; Είναι δυνατόν ποτέ; Όταν το ευαγγελικόν ήθος- από την άλλη μεριά- διαρκώς και αλματωδώς εκκοσμικεύεται, μια καινούρια ηθική ήδη προβάλλεται, όχι η ευαγγελική, άλλη ηθική, κοσμική ηθική, στην οποία δυστυχώς υπηρετούν και αξιωματούχοι της Εκκλησίας… Ένα πρόσφατο θα σας έρθει στο μυαλό απ’ αυτά που σας λέω.. Και για να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα του Κυρίου που θέτει υπό ερώτησιν την ύπαρξη της πίστεως- της ακεραίας πίστεως, στον δεύτερο ερχομό Του, που είπε ο Κύριος: «Ναι, Εγώ θα ‘ρθω, θέμα δεν υπάρχει εκεί, πρόβλημα δεν υπάρχει εκεί, το πρόβλημα είναι δικό σας. Όταν Εγώ θα έλθω, θα βρω την πίστη επάνω εις την γην;». Αυτό είναι το πρόβλημα, δικό μας πρόβλημα.
Ή εκείνο που λέγει ο Παύλος- γράφει στον Τιμόθεο-: «Τοῦτο δὲ γίνωσκε (:Αυτό να γνωρίζεις) ὅτι ἐν ἐσχάταις ἡμέραις ἐνστήσονται καιροὶ χαλεποί(:καιροί δύσκολοι) ἔσονται γὰρ οἱ ἄνθρωποι φίλαυτοι– αυτή η φιλαυτία είναι το μεγάλο κεφαλάρι που γεννάει όλα τα πάθη, όλες τις κακίες και όλες τις κοινωνικές αναστατώσεις- φιλήδονοι μᾶλλον ἢ φιλόθεοι -δηλαδή οι άνθρωποι θα είναι περισσότερο φιλήδονοι· βλέπετε, ιδίως στη νεολαία μας, πώς προχωρά η φιληδονία, αντί να προχωρά η φιλοθεΐα, δηλαδή το να είναι οι νέοι μας φιλόθεοι;- «ἔχοντες μόρφωσιν εὐσεβείας» – μπορεί να ξέρουνε πολλά πράγματα, «τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι» -θα έχουν όμως αρνηθεί την δύναμη του Χριστού, τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Τότε εμείς, που μελετάμε τον βίο και την πολιτεία, αγαπητοί μου, του μεγάλου πατρός Αθανασίου που σήμερα τιμάμε τη μνήμη του, τι πρέπει να κάνομε; Είναι ή δεν είναι παράλληλοι οι καιροί;
Αγαπητοί. Οἱ καιροί οὐ μενετοί, δεν περιμένουν…
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
απομαγνητοφώνηση και ηλεκτρονική επιμέλεια κειμένου:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΗ:
http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/mnhmh_agivn/mnhmh_agivn_001.mp3

