ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (3/8/2025)
Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ
Προς Γαλάτας, κεφάλαιο Γ΄, εδάφια 23-29 και κεφάλαιο Δ΄, εδάφια 1-4
Κεφ.Γ΄ 23 Πρὸ δὲ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι. 24 Ὥστε ὁ νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν, ἵνα ἐκ πίστεως δικαιωθῶμεν· 25 ᾿Ελθούσης δὲ τῆς πίστεως οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν. 26 Πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ· 27 ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. 28 Οὐκ ἔνι ᾿Ιουδαῖος οὐδὲ ῞Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. 29 Εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ ᾿Αβραὰμ σπέρμα ἐστὲ καὶ κατ’ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι.
Κεφ. Δ΄ 1 Λέγω δέ, ἐφ’ ὅσον χρόνον ὁ κληρονόμος νήπιός ἐστιν, οὐδὲν διαφέρει δούλου, κύριος πάντων ὤν, 2 ἀλλὰ ὑπὸ ἐπιτρόπους ἐστὶ καὶ οἰκονόμους ἄχρι τῆς προθεσμίας τοῦ πατρός. 3 Οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὅτε ἦμεν νήπιοι, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου ἦμεν δεδουλωμένοι· 4 ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, 5 ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν.
Ερμηνευτική απόδοση από τον μακαριστό Παν. Τρεμπέλα
Κεφ. Γ΄ 23 Προτού όμως έλθει η νέα αυτή κατάσταση, στην οποία ισχύει πλέον η πίστη, ο μωσαϊκός νόμος μάς φρουρούσε κλεισμένους καλά, σαν να ήμασταν μέσα σε κάποιο φρούριο˙ για να καταφύγουμε έτσι στην πίστη που έμελλε να αποκαλυφθεί μετά από καιρό. 24 Συνεπώς ο μωσαϊκός νόμος έγινε παιδαγωγός μας και μας προετοίμαζε να ποθήσουμε και να γνωρίσουμε τον Χριστό, για να λάβουμε τη δικαίωση και τη σωτηρία από την πίστη μας σ’ Αυτόν. 25 Όταν λοιπόν ήλθε η νέα κατάσταση, στην οποία ισχύει η πίστη, δεν είμαστε πλέον κάτω από την παιδαγωγία του νόμου. 26 Διότι με την πίστη στον Ιησού Χριστό όλοι γίνατε και είστε υιοί Θεού ενήλικες, ώριμοι και χειραφετημένοι. 27 Και είστε υιοί του Θεού, διότι όσοι βαπτιστήκατε στο όνομα του Χριστού πιστεύοντας σ’ Αυτόν ως Σωτήρα, ντυθήκατε τον Χριστό και ενωθήκατε μαζί Του. 28 Δεν υπάρχουν πλέον διαφορές εθνικότητας, κοινωνικής τάξεως και φύλου. Δεν υπάρχει διαφορά Ιουδαίου και Έλληνα, δεν υπάρχει διάκριση δούλου και ελεύθερου, δεν υπάρχει διάκριση άνδρα και γυναίκας. Διότι όλοι εσείς γίνατε ένας νέος άνθρωπος με την ένωσή σας με τον Ιησού Χριστό. 29 Εάν λοιπόν εσείς που είστε εθνικοί Χριστιανοί, ανήκετε στον Χριστό, άρα διαμέσου του Χριστού, που είναι ο ευλογημένος απόγονος του Αβραάμ, είστε κι εσείς απόγονοι του Αβραάμ˙ και σύμφωνα με την υπόσχεση είστε και κληρονόμοι της ευλογίας.
Κεφ. Δ΄ 1 Και για να σας διευκρινίσω την αλήθεια αυτή, χρησιμοποιώ κι άλλο ένα παράδειγμα. Λέω λοιπόν το εξής: Για όσο χρόνο κάθε κληρονόμος είναι ανήλικος, δεν διαφέρει σε τίποτε από τον δούλο, αν και είναι κύριος όλης της πατρικής περιουσίας που κληρονόμησε. 2 Και δεν διαφέρει από τον δούλο, διότι, ενώ είναι κύριος της πατρικής του κληρονομιάς, εξαρτάται από επιτρόπους που τον κηδεμονεύουν και οικονόμους που διαχειρίζονται την πατρική του περιουσία, μέχρι τον χρόνο που όρισε ο πατέρας. 3 Έτσι κι εμείς οι Χριστιανοί, όταν ήμασταν σε νηπιώδη πνευματική κατάσταση, ήμασταν υποδουλωμένοι στην στοιχειώδη και ανεπαρκή θρησκευτική γνώση του κόσμου που βρίσκεται στην άγνοια και την αμάθεια. 4 Όταν όμως συμπληρώθηκε ο χρόνος που είχε ορίσει η πανσοφία του Θεού, απέστειλε ο Θεός στον κόσμο τον Υιό Του, ο Οποίος έγινε άνθρωπος από γυναίκα και υποτάχθηκε στον μωσαϊκό νόμο, 5 προκειμένου να εξαγοράσει εκείνους που ήταν υποδουλωμένοι στην κατάρα του μωσαϊκού νόμου, για να λάβουμε την υιοθεσία που ο Θεός μάς είχε υποσχεθεί.
Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Η΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Κατά Ματθαίον, κεφάλαιο ΙΔ΄, εδάφια 14-22
14 Καὶ ἐξελθὼν ὁ ᾿Ιησοῦς εἶδε πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν. 15 Ὀψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα. 16 Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. 17 Οἱ δὲ λέγουσιν αὐτῷ· οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας. 18 Ὁ δὲ εἶπε· φέρετέ μοι αὐτοὺς ὧδε. 19 Καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις. 20 Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. 21 Οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων. 22 Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους.
Ερμηνευτική απόδοση από τον μακαριστό Παν. Τρεμπέλα
14 Όταν λοιπόν ο Ιησούς βγήκε από το ερημικό καταφύγιό Του, είδε πολύ λαό, και τους σπλαχνίσθηκε και θεράπευσε τους αρρώστους τους. 15 Καθώς όμως πλησίαζε να βραδιάσει, Tον πλησίασαν οι μαθητές Του και Του είπαν: «Είναι έρημος ο τόπος και η ώρα πλέον πέρασε. Δώσε διαταγή να διαλυθούν τα πλήθη του λαού, για να πάνε στα χωριά και να αγοράσουν για τους εαυτούς τους τροφές να φάνε». 16 Ο Ιησούς όμως τους είπε: «Δεν είναι ανάγκη να φύγουν και να αγοράσουν τρόφιμα. Δώστε τους εσείς να φάνε». 17 Αλλά εκείνοι Του είπαν: «Δεν έχουμε εδώ τίποτε άλλο, παρά μόνο πέντε ψωμιά και δύο ψάρια». 18 Ο Κύριος τότε είπε: «Φέρτε τά μου εδώ». 19 Και αφού παρακίνησε τα πλήθη του λαού να ανακλιθούν στην πρασινάδα, πήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, σήκωσε τα μάτια Του στον ουρανό και ευχαρίστησε και επικαλέστηκε τον Πατέρα Του. Και αφού έκοψε τα ψωμιά, τα έδωσε στους μαθητές και οι μαθητές στα πλήθη του λαού. 20 Και έφαγαν όλοι και χόρτασαν, και μάζεψαν όσα κομμάτια είχαν περισσέψει, δώδεκα δηλαδή κοφίνια γεμάτα. 21 Εκείνοι μάλιστα που έφαγαν ήταν περίπου πέντε χιλιάδες άνδρες, χωρίς να συνυπολογίζονται στον αριθμό αυτόν οι γυναίκες και τα παιδιά. 22 Και αμέσως ο Ιησούς, για να μην παρασυρθούν οι μαθητές Του από τον ενθουσιασμό του πλήθους που ήθελε να Τον ανακηρύξει βασιλιά, τους ανάγκασε να μπουν στο πλοίο και να περάσουν πριν απ’ Αυτόν στο απέναντι μέρος της λίμνης, ωσότου Αυτός διαλύσει τα πλήθη του λαού.
ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ [:Γαλ.3,23- 4,5]
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
«Πρὸ δὲ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι(:Προτού όμως έλθει η νέα αυτή κατάσταση, στην οποία ισχύει πλέον η πίστη, ο νόμος μάς φρουρούσε κλεισμένους καλά, σαν να ήμασταν μέσα σε κάποιο φρούριο, για να καταφύγουμε έτσι στην πίστη που έμελλε να αποκαλυφτεί μετά από καιρό)» [Γαλ.3,23].
Είδες πώς παρέστησε σαφώς αυτά τα οποία είπαμε; Διότι με τις λέξεις «ἐφρουρούμεθα» και «συγκεκλεισμένοι» τίποτε άλλο δεν θέλει να δηλώσει, παρά την ασφάλεια η οποία δόθηκε από τις εντολές του νόμου. Διότι σαν να κρατούσε αυτούς μέσα σε ένα τείχος με τον φόβο και στο βίο τον σύμφωνο προς αυτόν, ο νόμος κρατούσε αυτούς στην πίστη.
«Ὥστε ὁ νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν, ἵνα ἐκ πίστεως δικαιωθῶμεν(: Συνεπώς ο μωσαϊκός νόμος έγινε παιδαγωγός μας και μας προετοίμαζε να ποθήσουμε και να γνωρίσουμε τον Χριστό, για να λάβουμε τη δικαίωση και τη σωτηρία από την πίστη μας σε Αυτόν)» [Γαλ.3,23]. Ο παιδαγωγός βέβαια δεν εναντιώνεται στον διδάσκαλο, αλλά και συνεργεί, απαλλάσσοντας τον νέο από κάθε κακία και με κάθε επιμέλεια προετοιμάζοντάς τον να δέχεται τα μαθήματα από τον διδάσκαλο. Για τον λόγο αυτόν λέγει: «Ἀγνοοῦντες γὰρ τὴν τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνην, καὶ τὴν ἰδίαν δικαιοσύνην ζητοῦντες στῆσαι, τῇ δικαιοσύνῃ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑπετάγησαν(:Δεν φρόντισαν δηλαδή να γνωρίσουν την δικαίωση που δίνει ο Θεός από αγαθότητα, και ζητούν να στήσουν την δική τους αντίληψη σχετικά με την δικαίωση. Γι’ αυτό και δεν υπέταξαν τον εαυτό τους στην δικαίωση του Θεού)» [Ρωμ.10,3]. Εάν λοιπόν ο νόμος είναι παιδαγωγός και φρουρούμαστε κλεισμένοι κάτω από αυτόν, όχι μόνο δεν είναι αντίθετος προς την χάρη, αλλά και συνεργός είναι· εάν όμως, ενώ ήλθε η χάρη, επιμένει να ισχύει, τότε είναι αντίθετος. Διότι αν, ενώ οφείλουμε να εξέλθουμε προς την πίστη, αυτός μας κρατεί κλεισμένους, τότε καταστρέφει την σωτηρία μας.
Διότι όπως ακριβώς ο λύχνος, αφού φώτισε στην νύκτα, αν, όταν έλθει η ημέρα, αναγκάζει να μη βλέπουμε τον ήλιο, όχι μόνο δεν πρόσφερε, αλλά κατέστρεψε, έτσι και ο νόμος, όταν γίνεται εμπόδιο προς τα μεγαλύτερα. Αυτοί λοιπόν οι οποίοι τον τηρούν τώρα, αυτοί πολύ περισσότερο τον κατηγορούν. Διότι και ο παιδαγωγός τότε κάνει καταγέλαστο τον νέο, όταν, ενώ ο καιρός καλεί αυτόν να απομακρυνθεί, τον κρατεί πλησίον του. Για τον λόγο αυτόν και ο Παύλος λέγει: «᾿Ελθούσης δὲ τῆς πίστεως οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν(: Όταν λοιπόν ήλθε η νέα κατάσταση, στην οποία ισχύει η πίστη, δεν είμαστε πλέον κάτω από την παιδαγωγία του μωσαϊκού νόμου)»[Γαλ.3,25].
«Πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ(:Διότι με την πίστη στον Ιησού Χριστό όλοι γίνατε και είστε υιοί Θεού ενήλικες, ώριμοι και χειραφετημένοι)» [Γαλ.3,26]. Ω, πόσο μεγάλη είναι η δύναμη της πίστεως και πώς, προχωρώντας, την αποκαλύπτει! Διότι, προηγουμένως μεν έδειξε, ότι η πίστη αναδείκνυε αυτούς υιούς του πατριάρχου Αβραάμ· διότι έλεγε λίγο παραπάνω: «Γινώσκετε ἄρα ὅτι οἱ ἐκ πίστεως, οὗτοί εἰσιν υἱοὶ ᾿Αβραάμ (:Μάθετε συνεπώς και καταλάβετε ότι γνήσια παιδιά του Αβραάμ δεν είναι όσοι τηρούν τον νόμο, αλλά όσοι κυριαρχούνται από την πίστη)»[Γαλ.3,7]. Τώρα όμως δείχνει ότι είναι και παιδιά του Θεού: «Πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ(:Διότι με την πίστη στον Ιησού Χριστό όλοι γίνατε και είστε υιοί Θεού ενήλικες, ώριμοι και χειραφετημένοι)» [Γαλ.3,26]· δια της πίστεως, όχι δια του νόμου.
Ύστερα, επειδή είπε μεγάλο και θαυμαστό πράγμα, λέγει και τον τρόπο της υιοθεσίας: «Ὃσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε(:Και είστε υιοί του Θεού, διότι όσοι βαπτιστήκατε στον όνομα του Χριστού πιστεύοντας σε Αυτόν ως σωτήρα, ντυθήκατε τον Χριστό και ενωθήκατε μαζί Του)». Και γιατί δεν είπε: «διότι όσοι βαπτιστήκατε στον Χριστό, έχετε γεννηθεί από τον Θεό»; Διότι αυτό ήταν το φυσικό επόμενο για να αποδείξει ότι ήσαν υιοί του Θεού. Διότι λέγει αυτό με τρόπο πολύ φρικωδέστερο. Διότι, αφού ο Χριστός είναι Υιός του Θεού, και εσύ έχεις ενδυθεί Αυτόν, έχοντας μέσα σου τον Υιό, και αφού αφομοιώθηκες προς Αυτόν, έχεις οδηγηθεί σε μία συγγένεια και σε μία εικόνα.
«Οὐκ ἔνι ᾿Ιουδαῖος οὐδὲ ῞Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ(:Δεν υπάρχουν πλέον διαφορές εθνικότητας, κοινωνικής τάξεως και φύλου. Δεν υπάρχει διάκριση δούλου και ελεύθερου, δεν υπάρχει διάκριση άνδρα και γυναίκας. Διότι όλοι σας γίνατε ένας νέος άνθρωπος με την ένωσή σας με τον Ιησού Χριστό)»[Γαλ.3,28]. Είδες ακόρεστη ψυχή; Διότι αφού είπε ότι γίναμε υιοί του Θεού δια της πίστεως, δεν σταματά μέχρι αυτό το σημείο, αλλά επιζητεί να βρει κάτι περισσότερο, το οποίο δύναται να παραστήσει σαφέστερα την εγγύτερη ένωση με τον Χριστό. Και αφού είπε ότι «έχετε ενδυθεί Αυτόν», ούτε σε αυτήν τη λέξη αρκείται, αλλά ερμηνεύοντάς την, προχωρεί βαθύτερα από αυτή την ένωση, και λέγει ότι «Πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ (:Διότι όλοι σας γίνατε ένας νέος άνθρωπος με την ένωσή σας με τον Ιησού Χριστό)»· δηλαδή μία μορφή, έναν τύπο έχετε όλοι, τον τύπο του Ιησού Χριστού. Τι θα ήταν φρικωδέστερο από αυτά τα λόγια; Ο Έλληνας και ο Ιουδαίος και ο πρώην δούλος, όχι αγγέλου, ούτε αρχαγγέλου, αλλά αυτού του ίδιου του Κυρίου των πάντων έχοντας τη μορφή, περιφέρεται εμφανίζοντας στον εαυτό του τον Χριστό.
«Εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ ᾿Αβραὰμ σπέρμα ἐστὲ καὶ κατ’ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι(:Εάν λοιπόν εσείς που είστε εθνικοί Χριστιανοί ανήκετε στον Χριστό, άρα διαμέσου του Χριστού, που είναι ο ευλογημένος απόγονος του Αβραάμ, είστε κι εσείς απόγονοι του Αβραάμ· και σύμφωνα με την υπόσχεση είστε και κληρονόμοι της ευλογίας)»[Γαλ.3,29].Είδες πως αυτό το οποίο έλεγε προηγουμένως για τον απόγονο, απέδειξε τώρα, ότι δηλαδή σε αυτόν και στον απόγονό του έχουν δοθεί οι ευλογίες;
«Λέγω δέ, ἐφ’ ὅσον χρόνον ὁ κληρονόμος νήπιός ἐστιν, οὐδὲν διαφέρει δούλου, κύριος πάντων ὤν, ἀλλὰ ὑπὸ ἐπιτρόπους ἐστὶ καὶ οἰκονόμους ἄχρι τῆς προθεσμίας τοῦ πατρός. οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὅτε ἦμεν νήπιοι, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου ἦμεν δεδουλωμένοι (:Και για να σας διευκρινίσω την αλήθεια αυτή, χρησιμοποιώ κι άλλο ένα παράδειγμα. Λέω λοιπόν το εξής: Για όσο χρόνο κάθε κληρονόμος είναι ανήλικος, δε διαφέρει σε τίποτε από τον δούλο, αν και είναι κύριος όλης της πατρικής περιουσίας που κληρονόμησε. Και δε διαφέρει από τον δούλο, διότι ενώ είναι κύριος της πατρικής του κληρονομίας, εξαρτάται από επιτρόπους που τον κηδεμονεύουν και οικονόμους που διαχειρίζονται την πατρική του περιουσία, μέχρι τον χρόνο που όρισε ο πατέρας. Έτσι και εμείς οι Χριστιανοί, όταν ήμασταν σε νηπιώδη πνευματική κατάσταση, ήμασταν υποδουλωμένοι στην στοιχειώδη και ανεπαρκή θρησκευτική γνώση του κόσμου που βρίσκεται στην άγνοια και την αμάθεια)»[Γαλ.4,1-3].
«Νήπιον» εδώ λέγει όχι στην ηλικία, αλλά στο φρόνημα, για να δείξει ότι ο μεν Θεός από την αρχή ήθελε να χαρίσει αυτά· αλλά επειδή ακόμη ήμασταν σε νηπιώδη κατάσταση, επέτρεψε να ήμασταν υπό τα στοιχεία του κόσμου, δηλαδή τις νουμηνίες και τα Σάββατα· διότι αυτές οι ημέρες γίνονται για εμάς από την περιφορά του ήλιου και της σελήνης. Εάν λοιπόν και τώρα σας οδηγούν υπό την εξουσία του νόμου, δεν κάνουν τίποτε άλλο, παρά να σας οδηγούν πίσω, ενώ βρίσκεστε στο χρόνο της ώριμης ηλικίας. Βλέπεις πόσο κακό είναι η τήρηση των ημερών; Τον Κύριο, τον οικοδεσπότη, τον κυρίαρχο πάντων, υποβιβάζει στην τάξη του δούλου.
«Ὃτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον(: Όταν όμως συμπληρώθηκε ο χρόνος που είχε ορίσει η πανσοφία του Θεού, απέστειλε ο Θεός στον κόσμο τον Υιό Του, ο Οποίος έγινε άνθρωπος από γυναίκα και υποτάχθηκε στον μωσαϊκό νόμο). ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν(:προκειμένου να εξαγοράσει εκείνους που ήταν υποδουλωμένοι στην κατάρα του μωσαϊκού νόμου, για να λάβουμε την υιοθεσία που ο Θεός μάς είχε υποσχεθεί)»[Γαλ.4,4-5]. Δύο αιτίες και κατορθώματα της Σαρκώσεως θέτει εδώ, και την απαλλαγή από τα κακά, και τη χορήγηση των αγαθών· τα οποία δεν ήταν δυνατόν να κατορθωθούν από κανένα, παρά μόνο από Αυτόν. Ποια λοιπόν ήσαν αυτά;
Να απαλλαγούμε από την κατάρα του νόμου και να οδηγηθούμε στην υιοθεσία. Διότι λέγει «προκειμένου να εξαγοράσει εκείνους που ήταν υποδουλωμένοι στην κατάρα του μωσαϊκού νόμου, για να λάβουμε την υιοθεσία που ο Θεός μάς είχε υποσχεθεί». Καλώς είπε «να λάβουμε», δείχνοντας ότι ήταν οφειλόμενη. Διότι άνωθεν είχε υποσχεθεί όπως και έδειξε ο ίδιος δια πολλών ότι δόθηκαν γι’ αυτά υποσχέσεις στον Αβραάμ.
«Και από πού είναι φανερό ότι γίναμε υιοί;», λέγει. Είπε ένα τρόπο ότι ενδυθήκαμε τον Χριστό, ο οποίος είναι Υιός· λέγει τώρα και δεύτερο, ότι λάβαμε το πνεύμα της υιοθεσίας. Διότι δε θα μπορούσαμε να ονομάσουμε Πατέρα τον Θεό, εάν προηγουμένως δεν είχαμε γίνει υιοί. Εάν λοιπόν η χάρη μάς ανέδειξε από δούλους, ελεύθερους, από νήπια, τέλειους, από εχθρούς, κληρονόμους και υιούς, πώς δεν είναι άτοπο και εσχάτης αγνωμοσύνης από τη μια μεριά το να εγκαταλείψουμε αυτήν, και από την άλλη να επιστρέψουμε στην κατάσταση που ήμασταν πριν από την επίσκεψη της θείας χάρης;
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
- https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-ad-galatas-commentarius.pdf
- Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην Προς Γαλάτας επιστολή, κεφ. Γ΄και Δ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1979, τόμος 20, σελίδες 314-323 .
- http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
- Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
- Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
- Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
- http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
- http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ [:Ματθ. 14,14-22]
Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
ΓΙΑ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΧΟΡΤΑΣΜΟΥ ΤΩΝ ΠΕΝΤΑΚΙΣΧΙΛΙΩΝ
«Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν ἐν πλοίῳ εἰς ἔρημον τόπον κατ᾿ ἰδίαν· καἰ ἀκούσαντες οἱ ὄχλοι ἠκολούθησαν αὐτῷ πεζῇ ἀπὸ τῶν πόλεων(:Όταν λοιπόν τα άκουσε αυτά ο Ιησούς, αναχώρησε από εκεί με πλοίο σε κάποιον ερημικό τόπο, για να μείνει μόνος Του με τους μαθητές Του. Και όταν άκουσαν τα πλήθη του λαού ότι αποχώρησε σε ερημικό τόπο, Τον ακολούθησαν πεζοί από τις πόλεις)»[Ματθ. 14,13].
Πρόσεξε το ότι ο Κύριος σε κάθε περίπτωση αναχωρεί, και όταν παραδόθηκε ο Ιωάννης και όταν αποκεφαλίστηκε και όταν πληροφορήθηκαν οι Ιουδαίοι ότι οι μαθητές Του γίνονται όλο και περισσότεροι· διότι θέλει τα περισσότερα να τα τακτοποιεί κατά τρόπο πιο ανθρώπινο και να κινείται ως επί το πλείστον μέσα στα ανθρώπινα πλαίσια, επειδή δεν ήταν ακόμη καιρός να αποκαλύψει με σαφήνεια τη θεότητά Του. Για τον λόγο αυτόν και στους μαθητές Του έλεγε να μην πουν σε κανένα ότι Αυτός είναι ο Χριστός· διότι ήθελε αυτό να γίνει περισσότερο γνωστό μετά την Ανάστασή Του. Για τον λόγο αυτόν δεν ήταν αρχικά πολύ αυστηρός προς τους Ιουδαίους εκείνους που έδειξαν δυσπιστία, αλλά ήταν περισσότερο επιεικής.
Αφού λοιπόν αναχώρησε από εκεί, δεν μεταβαίνει σε κάποια πόλη, αλλά πηγαίνει στην έρημο και μάλιστα ταξιδεύει με πλοίο, ώστε να μην Τον ακολουθήσει κανείς. Εσύ όμως, σε παρακαλώ, πρόσεξε ότι οι μαθητές του Ιωάννη αισθάνονται πλέον περισσότερο οικείοι προς τον Ιησού, καθόσον αυτοί είναι εκείνοι που είχαν αναγγείλει σε Αυτόν το γεγονός του αποκεφαλισμού του Ιωάννη του Βαπτιστού· και πράγματι, αφού εγκατέλειψαν τα πάντα, καταφεύγουν στο εξής προς τον Ιησού. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα και της συμφοράς από τον θάνατο του Προδρόμου, αλλά και της απαντήσεως που τους έδωσε ο Ιησούς, η οποία και πέτυχε να τους φέρει κοντά Του.
Γιατί όμως δεν έφυγε από το μέρος εκείνο πριν Του αναγγείλουν τον θάνατο του Ιωάννη, μολονότι βέβαια τον γνώριζε και πριν Του τον αναγγείλουν; Επειδή ήθελε με όλες τις ενέργειές Του να αποκαλύπτει την αλήθεια της θείας οικονομίας· διότι πράγματι δεν ήθελε μόνο με τα λόγια, αλλά και με τα έργα να το κάνει αυτό πιστευτό, καθώς γνώριζε την κακουργία του διαβόλου και ότι αυτός θα μεταχειριζόταν κάθε μέσο για να διαλύσει αυτήν την εκτίμηση και αντίληψη.
Ο Ιησούς λοιπόν γι’ αυτόν τον λόγο φεύγει από το μέρος εκείνο, τa πλήθη του λαού όμως και πάλι δεν απομακρύνονται από κοντά Του, αλλά Τον ακολουθούν με αφοσίωση, χωρίς να τους φοβίσει καθόλου το δραματικό τέλος του Ιωάννου του Βαπτιστού. Τόσο έντονος είναι ο πόθος να βρίσκονται κοντά στον Ιησού και να ακούνε τη διδασκαλία Του, τόσο μεγάλη είναι η δύναμη της αγάπης τους και ακριβώς γι΄αυτόν τον λόγο τα πάντα η αγάπη αυτή κατανικά και αποκρούει τους κινδύνους. Γι’ αυτό έλαβαν και αμέσως την αμοιβή τους. «Καὶ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς(:Και όταν βγήκε ο Ιησούς από το ερημικό καταφύγιό Του)», λέει ο ευαγγελιστής, «εἶδε πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀῤῥώστους αὐτῶν(:είδε πολύ λαό, και τους σπλαχνίστηκε και τους θεράπευσε τους αρρώστους τους)»[Ματθ.14,14].
Αν και η προθυμία του λαού ήταν μεγάλη, εντούτοις τα όσα έπραττε σε αυτούς ο Ιησούς ήσαν ανώτερα από την αμοιβή κάθε προθυμίας και σπουδής εκ μέρους του λαού. Γι’ αυτό και ο ευαγγελιστής αναφέρει ως αιτία της θεραπείας των ασθενών την ευσπλαχνία του Ιησού και μάλιστα την ευσπλαχνία Του εκείνην που επεκτείνεται προς όλους και για τον λόγο αυτό θεραπεύει όλους τους ασθενείς χωρίς να ζητεί στην περίπτωση αυτή πίστη από τους ασθενείς· διότι το γεγονός ότι έτρεξαν κοντά Του, ότι εγκατέλειψαν τις πόλεις, ότι Τον ζήτησαν και Τον βρήκαν με μεγάλη προθυμία και με κάθε επιμέλεια και το ότι παρέμειναν μαζί Του αν και η πείνα τους πίεζε, όλα αυτά φανερώνουν ξεκάθαρα την πίστη τους.
Πρόκειται επίσης να τους δώσει ως αμοιβή για την πίστη και την αφοσίωσή τους και υλική τροφή. Και δεν το κάνει αυτό με δική Του πρωτοβουλία, αλλά περιμένει να Του το ζητήσουν, διότι, όπως είπα και άλλοτε, τηρεί σε κάθε περίπτωση την αρχή αυτή, δηλαδή δεν σπεύδει να θαυματουργήσει, εάν προηγουμένως δεν Του το ζητήσουν. Και γιατί δεν Τον πλησίασε κάποιος από το πλήθος για να Του μιλήσει εξ ονόματος όλων των άλλων; Διότι έτρεφαν προς Αυτόν υπερβολικό σεβασμό, αλλά και δεν ένιωθαν πείνα εξαιτίας του πόθου τους να βρίσκονται διαρκώς κοντά Του.
Αλλά ούτε και οι μαθητές Του, όταν Τον πλησίασαν, δεν Του είπαν «δώσε τροφή στο πλήθος του κόσμου», διότι η γνώση τους για τη δύναμη του Ιησού ήταν ακόμη ατελής. Αλλά τι λέγουν στον Κύριο καθώς πια πλησίαζε να βραδιάσει; «Ἒρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα(:Είναι έρημος ο τόπος και η ώρα πλέον πέρασε. Δώσε διαταγή να διαλυθούν τα πλήθη του λαού, για να πάνε στα χωριά και να αγοράσουν για τους εαυτούς τους τροφές να φάνε)»· διότι αφού και μετά το θαύμα λησμόνησαν τα όσα συνέβησαν και μετά από τα κοφίνια που γέμισαν από τα περισσεύματα, νόμιζαν ότι τους ομιλεί για το ψωμί, όταν αποκάλεσε «ζύμη» την διδασκαλία των Φαρισαίων[βλ.Ματθ.16,6: «Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ὁρᾶτε καὶ προσέχετε ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων(:Ο Ιησούς τότε τους είπε: “Ανοίξτε τα μάτια σας και προσέχετε από την κακή επίδραση της υποκριτικής διδασκαλίας των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων, που μοιάζει με κακό προζύμι”)»],πολύ περισσότερο τώρα, που δεν είχαν ακόμη δει τέτοιο θαύμα, δεν ήλπιζαν ότι ήταν δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο(να τραφούν δηλαδή 5000 άνθρωποι με μόλις πέντε ψωμιά και δύο ψάρια).Αν και πριν από αυτό βέβαια είχε θεραπεύσει πολλούς αρρώστους, εντούτοις δεν περίμεναν το θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων. Σε τέτοιο βαθμό πνευματικής ατέλειας βρίσκονταν ακόμη.
Εσύ, όμως, πρόσεξε, σε παρακαλώ, τη σοφία του Διδασκάλου, με ποιο ολοφάνερο τρόπο τους προσκαλεί στο να πιστέψουν. Δηλαδή, δεν τους είπε ευθύς εξαρχής «εγώ θα τους δώσω τροφή», εφόσον αυτό δεν επρόκειτο να το δεχθούν εύκολα. Τι έκανε λοιπόν; Αναφέρει ο ευαγγελιστής Ματθαίος: «Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν(:Ο Ιησούς τούς είπε: ‘’Δεν είναι ανάγκη να φύγουν και να αγοράσουν τρόφιμα. Δώστε τους εσείς να φάνε’’)». Δεν είπε «Δίνω Εγώ σε αυτούς» αλλά «Δώστε τους εσείς να φάνε»· διότι ακόμη Τον θεωρούσαν ως άνθρωπο.
Αυτοί όμως ούτε και μετά από όλα αυτά υψώθηκαν πνευματικά, αλλά εξακολουθούν ακόμη να συνομιλούν μαζί Του σαν να ήταν άνθρωπος(και όχι Θεάνθρωπος-δεν το είχαν ακόμη εννοήσει) και Του λέγουν: «Οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας(:Δεν έχουμε εδώ τίποτε άλλο παρά μόνο πέντε ψωμιά και δύο ψάρια)».Γι΄αυτό και ο ευαγγελιστής Μάρκος λέγει ότι «καὶ ἀνέβη εἰς τὸ πλοῖον πρὸς αὐτούς, καὶ ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος· καὶ λίαν ἐκ περισσοῦ ἐν ἑαυτοῖς ἐξίσταντο καὶ ἐθαύμαζον.καὶ λίαν ἐκ περισσοῦ ἐν ἑαυτοῖς ἐξίσταντο καὶ ἐθαύμαζον. οὐ γὰρ συνῆκαν ἐπὶ τοῖς ἄρτοις, ἀλλ᾿ ἦν αὐτῶν ἡ καρδία πεπωρωμένη(:και ανέβηκε μαζί τους στο πλοίο και τότε ακαριαία ησύχασε ο άνεμος. Και κυριεύτηκαν μέσα τους από υπερβολική έκσταση, ώστε να μην μπορούν να εκφράσουν ό,τι αισθάνονταν. Και θαύμαζαν, παρόλο που ο Ιησούς πριν από λίγο είχε κάνει και το άλλο καταπληκτικό θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων και των ψαριών. Θαύμαζαν όμως τώρα πάρα πολύ, διότι δεν είχαν καταλάβει τι είχε γίνει με τα ψωμιά και δεν είχαν εκτιμήσει βαθιά το θαύμα εκείνο. Έπρεπε βέβαια να το είχαν καταλάβει, αλλά η διάνοιά τους ήταν ακόμη πωρωμένη και βραδυκίνητη, επειδή δεν είχαν δεχθεί ακόμη τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και ήταν η διάνοιά τους προσκολλημένη ακόμη στην ύλη)» [:Μάρκ 6,51-52]· [ πρβ. και Μάρκ. 8,17: «Καὶ γνοὺς ὁ Ἰησοῦς λέγει αὐτοῖς· τί διαλογίζεσθε ὅτι ἄρτους οὐκ ἔχετε; οὔπω νοεῖτε οὐδὲ συνίετε; ἔτι πεπωρωμένην ἔχετε τὴν καρδίαν ὑμῶν;(: Ο Ιησούς τότε που ως Θεάνθρωπος κατάλαβε τις απόκρυφες σκέψεις τους, τους είπε: ‘’Γιατί πέσατε σε συλλογισμούς και σκέψεις, επειδή δεν έχετε ψωμιά; Ακόμη και τώρα, ύστερα από τόσα θαύματα που είδατε και ακούσατε, δεν εννοείτε και δεν καταλαβαίνετε; Έχετε ακόμη τόσο δυσκίνητη και πωρωμένη την καρδιά και την διάνοιά σας και τόσο σαρκικές τις σκέψεις σας;’’)»].
Επειδή λοιπόν ακόμη ήσαν προσκολλημένοι στην ύλη και στα γήινα, τότε πλέον παίρνει πρωτοβουλία ο Κύριος και προσφέρει την βοήθειά Του και τους λέγει: «Φέρετέ μοι αὐτοὺς ὧδε (:Φέρτε τα μου εδώ)»· διότι και αν ακόμη ο τόπος είναι έρημος, είναι όμως παρών Αυτός που τρέφει ολόκληρη την οικουμένη· κι αν η ώρα έχει περάσει και βραδιάζει, συνομιλεί μαζί σας Αυτός που βρίσκεται πάνω και πέρα από τον χρόνο και δεν υπόκειται σε ώρες, καθώς κυριαρχεί και σε αυτές. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης μάλιστα αναφέρει ότι τα ψωμιά ήσαν κρίθινα[βλ. Ιω.6,9: «Λέγει αὐτῷ εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου. ἔστι παιδάριον ἓν ὧδε, ὃς ἔχει πέντε ἄρτους κριθίνους καὶ δύο ὀψάρια· ἀλλὰ ταῦτα τί ἐστιν εἰς τοσούτους;(:Λέγει σε Αυτόν ένας από τους μαθητές Του, ο Ανδρέας, ο αδελφός του Σίμωνος Πέτρου: “είναι εδώ κάποιος νέος, που έχει πέντε κρίθινα ψωμιά και δύο ψάρια· αλλά τι είναι αυτά τα λίγα μπροστά σε τόσο πλήθος ανθρώπων;”)»].Και δεν παραθέτει τυχαία την λεπτομέρεια αυτή, αλλά την προσθέτει για να μας διδάξει να αποφεύγουμε την αλαζονεία της πολυτελείας. Άλλωστε τόσο λιτό ήταν και το τραπέζι των προφητών.
«Καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις. καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων(:Και αφού παρακίνησε τα πλήθη του λαού να καθίσουν πάνω στα χόρτα, ύψωσε το βλέμμα Του στον ουρανό, ευχαρίστησε και επικαλέστηκε τον Πατέρα Του. Αφού ευλόγησε τα ψωμιά, τα έκοψε σε κομμάτια, τα έδωσε στους μαθητές και οι μαθητές στα πλήθη του λαού. Και έφαγαν όλοι και χόρτασαν, και μάζεψαν όσα κομμάτια είχαν περισσέψει, δώδεκα δηλαδή κοφίνια γεμάτα. Εκείνοι μάλιστα που έφαγαν ήταν περίπου πέντε χιλιάδες άνδρες, χωρίς να συνυπολογίζονται στον αριθμό αυτό οι γυναίκες και τα παιδιά)»[Ματθ.14,19-21].
Για ποιο λόγο σήκωσε τα μάτια Του προς τον ουρανό και επικαλέστηκε τον Πατέρα Του; Διότι έπρεπε να πιστέψουν οι άνθρωποι ότι είναι απεσταλμένος από τον Πατέρα Του και ότι είναι ίσος με Αυτόν. Τα στοιχεία όμως που απεδείκνυαν αυτά, έδιναν εκ πρώτης όψεως την εντύπωση ότι ήταν αλληλοσυγκρουόμενα· διότι την ισότητα την απεδείκνυε το γεγονός ότι έπραττε τα πάντα με απόλυτη εξουσία ο Κύριος. Το ότι, όμως, προερχόταν από τον Πατέρα δεν μπορούσαν να το πιστέψουν διαφορετικά, εάν δεν έπραττε τα πάντα αναφέροντας και αποδίδοντας αυτά με μεγάλη ταπείνωση στον Πατέρα και επικαλούμενος τη βοήθειά Του. Για τον λόγο αυτό, ούτε το ένα έκανε μόνο, ούτε το άλλο, για να αποδεικνύονται και τα δύο. Και άλλοτε μεν επιτελεί τα θαύματα με εξουσία, ως απόλυτος Κύριος, ενώ άλλοτε θαυματουργεί, αφού πρώτα επικαλεστεί και προσευχηθεί στον Πατέρα.
Επίσης, για να μην σχηματιστεί η εντύπωση ότι όσα πράττει δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους, όταν μεν επιτελεί τα μικρότερα θαύματα, υψώνει το βλέμμα Του προς τον ουρανό, όταν ωστόσο επιτελεί μεγαλύτερα θαύματα, το κάνει αυτό με απόλυτη εξουσία, ώστε να αντιληφθείς ότι και τα μικρότερα δεν τα επιτελεί λαμβάνοντας δύναμη από κάποιον άλλον, αλλά ότι ενεργεί έτσι για να αποδώσει τιμή στον Πατέρα Του που Τον γέννησε. Όταν λοιπόν συγχώρησε τις αμαρτίες, όταν άνοιξε τον παράδεισο και εισήγαγε εκεί τον ληστή, όταν κατήργησε τον παλαιό νόμο στις περισσότερες εντολές του, όταν ανέστησε πολλούς νεκρούς, όταν σταμάτησε την τρικυμία στη θάλασσα, όταν έλεγξε τις απόκρυφες σκέψεις των ανθρώπων, όταν χάρισε το φως στα μάτια των εκ γενετής τυφλών, πράξεις που αποκλειστικά ανήκουν στον Θεό και μόνον και σε κανέναν άλλον, σε καμία από τις περιπτώσεις αυτές δεν φαίνεται να επικαλείται τον Πατέρα Του. Όταν όμως πολλαπλασίασε τους άρτους, πράγμα που ήταν κατά πολύ μικρότερο ως θαύμα από όλα τα άλλα, τότε ανυψώνει τα μάτια Του προς τον ουρανό, προσεύχεται και επικαλείται την βοήθεια του Πατέρα Του, αφενός μεν για να αποδείξει αυτά που είπα προηγουμένως, αφετέρου δε για να μας διδάξει να μην αρχίζουμε προηγουμένως το φαγητό μας, εάν πρώτα δεν ευχαριστήσουμε Εκείνον που μας δίδει την τροφή.
Και για ποιον λόγο δεν δημιουργεί τροφή χωρίς αυτή να υπάρχει εκ των προτέρων, αλλά πολλαπλασιάζει την τροφή από την ήδη υπάρχουσα(τους πέντε άρτους και τα δύο ψάρια); Για να αποστομώσει τους κατοπινούς αιρετικούς Μαρκίωνα και Μανιχαίο, που με τη βλάσφημη διδασκαλία τους, επιδίωκαν να αποξενώσουν τον άγιο Τριαδικό Θεό από την δημιουργία και την κτίση, και να διδάξει με τις πράξεις Του ότι και τα ορατά όλα είναι έργα και κτίσματα δικά Του, όπως επίσης ότι Αυτός είναι που δίδει τους καρπούς και Αυτός είναι που είπε κατά την αρχή της δημιουργίας: «Βλαστησάτω ἡ γῆ βοτάνην χόρτου(:Να βλαστήσει η γη βοτάνη χόρτου)»[Γέν.1,11] και «Ἐξαγαγέτω τὰ ὕδατα ἑρπετὰ ψυχῶν ζωσῶν(:Να βγάλουν τα ύδατα των θαλασσών ζωντανούς υδρόβιους οργανισμούς)»[Γέν.1,20]·ούτε και βέβαια ήταν μικρότερο το παρόν θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων και των ιχθύων από εκείνο που αναφέρει η Γένεση, εφόσον και εκείνα, μολονότι τα δημιούργησε από μη υπάρχοντα, εντούτοις τα έπλασε από το νερό. Δεν ήταν μικρότερο θαύμα το ότι από πέντε άρτους δημιούργησε τόσους πολλούς, καθώς επίσης και από τα δύο ψάρια τόσα πολλά, από το να παράγει από τη γη τους καρπούς και από το νερό τους υδρόβιους οργανισμούς· αυτό ήταν απόδειξη ότι ήταν Κύριος και της ξηράς και της θάλασσας.
Επειδή όμως με τα θαύματα που έκανε θεράπευε συνεχώς ασθενείς, στην περίπτωση αυτή προβαίνει σε μια καθολική θαυματουργική ευεργεσία, ώστε να μην είναι μόνο οι πολλοί άνθρωποι θεατές των θαυμάτων που γίνονταν στους άλλους, αλλά να απολαύσουν και οι ίδιοι τη δωρεά των θαυμάτων Του. Και εκείνο ακριβώς που κάποτε στην έρημο(καθώς όδευαν προς τη γη της Επαγγελίας) προκαλούσε τον θαυμασμό στους Ιουδαίους(διότι έλεγαν: «Μὴ καὶ ἄρτον δύναται δοῦναι ἢ ἑτοιμάσαι τράπεζαν τῷ λαῷ αὐτοῦ;(:Μήπως μπορεί να μας δώσει και άρτους ή να ετοιμάσει τράπεζα με φαγητά για τον λαό του στην έρημο;)»[Ψαλμ.77,20]) με το μάννα που έπεφτε από τον ουρανό και τους έτρεφε καθημερινά, αυτό το αποδεικνύει τώρα εμπράκτως. Για τον λόγο αυτό και τους οδηγεί στην έρημο, ώστε να απαλλάξει τελείως το θαύμα από κάθε υποψία και να μη νομίσει κανένας ότι κάποια πόλη, που βρισκόταν εκεί κοντά, πρόσφερε τα απαραίτητα για την τροφή των πέντε χιλιάδων αυτών ανθρώπων. Γι’ αυτό ακριβώς άλλωστε ο ευαγγελιστής αναφέρει όχι μόνο τον τόπο, αλλά και την ώρα που έγινε το θαύμα.
Αλλά και κάτι άλλο διδασκόμαστε από το γεγονός αυτό, την φιλόσοφη αντίληψη των μαθητών για την κάλυψη μόνο των εντελώς απαραίτητων αναγκών και την αδιαφορία τους για την τροφή. Πραγματικά, αν και ήσαν δώδεκα άτομα, είχαν μόνο πέντε ψωμιά και δύο ψάρια. Τόσο επουσιώδεις θεωρούσαν τα σωματικές ανάγκες και φρόντιζαν μονάχα για τα πνευματικά. Και δεν κράτησαν τα ολίγα αυτά τρόφιμα για τον εαυτό τους, αλλά τα προσέφεραν, όταν τους το ζήτησε ο Ιησούς. Από αυτό ακριβώς πρέπει να διδαχτούμε ότι, και αν ακόμη έχουμε λίγα, και αυτά να τα δίνουμε σε όσους έχουν ανάγκη.
Όταν λοιπόν, τους έδωσε εντολή ο Κύριος να φέρουν τα πέντε ψωμιά, δεν λένε: ’’Και τι θα φάμε εμείς; Πώς θα καταπραΰνουμε την πείνα μας;’’, αλλά υπακούουν αμέσως με προθυμία. Πέρα από όσα ελέχθησαν, όπως εγώ τουλάχιστον νομίζω, για τον λόγο αυτό θαυματουργεί με βάση τα υπάρχοντα ψωμιά και τα ψάρια, για να οδηγήσει τους μαθητές Του στην πίστη, διότι ήταν ακόμα η πίστη τους πολύ ασθενής. Γι’ αυτόν τον λόγο και υψώνει το βλέμμα Του στον ουρανό· διότι από μεν τα άλλα θαύματα είχαν πολλά παραδείγματα, ενώ δεν είχαν δει τίποτε παρόμοιο με αυτό.
Αφού λοιπόν ο Κύριος έλαβε τους άρτους, τους έκοψε σε κομμάτια και τα έδιδε στα πλήθη του κόσμου μέσω των μαθητών Του τιμώντας τους με αυτήν την ενέργειά Του. Και δεν το κάνει αυτό μόνο για να τους τιμήσει, αλλά και για να μην δείξουν απιστία, όταν θα γίνει το θαύμα, ούτε να το λησμονήσουν με το πέρασμα του χρόνου, αφού θα είχαν ως μάρτυρες τα ίδια τα χέρια τους που είχαν μοιράσει τα πολλαπλασιασμένα ψωμιά και ψάρια. Για τον λόγο αυτό αφήνει προηγουμένως και τα πλήθη του κόσμου να πεινάσουν καλά και περιμένει να έλθουν πρώτα οι μαθητές Του και να Τον ρωτήσουν και μέσω αυτών βάζει τα πλήθη να καθίσουν και τους μοιράζει τα κομμάτια των άρτων και των ψαριών, επειδή ήθελε να εξασφαλίσει του καθενός την ομολογία και τις πράξεις του. Γι΄αυτό και λαμβάνει τους άρτους από τους μαθητές για να έχουν πολλές αποδείξεις των όσων συνέβησαν και πολλά στοιχεία να τους υπενθυμίζουν το θαύμα· διότι εάν, μολονότι συνέβησαν αυτά, το λησμόνησαν αργότερα, τι δεν θα πάθαιναν, εάν δεν προέβαινε σε όλες αυτές τις ενέργειες;
Και δίνει εντολή στα πλήθη να καθίσουν επάνω στα χόρτα με σκοπό να τους διδάξει ότι πρέπει να αντιμετωπίζουν καρτερικά τις δύσκολες περιστάσεις· διότι ήθελε να θρέψει όχι μόνο τα σώματά τους, αλλά να διδάξει και την ψυχή τους. Και από τον τόπο λοιπόν, και από το ότι δεν τους έδωσε τίποτε περισσότερο παρά ψωμί και ψάρια, και από το ότι σε όλους προσέφερε τα ίδια και τα έκανε κοινά, και από το ότι δεν έδωσε σε κανένα περισσότερο από τον άλλο, τους δίδασκε την ταπεινοφροσύνη, την εγκράτεια, την αγάπη, το να επιδεικνύουν αμερόληπτα όμοια στάση προς όλους και το να θεωρούν ότι τα πάντα είναι κοινά.
«Καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις (:Και αφού έκοψε τα ψωμιά ο Κύριος, τα έδωσε στους μαθητές Του και οι μαθητές στα πλήθη του κόσμου)»[Ματθ.14,19].Τους πέντε άρτους έκοψε και οι πέντε αυτοί άρτοι πολλαπλασιάζονταν στα χέρια των μαθητών Του. Και δεν σταματά το θαύμα σε αυτό μόνο το σημείο, αλλά έκαμε ώστε και να περισσεύσουν οι άρτοι. Και δεν περίσσευσαν ολόκληροι άρτοι, αλλά κομμάτια, με σκοπό να δείξει ότι αυτά ήσαν υπολείμματα εκείνων των άρτων, ώστε όλοι να πληροφορηθούν το γεγονός. Και ακριβώς για τον λόγο αυτό άφησε τον κόσμο να πεινάσει, για να μη θεωρήσει κανείς ότι ήταν φαντασία αυτό που συνέβη. Γι’ αυτό έκανε να περισσεύσουν και δώδεκα κοφίνια, για να κρατήσει και ο Ιούδας ένα. Βέβαια μπορούσε να σβήσει την πείνα τους, αλλ΄ όμως δεν θα γνώριζαν τότε οι μαθητές Του την δύναμή Του, πράγμα βέβαια που έγινε και στην περίπτωση του Ηλία. Τόσο πολύ λοιπόν κατεπλάγησαν οι Ιουδαίοι από το θαύμα αυτό, ώστε θέλησαν και βασιλέα να Τον ανακηρύξουν, πράγμα βέβαια που δεν έκαναν σε κανένα από τα άλλα θαύματά Του.
Ποια λόγια λοιπόν θα μπορέσουν να παραστήσουν το πώς πολλαπλασιάζονταν οι άρτοι; Το πώς έρρεαν τα πλήθη στην έρημο; Το πώς έφτασαν για τόσο πλήθος κόσμου; Διότι πράγματι ήσαν πέντε χιλιάδες άνθρωποι χωρίς τις γυναίκες και τα παιδιά, πράγμα που αποτελεί τον πιο μεγάλο έπαινο του λαού, διότι και γυναίκες και παιδιά περιέβαλλαν τον Κύριο. Το πώς περίσσευσαν τα κομμάτια; Καθόσον και αυτό δεν είναι μικρότερο θαύμα από το προηγούμενο. Και το πώς έμειναν τόσα υπολείμματα, ώστε να γεμίσουν ισάριθμα κοφίνια με τους μαθητές, και να μην είναι ούτε περισσότερα, ούτε λιγότερα; Και αφού λοιπόν έλαβε τα υπολείμματα δεν τα έδωσε στα πλήθη του κόσμου, αλλά στους μαθητές, καθόσον το πλήθος του κόσμου βρισκόταν σε πολύ χαμηλότερο πνευματικό επίπεδο από ό,τι οι μαθητές.
Αφού λοιπόν έκανε το θαύμα, «εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους(:και αμέσως ο Ιησούς, για να μην παρασυρθούν οι μαθητές Του από τον ενθουσιασμό του πλήθους που ήθελε να Τον ανακηρύξει βασιλιά, τους ανάγκασε να μπουν στο πλοίο και να περάσουν πριν απ’ Αυτόν στο απέναντι μέρος της λίμνης, ωσότου Αυτός διαλύσει τα πλήθη του λαού)»[Ματθ.14,21]· διότι αν και όταν ήταν παρών, θεωρούνταν τα επιτελούμενα απ΄ Αυτόν ως φαντασία και όχι ως πραγματικότητα, οπωσδήποτε λοιπόν θα συνέβαινε το ίδιο εφόσον θα απουσίαζε. Γι΄ αυτό λοιπόν προκειμένου να εξεταστεί με ακρίβεια το συμβάν, έδωσε εντολή να φύγουν από κοντά Του εκείνοι που έλαβαν τα υπολείμματα και τα αποδεικτικά στοιχεία του θαύματος.
Αλλά και σε άλλες περιπτώσεις, όταν επιτελεί μεγάλα έργα, αποφεύγει το πλήθος του κόσμου και τους μαθητές Του, με σκοπό να μας διδάξει να μην επιδιώκουμε σε καμία περίπτωση την δόξα των ανθρώπων και να μην παρασυρόμαστε από τον κόσμο. Και όταν ο ευαγγελιστής λέγει ότι «τους ανάγκασε», φανερώνει τη μεγάλη επιθυμία των μαθητών να μείνουν κοντά στον Κύριο. Και απέστειλε τους μαθητές Του έχοντας αυτό ως πρόσχημα για το πλήθος, ώστε να διαλυθεί, ενώ ο Ίδιος ήθελε να ανεβεί στο όρος. Και αυτό το έκανε για να μας διδάξει να μην αναμειγνυόμαστε συνεχώς με τον κόσμο, ούτε πάλι να τον αποφεύγουμε πάντοτε, αλλά και τα δύο να τα κάνουμε προς ωφέλεια, το ένα μετά το άλλο, ανάλογα προς την εκάστοτε ανάγκη.
Ας μάθουμε λοιπόν κι εμείς να μένουμε πάντοτε κοντά στον Ιησού χωρίς να αποβλέπουμε στην υλική ανταπόδοση, για να μη συμβεί να κατηγορηθούμε, όπως συνέβη και με τους Ιουδαίους. Καθόσον λέγει ο Κύριος: «Ζητεῖτέ με, οὐχ ὅτι εἴδετε σημεῖα, ἀλλ᾿ ὅτι ἐφάγετε ἐκ τῶν ἄρτων καὶ ἐχορτάσθητε(:Αληθινά σας λέω ότι ζητείτε να με βρείτε όχι επειδή είδατε θαύματα που σας έπεισαν για τη θεϊκή μου αποστολή και τη σωτηριώδη αλήθεια της διδασκαλίας μου, και θέλετε έτσι να ωφεληθείτε πνευματικά, αλλά επειδή φάγατε από τους άρτους και χορτάσατε, και θέλετε πάλι να σας δώσω υλικά αγαθά)»[Ιω.6,26]. Για τον λόγο αυτόν δεν κάνει συνεχώς αυτό εδώ το θαύμα, αλλά το θέτει σε δεύτερη μοίρα, με σκοπό να τους διδάξει να μην είναι δούλοι της κοιλιάς τους, αλλά να επιδιώκουν διαρκώς να αποκτήσουν τα πνευματικά αγαθά.
Επομένως και εμείς ας επιδιώκουμε αυτά και ας ζητούμε τον Άρτο τον ουράνιο και λαμβάνοντάς τον, ας απαλλασσόμαστε από κάθε βιοτική φροντίδα· διότι, εάν εκείνοι άφησαν και τα σπίτια τους και τις πόλεις και τους συγγενείς και τα πάντα και έμεναν στην έρημο χωρίς να απομακρύνονται από εκεί, αν και πιέζονταν από την ανάγκη της πείνας, πολύ περισσότερο πρέπει να συμβαίνει αυτό σε εμάς που πλησιάζουμε μία τέτοια είδους Τράπεζα, οι οποίοι πρέπει να δείξουμε περισσότερη ευσέβεια και να ζητούμε με πολύ πόθο πρώτα τα πνευματικά αγαθά, και ύστερα τα υλικά. Καθόσον και οι Ιουδαίοι κατηγορούνταν, όχι επειδή ζήτησαν τον Κύριο για τον άρτο, αλλά επειδή Τον ζήτησαν γι΄ αυτόν και μόνο τον σκοπό και μάλιστα πρώτα γι’ αυτόν· διότι εάν κάποιος περιφρονεί μεν τις μεγάλες δωρεές, επιδιώκει όμως τις μικρές, τότε ο Δωρεοδότης τον καταφρονεί και έτσι χάνει και εκείνα που αυτός επιθυμεί. Ενώ αντιθέτως, εάν επιδιώκουμε με πόθο τα πνευματικά, μας προστίθενται μαζί με αυτά και τα υλικά· καθόσον αυτά αποτελούν προσθήκη στα πνευματικά. Αυτά είναι τόσο ασήμαντα και μικρά, συγκρινόμενα προς τα πνευματικά, έστω και αν ακόμη θεωρούνται ότι είναι μεγάλα.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΜΘ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 11, σελίδες 302-321.
Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 66, σελ. 174-183 .
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[:Ματθ.14,14-22]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 2-8-1998]
[Β381] [Β΄έκδοσις]
Σήμερα, αγαπητοί μου, μας διηγήθηκε ο ευαγγελιστής Ματθαίος το θαύμα του χορτασμού των πεντακισχιλίων. Ένα θαύμα που μας το διηγούνται και οι τέσσερις Ευαγγελισταί.
Ας δούμε όμως πώς ο ιερός Ευαγγελιστής Ματθαίος μας το καταγράφει, σε μία απόδοση. «Εκείνον τον καιρό, ανεχώρησε ο Ιησούς από εκεί με πλοίο σε έναν έρημο τόπο, μόνος μαζί με τους δώδεκα μαθητάς Του. Όταν το πληροφορήθη το πλήθος του κόσμου, τον ηκολούθησαν πεζοπορώντες από διάφορες πόλεις. Τότε ο Ιησούς, εβγήκε από το έρημο καταφύγιό Του και είδε πολύ κόσμο. Τους λυπήθηκε και εθεράπευσε τους αρρώστους των. Όταν άρχισε να σουρουπώνει Τον πλησιάζουν οι μαθηταί και Του λέγουν: ’’Ο τόπος είναι ερημικός και η ώρα περασμένη. Απόλυσε τον κόσμο, για να πάνε στα γύρω χωριά και να αγοράσουν κάτι για να φάνε’’. Ο Ιησούς όμως τους είπε: ‘’Δεν έχουν ανάγκη να πάνε πουθενά. Δώσατέ τους εσείς να φάνε’’. Κι εκείνοι Του απαντούν: ‘’Δεν έχομε μαζί μας παρά μόνον πέντε ψωμιά και δύο ψάρια’’. Και ο Ιησούς τους λέγει: ‘’Φέρτε τα μου εδώ’’. Και αφού έδωσε εντολή στον κόσμο να καθίσουν για φαγητό πάνω στο χορτάρι, επήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, έστρεψε τα μάτια Του στον ουρανό, τα ευλόγησε, έκοψε τα ψωμιά σε κομμάτια και τα έδωσε στους μαθητάς Του και εκείνοι στο πλήθος. Και έφαγαν όλοι και χόρτασαν. Και εσήκωσαν τα περισσεύματα από τα κομμάτια, δώδεκα κοφίνια γεμάτα. Και αυτοί που έφαγαν, ήσαν περίπου πέντε χιλιάδες άνδρες, χωρίς τις γυναίκες και τα παιδιά».
Η όλη περικοπή, αγαπητοί, είναι σπουδαιοτάτη. Και είναι γεμάτη από θεολογικές θέσεις. Θα μείνομε, όμως, μόνο σε μία. Στο σημείο που λέγει: «Ἒδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις». Δηλαδή αφού ευλόγησε, έδωσε κομμένα ψωμιά, τους πέντε άρτους που είχαν, εις τους μαθητάς Του και οι μαθηταί με την σειρά τους εις τους όχλους. Σ’ αυτό το σημείο θα μείνομε.
Παρατηρούμε μία παράδοση της τροφής. Από τα χέρια του Χριστού στα χέρια των μαθητών. Και από τα χέρια των μαθητών στα χέρια του πλήθους. Δηλαδή μεσολαβούν μεταξύ του πλήθους και του Ιησού, μεσολαβούν οι μαθηταί. Εδώ βλέπει κανείς μίαν κατά κυριολεξίαν παράδοσιν. Παραδίδω, συ παραδίδεις παρακάτω. Μίαν παράδοσιν. Αυτό θα είναι το θέμα μας σήμερα και θα παρακαλέσω πολύ να το προσέξομε.
Αυτή η παράδοσις στο σκηνικό του χορτασμού των πεντακισχιλίων, ήταν μία μικρογραφία της όλης αποστολικής παραδόσεως, που θα εγίνετο και το θεμέλιον της Εκκλησίας. Λέμε στο Σύμβολον της Πίστεως: « … Πιστεύω εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». Δηλαδή μίαν Εκκλησίαν που ιδρύθηκε στους δώδεκα Αποστόλους ή που έχει θεμέλιό της η Εκκλησία τους δώδεκα Αποστόλους. Η αποστολικότητα της Εκκλησίας είναι ένα από τα βασικά θεμέλια της Εκκλησίας. Και σημαίνει ότι στηρίζεται στην διδασκαλία των Αποστόλων που παρέλαβαν ζωντανά από τον ίδιο τον Χριστό. Ο Κύριος δεν έγραψε, είναι γνωστό, τίποτα. Οι Απόστολοι έγραψαν. Εδίδαξε μόνον ο Κύριος και οι μαθηταί παρέλαβαν την διδασκαλία Του, την οποίαν και κατεχώρησαν, όπως είναι τα λεγόμενα τέσσερα υπομνήματα. Έτσι λέγονται. Δηλαδή τους τέσσερις Ευαγγελιστάς. Όπως είναι και οι επιστολές του Παύλου και των λοιπών επιστολών.
Οι μαθηταί κατοπινά διδάσκουν ό,τι εδιδάχθησαν. Με βάση αυτά που έγραψαν. Αυτή η παράδοση της Εκκλησίας, σας είπα, είναι θεμελιώδους σημασίας. Στην Παλαιά Διαθήκη διατυπούται ως εξής αυτή η παράδοσις. Και πολύ συχνά μάλιστα αναφέρεται αυτή η φράση που θα σας πω: «Ἐπερώτησον τόν πατέρα σου καί ἀναγγελεῖ σοι, τούς πρεσβυτέρους σου καί ἐροῦσι σοι». Δηλαδή να ρωτήσεις τον πατέρα σου και θα σου πει. Να ρωτήσεις τους ηλικιωμένους και θα σου απαντήσουν.
Μάλιστα, για την εορτή του Πάσχα, φυσικά εκείνοι που πέρασαν από την Ερυθρά Θάλασσα, ήσαν οι μάρτυρες. Λέει, λοιπόν, γράφει εκεί ο Μωυσής: «Όταν σε ρωτήσει το παιδί σου». Γιατί γιόρταζαν κάθε χρόνο την εορτή του Πάσχα, λέει, την διάβαση της Ερυθράς Θαλάσσης. Πέρασαν πάρα πολλά χρόνια. Μάλιστα από την εποχή του Χριστού, από την εποχή του Μωυσέως ως την εποχή του Χριστού, πέρασαν 1500 χρόνια. Λοιπόν λέγει: «Εάν σε ρωτήσει το παιδί σου· πατέρα, γιατί τρώμε πικρά χόρτα; Πατέρα, γιατί τρώμε άζυμο ψωμί; Εσύ θα εξηγήσεις». Συνεπώς πώς διετηρήθη αυτή η παράδοσις του Πάσχα της Ερυθράς Θαλάσσης; Από γενεά σε γενεά. Από πατέρα σε παιδί. Γι΄αυτό λέγει: «Ἐπερώτησον τόν πατέρα σου καί ἀναγγελεῖ σοι, τούς πρεσβυτέρους σου καί ἐροῦσι σοι». «Και θα σου πουν οι πρεσβύτεροι».
Θα μπορούσε ο Θεός βέβαια να αποκαλύπτεται σε κάθε γενεά. Μια γενεά λογαριάζεται σε 30 χρόνια. Θα μπορούσε, δηλαδή, ο Θεός να αποκαλύπτεται κάθε τριάντα χρόνια. Και να μην υπάρχει αυτή η παράδοσις. Όμως ο Θεός θέλει να υπάρχει αυτή η παράδοσις. Αν ερωτήσετε, γιατί; Διότι στην Παράδοσιν διατηρείται ένα θεμελιωδέστατον στοιχείον· που λέγεται πίστις. Δηλαδή διατηρείται η πίστις. Θα πιστέψεις. Εμείς δεν βλέπομε στην ζωή μας τίποτα θαύματα ή όλα αυτά που περιγράφονται στην Παλαιά Διαθήκη κ.λπ. κ.λπ. Τίποτα. Αλλά τι κάνομε; Αφού μας παρεδόθησαν, τα πιστεύομε. Έτσι διατηρείται, επιπλέον, όπως σας είπα, αναδεικνύεται αυτό που λέγεται πίστις.
Εκείνο το «Ἐπερώτησον τόν πατέρα σου», να ρωτήσεις τον πατέρα σου, είναι το θεμέλιον –προσέξτε- της πατερικής παραδόσεως. Όχι της αποστολικής. Αλλά της πατερικής παραδόσεως. Γι΄αυτό και στην εορτή των οικουμενικών Συνόδων που έχομε κάποιες φορές μέσα στον χρόνο, χρησιμοποιείται ως ανάγνωσμα αποβραδίς στον Εσπερινό εκείνο που λέγει ό,τι αφορά σε αυτό: «Ἐπερώτησον τόν πατέρα σου».
Βέβαια η αποστολική παράδοσις διαφέρει από την πατερική παράδοση. Πρέπει αυτά να τα διακρίνομε. Η αποστολική παράδοσις είναι οι Απόστολοι σαν αυτόπται και σαν αυτήκοοι· είδαν με τα μάτια τους, άκουσαν με τ’ αυτιά τους και τώρα παραδίδουν ό,τι είδαν και ό,τι άκουσαν. Αυτό λέγεται αποστολική παράδοσις.
Ο Κύριος είπε στους μαθητάς Του: «Καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς». «Να σταθείτε», λέει, «μάρτυρές μου, στην Ιουδαία, στην Σαμάρεια, σε όλη την Γη». Όπου βγείτε, θα πείτε: «Εμείς Τον είδαμε, εμείς Τον ακούσαμε τον Ιησούν». Θα γράψει δε ακόμη κάτι περισσότερο ο απόστολος Πέτρος: «Φάγαμε και ήπιαμε μαζί Του». Κι αν το θέλετε, η αιτία που εξελέγη ο δωδέκατος μαθητής, παρότι δεν κατέλαβε βέβαια ο Παύλος την θέση του δωδεκάτου μαθητού, απλώς είναι ο δέκατος τρίτος μαθητής, κι αυτός είναι αυτήκοος και αυτόπτης, θα σας το πω μετά, διότι έπρεπε… το λέει εκεί, εις το πρώτο κεφάλαιο των Πράξεων: «για να γίνει ένας με μας τους ένδεκα μάρτυρας της Αναστάσεως του Χριστού». «Εγώ τον είδα τον Ιησούν, τον αναστημένον Ιησούν». Βλέπετε λοιπόν ότι έχομε εδώ την αυτοψία, έχομε την αυτηκοΐα. Ο απόστολος Παύλος λέει κάπου, παρότι είναι μεταγενέστερος, είναι όμως ίσος με τους Αποστόλους. Τελείως ίσος. Το λέει ο ίδιος. Και έτσι είναι. Αν δεν ήτανε, τότε τα συγγράμματά του, οι επιστολές του, δεν θα ήσαν μέσα στην Αγία Γραφή. Και θα ήταν συγγράμματα δευτέρας σειράς. Και θα ήταν ο ίδιος απόστολος δευτέρας σειράς. Όχι αυτήκοος και αυτόπτης. Αλλά τι λέει; «Οὐχὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν ἑώρακα;». «Εγώ δεν είδα», λέει, «τον Κύριον Ιησούν;» Πού τον είδε; Προς Δαμασκόν που πήγαινε. Μέσα σε εκείνη τη φοβερή λάμψη. Και Τον είδε και Τον άκουσε. Είναι λοιπόν ίσος, ισότιμος με τους άλλους μαθητάς.
Και είναι η τελευταία παραγγελία που έδωσε ο Χριστός: «Πηγαίνετε, πείτε ό,τι ακούσατε και είδατε από μένα». «Καὶ ταῦτα εἰπὼν» –λέγει- «ἐπήρθη». Και αφού είπε αυτά, μας γράφει το Βιβλίο των Πράξεων, «ἐπήρθη», ανελήφθη. Ήταν η τελευταία παραγγελία. Εκείνο το «ἔσεσθέ μοι μάρτυρες» περικλείει όλο το πνεύμα της αποστολικής παραδόσεως. Για να λέμε «εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». Ο ευαγγελιστής Ματθαίος γράφει: «Πορευθέντες– που τους είπε ο Κύριος- μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν». Ώστε παράδοσις αποστολική σημαίνει η παράδοση- βλέπετε, επιμένω να το ξαναλέω, ε;- η παράδοση των Αποστόλων, ό,τι είδαν και άκουσαν από τον Κύριον.
Αντίθετα, η πατερική παράδοσις, η παράδοσις των Πατέρων, όχι των αποστόλων, όπως την σημειώνει η Παλαιά Διαθήκη, είναι η ερμηνεία σαν γράμμα και σαν ζωή του Ευαγγελίου από τους Πατέρες και τους αγίους. Ο Ιερός Χρυσόστομος είναι Πατήρ και συνεπώς μας διατηρεί την πατερικήν παράδοσιν. Είναι 3-4 αιώνες μετά Χριστόν. Κ.ο.κ. Και οι άγιοι. Οι πατέρες και οι άγιοι της Εκκλησίας μας διατηρούν την λεγομένην πατερικήν παράδοσιν. Πώς την διατηρούν; Τι ακριβώς διατηρούν; Προσέξτε, την ορθήν ερμηνείαν του κειμένου του Ευαγγελίου. Την ορθήν ερμηνείαν· την οποίαν ορθήν ερμηνείαν διατηρούν όχι με το στόμα, αλλά και με την ζωή τους· διότι η ζωή τους είναι έκφρασις αυτής της ορθής ερμηνείας του γράμματος του Ευαγγελίου.
Έχομε λοιπόν δύο παραδόσεις. Την αποστολικήν και την πατερικήν. Φυσικά η πατερική είναι απολύτως απολύτως σύμφωνη, ταυτίζεται, ούτως ειπείν, με την αποστολικήν παράδοσιν. Η πατερική παράδοσις είναι γνησία ερμηνεία του παραδοθέντος αποστολικού υλικού. Η πατερική παράδοσις είναι σημαντική όσο και η αποστολική παράδοσις, όπως σας είπα. Και τούτο φαίνεται από το φαινόμενο του Προτεσταντισμού. Οι Προτεστάνται πέταξαν την πατερικήν παράδοσιν, είπαν «δεν έχει αξία και σημασία» κι έγιναν κάπου 400-500 κομμάτια! Κάθε παραφυάδα διατηρεί μια δική της παράδοση. Επειδή πέταξαν την παράδοση των Πατέρων και των Αγίων. Να το αποτέλεσμα. Είναι πολύ μεγάλης σημασίας, τεραστίας σημασίας.
Όταν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης βλέπει την Άνω Ιερουσαλήμ στο όραμά του εκεί στην Αποκάλυψη, να κατέρχεται, λέγει, από τον ουρανό, ήτο, λέγει, τετράγωνο το τείχος αυτής και άλλα πολλά, μεταξύ των άλλων που περιγράφει από τα χαρακτηριστικά της, λέει και τούτο: «Καὶ τὸ τεῖχος τῆς πόλεως ἔχον θεμελίους δώδεκα», -είχε, λέει, δώδεκα θεμέλια το τείχος της– (σημειώσατε δε ότι η Άνω Ιερουσαλήμ είναι η Εκκλησία) καὶ ἐπ’ αὐτῶν δώδεκα -ποίων; Των δώδεκα θεμελίων- δώδεκα ὀνόματα τῶν δώδεκα ἀποστόλων τοῦ ἀρνίου». Σαφέστατα.
Αποστολική παράδοσις είναι ακόμη και κάτι άλλο, αγαπητοί μου. Είναι η παράδοσις –κι αυτό να το προσέξομε- αυτής καθ’ εαυτήν της Εκκλησίας. Δηλαδή; Δηλαδή όταν ο Κύριος ενεχειρίζετο τους άρτους στους μαθητάς Του, στο θαύμα των πεντακισχιλίων, που ακούσαμε σήμερα, ενεχείριζε το σώμα Του, που είναι η Εκκλησία. Διότι… προσέξτε, το όλο θαύμα του χορτασμού είναι μία σκιαγραφία, αλλά και μία πρώτη προσέγγισις και βίωσις του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Είναι φανερό, από την περιγραφή που μας κάνει ο Ιωάννης, ευθύς την επομένη, που αναζητούν τον Χριστόν οι Καπερναΐτες, και τους λέει ο Χριστός: «Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ζητεῖτέ με (:με ζητάτε), οὐχ ὅτι εἴδετε σημεῖα (:όχι γιατί είδατε κάποιο θαύμα), ἀλλ’ ὅτι ἐφάγετε ἐκ τῶν ἄρτων καὶ ἐχορτάσθητε (:φάγατε ψωμί και χορτάσατε)». «Καλός είναι Αυτός». Να το πούμε έτσι; «Να τον κάνουμε και βασιλιά». Εκεί στην έρημο μάλιστα ήθελαν να τον ανακηρύξουν βασιλιά, γι΄αυτό – ακούστε μία λεξούλα που μας την εξηγεί ο Ιωάννης σήμερα είπαμε το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον- ο Χριστός, λέει, «ἠνάγκασε» τους μαθητάς να μπουν στο πλοίο. Το «αναγκάζω» θα πει με το ζόρι. Τους ζόρισε. «Μπείτε μες το καΐκι. Και πηγαίνετε απέναντι να με περιμένετε». Γιατί τους ηνάγκασε; Γιατί κυκλοφορούσε στην έρημο, που ‘φάγαν μόνον οι άνδρες 5000: «Να τον αρπάξομε και να τον κάνομε βασιλιά». Και συνεπώς και τους μαθητάς υπουργούς. Άρεσε στους μαθητάς. Άρεσε στους μαθητάς. Και τους έπιασε –ας μου επιτραπεί η έκφρασις- από το αυτί ο Χριστός, ηνάγκασε. «Μπείτε στο πλοίο, πηγαίνετε απέναντι». Κι ο Κύριος πέρασε πρωινή ώρα, περπατώντας πάνω στη θάλασσα. Εκείνο το γνωστό. Το γνωστό θαύμα.
Λοιπόν, είδατε; Είδατε; Όχι λοιπόν γιατί είδατε κάποιο σημείο αλλά γιατί φάγατε και χορτάσατε. Και λέει τώρα ο Χριστός: «Ἐργάζεσθε μὴ τὴν βρῶσιν τὴν ἀπολλυμένην(:Μην εργάζεσθε το φαγητό εκείνο το οποίο… ξαναπεινάμε πάλι και ξανατρώμε), ἀλλὰ τὴν βρῶσιν τὴν μένουσαν εἰς ζωὴν αἰώνιον(:αλλά το φαγητό εκείνο το οποίο θα σας κάνει αθανάτους)». Και συμπληρώνει: «Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς». Είδατε; «Εγώ», λέει, «είμαι ο άρτος της ζωής». Όχι μεταφορικά. «Καὶ ὁ ἄρτος δὲ ὃν ἐγὼ δώσω (:και το ψωμί που εγώ θα δώσω), ἡ σάρξ μού ἐστιν». «Είναι η σάρκα μου». Το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας.
Μάλιστα οι Καπερναΐται που ήρθαν να του τα πουν αυτά όλα, αηδίασαν! Δοξάζομε τον Θεό, που το Πνεύμα το Άγιον επέτρεψε να καταχωρηθεί αυτή η αηδία τους, η αηδία τους. Ξέρετε γιατί; «Μπα», λέει, «θα μας δώσει να φάμε την σάρκα Του, το σώμα Του! Τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν; (:Ποιος αντέχει να ακούει τέτοια λόγια;)». Και τον άφησαν κι έφυγαν. Ο Χριστός επιμένει. «Εάν δεν φάτε την Σάρκα μου και δεν πιείτε το Αίμα μου, δεν έχετε ζωήν αιώνιον». Έφθασε να πει στους μαθητάς Του: «Αν σκανδαλιστήκατε, πηγαίνετε κι εσείς μαζί με τους Καπερναΐτες. Εγώ επιμένω σε εκείνο το οποίο σας λέγω». Δηλαδή ήτανε μία εικόνα, ένα σκιαγράφημα το θαύμα του χορτασμού των πεντακισχιλίων, του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Και όταν έδωσε ο Χριστός τα κομμάτια τα ψωμιά, αργότερα θα τους δώσει την σάρκα Του. Δηλαδή, τι θα πει αυτό; Θα τους δώσει το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
Προσέξτε, ακόμη τις ευχαριστιακές λέξεις στο θαύμα του χορτασμού. Που διατηρείται αυτό πώς; Ξέρετε; Με την ιερωσύνη. Ακούστε τι λένε οι ευχαριστιακές λέξεις: «Λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησεν καὶ κλάσας (:έκοψε κομμάτια) ἔδωκεν τοῖς μαθηταῖς Αὐτοῦ». Ακούστε τι μας λέει τώρα ο Ματθαίος· στην Θεία Ευχαριστία, στο μυστήριον: «Λαβὼν ὁ Ἰησοῦς τὸν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς καὶ εἶπε· λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου». Αὐταῖς λέξεσι, με τις ίδιες λέξεις. Σας κάνει εντύπωση αυτό;
Ώστε παράδοσις αποστολική δεν είναι μόνον ό,τι είδαν και άκουσαν οι μαθηταί, αλλά και η παραλαβή του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Αν θέλετε, κι άλλοι μπορούσαν να διατηρήσουν ό,τι είδαν και άκουσαν από τον Ιησούν. Αλλά δεν παρέλαβον την Εκκλησίαν. Η παραλαβή του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας είναι ταυτόσημη με την παραλαβή της ιερωσύνης! Και συνεπώς ταυτόσημη με την Εκκλησία. Μέγα θέμα!
Εκκλησία υπάρχει όπου υπάρχει διαδοχή ιερωσύνης. Οι Προτεστάνται δεν έχουν Εκκλησία. Είναι απλώς –προσέξτε- θρησκευτικές κοινότητες. Η Εκκλησία είναι Μία. Γιατί δεν έχουν; Γιατί κατήργησαν, πέταξαν το μυστήριον της ιερωσύνης. Γι΄αυτό και όταν τελούν την Θεία Ευχαριστία, ξέρετε πώς την τελούν; Χμ, πώς την τελούν! Πιστεύουν πως είναι μία ανάμνησις και ότι είναι μία υπενθύμησις και ένα σύμβολον. Αφού θα κοινωνήσουν οι πιστοί, ό,τι περισσέψει, το χύνουν στον νεροχύτη! Και καλά κάνουν που το χύνουν στον νεροχύτη, γιατί δεν είναι ούτε σώμα, ούτε αίμα Χριστού. Το ακούτε παρακαλώ; Για να μην παρασυρθούμε καμιά φορά από κάτι Προτεστάντες, Ευαγγελικούς, Πεντηκοστιανούς κλπ. κλπ. Συνεπώς Εκκλησία υπάρχει όπου υπάρχει διαδοχή ιερωσύνης. Ιερωσύνη, μυστήριον Θείας Ευχαριστίας και Εκκλησία είναι ταυτόσημα. Αυτά τα τρία. Γι΄αυτό και το μυστήριον της ιερωσύνης τελείται κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, κατά την διάρκεια του μυστήριου της Θείας Ευχαριστίας. Αυτά τα τρία διατηρούν την όντως παράδοση, που σώζει, αναγεννά, εισάγει εις την Βασιλείαν του Θεού.
Ο Απόστολος Παύλος γράφει στους Κορινθίους· προσέξτε: «Ἐγὼ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ Κυρίου». «Διότι εγώ παρέλαβα από τον Κύριον», δηλαδή απευθείας. Είναι εκείνο που είπε ο Χριστός εις τον μαθητήν Ανανία. «Εσύ», λέει, «μόνον θα βαφτίσεις τον Παύλον· δεν θα του κάνεις κήρυγμα. Δεν θα του κάνεις κατήχηση. Αυτό είναι δικό μου έργον», λέει ο Χριστός. Βλέπετε; Να κι ένα άλλο σημείο που ο Χριστός διδάσκει απευθείας τον Παύλον. Πώς; Μην ξεχνάτε ότι ο Παύλος απεσύρθη τρία χρόνια εις την έρημον της Αραβίας. Κι εκεί είχε αποκαλύψεις. Και μετά ήλθε έξω εις τον κόσμον. Λοιπόν γράφει: «Ἐγὼ γὰρ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ Κυρίου -απευθείας εννοείται-, ὃ καὶ παρέδωκα ὑμῖν (:Eκείνο που και σας παρέδωσα) –να η παράδοσις- ὅτι ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς ἐν τῇ νυκτί ᾗ παρεδίδοτο, ἔλαβεν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ εἶπε· λάβετε φάγετε· τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον». Το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Δηλαδή, «μου παρέδωσε την Εκκλησίαν. Κι εγώ σας την παραδίδω». Δηλαδή παράδοσις είναι εδώ επιπλέον και το σημαντικότατον, το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας.
Αγαπητοί, γιατί τα είπαμε αυτά όλα; Όχι βέβαια για να σας κουράσομε. Γιατί αποτελούν το θεμέλιον της σωτηρίας μας. Γράφει πάλι ο Απόστολος Παύλος στους Κορινθίους: Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον (:Σας κάνω γνωστό το ευαγγέλιο – δηλαδή ό,τι είπε ο Χριστός και έπραξε. Αυτό είναι το Ευαγγέλιο) ὃ εὐηγγελισάμην ὑμῖν(:που εγώ σας το μετέδωσα), ὃ καὶ παρελάβετε(:το οποίο και παραλάβατε), ἐν ᾧ καὶ ἑστήκατε(:επί του οποίου και στηρίζεστε), δι᾿ οὗ καὶ σῴζεσθε(:και με το οποίο σώζεστε)». Είδατε; «Σας παρέδωσα, σεις παραλάβατε, δεχθήκατε δια της πίστεως το περιεχόμενον του Ευαγγελίου, το εφαρμόσατε και τώρα σωθήκατε».
Ώστε πράγματι η παράδοσις είναι το θεμέλιον της σωτηρίας μας. Είναι μία παράδοσις ζώσα. Αν θέλετε, Αυτός ο Ίδιος ο Χριστός είναι η Παράδοσις. Γιατί παραδίδεται από γενεά σε γενεά. Με το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Όταν ο Κύριος παρέδιδε τον άρτον και τα ψάρια, εκεί, στο θαύμα των πεντακισχιλίων, στα χέρια των μαθητών Του παρέδιδε, τον Εαυτόν Του παρέδιδε, γιατί Αυτός είναι ο Αληθινός Άρτος, που θα το έλεγε την επομένη, που ήταν οι Καπερναΐται μαζί Του, ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, και ήταν ακόμη και ο μυστικός Ι.Χ.Θ.Υ.Σ. Διότι η ακροστιχίδα της ελληνικής λέξεως -κι αυτό προς τιμήν της ελληνικής γλώσσης- Ι.Χ.Θ.Υ.Σ. Θα πει: Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ(Ι.Χ.Θ.Υ.Σ).
Το Πνεύμα το Άγιον δια γραφίδος Αποστόλου Παύλου μας παραγγέλλει: «Ἀδελφοί, στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις ἃς ἐδιδάχθητε εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι᾽ ἐπιστολῆς ἡμῶν». Είτε με την επιστολή μας. «Στήκετε καὶ κρατεῖτε». Σημαίνει να ζείτε και να βιώνετε. Τι; «Τὰς παραδόσεις ἃς ἐδιδάχθητε». Όποιος δέχεται την αποστολική και πατερική παράδοση, παίρνει στα χέρια του τον Αληθινόν Άρτον και τον Μυστικόν Ι.Χ.Θ.Υ.Ν. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας και επιμέλεια:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_768.mp3
ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[: Ματθ.14,14-22]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΧΟΡΤΑΣΜΟΥ ΤΩΝ ΠΕΝΤΑΚΙΣΧΙΛΙΩΝ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 1-8-1993]
[Β284]
Σήμερα, αγαπητοί μου, η Εκκλησία μας με την προβολή του θαύματος του χορτασμού των πεντακισχιλίων, όπως μας διηγείται ο ευαγγελιστής Ματθαίος, θέλει να μας διδάξει πολλά. Ο Κύριος, όταν επετέλει ένα θαύμα, πάντοτε με αυτό ήθελε να διδάξει. Έτσι το θαύμα γίνεται διδασκαλία αλλά και η διδασκαλία φανερώνεται σαν ένα θαύμα.
Φυσικά, όταν ο Κύριος επιτελεί ένα θαύμα, το πρώτο επίπεδο είναι να υπηρετηθεί ένας άμεσος σκοπός. Όπως επί παραδείγματι, ο τυφλός να δει το φως του, ο άρρωστος να θεραπευθεί, ο παράλυτος να ανορθωθεί. Έτσι και εις το σημερινό θαύμα, ο Κύριος δεν ήθελε να αφήσει αυτό το πλήθος των ανθρώπων – μόνον οι άνδρες πέντε χιλιάδες- δεν ήθελε να τους αφήσει να φύγουν πεινασμένοι και να αποκάμνουν, να ταλαιπωρηθούν. Γράφει: «Καί ἀπολῦσαι αὐτούς νήστεις οὐ θέλω (:Και να τους απολύσω νηστικούς και να φύγουν – λέγει ο Κύριος- δεν θέλω) μήπωτε ἐκλυθῶσι ἐν τῇ ὁδῷ(:μήπως στον δρόμο αποκάμνουν από την ταλαιπωρία, την κούραση, την πείνα)»· γιατί ειπώθηκε: «Πώς θα τους ταΐσουμε; Έχουμε», λέγει, μόνο πέντε ψωμιά και δύο ψάρια. Πώς θα τους ταΐσουμε;». «Δεν θέλω να αποκάμνουν εις τον δρόμον».
Ώστε τι βλέπομε εδώ; Βλέπομε ότι στο πρώτο επίπεδο, ένα θαύμα εξυπηρετεί μια αμεσότατη ανάγκη. Αλλά, όπως είπαμε, πάντοτε ένα θαύμα, είναι μία διδασκαλία. Ή ακόμη ανοίγει τον δρόμο για μία διδασκαλία. Και πράγματι, πολλοί από τους Καπερναΐτας, επειδή εχόρτασαν εκείνη την ημέρα ψωμί και ψάρια στην έρημο, δωρεάν, τώρα Τον αναζητούν. Και μάλιστα ήθελαν να τον κάνουν και βασιλέα. Κάπου εκεί περίπου αναγνωρίζουν τη μεσσιανικότητά Του, μόνο γιατί έφαγαν. Μόνο γιατί έφαγαν. Και τότε, όταν ηύραν τον Κύριον και του λέγουν «Εδώ είσαι, Κύριε;» κι ο Κύριος τους λέγει: «Με αναζητάτε όχι γιατί άλλο γιατί χορτάσατε ψωμί. «Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ζητεῖτέ με, οὐχ ὅτι εἴδετε σημεῖα(:όχι γιατί είδατε θαύματα – διότι όλη την ημέρα ο Κύριος και δίδασκε και θαύματα έκανε, εθεράπευε όλες τις αρρώστιές τους), ἀλλ᾿ ὅτι ἐφάγετε ἐκ τῶν ἄρτων καὶ ἐχορτάσθητε(:αλλά γιατί φάγατε, λέγει, από τα ψωμιά και χορτάσατε· γι’αυτό με γυρεύετε)· ἐργάζεσθε μὴ τὴν βρῶσιν τὴν ἀπολλυμένην, ἀλλὰ τὴν βρῶσιν τὴν μένουσαν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἣν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὑμῖν δώσει». «Να εργάζεσθε», λέγει, «για να κερδίσετε όχι το φαγητό που χάνεται. Κι εσείς θα χαθείτε. Αλλά το φαγητό εκείνο, την βρώσιν εκείνην που μένει εις αιώνιον ζωήν, την οποίαν θα σας δώσει ο Υιός του ανθρώπου».
Ολοφάνερα, αγαπητοί, βλέπομε ότι το θαύμα εκείνο του χορτασμού των πεντακισχιλίων, ανοίγει τον δρόμο για τη διδασκαλία περί του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Ολοφάνερα. Έχομε λοιπόν μία αναγωγή από τον φυσικόν χορτασμόν του λαού, στον χορτασμό από το σώμα και το Αίμα του Χριστού. Να τι είπε ο Κύριος: «Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς». «Τι είπατε; Θέλετε ψωμί, ε; Σας είπα ότι χορτάσατε με ψωμί. Έκανα το θαύμα και χορτάσατε. Ε, τούτο σας λέγω: Εγώ είμαι το ψωμί το ζωντανό». Είδατε αναγωγή; «Που κατέβηκα από τον ουρανόν». «Ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα(:Και όποιος φάγει από αυτό το ψωμί, θα ζήσει αιωνίως). Καὶ ὁ ἄρτος δὲ ὃν ἐγὼ δώσω(:Το ψωμί αυτό που εγώ θα δώσω) ἡ σάρξ μού ἐστιν (:είναι η σάρκα μου). Ἡ γὰρ σάρξ μου ἀληθῶς ἐστι βρῶσις, καὶ τὸ αἷμά μου ἀληθῶς ἐστι πόσις». «Είναι η Σάρκα μου, λοιπόν, που θα σας θρέψει. Αυτό είναι το ψωμί -και το Αίμα μου. Σας βεβαιώνω αλήθεια ότι η Σάρκα μου είναι πραγματικά κάτι που τρώγεται και το Αίμα μου πραγματικά είναι κάτι που πίνεται».
Ώστε ο Κύριος προετοίμασε την διδασκαλία Του δια το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας, με εκείνο το θαύμα, του χορτασμού των πεντακισχιλίων. Κατά σοφόν τρόπον. Πραγματικά βλέπομε να αναβαθμίζεται η υπόθεσις, για να οδηγηθεί εις την διδασκαλίαν του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Αυτό δε δεν ήταν μία προετοιμασία-εικόνα, αλλά μία προετοιμασία – βίωμα. Ο λαός έζησε και οι μαθηταί Του έζησαν, ότι έφαγαν ψωμί απ’ τα χέρια του Κυρίου με καταπληκτικόν τρόπον. Αυτό δεν ήταν λοιπόν μία εικόνα, αλλά ένα βίωμα. Το έζησαν. Ήταν το πρώτο βίωμα. Τόσο για τον λαό, όσο και δια τους μαθητάς.
Το δεύτερο βίωμα είναι όταν πλέον ο Κύριος, χωρίς εικόνες, χωρίς προτυπώσεις, θα επιτελέσει το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας κατά τον Μυστικόν Δείπνον. Θα πει: «Καὶ λαβὼν ἄρτον –λέγει εκεί- εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων –επήρε το ψωμί, έκανε προσευχή, το κομμάτιασε(κλάω-ῶ) όχι με μαχαίρι, με τα χέρια Του, όχι κόπτω (κλάω- ῶ) και τους το έδωσε και τους είπε:- Τοῦτο ἐστί τό σῶμα μου -Αυτό είναι το Σώμα μου-. Ὡσαύτως καί τό ποτήριον μετά τό δειπνῆσαι λέγων: Τοῦτο τό ποτήριον, ἡ Καινή Διαθήκη ἐν τῷ αἵματί μου, τό ὑπέρ ὑμῶν ἐκχυνόμενον –Αυτό είναι το Αίμα μου». Το δεύτερο βίωμα βλέπομε να ολοκληρούται λοιπόν κατά τον Μυστικόν Δείπνον.
Έχομε και μία τρίτη βίωση του μυστηρίου. Θα είναι όταν πλέον οι μαθηταί μετά την Ανάληψη του Κυρίου, θα είναι μόνοι και θα τελούν μέσα στην Εκκλησία το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Διότι αυτό το μυστήριο είναι εκείνο, είπα μέσα στην Εκκλησία, διότι αυτό είναι το μυστήριον το οποίον συνιστά την Εκκλησίαν. Διότι τι είναι η Εκκλησία; Το Σώμα του Χριστού. Τι είναι η Θεία Κοινωνία; Το Σώμα του Χριστού.
Είναι γνωστό ότι μετά την Ανάσταση, πάλι κοντά στην ίδια λίμνη – γιατί αυτά έγιναν εκεί κοντά στη λίμνη- όταν ο Κύριος είπε εις τους μαθητάς Του «Δεῦτε ἀναπαύσεσθε ὀλίγον», «πάμε σε έναν ήσυχο τόπο να ξεκουραστείτε», είπε στους μαθητάς και επεσυνέβη ο όχλος, είδαν πού, πώς, ψάξαν, τους βρήκαν κι έγινε ό,τι έγινε· πάλι στην ίδια λίμνη· εκεί, επτά μαθηταί του Κυρίου, επήγαν να ψαρέψουν. Μετά την Ανάστασιν, προ της Αναλήψεως. Εκεί διημείφθη ένας διάλογος ανάμεσα στον Κύριο και τους επτά μαθητάς· που ήσαν, έφθασαν πια με το πλοιάριό τους, κουβαλώντας το δίχτυ μετά ψάρια, γνωρίζετε βέβαια την ιστορία, και όταν βγήκαν στην παραλία, στην ακρολιμνιά, είδαν «ἀνθρακιὰν κειμένην καὶ ὀψάριον ἐπικείμενον καὶ ἄρτον». Ενώ τους είπε: «Παιδία, ἔχετε τι προσφάγιον;». «Έχετε τίποτα να φάει κανείς; Να προγευματίσει;». Κι εκείνοι είπαν βαριεστημένοι, γιατί δεν είχαν, – δεν Τον εγνώρισαν- γιατί δεν είχαν πιάσει ούτε ένα ψάρι, ένα μονολεκτικόν «Οὐ». Όχι. Τώρα βγαίνουν και βλέπουν μία ανθρακιά, κάρβουνα αναμμένα, επάνω ένα ψάρι να ψήνεται και δίπλα ψωμί. Εκπληκτικόν! Αλλά το πιο εκπληκτικόν είναι ότι «οὐδεὶς δὲ ἐτόλμα τῶν μαθητῶν ἐξετάσαι αὐτὸν σὺ τίς εἶ, εἰδότες ὅτι ὁ Κύριός ἐστιν». Περίεργο… Κανείς δεν τολμούσε να του πει: «Ποιος είσαι;». Γιατί εγνώριζαν ότι είναι ο Κύριος. Δεν Τον εγνώρισαν; Άλλαξε μορφή; Βεβαίως άλλαζε μορφή, διότι δεν θα ήταν πια ο ιστορικός Ιησούς, αλλά ο Ιησούς που θα ήταν μέσ’ το μυστήριον· δηλαδή ο Ιησούς της πίστεως. Ο Ιησούς της πίστεως. Τον είδαν ιστορικά. Τον άγγιξαν, Τον έπιασαν, έφαγαν μαζί Του, Τον είδαν, Τον ξαναείδαν, έζησαν τρία χρόνια μαζί Του. Πια δεν θα είναι μαζί τους. Και θα ήταν ο Ιησούς της πίστεως κι όχι των αισθήσεων. Έτσι λοιπόν τους προπαιδεύει και εις το σημείον αυτό. Συνεπώς οι μαθηταί ζουν στην ατμόσφαιρα ενός μυστηρίου, για το οποίον είναι βεβαιότατοι ότι είναι ο Ιησούς. Και ταυτόχρονα ότι ο Ιησούς ανήκει σε έναν άλλον χώρον. Στον χώρο του ουρανού. Τι ήταν δίπλα; Επιτρέψατέ μου να το πω. Το σήμα κατατεθέν -επιτρέψατέ μου, σας είπα, ως έκφραση. Το σήμα κατατεθέν του Ιησού. Είναι Εκείνος και πλάι Του είναι το ψάρι και το ψωμί. Το ψάρι και το ψωμί. Άρτος και ιχθύς. Το σήμα κατατεθέν του Ιησού. Ούτως ειπείν: «Εκεί θα με βρείτε». Είναι ο μυστικός ΙΧΘΥΣ. Ιχθύς θα πει ψάρι. Ο μυστικός Ιχθύς ἐν τῷ ἄρτῳ.
Είναι αξιοπρόσεκτο ότι κατά την ευλογία των πέντε άρτων που έκανε ο Κύριος στον χορτασμό, σε εκείνο το θαύμα, και των ιχθύων δίνοντας ο Κύριος τα κλάσματα, τα κομμάτια των άρτων στους μαθητάς Του για να τα μοιράσουν, δεν γίνεται λόγος για την επίδοση ψαριών. Ότι τους έδωσε τα ψωμιά, τα κομμάτια. Δεν λέει «και τα ψάρια». Τα οποία βεβαίως και ευλόγησε, βεβαίως και ο λαός έφαγε, βεβαίως έφθασαν και εχόρτασαν. Γιατί; Πώς το λέγει; «Καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους -Δεν λέει «τούς ἰχθῦς»-, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις». Οι δε μαθηταί εις τους όχλους. Σκοπίμως εδώ αποσιωπάται ότι έδωσε και τους ιχθύς, τα ψάρια. Διότι ο ΙΧΘΥΣ -με κεφαλαία γράμματα- μένει κεκρυμμένος, μένει κρυμμένος. Είναι ο μυστικός άρτος του Ιχθύος. Δηλαδή το Σώμα του Χριστού. Είναι ο ΙΧΘΥΣ ἐν τῷ ἄρτῳ. Είναι ο Χριστός εις τον άρτον. Το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Η αρχαία Εκκλησία θα κατανοήσει βαθύτατα όλα αυτά, όπως τα κατενόησαν και τα εβίωσαν οι μαθηταί του Χριστού. Ώστε πλέον η λέξις ΙΧΘΥΣ να γίνει σύμβολον σε ό,τι αναφέρεται εις τον Ιησούν Χριστόν και εις το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Είπα «το σήμα κατατεθέν» που το έβαλε δίπλα, δηλαδή «Αμφιβάλλετε για μένα ότι είμαι ή δεν είμαι;» εκεί παρά την λίμνην Γενησαρέτ. Να ο άρτος και ο ιχθύς. «Θέλετε να με δείτε; Εγώ ταυτίζομαι με το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας». Προσέξτε: ταυτίζομαι. Έχει σημασία. Θα το δούμε λίγο πιο κάτω.
Έτσι, η λέξις ΙΧΘΥΣ, στην ελληνική γλώσσα βεβαίως, αποτελείται, από των αρχαιοτάτων χρόνων, δηλαδή από τους αρχαίους μαθητάς, τους Χριστιανούς, είναι ελληνική λέξις, ΙΧΘΥΣ, αυτή η λέξις ακροστιχείται…- ξέρετε τι θα πει ακροστιχίδα, παίρνω το πρώτο γράμμα μίας λέξεως ή μιας προτάσεως, παίρνω το δεύτερο γράμμα της δευτέρας προτάσεως, βάζω τα γράμματα κάθετα και από εκεί βγάζω τώρα μία άλλη λέξη ή άλλες λέξεις ή ολόκληρη πρόταση. Αυτό λέγεται ακροστιχίς. Έτσι η λέξις ΙΧΘΥΣ ακροστιχείται: Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ. ΙΧΘΥΣ. Ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού, που είναι Σωτήρας. Έτσι το σύμβολον του ψαριού, του ιχθύος, θα το δούμε, αγαπητοί μου, σε πολλά πρωτοχριστιανικά έργα. Σε τάφους, σε οτιδήποτε, θα δούμε αυτό το σύμβολον. ΙΧΘΥΣ.
Κάποτε βρέθηκε, προ ετών μία επιτάφια πλάκα εις το Οτούν, βορείως της Λυών της Γαλλίας· που ανάγεται εις τα τέλη του 3ου αιώνος η πλάκα αυτή η επιτάφια. Είναι γραμμένη Ελληνικά, σε αρχαίον ύφος και σε δακτυλικό εξάμετρο. Κάποιος, του οποίου οι γονείς και τ’ αδέλφια είχαν πεθάνει, άγνωστον γιατί, ετάφησαν εις τον αυτόν τάφον και έβαλαν από πάνω αυτήν την πλάκα, την επιτάφια πλάκα, η οποία έγραφε:
«Ἰχθύος οὐρανίου ἅγιον γένος, ἤτορι σεμνῷ
Χρῆσαι λαβῶν ζωήν ἄμβροτον ἐν βροταίοις
Θεσπεσίων ὑδάτων, τήν σήν φίλε θάλπε ὦ ψυχή,
Ὕδασιν ἀενάοις πλουτοδότου σοφίοις
Σωτῆρος δ’ ἁγίων μελιιδέαν λάμβανε βρῶσιν
ἒσθιε πεινάων ἰχθύν ἔχων παλάμαις».
Ο κάθε στίχος είναι ακροστοιχισμένος και λέει: ΙΧΘΥΣ. Πλην του τελευταίου. Γιατί ακολουθούν και κάποιοι άλλοι στίχοι. Λέει και τα ονόματα των κεκοιμημένων και το όνομα εκείνου ο οποίος συνέθεσε αυτό το επιτύμβιο επίγραμμα, αλλά δεν τα λέγω όλα αυτά. Να σας το μεταφράσω:
«Ω αγία γενεά, δηλαδή εσείς που βρίσκεστε κάτω από την επιτάφια πλάκα, ω αγία γενεά του ουρανίου Ιχθύος· γέμισε από σεμνή ευφροσύνη τα στήθη σου τώρα συ, ω αγία γενεά, από χαρά. Αν και είσαι μεταξύ των θνητών, έχετε πεθάνει. Εδέχθης συ, ω γενεά, εδέχθης από τα θεσπέσια νερά –δηλαδή τα νερά του αγίου Βαπτίσματος- την αθάνατη ζωή. Θάλπε, αγαπητέ, την ψυχήν σου εις τα αέναα ύδατα της πλουτοδότου σοφίας. Λάμβανε την μελισταγή βρώσιν του Σωτήρος των αγίων. -Μελισταγής… είναι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού που στάζει μέλι-. Τρώγε με όρεξη τον ιχθύν – το ψάρι, τον Ιησούν Χριστόν– που τον κρατάς στις παλάμες σου –Γιατί οι αρχαίοι κοινωνούσαν όπως σήμερα εμείς οι ιερείς, παίρνοντας το Σώμα του Χριστού εδώ στην δεξιά μας παλάμη-. Ναι, χόρταινε μέσα σε αυτόν τον ιχθύν, να χορταίνεις μέσα σε αυτόν τον ιχθύν». Και ακολουθούν και μερικά άλλα. Και ολοκληρούται αυτή η επιτύμβιος επιγραφή. Βλέπετε τον ιχθύν. Πώς κατενόησε η αρχαία Εκκλησία τον ιχθύν· που ο Κύριος προετοίμασε προοδευτικά.
Ο Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού, αγαπητοί, ήρθε σαν ουράνιος άρτος. Ήρθε εις τον κόσμον, ώστε με το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας να ενωθεί με τους ανθρώπους. Προσέξτε την αγάπη Του και προσέξτε την σοφία Του. Δια του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, δυνάμει της Ενανθρωπήσεως, να ενωθεί με τους ανθρώπους. Και να τους δώσει την αιώνια ζωή. Θα πει ο Κύριος: «Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ. Ἡ γὰρ σάρξ μου ἀληθῶς ἐστι βρῶσις(:Είναι πράγματι κάτι που τρώγεται η σάρκα μου), καὶ τὸ αἷμά μου ἀληθῶς ἐστι πόσις(:πράγματι κάτι που πίνεται)». Υπαινίσσεται τον μυστικόν άρτον και τον μυστικόν οίνον. Τρόμαξαν δε τότε που τον άκουγαν οι Καπερναΐται και είπαν: «Πωω… Τι; Να φάμε τη σάρκα Του; Τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν; Σκληρός ο λόγος. Τι πράγματα είναι αυτά;». Δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν. «Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα», λέγει ο Κύριος, «καὶ πίνων μου τὸ αἷμα, ἐν ἐμοί μένει κἀγώ ἐν αὐτῷ». «Αυτός που τρώγει την σάρκα μου και πίνει το αίμα μου, μένει μέσα σε μένα κι Εγώ μέσα σ’ αυτόν». Μία αλληλοπεριχώρησις. Μια καταπληκτική, απερινόητη, πάνω απ’ το μυαλό του ανθρώπου αλληλοπεριχώρησις.
Αγαπητοί, ο Κύριος, όπως είδαμε, προοδευτικά εργάστηκε την ένωσή μας μαζί Του, αφότου ενηνθρώπησε -γιατί δυνάμει της Ενανθρωπήσεως γίνονται όλα αυτά- κάνοντας αρχή με το θαύμα του χορτασμού των πεντακισχιλίων. Τότε από τους πολλούς βεβαίως δεν κατενοήθη. Και όχι μόνον δεν κατενοήθη, αλλά και παρενοήθη. Πλην των μαθητών. Έφθασε ο Κύριος να πει: «Μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε ὑπάγειν;». Γιατί λέει έφυγαν. «Σκληρός ἐστίν ὁ λόγος οὗτος. Τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν;». Γύρισαν την πλάτη τους κι έφυγαν. Και λέγει στους δώδεκα: «Μήπως κι εσείς θέλετε να φύγετε;». Και είπε ο Απόστολος Πέτρος: «Τι λες, Κύριε; Έχεις λόγια ζωής αιωνίου, ρήματα ζωής αιωνίου. Πρός τίνα ἀπελευσόμεθα; Ποιον θα ακολουθήσομε;».
Οι άλλοι γιατί έφυγαν; Γιατί είχαν μία παχυλή, υλιστική σκέψη και ζωή. Δεν κατενόησαν. Παρενόησαν. Και σήμερα, σήμερα, πάμπολλοι, πάμπολλοι Χριστιανοί μας δεν κατανοούν, αγαπητοί μου, αυτό το αγιότατον μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Δεν κατανοούν ότι αυτό τούτο είναι το Σώμα Του και αυτό τούτο είναι το Αίμα Του. Νομίζουν ότι είναι ένα σύμβολον, ότι εικονίζει, ένας εικονισμός. Και όχι ότι αυτό τούτο, δηλαδή αυτό το ίδιο είναι το Σώμα Του και αυτό το ίδιο είναι το Αίμα Του, ἐν μυστηρίῳ. Δεν έχει σημασία ότι δεν γίνεται αντιληπτό στις αισθήσεις. Διότι αν εγίνετο αντιληπτό –Αλήθεια, να σας ερωτούσα, τι θα μ’ απαντούσατε;– θα κατηργείτο η πίστις. Αλλά η πίστις δεν πρέπει να καταργηθεί. Γι’αυτό δεν είναι αισθητό στις αισθήσεις μας. Το λέγει σαφώς ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων.
Γι’αυτό λοιπόν επειδή είναι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού πραγ-μα-τι-κά, δεν συμβολίζει, πραγματικά, γι΄αυτό, την τελευταία στιγμή που πηγαίνουμε να κοινωνήσουμε, υπάρχει μία ευχή που λέγει να ενισχυθεί η πίστις μας και λέμε: «Ἔτι πιστεύω ὅτι τοῦτο αὐτό ἐστι τὸ ἄχραντον Σῶμά σου καὶ τοῦτο αὐτό ἐστι τὸ τίμιον Αἷμά σου». «Πιστεύω ότι Αυτό είναι». Γι’αυτό πρέπει, όταν έρχεται ο ιερεύς με το άγιο ποτήριο και λέγει: «Μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθετε», πρέπει με φόβο Θεού αλλά και με πίστη. Τι πίστη; Ότι αυτό που θα πάρω είναι το Σώμα και το Αίμα Του Χριστού.
Έτσι, το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας είναι σκοπός της πνευματικής μας ζωής. Το Βάπτισμά μας είναι το μέσον, είναι η πύλη της πνευματικής ζωής. Η πύλη. Η Θεία Ευχαριστία είναι ο σκοπός και το τέρμα της πνευματικής ζωής. Γι’ αυτό πρέπει συχνά να κοινωνούμε. Και για να κοινωνούμε πρέπει να είμεθα προσεκτικοί στη ζωή μας. Να τηρούμε τον λόγο του Θεού, ό,τι είπε, το Ευαγγέλιον. Το είπε ο ίδιος ο Χριστός. Και να Τον αγαπούμε. «Εκείνος που με αγαπά» λέγει, «τηρεί τον λόγον μου, εφαρμόζει τον λόγον μου». Έτσι το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας είναι το μυστήριον της αγάπης του Θεού στον άνθρωπο, αλλά και το μυστήριον της αγάπης του ανθρώπου προς τον Θεό. Όταν ο άνθρωπος ανταποκρίνεται εις την αγάπην του Θεού. Και η Θεία Λειτουργία, που το πλαισιώνει το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας είναι ό,τι αγιότερον, είναι ό,τι υψηλότερον που μπορεί να υπάρχει στη ζωή και στην ιστορία του κόσμου τούτου.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_573.mp3
ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[: Ματθ.14,14-22]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 29-7-1990]
[Β235]
Σήμερα, αγαπητοί μου, μας διηγήθηκε ο ευαγγελιστής Ματθαίος το θαύμα του χορτασμού των πεντακισχιλίων. Ένα θαύμα που μας το διηγούνται και οι τέσσερις ευαγγελισταί. Αλλά ας δούμε πώς μας το καταγράφει σε μια απόδοση νεοελληνική:
«Εκείνον τον καιρό ανεχώρησε ο Ιησούς από εκεί με πλοίο σε έναν έρημον τόπο, μόνος μαζί με τους δώδεκα μαθητάς Του. Όταν το επληροφορήθη το πλήθος του κόσμου, Τον ηκολούθησαν πεζοπορούντες από διάφορες πόλεις. Τότε ο Ιησούς βγήκε από το έρημο καταφύγιό Του και είδε πολύ κόσμο. Τους λυπήθηκε και εθεράπευσε τους αρρώστους των. Όταν άρχισε να σουρουπώνει, Τον πλησιάζουν οι μαθηταί Του και Του λέγουν: ‘’Ο τόπος είναι ερημικός και η ώρα περασμένη· απόλυσε τον κόσμον, για να πάνε στα γύρω χωριά και να αγοράσουν κάτι για να φάνε’’. Ο Ιησούς, όμως, τους είπε: ‘’Δεν έχουν ανάγκη να πάνε πουθενά. Δώσατέ τους εσείς να φάνε’’. Κι εκείνοι Του απαντούν: ‘’Δεν έχομε μαζί μας παρά μόνον πέντε ψωμιά και δύο ψάρια’’. Κι ο Ιησούς τούς λέγει: ‘’Φέρτε τα μου εδώ’’. Κι αφού έδωσε εντολή στον κόσμον να καθίσουν για φαγητό πάνω στο χορτάρι, επήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, έστρεψε τα μάτια Του στον ουρανό, τα ευλόγησε, έκοψε τα ψωμιά σε κομμάτια και τα έδωσε στους μαθητάς Του και εκείνοι στο πλήθος. Και έφαγαν όλοι και χόρτασαν. Και σήκωσαν τα περισσεύματα από τα κομμάτια, δώδεκα κοφίνια γεμάτα. Κι αυτοί που έφαγαν, ήταν περίπου πέντε χιλιάδες άνδρες, χωρίς τις γυναίκες και τα παιδιά».
Βλέπομε, αγαπητοί μου, ότι το γεγονός του χορτασμού των πεντακισχιλίων, αυτό το τόσο καταπληκτικό, όχι μόνο τότε διεδόθη αστραπιαίως εις όλην την χώραν, αλλά και μέχρι σήμερα μας είναι πολύ γνωστό. Μία ανάμνησις του θαύματος του χορτασμού των πεντακισχιλίων, είναι η τελετή της αρτοκλασίας. Και ποιος δεν έχει δει την αρτοκλασία; Και μάλιστα με πέντε άρτους κ.λπ.
Πίσω, όμως, από το θαύμα, υπάρχει πολλή θεολογική διδασκαλία και στοιχεία, ακόμα, πνευματικής ζωής. Περιέχει ένα προανάκρουσμα και μία προετοιμασία για το μέγα μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Ακόμη, δείχνει ότι Εκείνος που πολλαπλασιάζει τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, είναι ο Ίδιος, είναι ο Ίδιος που έρριπτε το μάννα σαράντα χρόνια στην έρημο. Είναι ο Ίδιος! Ο Κύριος. Ο Γιαχβέ. Ο Θεός. Ο Κύριος. «Γιαχβέ» θα πει Κύριος. Ο Κύριος του Ισραήλ. Είναι ο Ίδιος· που τώρα πολλαπλασιάζει τα ψωμιά και τα ψάρια. Τόσο ώστε να πει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Εἰ γὰρ καὶ ἔρημος ὁ τόπος, ἀλλ΄ ὁ τρέφων τὴν οἰκουμένην πάρεστι». «Αν και είναι έρημος ο τόπος, όμως Εκείνος που τρέφει την οικουμένη είναι παρών». Έρημος τότε, που ο λαός του Θεού ήταν μετά την Αίγυπτο, έρημος κι εδώ. Είναι ο Ίδιος ο Κύριος. Κι εκεί χορταίνει τον λαό Του και εδώ χορταίνει τον λαό Του.
Μας διδάσκει ακόμη το μάθημα της λιτότητος, αλλά και της οικονομίας. Λιτότης ήταν ψάρια και ψωμί. Τα ψάρια κοντά στην λίμνη ήσαν. Και συνεπώς ήταν πολύ κοινά, πολύ κοινό φαΐ .Ήταν το φαΐ του φτωχού. Μην κοιτάτε, σήμερα τα ψάρια μπορεί να είναι ακριβά, αλλά δίπλα στη θάλασσα ήσαν, στην λίμνη της Τιβεριάδος. Και ψωμί. Κρίθινο, μας λέγει κάποιος άλλος ευαγγελιστής. Βλέπετε, λοιπόν, λιτότης φαγητού. Αλλά και οικονομία, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Όταν είπε να μαζευτούν όλα τα κομμάτια και να μην χαθεί τίποτε.
Ακόμη μας διδάσκει ότι πριν από κάθε μας γεύμα πρέπει να προσευχόμεθα εις τον Θεόν και να Τον δοξάζομε, και να ευλογήσει τα αγαθά Του, που μας έδωσε και να Τον δοξάζομε για ό,τι αγαθά μας έχει δώσει.
Βλέπετε ότι έχει πολλά διδάγματα αυτή η περικοπή. Εμείς, επιτρέψατε να μείνουμε μόνο σε ένα σημείο. Εις την προσευχή. Και την ευλογία του φαγητού. Όταν ο Κύριος εζήτησε να Του φέρουν τα ψωμιά και τα ψάρια, σημειώνει ο ιερός ευαγγελιστής: «Λαβών τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε». «Πήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια στα χέρια Του, τα ύψωσε, κοίταξε στον ουρανό και ευλόγησε». Δηλαδή, εδόξασε. Προσέξτε, παρακαλώ. Αυτή η στάση του Κυρίου για μας, μας είναι πάρα πολύ χρήσιμη. Επήρε στα χέρια Του την τροφή. Και την τροφή αυτή την ανέδειξε εις τον Θεόν. Δηλαδή την ανήγαγε, δηλαδή την «ανέφερε». Αλλά ακριβώς αυτή η αναγωγή, η αναφορά της τροφής, δεν ήταν παρά μία λειτουργική εικόνα. Αυτό που κάνει ο ιερεύς – από εκεί το πήραμε- που κάνει ο ιερεύς· παίρνει το Άγιο Ποτήριο και το Άγιο Δισκάριο, ταυτοχρόνως σταυροειδώς, γιατί παντού μπαίνει το σημείο του σταυρού και λέγει ο ιερεύς: «Τὰ Σὰ ἐκ τῶν Σῶν Σοὶ προσφέρομεν». Βλέπετε, λοιπόν, ότι εδώ έχομε ένα προανάκρουσμα ευχαριστιακό. Δηλαδή του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας.
Αλλά εδώ δεν έχομε απλώς μόνο το προανάκρουσμα. Εδώ έχομε κάποια τροφή. Βέβαια, τι να σας πω; Ο άρτος; Που θα εγίνετο το σώμα του Χριστού; Ή ο ιχθύς που ελληνικά ΙΧΘΥΣ, οι πρώτοι χριστιανοί έτσι αποκωδικοποίησαν ευστοχότατα την παρουσία του ψαριού. Ι.Χ.Θ.Υ.Σ. είναι ακροστιχίδα, θα πει Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ. Τι να πω; Αλλά εγώ θα ήθελα να μείνω όχι σε μία ευχαριστιακή, μυστηριακή διάσταση. Απλώς ότι την τροφή την παίρνει ο Κύριος, για να ευχαριστήσει τον Θεόν Πατέρα. Και βλέπει κανείς εδώ ότι μας διδάσκει ο Κύριος ότι τίποτε δεν πρέπει να κάνει ο άνθρωπος, αν ο Θεός δεν ευλογήσει! Θα κάνει αναφορά των πάντων, για να ευλογήσει ο Θεός. Σου έδωσαν ένα δώρο; Σήκωσε τα μάτια σου και πες: «Σε ευχαριστώ, Κύριε» για το δώρο. Οτιδήποτε, υλικό δώρο, οτιδήποτε. Σου έδωσαν ένα ποτήρι νερό; Σήκωσε τα μάτια και πες: «Σε ευχαριστώ, Κύριε». Και μάλιστα κάποτε, ένα ποτήρι νερό σε μια ζέστη, που θα ήταν πραγματικό δώρο του Θεού: «Δόξα τῷ Θεῷ». Αυτή η αναφορά των πάντων, οτιδήποτε. Μπαίνεις στο καινούριο σου σπίτι; Τα μάτια επάνω: «Κύριε, μπαίνομε στο καινούριο μας το σπίτι. Ευλόγησέ το». Ποτέ μη λέμε αγνωμονούντες…: «Από τα χρήματά μου είναι αυτό, από τον κόπο μου είναι εκείνο». Ποτέ να μην το λέμε. Ποιος δίδει τα αγαθά; Ποιος δίδει τα χρήματα; Ποιος δίδει την υγεία; Ποιος δίδει τα πάντα; Όταν λέγει ο Ψαλμωδός: «Ἐὰν μὴ Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον, εἰς μάτην ἐκοπίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες». «Εάν ο Κύριος δεν θεμελιώσει σπίτι και σπιτικό, ματαιοπονούν εκείνοι που οικοδομούν». Είτε οικογένεια, είτε σπίτι. «Ἐὰν μὴ Κύριος φυλάξῃ πόλιν, εἰς μάτην ἠγρύπνησεν ὁ φυλάσσων». «Εάν ο Ίδιος ο Κύριος δεν σταθεί φρουρός μιας πόλεως, όσοι σκοποί και να μπουν, όσα οχυρά τείχη και να γίνουν, όσα όπλα και αν διατίθενται, η πόλις θα αλωθεί».
«Ὁ Κύριος ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανόν». Ήθελε μ’ αυτό να δείξει ότι και η βροχή και ο ήλιος και οι εύκρατοι καιροί, από τον Θεό των φώτων έρχονται, από τον Θεόν παντός αγαθού. Όλα από εκεί έρχονται. Ο Θεός είναι η πηγή παντός αγαθού. «Ὁ Κύριος –όπως λέγει ο Ζιγαβηνός, ένας ερμηνευτής- ἀνέβλεψεν εἰς τὸν οὐρανόν, τιμῶν τε τὸν Πατέρα καὶ διδάσκων μὴ πρότερον ἅπτεσθαι τραπέζης, ἕως ἂν εὐχαριστήσωμεν τῷ Θεῷ, τῷ χορηγῷ τῆς τροφῆς καὶ τὴν εὐλογίαν ταύτης οὐρανόθεν ἑλκύσωμεν». «Ο Κύριος», λέγει ο ερμηνευτής, «ανέβλεψε εις τον ουρανόν και τιμώντας τον Πατέρα αλλά και διδάσκοντας τίποτα να μην εγγίζομε από το τραπέζι μας, εάν προηγουμένως δεν ευχαριστήσομε τον Θεόν, που είναι ο χορηγός της τροφής και από εκεί να ελκύσομε την ευλογίαν».
Όλη αυτή η κίνησις του Κυρίου, που πήρε τις τροφές και τις ανέφερε και εδόξασε τον Θεόν Πατέρα, μπροστά μάλιστα στα μάτια των μαθητών Του και μπροστά στα μάτια του πλήθους, ήταν ένα θαυμάσιον εποπτικόν μάθημα, πώς πρέπει να ενεργεί κανείς μπροστά στα αγαθά του Θεού. Μας έδωσε, λοιπόν, αυτό το μάθημα. Πρέπει να κάνομε προσευχή στον Θεό προ της τραπέζης, για να ευλογηθούν από τον Θεό εκείνα τα οποία μας έχει δώσει. Πρέπει ακόμη να ακολουθήσει ευχαριστήριος προσευχή, μετά το τέλος του τραπεζιού, για την αγάπη την δική Του, που μας το γέμισε το τραπέζι μας. Μπορούσε να είχε μείνει άδειο… Η ευλογία προ της τραπέζης και μετά την τράπεζα, είναι αναγκαιοτάτη. Αν αρχίσομε να τρώμε χωρίς ευλογία, σημαίνει ότι οικειοποιηθήκαμε τα αγαθά, ειδωλολατρούντες. Το αντιλαμβάνεστε αυτό; Γιατί απλούστατα δεν έκλεισε ο κύκλος «από τον Θεό, με τον Θεό, για τον Θεό». Και όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος «ἐξ οὗ καὶ δι’ οὗ καὶ εἰς Αὐτὸν τὰ πάντα»: «Εκ του Οποίου Θεού και με τον Οποίον Θεόν, με την βοήθειά Του και εις Αυτόν πρέπει να ξαναγυρίσουν τα πάντα». Συνεπώς, αν δεν κλείσω αυτόν τον κύκλο, γιατί ο Θεός μου τα έδωσε τα αγαθά, τα παίρνω, τα τρώγω, δεν αναφέρομαι στον Θεό, και συνεπώς η τροφή σταματά σε μένα, άρα ειδωλολατρώ. Τι θα πει «ειδωλολατρία»; Θα πει «μένω στην κτίσιν». Γιατί βλέπω μόνον την κτίσιν. Δεν βλέπω τον Κτίστην. Αυτό θα πει «ειδωλολατρώ». Έτσι, καθένας που τρώει και δεν προσεύχεται, είναι ένας ειδωλολάτρης.
Χωρίς ευλογία, ακόμα, στο τραπέζι υπάρχει πάρα πολύς κίνδυνος. Κίνδυνος πρώτα πρώτα αμαρτίας. Ένα τραπέζι που δεν ευλογήθηκε, θα οδηγηθεί ίσως στη μέθη. Δεν είδα εγώ τραπέζι που ευλογήθηκε, οι συνδαιτημόνες να φθάσουν να μεθύσουν. Είναι πιθανόν, λοιπόν, να οδηγηθεί στη μέθη. Να οδηγηθεί στη γαστριμαργία, στην αισχρολογία. Βρώμικα πράγματα να λέγονται. Εις την έριδα· να αρχίσουν να μαλώνουν. Κι εις αυτό το έγκλημα ακόμη. Λίγες φορές γίνονται εγκλήματα επάνω εις το τραπέζι; Και εις αυτόν τον αιφνίδιον θάνατον. Βλέπετε πόσα κακά; Για να πει ο Απόστολος Παύλος: «Μή κώμοις καί μέθαις». Ο «κῶμος» είναι το γλεντοκόπημα στο τραπέζι, το άσωτον γλεντοκόπημα. «Μὴ κώμοις -δοτική πληθυντικού- καὶ μέθαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ». Τραπέζι που δεν ευλογείται έχει σαν αποτέλεσμα ακόμη, η τροφή την οποία πήραμε να μην είναι «θρεπτική» (την λέξη «θρεπτική» την βάζω εντός εισαγωγικών). Να μην είναι ωφέλιμη. Και ακόμη σε καιρό κάποιας πείνας, κάποιας ανεπαρκείας, ανεχείας, τότε πέφτει λίμα. Έχετε ακούσει την λέξη «λίμα»; «Λίμαξε», λέμε, «αυτός». Έτσι λίμα είναι στη νεοελληνική το ρήμα, είναι η αχορτασιά. Τρως, τρως, τρως και δεν χορταίνεις. Τρως και δεν χορταίνεις. Πέφτει αυτή η λίμα. Γιατί; Γιατί το τραπέζι δεν ευλογήθηκε. Αυτό το τελευταίο το λέγει ο Θεός κάπου στην Παλαιά Διαθήκη.
Αντίθετα, αν το τραπέζι ευλογηθεί, τότε ο Θεός, το σημαντικότερο από όλα, είναι συνδαιτημόνας μας! Ακούστε αυτό το σημείο. Είναι συνδαιτημόνας μας. Ξέρετε τι σημαίνει; Όπως στις παλιές θυσίες έπαιρναν πίσω ένα μέρος του ζώου που εθυσιάστηκε στον Θεό, το έπαιρνε ο νοικοκύρης, ο οικοδεσπότης και εκάθητο όλη η οικογένεια, ο προσήλυτος, λέγει, ο επισκέπτης, όλοι οι πάντες κι έτρωγαν αυτό το υπόλοιπον της θυσίας. Αυτό σήμαινε ότι εγίνετο συνδαιτημόνας, ομοτράπεζος, δηλαδή, Αυτός ο Θεός. Όταν, λοιπόν, κάνομε την προσευχή μας, θα σας το πω λίγο πιο κάτω στην ευχή της τραπέζης, ο Θεός είναι μαζί μας, είναι συνδαιτημόνας μας. Κάθεται κι Εκείνος μαζί μας και –εντός εισαγωγικών- «τρώει μαζί μας». Τότε μία τέτοια τράπεζα, γίνεται τράπεζα πολλών ευλογιών. Μπορείτε να φανταστείτε, αγαπητοί μου, όταν ο Κύριος εκαλείτο, και εκαλείτο πολλές φορές, και επήγαινε σε κάποια τραπέζια για να φάει, μπορείτε να φανταστείτε το τραπέζι εκείνο που έτρωγε ο Κύριος, τι πηγή ευλογίας ήτο; Τι διδασκαλία ελέγετο επάνω εις το τραπέζι; Είναι εκπληκτικό. Εκείνα, λοιπόν, τα τραπέζια που έχουν την ευλογία του Θεού, έχουν και όλα τα αγαθά. Και πνευματικά αγαθά. Όχι μόνο υλικά. Το δε τραπέζι που ευλογείται, λέει ο 36ος Ψαλμός, οι άνθρωποι «ἐν ἡμέραις λιμοῦ χορτασθήσονται». Όταν θα πέσει πείνα, τότε οι άνθρωποι που ζητούν την ευλογία του Θεού στο τραπέζι τους, αυτοί θα χορτάσουν. Ενώ θα υπάρχει λιμός. Αυτοί θα χορτάσουν.
Στο ευλογημένο, ακόμη, τραπέζι εκφράζεται η ενότητα της οικογένειας. Εκφράζεται η ενότητα των ανθρώπων που θα καθίσουν σε αυτό το ίδιο τραπέζι. Και όπως λέγει ακόμη ο Ιερός Χρυσόστομος και μην το ξεχάσετε ποτέ: «Τραπέζι που αρχίζει και τελειώνει με προσευχή, ποτέ δεν θα μείνει αδειανό».
Βέβαια, ένα τραπέζι θα ευλογηθεί, αν δεν υπάρχει σε αυτό η προκλητική ποικιλία και η σπατάλη. Και η προκλητική ποικιλία ως αλαζονεία του βίου, ως επίδειξη, ότι να, έχομε… Κι ακόμη, η σπατάλη. Να πετάξουμε. Ιδίως αυτά τα πολυτελή τραπέζια, παίρνουν μια μπουκιά οι άνθρωποι από το κάθε φαγητό, όλα τα άλλα, τι φοβερό, στα σκουπίδια… Πέταμα! Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κύριος, την υπάρχουσα ήδη τροφή των μαθητών Του, γιατί είχαν πάρει κάποια ψωμιά, πέντε βρέθηκαν και δύο ψάρια, για να φάνε, γιατί είχαν απομονωθεί, ο Κύριος και οι μαθηταί Του –προσέξτε- για να ξεκουραστούν ολίγον. «Δεῦτε ἀναπαύεσθε ὀλίγον». Αλλά δεν τα κατάφεραν να ξεκουραστούν. Ο λαός είδε πού πήγαν, έψαξαν, τους βρήκαν. Και τόσο τους απησχόλησαν. Και ο λαός έφαγε και το φαΐ τους. Όχι, δεν τους το έφαγε. Μάλιστα σήκωσαν πιο πολλά· απ’ τα περισσεύματα, δώδεκα κοφίνια. Και όπως σας είπα προηγουμένως, το ψωμί και τα ψάρια ήταν μία λιτή τροφή. Αυτή, λοιπόν, την υπάρχουσαν τροφήν, ο Κύριος τώρα την ευλογεί.
Αν έρθει κάποιος σπίτι μας, δεν είναι απαραίτητο να πάμε να βρούμε δεν ξέρω τι, τι να ξετρυπώσομε, τι αγαθά, για να του πούμε: «Κάτσε να φας». Ό,τι υπάρχει στο ψυγείο μας, στο ντουλάπι μας. Αυγά; Αυγά. Πατάτες τηγανητές; Πατάτες τηγανητές. «Κάτσε να φάμε». Με απλότητα, με λιτότητα. Ένα. Και δεύτερον, δεν θα πετάξουμε τίποτα. Ακόμη, αν κάποιος επισκέπτης μας αφήσει φαγητό ή πριν αφήσει, γιατί του λέμε… «Αν σου πέσει πολύ -δίνομε ένα άδειο πιάτο, με ένα κουτάλι, πηρούνι- πάρε. Πεινάς; Άδειασέ το. Πεινάς; Ξαναβάλε πάλι». Όχι με το πηρούνι που τρως. Με ένα άλλο, ουδέτερο πηρούνι, ουδέτερο κουτάλι. Ώστε να το φάει κάποιος άλλος. Δεν πρέπει τίποτα να πεταχθεί. Έφαγες μπουκιά ψωμί; Κόφ’ την αυτή με το μαχαίρι, να μείνει καθαρό το ψωμί. Να γίνει ένα παξιμάδι, να φαγωθεί το πρωί στο πρόγευμα.
Έτσι, ο Κύριος μάς είπε να μην πετάμε τίποτα, να συλλέγομε τα πάντα. Έτσι ο Κύριος έδινε και ένα μάθημα λιτότητος και ένα μάθημα οικονομίας. Δεν πρέπει, αγαπητοί μου, και το είδαμε αυτό και το βλέπομε, να κατασπαταλούμε την κτίσιν, έστω κι αν αυτή προσφέρεται πλουσιοπάροχα, έστω κι αν έχομε μία εποχή ευδαιμονιστική. Στην εποχή μας αυτή η κατασπατάλησις της κτίσεως μάς έχει φέρει σε οικολογικά αδιέξοδα. Πολλά δε από αυτά τα αδιέξοδα, είναι και αμετάκλητα. Δεν ξαναγυρίζουν πίσω. Και τι θα κάνομε εάν η γη μας φαλακρωθεί, δεν υπάρχει πια τίποτα, τι θα φάμε; Πώς θα ζήσουμε; Πώς θα αναπνεύσουμε; Τόσο ανόητοι είμαστε, αγαπητοί μου, που κατασπαταλούμε ό,τι μας δίνει ο Θεός. Αναφέρεται στα τέσσερα θηρία που είδε ο Δανιήλ, ότι «Το τελευταίο θηρίο», λέγει, «αυτή η παρδαλή λεοπάρδαλις και κάτι άλλο, ανακατεμένο ζώο ήτανε, μυθικό, που ήταν η ρωμαϊκή αυτοκρατορία, αυτήν εξεικόνιζε, έτρωγε ό,τι μπορούσε. Κι ό,τι δεν μπορούσε», λέει, «να φάει, το ποδοπατούσε». Ακούσατε; Και σήμερα, το παιδί μας τρώει την σοκολάτα, όση θέλει, και την υπόλοιπη την πετάει στα σκουπίδια. Στις μονάδες τις στρατιωτικές, τρώνε ψωμί οι φαντάροι. Και ό,τι περισσεύσει το παίζουνε φουτ-μπολ με τα πόδια τους…! Πρόκλησις! Πρόκλησις του ουρανού. Πρόκληση του Θεού.
Η Εκκλησία μας, αγαπητοί μου, έχει συντάξει και προσευχές της τραπέζης. Στην αρχή του γεύματος απαγγέλλεται το «Πάτερ ἡμῶν». Ιδίως το μεσημέρι· του γεύματος. Το βραδινό λέγεται «δείπνο». Είναι προσφυεστάτη προσευχή για το τραπέζι. «Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον, δὸς ἡμῖν σήμερον». Και ταυτοχρόνως κάνομε το σημείον του σταυρού. «Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον, δὸς ἡμῖν σήμερον». Ταυτόχρονα λέμε την προσευχή στη Λειτουργία. Τι σημαίνει; Αναγωγή πάλι. Ο όντως επιούσιος άρτος. Ο επί την ουσίαν μας. Εκείνος που πραγματικά θα θρέψει την ουσία μας, εις τους αιώνας των αιώνων, είναι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Αναγωγή αμέσως, όπως βλέπετε. Στο τραπέζι όταν θα σηκωθούμε γύρω γύρω όρθιοι -Μερικοί περιφρονούν και κάθονται. Δεν σηκώνονται…- θα σηκωθούμε όλοι γύρω γύρω από το τραπέζι μας. Θα κάνομε την προσευχή μας. Θα κάνομε το σημείο του Τιμίου Σταυρού. Δεν θα γελάσουμε. Πολλοί γελάνε στην προσευχή του τραπεζιού. Λέγει ο γέροντας του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, ο Συμεών ο Ευλαβής, ότι είναι η μεγαλύτερη αμαρτία να γελάς στην προσευχή. Διότι επικαλείσαι το όνομα του Θεού να σε προσέξει κι εσύ γελάς. Θες να γελάσεις; Ο Θεός σε έκανε να γελάς. Γέλασε όσο θέλεις. Επεκαλέσθης το όνομα του Θεού; Δεν θα γελάσεις.
Ακόμα στη συνέχεια λέμε: «Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, εὐλόγησον τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν τῶν δούλων Σου (:ευλόγησε το φαγητό κι αυτό που θα πιούμε) ὅτι Ἅγιος εἶ πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν». Ευλόγησε. Τελειώσαμε; «Εὐχαριστοῦμεν σοι, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν (:Σε ευχαριστούμε) ὅτι ἐνέπλησας ἡμᾶς τῶν ἐπιγείων Σου ἀγαθῶν -Αν δώσετε σε έναν άνθρωπο ένα δώρο και δεν σας πει «ευχαριστώ», δεν θα σας κακοφανεί; Φάγαμε τα αγαθά του Θεού, και να μην Του πούμε ένα «ευχαριστώ»; Να μοιάσομε με τον Ησαύ που… «έφαγε», λέει, «καλά, ρεύτηκε, έσπρωξε το πιάτο του και σηκώθηκε και βγήκε έξω»… Κατάντημα ανθρώπου ζωώδους. Θα ευχαριστήσομε τον Θεόν και Του λέμε «ὅτι ἐνέπλησας ἡμᾶς τῶν ἐπιγείων Σου ἀγαθῶν (:μας χόρτασες από τα επίγειά Σου αγαθά) –προσέξτε πάντα την αναφορά- μὴ στερήσῃς ἡμᾶς καὶ τῆς αἰωνίου Σου Βασιλείας -πάντα στα πνευματικά- ἀλλ’ ὡς ἐν μέσῳ τῶν μαθητῶν Σου παρεγένου, Σωτήρ, τὴν εἰρήνην διδοὺς αὐτοῖς, ἐλθὲ καὶ μεθ’ ἡμῶν καὶ σῶσον ἡμᾶς(:αλλά όπως ήσουν ανάμεσα στους μαθητάς Σου, έλα και ανάμεσα σε μας. Να είσαι πάντοτε ο συνδαιτημόνας μας, ο ομοτράπεζός μας, Εκείνος που θα καθίσει μαζί μας στο τραπέζι)». Και όλα αυτά γιατί; Για να μην κολλά η ψυχή στα υλικά αγαθά. Θα φάμε. Θα ευχαριστηθούμε. Θα χορτάσουμε. Θα δοξάσουμε. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι δεν πρέπει να κολλάμε σ’ αυτά τα υλικά αγαθά. Και άλλα πολλά λέγονται και στον δείπνο κ.τ.λ.
Αγαπητοί μου, η αίτηση ευλογίας, των αγαθών της τραπέζης, αλλά και η ευχαριστία στον Θεό για τα παρατιθέμενα αγαθά, δεν είναι μία ασήμαντη λεπτομέρεια. Μην πείτε, σήμερα σας είπα κάτι το ασήμαντο. Το Πνεύμα το Άγιον μάς διδάσκει: Α΄ Κορινθίους 10,31: «Εἴτε οὖν ἐσθίετε, εἴτε πίνετε (:είτε – λέει- τρώτε, είτε πίνετε), εἴτε τι ποιεῖτε -εκείνο το «τι» θα πει το πιο μικρό πράγμα κι αν κάνετε- πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε». «Όλα να τα κάνετε για την δόξα του Θεού». Σας ερωτώ, είναι λεπτομέρεια αυτό; Εδώ δεν έχομε έναν δοξολογικό χαρακτήρα; Γιατί σας το είπα προηγουμένως, αλλιώτικα τι γινόμεθα; Ειδωλολάτραι. Ειδωλολάτραι. Απωθούμε τον Θεό. «Δεν τον χρειαζόμεθα», λέμε, «τον Θεό». Και είναι φρικτό και μόνο να το σκεφθεί κανείς αυτό. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ποτέ ότι με την προσευχή της τραπέζης, θα το επαναλάβω για τρίτη φορά, ότι κάνομε συνδαιτημόνα τον Θεό· που είναι πλούσιος σε αγαθά και σε ελέη. Κι ακόμη, εκείνον τον λόγο του Ιερού Χρυσοστόμου ότι «Τραπέζι που αρχίζει και τελειώνει με προσευχή, δεν θα μείνει ποτέ αδειανό». Αν έχομε την αίσθηση της αγάπης στον Θεό και την αίσθηση του καλώς νοουμένου συμφέροντός μας, η προσευχή μας είναι αναγκαιοτάτη εις το τραπέζι. Λοιπόν, αγαπητοί, από σήμερα, πάντοτε προσευχή πριν και μετά το φαγητό μας.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_476.mp3
ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[: Ματθ.14,14-22]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«Η ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 9-8-1992]
[Β266]
Μετά τον αποκεφαλισμό του αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, αγαπητοί μου, ο Κύριος ανεχώρησε με τους μαθητάς Του και έφθασε με πλοίο σε μια ερημιά της λίμνης. Οι όχλοι, όμως, αντελήφθησαν πού μπορεί να πήγε -εννοείται το είδαν, εξάλλου η λίμνη είναι μικρή- και πεζοί έφθασαν στον έρημο, εκείνο, τόπο που ήταν ο Κύριος.
Όταν ο Κύριος τούς είδε, τους λυπήθηκε. Όλη την ημέρα τους εκήρυττε τον λόγον του Θεού. Και εθεράπευε κάθε άρρωστο που Του είχαν πάει. Άρχισε, όμως, να πέφτει ο ήλιος και σε λίγο θα νύχτωνε. Τότε οι μαθηταί λέγουν εις τον Κύριον: «Ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα». Δηλαδή: «Ο τόπος είναι έρημος. Δεν υπάρχουν καταστήματα, δεν υπάρχουν χωριά και πόλεις. Και η ώρα πέρασε. Απόλυσε, λοιπόν, τους όχλους, δηλαδή πες τους να φύγουν, ώστε απελθόντες, πηγαίνοντες εις τας κώμας, στα χωριά, να αγοράσουν κάτι να φάνε». Όλη μέρα ήσαν εκεί νηστικοί. Ήδη οι μαθηταί άρχισαν να ανησυχούν, αφού μόνον οι άνδρες, όπως μας λέγει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, ήσαν πέντε χιλιάδες άνθρωποι! Μόνον οι άνδρες.
Και τότε ο Κύριος τους είπε: «Οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν». «Δεν έχουν ανάγκη να φύγουν. Δώσατέ τους εσείς να φάνε». Δηλαδή ο Κύριος προτείνει να φιλοξενηθεί όλος αυτός ο κόσμος εις την έρημον! Αλλά οι μαθηταί έχουν, βέβαια, τις λογικές των αντιρρήσεις. Αχ, αυτές οι λογικές αντιρρήσεις…! «Δεν έχομε», Του λέγουν, «παρά μόνον πέντε ψωμιά και δύο ψάρια. Αυτό είναι ό,τι ακριβώς πήραμε μαζί μας». Δεν υπελόγισαν, όμως, Ποιος ήταν Αυτός που τους έλεγε αυτόν τον παράξενο, περίεργο λόγο· και τότε βέβαια τα πράγματα θα ήσαν διαφορετικά. Αν εγνώριζαν ότι ο Ιησούς που τους είπε: «Δώσατέ τους σεις να φάνε» ήταν Αυτός ο Θεός Λόγος, που έθρεψε τον λαό Του 40 ολόκληρα χρόνια στην έρημο, ρίπτοντάς τους το μάννα, κάθε μέρα πλην Σαββάτου, το μάννα… Και όπως λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος ευστοχότατα και ποιητικότατα, αν θέλετε, ακόμη: «Ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος, ἀλλ’ ὁ τρέφων τὴν οἰκουμένην πάρεστιν». «Έρημος ο τόπος, αλλά Εκείνος που τρέφει την Οικουμένη είναι παρών».
Και πράγματι. Αφού ευλόγησε ο Κύριος τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, άρχισαν οι μαθηταί να τα μοιράζουν χωρίς τελειωμό! Αν ερωτήσετε, πού ξέρομε ότι ήσαν 5.000; Ο Κύριος είπε να τους βάλουν στο χορτάρι, στον χόρτον. Άνοιξη, λοιπόν, πρέπει να ήταν ή Φθινόπωρο. Είχε χόρτο. Τους είπε να καθίσουν κατά πρασιές, ανά πενήντα, παρέες δηλαδή, ακριβώς για να διατηρηθεί ο αριθμός εκείνων που έφαγαν. Είναι δε γνωστό ότι χωριστά έφαγαν οι άνδρες. Ακόμη και μέχρι σήμερα, πολλές φορές σε γιορτές στα χωριά, το έχω βρει εγώ πολλές φορές, σε ένα τραπέζι, τρώνε χωριστά οι άνδρες, τραπέζι εννοείται λίγο εορταστικό, επίσημο, και χωριστά οι γυναίκες. Οι γυναίκες τρώνε στην κουζίνα. Το ξέρετε αυτό. Για να δείτε, δηλαδή, μερικά πράγματα που πρέπει να ξέρομε την Ιστορία της κάθε εποχής, τα πράγματα της κάθε εποχής για να μπορούμε να κατανοούμε περισσότερο τα κείμενα.
Έτσι λοιπόν, σημειώνει ο αυτόπτης Ματθαίος και Ευαγγελιστής ότι: «Καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις». Έφαγαν, χόρτασαν. Γιατί βάζει το «χόρτασαν»; Διότι μπορούσε να πει κανείς ότι από τα πέντε, αυτά, ψωμιά, πώς μοιράζομε εμείς το αντίδωρον και μπορεί να πάρουν 5000 άνθρωποι από μερικά πρόσφορα, μικρά κομματάκια, ε, να πουν: μόλις γεύτηκαν. Χόρτασαν! Και ακόμη να φανεί η αντικειμενικότητα του θαύματος.
Και ακόμη, πώς και έγινε να σηκώσουν περισσεύματα δώδεκα κοφίνια; Πού τα βρήκαν – άλλο σημείο αυτό- τα δώδεκα κοφίνια; Εκεί στην ερημιά; Είναι γνωστό πάλι ότι οι ταξιδιώτες έπαιρναν μαζί τους σάκους, τουρβάδες ή κοφινάκια. Έτσι οι μαθηταί, ο καθένας είχε το δικό του κοφινάκι. Μικρό κοφίνι. Μη λογαριάσετε μεγάλα κοφίνια. Μικρό κοφίνι, που μπορούσε να το κρατάει στην πλάτη του. Έτσι, αυτά τα κοφινάκια, τώρα, των μαθητών, αφού οι δώδεκα μαθηταί εμοίρασαν, οι δώδεκα μαθηταί μαζεύουν τα περισσεύματα, και γεμίζουν αυτά τα κοφινάκια τους. Μάλιστα λέει: «κοφίνους πλήρεις».
Τι να πρωτοπεί, βέβαια, κανείς σ’ αυτό το καταπληκτικό και φιλάνθρωπο θαύμα του Κυρίου στον χορτασμό των πεντακισχιλίων; Θα μείνομε εμείς, στην αγάπη σας, μόνο σε ένα σημείο. Και το σημείον αυτό είναι το της φιλοξενίας. Θέλει ο Κύριος να φιλοξενήσει τον λαό Του και ήθελε με τον τρόπον αυτόν να τον διδάξει, αλλά και τους μαθητάς Του να διδάξει το μεγάλο θέμα, την πολύ μεγάλη αρετή της φιλοξενίας. Εκείνο το: «Δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν», «Τι είναι αυτά που λέτε, να πάνε οι άνθρωποι κ.λπ.». Μάλιστα ο ίδιος ο Ευαγγελιστής, επειδή ο Χριστός έκανε δυο φορές το θαύμα αυτό, τη μία φορά πεντακισχίλιοι και την άλλη τετρακισχίλιοι, κι επειδή το αναφέρει το θαύμα, τα δύο θαύματα ο ίδιος ο Ευαγγελιστής, δεν μπορούμε να πούμε ότι ένας έτερος Ευαγγελιστής αναφέρεται στο ίδιο μεν, αλλά βάζει τον αριθμό 4000. Όχι· είναι ο ίδιος. Ξέρετε τι είπε στην περίπτωση εκείνη των τετρακισχιλίων; «Καὶ ἀπολῦσαι αὐτοὺς νήστεις οὐ θέλω (:Δεν θέλω να τους πω να φύγουν νηστικοί), μήποτε ἐκλυθῶσιν ἐν τῇ ὁδῷ». «Μήπως αποκάμουν στον δρόμο από την κούραση και την πείνα». Ώστε ο Κύριος κυριολεκτικά φιλοξενεί τον λαό Του εις τον έρημον, εκείνο, τόπο.
Έτσι μας διδάσκει ο Κύριος την αρετή της φιλοξενίας, όπως σας εξήγησα, σε ό,τι οικονομική κατάσταση κι αν ευρισκόμεθα. Οφείλομε να φιλοξενούμε, ακόμη κι αν είμεθα πτωχοί. Πτωχοί είπα, ε; Θα μου πείτε: «Σήμερα τα ψάρια είναι πολύ ακριβά». Οι καιροί αλλάζουν. Και οι τόποι αλλάζουν. Το πιο φτωχό φαΐ της περιοχής ήταν τα ψάρια. Επειδή η λίμνη είχε άφθονα ψάρια. Οι πτωχοί έτρωγαν ψάρια. Και βέβαια τρώγαν και ψωμί. Έτσι, ψάρια και ψωμί ήταν η πιο φτωχή τροφή εκείνης της περιοχής. Μπορεί τα ψάρια να ήσαν ακριβά στην Ιερουσαλήμ, γιατί δεν είχαν κοντά την θάλασσα ή την λίμνην. Αλλά όχι, όμως, και εις την λίμνην. Έτσι μας διδάσκει σ’ αυτό το σημείο, όσο φτωχός και να’ σαι, ό,τι και να έχεις, οφείλεις να φιλοξενείς.
Τι είναι η φιλοξενία; Είναι εκείνη η φιλόφρων υποδοχή και περιποίησις των ξένων. Με τρόπον φιλόφρονα. Μας παραγγέλλει ο λόγος του Θεού, πάνω στο θέμα αυτό της φιλοξενίας – ο Απόστολος Παύλος στους Ρωμαίους γράφει: «Τήν φιλοξενίαν διώκοντες». Τι θα πει «διώκοντες»; Επιδιώκοντες. Δηλαδή πώς να σας το πω; «Να φροντίζετε να φιλοξενείτε. Να κυνηγάτε την φιλοξενίαν». Ο Λωτ -θα αναφερθώ και λίγο πιο κάτω στον Λωτ- ο Λωτ, παρακαλώ, ξέρετε, ήταν βέβαια φιλόξενος, όπως και ο Αβραάμ ο θείος του. Ξέρετε ότι κάθε απόγευμα επήγαινε κοντά στην πύλη της πόλεως, διότι είναι γνωστό ότι από μια πύλη -συνήθως τειχισμένες οι πόλεις- έμπαιναν. Μπορεί η πόλις να είχε και άλλες πύλες, αλλά η πιο πολυσύχναστη πύλη, και οι πύλες έκλειναν την νύχτα, κι αυτό είναι γνωστό και ότι κοντά στις πύλες, στην πύλη, κυρίως στην κεντρική, ήταν και η αγορά. Θα το ξέρετε κι αυτό. Πήγαινε, λοιπόν, ο Λωτ κάθε απόγευμα εκεί στην κεντρική αγορά, στην πύλη. Τι να κάνει; Να δει ποιος ξένος θα μπει στην πόλη για να τον φιλοξενήσει! Αυτό θα πει: «διώκω τήν φιλοξενίαν». Όχι απλώς του χτυπούσαν την πόρτα του Λωτ. Αλλά πήγαινε γυρεύοντας. Ξαναλέγω, αυτό θα πει το ρήμα «διώκω». Δηλαδή επιδιώκω. Κυνηγάω από πίσω την φιλοξενίαν.
Μάλιστα ακόμη θα μας πει το Πνεύμα του Θεού στην προς Εβραίους: «Τῆς φιλοξενίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε (: Μην ξεχνάτε την φιλοξενίαν) · διὰ ταύτης γὰρ ἔλαθόν τινες ξενίσαντες ἀγγέλους». «Χωρίς να το καταλάβουν -«ἔλαθον»- τους ξέφυγε από την γνώση τους, επειδή ακριβώς ήσαν φιλόξενοι, να δεχθούν ακόμη να φιλοξενήσουν και αγγέλους». Και εδώ βέβαια φανερά υπαινίσσεται τον Αβραάμ, που φιλοξένησε τους τρεις αγγέλους, εις τύπον του Αγίου Τριαδικού Θεού και τον Λωτ. Αλλά πιθανώς και τον Μανωέ, τον πατέρα του Γεδεών. Ακόμη πιθανώς και τον Τωβίτ. Ή όποια άλλα πρόσωπα μπορούσαν να υπάρχουν στην Παλαιά Διαθήκη.
Έτσι βλέπομε ότι υπήρξαν άνθρωποι που φιλοξένησαν, όχι φιλοξένησαν, φιλοξενούσαν. Και ο Θεός τούς ανταμείβει. Ξέρετε τι θα πει να σε επισκεφθεί ο Θεός, γιατί είσαι φιλόξενος άνθρωπος; Το βλέπομε αυτό κατ’ εξοχήν εις τον Αβραάμ και εις τον Λωτ. Κατεξοχήν. Μάλιστα, αν θέλετε, αν διαβάσετε το σχετικό κεφάλαιο, είναι στη «Γένεση», θα δείτε, θα εκπλαγείτε μάλλον από την προθυμία και την ταχύτητα και την ποσότητα και την ποιότητα των προσφερθέντων. «Τρέχει», λέει, «στο κοπάδι ο Αβραάμ, να βρει το καλύτερο μοσχάρι. Δίνει εντολή στη Σάρα να ζυμώσει πολύ ψωμί» κ.τ.λ. Δηλαδή εκινητοποιήθη, δεν ανέθεσε. Παρότι είχε 318 «οἰκογενεῖς», δεν ανέθεσε· ο ίδιος ανέλαβε. Αυτό είναι χαρακτηριστικό. Ώστε να προσφέρει ολόκληρο μοσχάρι για τρεις ανθρώπους; Ψωμιά ολόκληρα· λέει τα μέτρα εκεί, δεν θυμάμαι πόσο είναι η ποσότης, για τρεις ανθρώπους! Τι θα έτρωγαν οι άνθρωποι αυτοί; Δείχνει την πλουσία προσφορά· που γίνεται πραγματικά με την καρδιά του. Έτσι ο Αβραάμ βρήκε χάρη από τον Θεό, του είπε ότι θα αποκτήσει παιδί, ότι «του χρόνου», λέει, «άμα περάσομε από δω, θα έχεις παιδί». Το ίδιο και ο Λωτ. Σώθηκε από την καταστροφή των Σοδόμων. Αυτά όλα ένεκα της αρετής της φιλοξενίας.
Η φιλοξενία, λοιπόν, είναι μία αρετή. Και μάλιστα είναι εκδήλωσις της φιλαδελφίας. Την εποχή που εγράφοντο αυτά τα πράγματα στην Καινή Διαθήκη, που λέει, φερειπείν, το Πνεύμα του Θεού «τήν φιλοξενίαν διώκοντες» και «τῆς φιλοξενίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε» κ.τ.λ. πάλι πρέπει να δούμε ότι την εποχή εκείνη οι δυσκολίες στα ταξίδια ήταν πολύ μεγάλες. Δεν υπήρχαν ξενοδοχεία με τον συνήθη τύπο που έχομε σήμερα. Ούτε νοσοκομεία υπήρχαν την εποχή εκείνη. Έτσι, όταν ξεκινούσε κάποιος για κάποιο μακρινό ταξίδι ημερών, μηνών, κάθε βράδυ πού θα κοιμόταν; Πού θα έτρωγε; Υπήρχαν τα λεγόμενα «χάνια», το χάνι, το λεγόμενον «πανδοχείον». Πανδοχείον· που έβαζες και τα ζώα σου και εσύ κοιμόσουν εκεί και ό,τι πρόχειρο υπήρχε μπορούσες να φας. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν, κάτω από τέτοιες συνθήκες δύσκολες, τι αξία είχα η φιλοξενία; Και πολύ δε παραπάνω όταν αυτή η φιλοξενία κυριότατα αποτείνεται προς αδελφούς· δηλαδή προς Χριστιανούς. Φυσικά ταξίδευαν και οι Χριστιανοί. Και πολλές φορές έπαιρναν και συστατικά γράμματα. Το να πας σε μια άλλη πόλη και να χτυπήσεις την πόρτα του τάδε, που είναι αδελφός, δηλαδή Χριστιανός, κι εκείνος να σε φιλοξενήσει; Μεγάλη αρετή! Πραγματικά ήταν μεγάλη αρετή.
Στους μαθητάς Του ο Κύριος, όταν τους έστελνε σε ιεραποστολικές περιοδείες, στη φιλοξενία εστηρίζετο. Και μάλιστα έδωσε και κάποιους κανόνες συμπεριφοράς στους μαθητάς Του, έναντι εκείνων που θα τους φιλοξενούσαν. Γιατί πρέπει να πούμε ότι η φιλοξενία δεν αποτείνεται σε εκείνους που θα φιλοξενήσουν, με την έννοια τι πρέπει να ξέρεις. Να είσαι πρόθυμος, να είσαι πλουσιοπάροχος, εγκάρδιος, να είσαι αγαπητός. Όχι μόνον αυτό. Αλλά υπάρχουν και νόμοι και κανόνες και σε εκείνους που θα φιλοξενηθούν. Γι’αυτό, ανάμεσα στα πολλά που είπε ο Κύριος στους μαθητάς Του, τους είπε και το εξής· ως φιλοξενούμενοι τώρα: «Μένετε ἐσθίοντες καὶ πίνοντες τὰ παρ’ αὐτῶν (:Να μένετε, στο ίδιο σπίτι. Μην αλλάζετε σπίτια. Γιατί θα σας χαρακτηρίσουν λιχούρηδες, αν αλλάζετε σπίτια. Και να τρώτε εκείνα τα οποία σας παραθέτουν)». «Τὰ παρ’ αὐτῶν». Δηλαδή «ό,τι υπάρχει». «Ἐσθίετε τὰ παρατιθέμενα ὑμῖν», λέει παρακάτω. «Να τρώτε εκείνα που σας παρατίθενται». Με άλλα λόγια τους αποκλείει τις προτιμήσεις που μπορούσαν να έχουν, όταν φιλοξενούνται. «Α, ξέρετε, δεν μ’ αρέσει αυτό το φαΐ, μ’ αρέσει εκείνο το άλλο φαΐ». Όχι. Ό,τι σου βάλουν, θα το φας. Και προσέξτε: το είπε ο Χριστός.
Και πράγματι, χρειάζεται αγωγή. Όχι μόνον, θα επαναλάβω, εις τους φιλοξενούντας, αλλά και εις τους φιλοξενουμένους. Έτσι, βασικό στοιχείο της φιλοξενίας είναι η αγάπη. Είναι και η διάκρισις, θα το δούμε λίγο πιο κάτω. Λέγει, όμως, ο Ιερός Χρυσόστομος: «Μὴ ἁπλῶς ξενοδοχεῖτε, ἀλλὰ μετὰ τοῦ φιλεῖν τοὺς ξένους». «Όχι απλώς να υποδέχεστε, αλλά και να τους αγαπάτε εκείνους τους οποίους φιλοξενείτε». Στέλνοντας γράμμα ο Απόστολος Παύλος στον μαθητή του, τον Τίτο, στην Κρήτη του γράφει – ο Παύλος είναι κάπου στην Πρέβεζα, κάπου εκεί, και του γράφει: «Ζηνᾶν τὸν νομικὸν καὶ Ἀπολλῶ (:Τον Ζηνά τον νομικό και τον Απολλώ –Δύο ιεραπόστολοι) σπουδαίως πρόπεμψον (:να τους προπέμψεις με κάθε φροντίδα), ἵνα μηδὲν αὐτοῖς λείπῃ (:ώστε στο ταξίδι τους να μην τους λείψει απολύτως τίποτε. Και συμπεραίνει:), μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι εἰς τὰς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι». «Επιτέλους να μάθουν και οι δικοί μας, δηλαδή το ποίμνιό σου, αγαπητέ μου Τίτε, να μάθει να μην μένει άκαρπο, αλλά να προΐσταται σε τέτοια καλά έργα». Και εν προκειμένω «καλόν ἔργον» ποιο ήτο εδώ; Η φιλοξενία. Είδατε; «Φρόντισε ‘’σπουδαίως’’», λέει, «με κάθε φροντίδα, πρόσεξε να τους εφοδιάσεις ό,τι χρειαστούν. Ιματισμός; Χρήματα; Τρόφιμα; Για να μην τους λείπει τίποτε». Ωραίο πράγμα αυτό.
Αλλά ποιους μπορούμε να φιλοξενούμε; Αγαπητοί μου, κυριότατα τους αδελφούς ἐν Χριστῷ. Κυριότατα και πρώτιστα τους αδελφούς ἐν Χριστῷ. Αυτό έχει πολλή σημασία. Μην κοιτάτε που σήμερα όλοι είμεθα βαπτισμένοι Χριστιανοί και θα λέγαμε… «Ε, όποια πόρτα να χτυπήσομε, Χριστιανός θα είναι, θα μας ανοίξει, θα μας φιλοξενήσει». Δεν ζούμε πια όλοι το Ευαγγέλιο, κατά δυστυχίαν. Αλλά εν τοιαύτη περιπτώσει, δεν έρχονται άνθρωποι από την επαρχία στην πρωτεύουσα, στην πόλη και οι οποίοι αγνοούν πώς να κινηθούν μέσα στην πόλη; Κατεβαίνουν από την Πίνδο, απ’ όπου αλλού και δεν ξέρουν πώς να κινηθούν μέσα σε μία πόλη. Όταν έχουν έναν γνωστό, έναν άνθρωπο που θα τους φιλοξενήσει, θα τους πάει στον γιατρό, θα τους πάει σε διάφορες υποθέσεις που μπορεί να έχουν και να τους βοηθήσει με κάθε τρόπο. Αυτό το πράγμα είναι πολύ σπουδαίο. Ξέρετε τι ανακούφιση νιώθει κανείς όταν έχει έναν άνθρωπο που μπορεί να βρει.
Ξέρετε στο Λονδίνο υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, πάνε πολλοί ασθενείς μας στο Λονδίνο, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, και μάλιστα βοηθούν σε τούτο και μία μονή, ελληνική, Ορθόδοξος, ας μην την πούμε ελληνική, Ορθόδοξος μονή, του Έσσεξ, του Τιμίου Προδρόμου. Στο Πατριαρχείο ανήκει. Ξέρετε πώς κάνουν για τους ανθρώπους που πάνε εκεί; Πόσοι καρκινοπαθείς, πόσοι καρδιοπαθείς! Βρίσκουν έναν άνθρωπο, προσέξτε με, να τους περιμένει στο αεροδρόμιο! Εγώ αν πάω στο Λονδίνο , τίποτα δεν ξέρω, τίποτα δεν καταλαβαίνω. Πού να βρεις ταξί και να του πεις πού να σε πάει, πού; Πού; Πού; Καταλαβαίνετε, λοιπόν, τι σημαίνει αυτό; Το να βρεθεί ένας άνθρωπος να σε βοηθήσει σε έναν ξένο τόπο; Μεγάλο πράγμα, αληθινά μεγάλο πράγμα είναι αυτό.
Αλλά, ας προσέξομε και κάτι. Όλοι έχουν ανάγκη από την φιλοξενία μας; Ίσως όχι. Πρέπει να σας πω ότι μερικοί θέλουν να φιλοξενηθούν για λόγους ψυχαγωγικούς. Δηλαδή να περάσουν τον καιρό τους. Τώρα μάλιστα το καλοκαίρι, πάτε και νοικιάζετε ένα δωμάτιο εδώ στην παραλία και μόλις μάθουν κάποιοι συγγενείς σας ότι νοικιάσατε ένα δωμάτιο σας… με συγχωρείτε για την λέξη- σας κουβαλιώνται, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε, δέκα, δεν ξέρω. «Ήρθαμε», λέει, «κι εμείς να παραθερίσομε μαζί σας». Ε, αυτό δεν είναι φιλοξενία. Αυτό είναι αδιαντροπιά. Μα οι άνθρωποι πήγαν λιγάκι να ξεκουραστούν από την πόλη. Θα πάμε κι εμείς να χωθούμε μέσα στο σπίτι τους; Πιστεύω με δικαιώνετε μ’ αυτό που λέω.
Ακόμη, αν κάποιοι άνθρωποι έρθουν να τους φιλοξενήσουμε στο σπίτι, στην πόλη, πρέπει εδώ να διαθέτομε διάκρισιν. Γιατί πολλές φορές, και προσοχή, μπορεί να μεταβληθεί η αρετή της φιλοξενίας σε κακία. Και η αγάπη που θα θέλαμε να δείξομε, σε ζημία. Και δεν συμφέρει. Μας χτυπούν την πόρτα. Θα τους βάλομε μέσα στο σπίτι μας, αν μάλιστα το σπίτι μας είναι και στενό; Είναι λίγο δύσκολο. Έχομε ξεχωριστό διαμέρισμα; Μπορούμε να τους βάλομε. Δεν έχομε; Τότε μπορούμε, εν ανάγκη θα δώσομε χρήματα, εμείς να πληρώσομε, να τους στείλομε να μείνουν σε ένα ξενοδοχείο εκείνη την βραδιά. Σου λέει: «Φθάσαμε εδώ στην πόλη, είμεθα… από πού είμεθα, δεν έχομε πού να μείνομε». Ωραία. Θα τους πάμε σε ένα ξενοδοχείο, θα πληρώσομε εμείς τη διαμονή τους. Είναι το ίδιο. Δεν έχομε τόπο στο σπίτι μας.
Ή ακόμη, μπορεί να έχομε τόπο, εδώ θέλω να προσέξετε, αλλά δεν μπορούμε να βάζομε τον όποιον όποιον σήμερα, παλιότερα δεν ξέρω, σήμερα στο σπίτι μας, γιατί οι άνθρωποι έγιναν πονηροί. Δυστυχώς έγιναν πονηροί. Μπορεί την νύχτα αυτός να σηκωθεί να σε κλέψει. Μπορεί να σε δολοφονήσει. Μπορεί να προσβάλει την γυναίκα σου, την κόρη σου, ακόμα και τον γιο σου. Λίγα εγκλήματα γίνονται, που διαβάζομε και ακούμε; Έτσι, ναι μεν, αλλά. Δηλαδή θα πρέπει να φιλοξενούμε με διάκριση. Δεν τον ξέρεις τον άνθρωπο. Πήγαινέ τον στο ξενοδοχείο. Είναι απατεών. Δεν βαριέσαι; Πόσα χρήματα θα πληρώσεις για μία βραδιά, ξέρω ‘γω, στο ξενοδοχείο; Χάλασε ο κόσμος; Δεν βαριέσαι; Αν είναι συγγενείς… οι συγγενείς θα μείνουν στο σπίτι μας –ακούστε, ακούστε, ελάχιστα. Ελάχιστα θα μείνουν. Και όχι βεβαίως για αναψυχή. Ήρθαν από το χωριό, να πάνε πάλι στην πόλη στους γιατρούς κ.λπ. κ.λπ. Όχι για αναψυχή. Άλλο πράγμα αν εμείς πηγαίνομε στο χωριό για αναψυχή πολλές φορές· τέλος πάντων.
Μετά, ο φίλος, η φίλη της οικογενείας, μπορούν να κοιμηθούν στο σπίτι μας; Ακούστε με, όχι. Να είναι η φίλη της γυναίκας σου… λίγα γίνονται όταν ξελογιάζεται ο άνδρας, με τον προκλητικό τρόπο της κοπέλας; «Θα πάω στην Αμερική», μου έλεγε μία, «θα φιλοξενηθώ σε μία αμερικανική οικογένεια που τους γνώρισα τελευταία» κ.τ.λ. κ.τ.λ. Εδώ στην Ελλάδα τους γνώρισε. «Τι;», λέγω. Άγαμος, όμορφη, ξανθή… Λέω: «Θα χωθείς εσύ μέσα στο ξένο σπίτι; (Κι όχι καλής ποιότητος κοπέλα) Θα χωθείς εκεί μέσα, να ξελογιάσεις τον άνδρα της γυναίκας;». Ούτε, λοιπόν, η φιλενάδα θα ‘ρθει στης γυναίκας το σπίτι, ούτε ο φίλος του συζύγου. Δεν ξέρομε σήμερα τι γίνεται. Θα ‘ρθει επίσκεψη, αλλά περισσότερο δεν θα μείνει στο σπίτι. Γι’αυτό λέγει η «Σοφία Σειράχ»: «Ἀντιλαβοῦ τοῦ πλησίον κατὰ δύναμίν σου καὶ πρόσεχε σεαυτῷ μὴ ἐμπέσῃς». Να σοφία: «Θα τον προσέξεις, θα τον βοηθήσεις. Πρόσεξε, όμως, να μην πέσεις. Γιατί έτσι μεταβάλλεται η αγάπη σε ζημία. Μεταβάλλεται η αρετή της φιλοξενίας σε κάτι κακό, σε μία κακία».
Ακόμη, πώς πρέπει να φιλοξενούμε; Με πρόσχαρη διάθεση, με αγάπη, όπως είπαμε. Λέει ο Απόστολος Πέτρος: «Φιλόξενοι εἰς ἀλλήλους ἄνευ γογγυσμῶν». «Θα φιλοξενείτε ο ένας τον άλλον χωρίς να γογγύζετε». Εκείνο το χαμόγελο μπροστά, κι από πίσω… «Ουφ, κι αυτός τώρα που ήρθε, ουφ κι αυτή που ήρθε…». Όχι. Αυτό θα πει εγκαρδίως, χωρίς να γογγύζομε, πραγματικά.
Ακόμη, αγαπητοί μου, θα προσφέρομε ό,τι και αν έχομε. Αυγά τηγανητά. Θα προσφέρομε ό,τι μπορούμε. Λέγει το βιβλίο των «Παροιμιῶν»: «Κρεῖσσον ξενισμὸς μετὰ λαχάνων, πρὸς φιλίαν καὶ χάριν, ἢ παράθεσις μόσχου μετὰ ἔχθρας». «Καλύτερα», λέει, «να προσφέρεις λάχανα, χορταρικά, λαδερά, αλλά με φιλία και χάρη, παρά κρέας μοσχαρίσιο και μέσα σου να μην υπάρχει καλή κατάσταση». Γιατί μην ξεχνάμε ότι υπάρχει και αλαζονεία του βίου. Είναι η φιλοξενία που είχαν οι Φαρισαίοι και την οποία κατακρίνει ο Κύριος και είπε: «Να φιλοξενείτε ανθρώπους που έχουν πραγματική ανάγκη». Μπορεί να υπάρχει, βέβαια, η φιλοφρόνησις, αλλά είναι, όμως, και το άλλο μέρος της φιλοξενίας, που είναι, όπως σας είπα, αρετή.
Αγαπητοί μου, η φιλοξενία είναι αρετή πράγματι, που την παράγει η αγάπη. Θα σημειώσει ο ευαγγελιστής Λουκάς, όταν πήγαν στη Μελίτη, στην Μάλτα: «Ἀναδεξάμενος–λέει, ο Πόπλιος ο διοικητής- ἡμᾶς τρεῖς ἡμέρας φιλοφρόνως ἐξένισεν». «Φιλόφρονα», λέει, «μας φιλοξένησε». «Οἱ δὲ βάρβαροι –λέει εκεί- παρεῖχον οὐ τὴν τυχοῦσαν φιλανθρωπίαν ἡμῖν». «Μας έδωσαν όχι την τυχούσαν φιλανθρωπίαν».
Έτσι, θα επανέλθω, και άλλα πολλά θα είχα να σας πω, αλλά κλείνει η ώρα, εκείνο που λέει ο Κύριος: «Ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με». «Ήμουν ξένος και με μαζέψατε»· που δείχνει ότι ο Κύριος ταυτίζει με τους ανθρώπους τον εαυτό Του, όταν τους φιλοξενούμε. Στο βάθος φιλοξενούμε Εκείνον. Έτσι, «τῆς φιλοξενίας μὴ ἐπιλανθάνεσθε».
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
- Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
- https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_537.mp3
ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[: Ματθ.14,14-22]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΡΤΟΥ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 17-8-1986]
[Β162]
Σήμερα η Εκκλησία μας, αγαπητοί μου, κάνει μνεία του θαύματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που αναφέρεται στον χορτασμό των πεντακισχιλίων. Κεντρικό σημείον του θαύματος είναι ο πολλαπλασιασμός των πέντε άρτων και ο χορτασμός πέντε χιλιάδων ανδρών, «χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων», όπως μας αναφέρει ο ευαγγελιστής Ματθαίος. Και όπως σημειώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης για το ίδιο θαύμα, «το πλήθος που είδε το θαύμα, ζήτησε να ανακηρύξει τον Ιησούν βασιλέα». Αλλά ο Κύριος, επειδή και οι μαθηταί ήδη αντελήφθησαν το θέμα και είχαν δοκιμάσει έναν πειρασμόν έβαλε τους μαθητάς- ηνάγκασε τους μαθητάς να μπουν εις το πλοιάριον και να Τον περιμένουν εις την απέναντι όχθη της λίμνης, αυτός δε, διέλυσε τους όχλους. Ενόψει ακριβώς της επιθυμίας του πλήθους να Τον διακηρύξουν βασιλέα.
Την επομένη ημέρα τα ίδια πλήθη αναζητούσαν πάλι τον Κύριον. Και όταν ο Κύριος τούς είδε, τους είπε: «Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ζητεῖτέ με, οὐχ ὅτι εἴδετε σημεῖα, ἀλλ’ ὅτι ἐφάγετε ἐκ τῶν ἄρτων καὶ ἐχορτάσθητε». «Σας βεβαιώνω ότι με ζητάτε όχι γιατί είδατε θαύμα, αλλά διότι φάγατε ψωμί και εχορτάσατε. Βέβαια, το ελατήριό σας είναι υποτιμητικό. Ωστόσο «ὁ Πατήρ μου δίδωσιν ὑμῖν τὸν ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τὸν ἀληθινόν (:ο Πατέρας μου δίνει σε σας το ψωμί το αληθινό, αυτό που είναι από τον ουρανό). Ὁ γὰρ ἄρτος τοῦ Θεοῦ ἐστιν ὁ καταβαίνων ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ζωὴν διδοὺς τῷ κόσμῳ (:διότι ο Άρτος του Θεού είναι αυτός που κατεβαίνει από τον ουρανό και δίνει ζωή στον κόσμο. «Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς· ὁ ἐρχόμενος πρὸς μὲ οὐ μὴ πεινάσῃ (:Εγώ, ο Ιησούς, ο ενανθρωπήσας Υιός του Θεού, Εγώ είμαι ο Άρτος της ζωής. Και όποιος έλθει σε μένα, δεν θα πεινάσει)».
Βλέπομε, λοιπόν, το θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων, ήτο μία εικόνα μιας πραγματικότητος. Και η εικόνα βέβαια ήτο αληθινή, αφού το θαύμα ήτο πραγματικόν, ωστόσο, όμως, μία εικόνα ότι ο άρτος εκείνος που δόθηκε στον κόσμον και έφαγαν, ήταν ένα σύμβολο του Ιησού Χριστού, της παρουσίας του Ιησού Χριστού.
Έτσι ο άρτος, αγαπητοί μου, έχει μια βαθιά θεολογία. Όπως ακριβώς, βαθιά θεολογία έχει και το νερό. Είναι γνωστό ότι ο άρτος, το ψωμί, πάντοτε θεωρήθηκε μία βασική τροφή όλων των λαών. Γι’αυτό ακριβώς κάτω έθεσε πάντοτε ο κόσμος, οι λαοί, έθεσαν κάτω από την προστασία θεοτήτων το ψωμί. Εδώ στην αρχαία Ελλάδα είναι γνωστό ότι ετέθη κάτω από την προστασία της θεάς «Δήμητρος». Και όλοι οι καρποί της γης που προσφέρονται για τη διατροφή του ανθρώπου, με κορυφαίαν τροφήν το σιτάρι, ονομάζονται «δημητριακοί». Ακριβώς γιατί είχαν τεθεί κάτω από την προστασία της θεάς «Δήμητρος».
Αλλά και εις τον Ισραήλ ο άρτος έχει μία κεντρική θέση στη λατρευτική ζωή. Υπήρχε ειδική χρυσή τράπεζα που ήταν τοποθετημένη μπροστά από την Κιβωτό της Διαθήκης, η οποία εξελαμβάνετο ως ο θρόνος του Θεού. Εκεί, επάνω εις αυτήν την χρυσήν τράπεζαν ήσαν πάντοτε κατατεθειμένοι δώδεκα μεγάλοι άρτοι, σε δύο σειρές. Αυτοί οι άρτοι άλλαζαν από Σάββατο σε Σάββατο. Μάλιστα, λεπτομερέστερα, υπήρχαν τρεις ιερείς, που έπαιρναν ανά τέσσερις άρτους ο καθένας και άλλοι τρεις ιερείς ταυτοχρόνως έφερναν νέους άρτους, δια να τους τοποθετήσουν επάνω εις αυτήν την χρυσήν τράπεζαν και εκεί οι δώδεκα, αυτοί, άρτοι έμεναν ολόκληρη την εβδομάδα, προ προσώπου της Κιβωτού, προ προσώπου του Θεού. Γι’αυτό ακριβώς και εκαλούντο οι άρτοι αυτοί «ἄρτοι ἐνώπιοι». Επειδή ήσαν ενώπιον του Θεού. Ή «ἄρτοι προθέσεως». Από το «πρό» και «τίθημι»· που σημαίνει το ίδιο πράγμα. Ή «ἄρτοι ἃγιοι». Εκεί, όπως σας εξήγησα, ήταν ένα δείγμα, μια έκφρασις του λαού του Ισραήλ, ήσαν δε δώδεκα οι άρτοι, γιατί ήσαν δώδεκα οι φυλές, ήτο μία έκφρασις των 12 φυλών του Ισραήλ, ευγνωμοσύνης προς τον Θεόν που προνοεί, ευλογεί, αγιάζει και τρέφει τα σύμπαντα.
Έτσι, πάντοτε υπήρχαν εκεί αυτοί οι άρτοι. Στην Καινή Διαθήκη, ο Κύριος, βλέπομε να ευλογεί τον άρτον σε δύο θαύματά Του, όπως ο χορτασμός των πεντακισχιλίων και ο χορτασμός των τετρακισχιλίων. Ακόμη μας εδίδαξε ο Κύριος να ζητούμε από τον ουράνιο Πατέρα μας «τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον». Δηλαδή αυτόν τον άρτον που τρέφει την ουσία μας, την ύπαρξή μας. Όμως, αγαπητοί μου, εδώ θέλω να προσέξετε, ότι πίσω από το αισθητό ψωμί υπάρχει και βρίσκεται ο Άρτος της ζωής. Αυτό ακριβώς αποτελεί την θεολογία του άρτου.
Διότι ο Κύριος, αν το θέλετε, δεν ήταν μόνο γιατί ελυπήθη, «εὐσπλαγχνίσθη», λέει, «τοὺς ὄχλους», λυπήθηκε τους όχλους, που ήρθαν να Τον αναζητούν στην ερημιά και είπε στους μαθητάς Του να δώσουν εκείνοι να φάγουν. Δεν ήτο μόνο αυτό. Σε μία ενέργεια του Κυρίου πολλοί σκοποί επιτελούνται. Ήταν μία αφορμή. Ήταν ένα γρατσούνισμα, θα λέγαμε, του ενδιαφέροντος του λαού εκείνου, για τι πράγμα λέτε; Να αναζητήσουν ψωμί και να τους πει ο Κύριος ότι «αυτή η βρῶσις είναι ἀπολλυμένη. Αν φας, θα ξαναπεινάσεις. Και μια μέρα θα πεθάνεις. Δεν μπορείς να τρως πάντα· το ψωμί αυτό δεν είναι δυνατόν ποτέ να σε διατηρήσει στην αιωνία ζωή. Αλλά υπάρχει ο Άρτος της ζωής. Αυτόν όποιος φάει, δεν πεθαίνει εις τον αιώνα».
Ο λόγος, λοιπόν, ήταν ο Κύριος να προπαρασκευάσει τον λαό του Θεού για τη μεγάλη διδασκαλία περί της βρώσεως του Άρτου της ζωής· που είναι Αυτός ο Ίδιος ο Κύριος και που στη συνέχεια, μετά από αυτήν την προπαρασκευή, η οποία απέβλεπε όχι μόνο στην προπαρασκευή του πλήθους, αλλά και των μαθητών Του – διότι μερικοί από αυτούς σκανδαλίστηκαν όταν είπαν: «Μπα, αυτός θα μας σώσει; Το σώμα Του να φάμε;». Σκανδαλίστηκαν. Στρέφεται ο Κύριος τώρα προς τους μαθητάς και τους λέγει: «Μήπως κι εσείς σκανδαλιστήκατε; Θέλετε να φύγετε; Μπορείτε. Εγώ αυτά που σας είπα, αυτά είναι αληθινά». Κι ο Απόστολος Πέτρος είπε: «Κύριε, πού να πάμε; Εσύ έχεις λόγια ζωής». Και ήταν μία προπαρασκευή και στους μαθητάς δια το τελικόν στάδιον, την τελική φάση του θέματος, που ήτο το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας, κατά την νύκτα εκείνη την μνημειώδη και ιστορική στο υπερώον της Ιερουσαλήμ, που ο Κύριος παρέθεσε το Σώμα Του και το Αίμα Του στους μαθητάς Του δια την άφεσιν των αμαρτιών του κόσμου και την ζωή του κόσμου.
Έτσι, αγαπητοί μου, βλέπομε εδώ ότι ο Κύριος ομιλεί και λέγει εις τους Καπερναΐτας και οι μαθηταί ακούνε: «Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν, ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς (:Εγώ που έχω κατεβεί από τον ουρανό. Το ζωντανό ψωμί). Ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα (:Αυτός που θα φάγει αυτό το ψωμί, θα ζήσει αιωνίως) καὶ ὁ ἄρτος δὲ ὃν ἐγὼ δώσω, ἡ σάρξ μου ἐστίν (:και ο Άρτος τον οποίον Εγώ θα δώσω, όποιος έρθει κοντά μου και πεινά, είναι η σάρκα μου), ἣν ἐγὼ δώσω ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς (:την οποία Εγώ θα δώσω για την ζωή του κόσμου). Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ». Αυτό το «ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ» το επαναλαμβάνει ο Κύριος τρεις φορές. Ότι αυτός ο οποίος κοινωνεί, θα αναστηθεί. Βεβαίως, όλοι θα αναστηθούν. Αλλά θα αναστηθεί εις ζωήν αιώνιον.
Γι’αυτό βλέπετε, επάνω στα λόγια αυτά στηρίζεται η λαχτάρα μας να κοινωνήσει ένας άνθρωπος, όταν ήδη φεύγει από την παρούσα ζωή. Να προλάβομε να τον κοινωνήσομε. Δηλαδή είναι το αιώνιο εφόδιο. Δια να τον αναστήσει ο Κύριος εις ζωήν αιώνιον την εσχάτην ημέραν. Προσέξτε, όμως, εφόσον βεβαίως ο άνθρωπος αυτός αποδέχεται και εφόσον βεβαίως έχει εξομολογηθεί, γιατί… σε παρένθεση τα λέγω αυτά, σαν μια παρέκβαση, γιατί δυστυχώς δεν είναι λίγοι εκείνοι οι οποίοι δεν θέλουν να κοινωνήσουν ή δέχονται να κοινωνήσουν, χωρίς να εξομολογηθούν και χωρίς να μετανοήσουν.
Και… περίεργο πράγμα -μετερχόμεθα τεχνάσματα! Μετερχόμεθα τεχνάσματα. Όπως ακριβώς θέλομε να ταΐσουμε τα μικρά παιδιά για να μην πεθάνουν από την πείνα, όταν δεν θέλουν να φάνε, μετερχόμεθα τεχνάσματα, για να κοινωνήσουμε αυτούς τους ανθρώπους τους ετοιμοθανάτους. Και το ακόμα χειρότερο, μετερχόμεθα τεχνάσματα για να πείσομε και τους συγγενείς που περιβάλλουν τέτοιους ετοιμοθανάτους ανθρώπους, δια να αφήσουν τον ιερέα να κοινωνήσει τον άνθρωπό τους. Βέβαια, αυτό είναι ένα κατάντημα. Αν κανείς έπρεπε να μελετήσει τα πράγματα βαθιά βαθιά και να δει την ζωή της αρχαίας Εκκλησίας, την ζωή των Χριστιανών, πώς λαχταρούσαν αυτόν τον άγιον Άρτον, το Σώμα του Χριστού, και υπεβάλλοντο όχι μόνο σε θυσίες, αλλά και την ζωή τους ακόμη, για να βρεθούν στην κατακόμβη, δια να μετέχουν στη Θεία Λειτουργία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, αν κανείς συγκρίνει εκείνη την χρυσή εποχή της Εκκλησίας με την παρηκμασμένη της εποχής μας, αναμφισβητήτως είμαστε για κλάματα. Αναμφισβητήτως…
Αλλά ωστόσο συνεχίζει ο Κύριος και λέγει: «Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα ἐν ἐμοὶ μένει κἀγὼ ἐν αὐτῷ». Άνθρωπε, δεν θες να κοινωνήσεις, επειδή νομίζεις ότι θα πεθάνεις; Θα έχεις ζωήν αιώνιον! «Εκείνος που τρώγει την σάρκα μου», λέγει, «μένει μέσα σε μένα και Εγώ μέσα σε αυτόν». Μία αλληλοπεριχώρησις. Κι ακόμα: «Ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα». Θα ζήσει αιωνίως. «Ἡ γὰρ σάρξ μου ἀληθῶς ἐστὶ βρῶσις». «Διότι η σάρκα μου πράγματι είναι βρώσις, τρώγεται». Δηλαδή εκείνο που παρενόησαν και παρεξήγησαν οι Καπερναΐται, είναι ο Άρτος ο οποίος είναι Σώμα Χριστού.
Έτσι, αγαπητοί μου, αυτός ο κοινός άρτος, αυτόν που θερίζομε, αλέθομε, ζυμώνομε, ψήνομε και προσφέρομε στην Εκκλησίαν, αυτός βέβαια τρέφει την φυσική μας ύπαρξη αλλά αυτός ο άρτος μεταβάλλεται σε σώμα Χριστού κατά κυριολεξίαν ἐν μυστηρίῳ. Και «ἐν μυστηρίῳ» θα πει ότι δεν το βλέπεις, αλλά είναι κατά κυριολεξίαν. Αυτό που είπε ο Κύριος: «Είναι το σώμα μου». Τίποτε ολιγότερο από αυτό που είπε ο Κύριος: «Είναι το σώμα μου». «Τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου». Γι’αυτό όταν κοινωνούμε, ανανεώνομε αυτή μας την πίστη, τελευταία στιγμή: «Ἔτι πιστεύω –λέμε- ὅτι αὐτὸ τοῦτό ἐστι τὸ Σῶμά Σου καὶ αὐτὸ τοῦτό ἐστι τὸ Τίμιον Αἷμά Σου». «Πιστεύω, ακόμη, ότι αυτός ο Άρτος είναι το Σώμα Σου». Ξαναλέγω άλλη μία φορά ότι πρέπει να το μάθομε: Κατά κυριολεξίαν αυτός ο άρτος, ο κοινός, μεταβάλλεται σε Σώμα Χριστού. Και κοινωνούμε όχι άρτον «ψιλόν», γυμνόν, αλλά κοινωνούμε μετά από τον καθαγιασμόν, αυτό το Σώμα του Χριστού. Έτσι γίνεται το Σώμα του Χριστού τροφή και του σώματος και της ψυχής. Γίνεται ολοκλήρου της ανθρωπίνης υπάρξεως τροφή και συντηρεί τον άνθρωπον εις ζωήν αιώνιον. Διότι θα αναστηθεί εις ζωήν αιώνιον.
Εφόσον, όμως, ο Άρτος αυτός είναι το Σώμα του Χριστού, τότε, τότε… καταρχάς αυτός ο ίδιος ο Άρτος αποτελεί την Εκκλησίαν. Γιατί τι είναι η Εκκλησία; Παρά το σώμα του Χριστού. Και οι πιστοί που κοινωνούν του Σώματος του Χριστού, τι είναι; Παρά η Εκκλησία. Όμως θα μπορούσαμε να ειπούμε ότι ο κοινός άρτος –όχι τώρα το Σώμα του Χριστού- ο κοινός άρτος είναι σύμβολον της Εκκλησίας. Ξαναλέγω, όχι ο αγιασμένος άρτος· ο κοινός άρτος, είναι σύμβολον της Εκκλησίας. Εις την «Διδαχή», αυτό το πανάρχαιο βιβλίο, βρίσκομε μία ευχή που αναφέρεται εις το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας, κι εκεί λέγει ο λειτουργός: «Ὥσπερ ἦν τοῦτο τὸ κλάσμα -έχει μπροστά του ένα κομμάτι άρτου επί της αγίας Τραπέζης, προ του καθαγιασμού. Όπως –λέγει- αυτό το κομμάτι το ψωμί ήταν διεσκορπισμένον ἐπάνω τῶν ὀρέων καὶ συναχθὲν ἐγένετο ἕν, οὕτω συναχθήστω Σου ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τῶν περάτων τῆς γῆς εἰς τὴν σὴν Βασιλείαν». «Όπως ήταν αυτό το ψωμί σε στάρι, σκορπισμένο πάνω στα βουνά, στα χωράφια, θερίστηκε κι έγινε ένας άρτος, έτσι, Κύριε, να συναχθεί η Εκκλησία Σου εις την Βασιλείαν Σου».
Βλέπετε, λοιπόν, ότι αποτελεί ο κοινός, τώρα, άρτος, σύμβολον της Εκκλησίας. Αλλά ο αγιασμένος Άρτος αποτελεί την ουσίαν της Εκκλησίας. Εδώ είναι όλη η θεολογία της Εκκλησίας. Διότι το κέντρον της λατρείας είναι ακριβώς αυτό. Γιατί κάναμε την Θεία Λειτουργία; Γιατί φώτα; Γιατί ναός; Γιατί θυμιάματα; Γιατί προσκυνήματα; Γιατί όλα αυτά; Στο κέντρον τι έχομε; Έχομε αυτόν τον Άρτον, το Σώμα του Χριστού, τον άγιον Άρτον, τον ηγιασμένον Άρτον. Το αντιλαμβάνεστε αυτό; Ότι Αυτόν έχομε στο κέντρον. Και είναι προσκυνητός! Και είναι λατρευτός! Λατρεύεται δε μόνος ο Θεός. Κι όμως λατρεύεται ο άγιος Άρτος. Γιατί είναι πραγματικά το Σώμα του Χριστού. Είδατε ότι έχω μία επίμονη παλιλλογία, ακριβώς για να το μάθομε αυτό. Και να είμεθα γνώσται τι κοινωνούμε.
Αλλά ακόμη, ο άρτος, ο κοινός άρτος τώρα, επανέρχομαι, είναι σύμβολον εσχατολογικόν της αδιαλείπτου ενώσεως των πιστών μετά του Χριστού μέσα εις την Βασιλείαν Του. Κατά το χωρίον εκείνο που λέγει κάποτε κάποιος συνδαιτημών, που ήταν ο Κύριος σε ένα τραπέζι, που άκουγε την διδασκαλία του Κυρίου και έτσι… «ευφραίνετο η καρδιά του, με ενθουσιασμό λέγει: «Μακάριος ὃς φάγεται ἄριστον ἐν τῇ Βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ». «Ευτυχισμένος εκείνος που θα φάει ψωμί – «ἄριστον», γεύμα, ψωμί· ξέρετε, «ψωμί» είναι αντίστοιχον με το γεύμα- εις την Βασιλείαν του Θεού». Βέβαια στην Βασιλεία του Θεού δεν θα υπάρχει ψωμί, δεν θα υπάρχουν τρόφιμα, δεν θα τρώμε. Αλλά είναι ένα σύμβολον. Τι σύμβολον; Μετοχής των αγαθών της Βασιλείας του Θεού. Γι΄αυτό σας είπα, είναι ένα εσχατολογικόν σύμβολον.
Και ακόμα, αυτή η τελετή της αρτοκλασίας που επιτελούμε τόσο συχνά, μάλιστα σε πανηγύρεις, κι αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα υπόλειμμα των «ἀγαπῶν», εκείνων των τραπεζών των παλαιών, των αρχαίων Χριστιανών, που διασώζει μάλιστα η αρτοκλασία και το αρχαίο όνομα της Θείας Ευχαριστίας. Ξέρετε πώς ελέγετο η Θεία Ευχαριστία; -Μην την λέτε, αγαπητοί μου, «μεταλαβιά». Άμα ακούω την λέξη «μεταλαβιά»… δεν ξέρω, δεν μ’ αρέσει. Δεν είναι έκφρασις ευλαβής-. Ελέγετο «κλάσις τοῦ ἄρτου». Ήτο το αρχαίον όνομα του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. «Κλάσις» θα πει κόψιμο. Κόψιμο του άρτου. «Κλάω- κλῶ». Κόπτω τον άρτον. Και μάλιστα, για την ακρίβεια αν θέλετε, δεν κόβω με μαχαίρι· που εξυπηρετείται από το ρήμα «κόπτω». Αλλά «σπάζω με το χέρι μου». Όπως ακριβώς έχω ένα καρβέλι και κόβω με το χέρι μου. Γι’αυτό επί της Αγίας Τραπέζης δεν χρησιμοποιούμε αιχμηρόν αντικείμενον, μαχαίρι, λόγχη, για να κόψουμε τον αμνόν. Αλλά με το χέρι μας τεμαχίζομε. Παίρνομε με το χέρι, κυριολεκτούντες επάνω στο «κλάω- κλῶ». Σ’ αυτό το «σπάζω το ψωμί», το σπάζω. Τέλος πάντων, θα το λέγαμε «κόπτω» εν τοιαύτη περιπτώσει, για να συνεννοούμεθα, και λέγεται «κλάσις τοῦ ἄρτου». «Αρτο-κλασία». Βλέπετε, διατηρεί την αρχαία ονομασία.
Και ακόμη διατηρεί και τον τρόπον κλάσεως ή καλύτερα, τον τρόπον διανομής. Διότι πρώτα, στην αρχαία Εκκλησία η Θεία Ευχαριστία μετεφέρετο κόπτοντας ο ιερεύς τον άρτον σε τεμάχια και περνούσαν οι πιστοί και τους έδινε. Πλάι ήταν το άγιο ποτήρι και έπιναν, από τον διάκονον, ή από δεύτερο ιερέα. Τώρα αυτό δεν γίνεται επειδή γίνονται ζημιές. Βλέπετε, τεχνικοί λόγοι μπήκανε στη μέση. Όμως στην αρτοκλασία τι κάνομε; Τώρα κόβομε και τα μοιράζομε τα κομμάτια. Διετήρησε και τον τρόπον αυτόν του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Διότι, θα λέγαμε, η αρτοκλασία διασώζει την ιερότητα του άρτου. Αλλά με την ευκαιρία, μια που αναφερθήκαμε στο θέμα της αρτοκλασίας, ας μου επιτραπεί να πω δυο λόγια.
Είναι γνωστό ότι η τελετή, αυτή, της αρτοκλασίας, κατά τον άγιον Συμεών τον Θεσσαλονίκης, είναι, λέει, άνωθεν παραδεδομένη εκ του Σωτήρος αυτού. Οι ρίζες βρίσκονται εις Αυτόν τον Χριστόν. Όπως προς Εμμαούς ευλογεί τον άρτον. Στην έρημο δύο φορές ευλογεί τον άρτον. Και έτσι εκεί βρίσκεται η ρίζα της τελετής της αρτοκλασίας. Είναι γνωστό ότι επάνω σε ένα τετραπόδιον, σε ένα τραπέζι δηλαδή, βάζομε πέντε άρτους. Κατ’ αρχάς, οι πέντε και όχι έξι ή τέσσερις, είναι εις ανάμνησιν του θαύματος του χορτασμού των πεντακισχιλίων. Ακόμη, αγαπητοί μου, τίθενται οίνος και έλαιον. Ακόμα λέγεται μια δέησις προ της αρτοκλασίας, στην οποία μνημονεύονται ζώντες κυρίως, όχι κεκοιμημένοι, υπέρ ελέους, ζωής, ειρήνης, υγείας, σωτηρίας, επισκέψεως -του Θεού επισκέψεως- συγχωρήσεως και αφέσεως των αμαρτιών.
Στη συνέχεια καταλήγει η εκτενής εις την ευχήν: «Ἐπάκουσον ἡμῶν, ὁ Θεός, ὁ Σωτὴρ ἡμῶν κ.τ.λ ἵλεως, ἵλεως γενοῦ ἡμῖν, Δέσποτα, ἐπὶ ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν καὶ ἐλέησον ἡμᾶς». Τι ζητούμε κατά την αρτοκλασίαν; Την συγχώρεση των αμαρτιών μας. Εδώ κατόπιν ζητείται η πρεσβεία της Θεοτόκου και η πρεσβεία των αγίων. Που λέμε: «Δέσποτα Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ» κ.τ.λ. Εις αυτήν ζητούμε να γίνει ευπρόσδεκτος η δέησή μας δια των πρεσβειών των αγίων και της Θεοτόκου. Η άφεσις των αμαρτημάτων μας, να μας δοθεί προστασία εκ μέρους του Θεού, να αποδιωχθεί κάθε εχθρός, ορατός και αόρατος, να δοθεί ειρήνη στη ζωή μας, να δοθεί έλεος στον κόσμον και να δοθεί η σωτηρία. Αυτά ζητούμε εις αυτήν την μεγάλη ευχή, που έχομε κλίνει την κεφαλήν και ζητούμε ταπεινά από τον Θεό με τις πρεσβείες της Θεοτόκου και των αγίων, να μας δοθούν.
Κατόπιν ψάλλεται το «Θεοτόκε Παρθένε». Αυτό το τροπάριο, όταν ψάλλεται, θυμιάζονται οι άρτοι σταυροειδώς. Χωρίς υπόκλιση εκ μέρους του ιερέως. Όταν θυμιάζομε την Αγία Τράπεζα στις τρεις φορές της κάθε πλευράς, κάνομε μίαν υπόκλιση. Εδώ δεν κάνομε υπόκλιση, γιατί απλούστατα δεν είναι ηγιασμένοι άρτοι, αλλά μέλλουν να αγιασθούν. Ή αν θέλετε, να προαγιασθούν με τον σταυρόν, το σημείον του σταυρού και με το θυμίαμα. Ακόμη ο ιερεύς ευλογεί τους άρτους εις τύπον του Σωτήρος Χριστού, που ηυλόγησε τους πέντε άρτους. Ακόμη, λέγεται το «Θεοτόκε Παρθένε», διότι η Θεοτόκος είναι η μητέρα του Άρτου της ζωής. Γι’αυτό και μετά θυμιάζομε την εικόνα της Παναγίας.
Κατόπιν λέγεται η ευχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ εὐλογήσας τοὺς πέντε ἄρτους ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ ἐξ αὐτῶν πεντακισχιλίους ἄνδρας χορτάσας, Αὐτὸς εὐλόγησον καὶ τοὺς ἄρτους τούτους, τὸν σῖτον, τὸν οἶνον καὶ τὸ ἔλαιον καὶ πλήθυνον αὐτὰ ἐν τῇ ἱερᾷ μονῇ ταύτῃ, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ταύτῃ καὶ εἰς τὸν κόσμον Σου ἅπαντα καὶ τοὺς ἐξ αὐτῶν μεταλαμβάνοντας πιστοὺς δούλους Σου ἁγίασον». Τι παρατηρούμε; Μνεία του θαύματος. «Συ που έκανες τον χορτασμό των πεντακισχιλίων και πολλαπλασίασε τα ψωμιά». Αίτησις ευλογήσεως των άρτων, αλλά και των άλλων ουσιωδών διατροφής της ζωής.
Και το σπουδαιότερο απ’ όλη την ευχή: ο αγιασμός των μεταλαμβανόντων. Λέγει πάλι ο άγιος Συμεών ο Θεσσαλονίκης το εξής: Ότι αυτός ο άρτος, όταν τον παίρνομε, είναι, λέει, τα κομμάτια αυτά που μοιράζονται, είναι μεταδοτικά, εις όσους τα λαμβάνουσιν με πίστιν, χαρισμάτων, ιάσεων και άλλων πολλών δωρεών. Αν έχεις πίστη, μπορείς να πάρεις χαρίσματα, μπορείς να γίνεις καλά και να πάρεις ό,τι άλλη δωρεά από τον Θεό! Εάν παίρνεις με πίστη αυτόν τον άρτον. Έτσι εξηγείται γιατί ο κόσμος τρέχει να πάρει αρτοκλασία και ποδοπατείται. Χάσαμε, όμως, το γιατί. Λέμε: «Μα, γλυκό είναι αυτό το ψωμί;». Ή γιατί θα πω ότι πήρα άρτον; Κρύβεται αυτό. Ότι παίρνω από εκεί δωρεές από τον Θεό. Και η ευχή τελειώνει: «Ὅτι Σὺ εἶ ὁ εὐλογῶν καὶ ἁγιάζων τὰ σύμπαντα, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν», για να δείξει ότι ο Χορηγός πάντων των αγαθών, είναι ο Άγιος Τριαδικός Θεός. Ψάλλεται το «Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν· οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ». Είναι μία θαυμασία επισφράγισις, που δείχνει ότι ο μόνος χορηγός των αγαθών είναι ο Θεός. Κι εκείνοι που Τον εκζητούν, δεν θα πεινάσουν ποτέ. Εκείνοι που έχουν την ελπίδα τους στον πλούτο θα πεινάσουν.
Αγαπητοί μου, λέγει ο Ψαλμωδός: «Καὶ ἄρτος καρδίαν ἀνθρώπου στηρίζει». «Στηρίζει», λέει, «ο άρτος, την καρδίαν του ανθρώπου», δηλαδή την ύπαρξή του. Εμείς, όταν τρώμε το ψωμί που μας τρέφει, θα κάνομε πάντοτε μία αναγωγή στον άρτο της ζωής, τον Χριστόν. Γιατί Εκείνος πραγματικά είναι που προσφέρεται στον κόσμο και ο κόσμος έχει την ζωήν την αιώνιον. Αγαπητοί μου, η θεολογία του άρτου μάς ανοίγει τα μάτια να κατανοήσομε την σοφία και την αγάπη του Θεού σε μας.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
- Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
- https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_329.mp3
ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΝΥΧΘΗΜΕΡΙΝΩΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΒ΄:
Περί της λεγομένης Αρτοκλασίας
Τότε [:στο προηγούμενο κεφάλαιο ο άγιος έκανε λόγο για την ακολουθία της Λιτής], λοιπόν, και άλλη ιεροπραξία τελείται, από τον ουρανό παραδομένη από αυτόν τον Σωτήρα. Τοποθετούνται σε μία τράπεζα πέντε άρτοι και σε μερικά σκεύη κατάλληλα λίγος σίτος, οίνος και έλαιο, τα οποία, ενώ ψάλλεται το «Θεοτόκε Παρθένε», ο ιερέας θυμιάζει κυκλοειδώς σε τύπο σταυρικό, όχι ως σε άγια, αλλά όπως σε αυτά που πρόκειται να αγιασθούν, μάλλον δε ως προαγιάζοντας αυτά με τον Σταυρό και με το θυμίαμα· γι’ αυτό ούτε υποκλίνει την κεφαλή τότε θυμιάζοντας, αλλά με ορθή την κεφαλή μένει και μιμούμενος τον Σωτήρα, διότι Αυτόν παριστάνει, και επικαλούμενος Αυτόν, λαμβάνει τον ένα από τους πέντε άρτους.
Και αφού ο διάκονος ειπεί το «τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν», ο ιερέας εκφωνεί «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ εὐλογήσας τοὺς πέντε ἄρτους καὶ πεντακισχιλίους ἄνδρας χορτάσας, αὐτὸς εὐλόγησον καὶ τοὺς ἄρτους τούτους»· και, ενώ λέγει, κάνει με τον ένα άρτο επάνω στους άλλους τέσσερες τον τύπο του Σταυρού, δείχνοντας ότι ο Χριστός τούτο έπραξε, λαμβάνοντας όμοια πέντε άρτους στα χέρια Του. Και τοποθετώντας τον άρτο τούς ευλογεί σταυροειδώς με την χείρα, μαρτυρώντας ότι ο Χριστός τούς ευλογεί, και επιφέρει τον σίτο, τον οίνο και το έλαιο, ευλογώντας και αυτά. «Καὶ πλήθυνον αὐτά», λέγει, «ἐν τῇ ἁγίᾳ μονῇ ταύτῃ καὶ εἰς τὸν κόσμον σου ἅπαντα»· διότι και Αυτός, όταν ανοίγει την χείρα, πληροί κάθε «ζῷον εὐδοκίας», όπως γράφεται, και έπειτα λέγει την κατάλληλη δοξολογία· «Ὅτι σὺ εἶ ὁ εὐλογῶν καὶ ἁγιάζων τὰ σύμπαντα», και δοξάζει τον Άρτο της ζωής, δηλαδή τον Υιό μετά του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος, και τότε από όλους λέγεται η ευχαριστία, την οποία κάποτε προς τον Κύριο εκφώνησε ο Ιώβ: «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον» και το «εὐλογήσω τὸν Κύριον»· αυτός είναι ο αρμοδιότατος ψαλμός, ο οποίος λέχθηκε από τον Δαβίδ για την χορηγία, δηλαδή για την χορήγηση των απαραίτητων για την συντήρησή μας.
Και έτσι σφραγίζοντας ο ιερέας όλους και εξαιτούμενος για όλους την του Θεού ευλογία, επειδή αυτή είναι η αληθινή τροφή και πόσις· διότι το φαγητό δεν μάς παριστάνει στον Θεό, σύμφωνα με τον Παύλο· και διότι μόνον ο Θεός είναι ο χορηγός κάθε αγαθού, ο ιερέας χωρίς να κάνει την απόλυση, αναχωρεί, διότι, και αφού αρχίσει η ανάγνωση, λέγεται συναπτά και ο όρθρος· οι άρτοι δε και ο οίνος, ως αγιασμένοι με την ευλογία του ιερέα, διαμοιράζονται στους παρευρισκομένους και είναι μεταδοτικά, σε όσους τα λαμβάνουν με πίστη, χαρισμάτων, ιάσεων και άλλων πολλών δωρεών.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
- Αγίου Συμεών, Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Τα Άπαντα, έκδοσις Συνοδεία Σπυρίδωνος ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη «Άγιος Σπυρίδων Α΄», Νέα Σκήτη-Άγιο Όρος, 2022, σελίδες 380-381.
- Συμεὼν Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Περὶ τῶν ἱερῶν τελετῶν, Κεφάλαιον ΜΒ΄, «Περὶ τῆς λεγομένης Ἀρτοκλασίας», PG 155, 240A–244B
Συμεὼν Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, Περὶ τῶν ἱερῶν τελετῶν, Κεφάλαιον ΜΒ΄, «Περὶ τῆς λεγομένης Ἀρτοκλασίας», PG 155, 240A–244B

