ΚΥΡΙΑΚΗ Τελώνου και Φαρισαίου (1/2/2026)
Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΥΦΩΝΟΣ
Προς Ρωμαίους, κεφάλαιο Η΄, εδάφια 28-39
28 Οἴδαμεν δὲ ὅτι τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν, τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς οὖσιν· 29 Ὃτι οὓς προέγνω, καὶ προώρισε συμμόρφους τῆς εἰκόνος τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν πρωτότοκον ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς· 30 οὓς δὲ προώρισε, τούτους καὶ ἐκάλεσε, καὶ οὓς ἐκάλεσε, τούτους καὶ ἐδικαίωσεν, οὓς δὲ ἐδικαίωσε, τούτους καὶ ἐδόξασε.
31 Τί οὖν ἐροῦμεν πρὸς ταῦτα; Εἰ ὁ Θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν, τίς καθ᾿ ἡμῶν; 32 Ὃς γε τοῦ ἰδίου υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, ἀλλ᾿ ὑπὲρ ἡμῶν πάντων παρέδωκεν αὐτόν, πῶς οὐχὶ καὶ σὺν αὐτῷ τὰ πάντα ἡμῖν χαρίσεται; 33 Τίς ἐγκαλέσει κατὰ ἐκλεκτῶν Θεοῦ; Θεὸς ὁ δικαιῶν· 34 τίς ὁ κατακρίνων; Χριστὸς ὁ ἀποθανών, μᾶλλον δὲ καὶ ἐγερθείς, ὃς καὶ ἔστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ, ὃς καὶ ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν. 35 Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα;
36 Καθὼς γέγραπται ὅτι ἕνεκά σου θανατούμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν· ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς. 37 Ἀλλ᾿ ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς. 38 Πέπεισμαι γὰρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα οὔτε 39ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.
Ερμηνευτική απόδοση από τον μακαριστό Παν. Τρεμπέλα
28 Γνωρίζουμε ωστόσο ότι σε εκείνους που αγαπούν τον Θεό όλα συνεργούν για το καλό τους. Αυτοί κλήθηκαν σύμφωνα με την προαιώνια απόφαση του Θεού και δέχθηκαν τη σωτήρια κλήση. Πώς, λοιπόν, να μη συνεργούν όλα για το καλό τους; 29 Αυτοί δεν είναι τυχαία πρόσωπα· διότι εκείνους που με την παγγνωσία Του προόρισε ο Θεός ως άξιους, αυτούς και προόρισε να γίνουν όμοιοι και να αποκτήσουν την ίδια πνευματική μορφή με την αγία και ένδοξη εικόνα του Υιού Του. Να μοιάσουν δηλαδή με τον χαρακτήρα, την αγιότητα, αλλά και την ένδοξη κατάσταση του Υιού του Θεού, για να είναι Αυτός πρωτότοκος ανάμεσα σε πολλούς αδελφούς. 30 Και όσους προγνώρισε ο Θεός ως άξιους και έθεσε σε αυτούς έναν τέτοιο προορισμό, αυτούς κατά φυσική συνέπεια και κάλεσε με το κήρυγμα στην πίστη˙ κι αυτούς που κάλεσε και οι οποίοι αποδέχθηκαν την κλήση, τους κατέστησε και δίκαιους˙ όσους πάλι δικαίωσε, αυτούς και κατέστησε κληρονόμους της αιώνιας δόξης.
31 Τι, λοιπόν, θα πούμε ως συμπέρασμα γι’ αυτά που μας χάρισε ο Θεός; Αν ο Θεός είναι με το μέρος μας, προστάτης μας και υπερασπιστής μας, ποιος θα είναι εναντίον μας; Κανείς, οποιοσδήποτε κι αν θελήσει να μας βλάψει. 32 Αυτός ο Οποίος δεν λυπήθηκε τον ίδιο τον μονογενή Υιό Του, αλλά για χάρη όλων μας Τον παρέδωσε σε θάνατο, πώς δεν θα μας χαρίσει μαζί με Αυτόν και όλες τις χάριτες που είναι απαραίτητες για τη σωτηρία μας; Αφού μας χάρισε τον Υιό του, δεν θα μας χαρίσει και όλα τα άλλα που χρειαζόμαστε για να σωθούμε;
33 Ποιος θα βρεθεί κατήγορος εναντίον εκείνων που ο Θεός διάλεξε; Απολύτως κανείς. Διότι ο Ίδιος ο Θεός συγχωρεί τις αμαρτίες μας και μας δικαιώνει. 34 Ποιος θα μας κατακρίνει και ποιανού η καταδικαστική απόφαση εναντίον μας θα μπορέσει να σταθεί; Κανενός. Διότι ο Χριστός κι όχι κανείς άλλος πέθανε για μας. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά, πολύ περισσότερο, και αναστήθηκε από τους νεκρούς για μας. Αυτός και είναι ενθρονισμένος στα δεξιά του Θεού και μεσιτεύει στον Πατέρα Του για χάρη μας. 35 Τέτοια αγάπη έδειξε σε μας ο Χριστός. Ποιος, λοιπόν, θα μπορέσει να μας χωρίσει από την αγάπη αυτή που μας έχει ο Χριστός; Μήπως θα μας καταστήσει λιγότερο αγαπητούς στον Χριστό ή μήπως θα μας χωρίσει απ’ Αυτόν θλίψη από εξωτερικές περιστάσεις, ή στενοχώρια και εσωτερική πίεση των καρδιών μας, ή διωγμός ή πείνα ή γύμνια και έλλειψη ρούχων, ή κίνδυνος, ή μαχαίρι, που να μας φοβερίζει με σφαγή; 36 Ναι. Και με σφαγή και με θάνατο θα μας φοβερίσουν, σύμφωνα με εκείνο που έχει γραφεί στους θεόπνευστους Ψαλμούς, ότι για σένα, Κύριε, κινδυνεύουμε διαρκώς να πεθάνουμε κάθε μέρα της επίγειας ζωής μας. Θεωρηθήκαμε από τους διώκτες μας ως πρόβατα προορισμένα για σφαγή.
37 Αλλά όλα αυτά τα υπερνικούμε με τη βοήθεια του Χριστού, ο Οποίος μας αγάπησε, και εξαιτίας της αγάπης Του δεν μας αφήνει απροστάτευτους στους κινδύνους και τις δύσκολες αυτές περιστάσεις. 38 Ναι. Τα υπερνικούμε όλα. Διότι είμαι πεπεισμένος ότι ούτε θάνατος, με τον οποίο ενδεχομένως θα μας φοβερίσουν, ούτε ζωή, με την οποία μας υπόσχονται οποιαδήποτε ευτυχία, ούτε τα τάγματα των ουράνιων πνευμάτων, ούτε οι άγγελοι δηλαδή, ούτε οι αρχές, ούτε οι δυνάμεις, αλλά ούτε και οι περιστάσεις και τα γεγονότα του παρόντος, ούτε τα μελλοντικά γεγονότα, 39 ούτε οι ένδοξες επιτυχίες που υψώνουν τον άνθρωπο πολύ, ούτε οι άδοξες ταπεινώσεις που τον καταρρίπτουν σε μεγάλα βάθη, ούτε οποιαδήποτε άλλη κτίση διαφορετική απ’ αυτήν που βλέπουμε, θα μπορέσει να μας χωρίσει και να μας απομακρύνει από την αγάπη που μας έδειξε ο Θεός μέσω του Ιησού Χριστού, του Κυρίου μας, και η οποία μας κρατά στενά συνδεδεμένους μαζί Του και ιδιαιτέρως προστατευομένους Του.
Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ
Κατά Λουκάν, κεφ. ΙΗ΄, εδάφια 10-14
10 Ἂνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. 11 Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· 12 νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. 13 Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. 14 Λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.
Ερμηνευτική απόδοση από τον μακαριστό Παν. Τρεμπέλα
10 Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ιερό για να προσευχηθούν˙ ο ένας ήταν Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης. 11 Ο Φαρισαίος στάθηκε όρθιος, για να φαίνεται καλά, και προσευχόταν προς τον εαυτό του και για τον εαυτό του με τα εξής λόγια: “Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, διότι δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους, που είναι άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και σαν αυτόν εκεί τον τελώνη. Ενώ δηλαδή όλοι οι άλλοι είναι ένοχοι και αξιοκατάκριτοι, εγώ είμαι ο μόνος ανένοχος. Σ’ ευχαριστώ λοιπόν, διότι δεν βλέπω στον εαυτό μου τις τόσες κακίες που έχουν οι άλλοι. 12 Έχω όμως και αρετές: Νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα, κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Δίνω το ένα δέκατο από όλα εκείνα που αποκτώ, ακόμη και από τα πιο μικρά και τιποτένια, για τα οποία δεν επιβάλλει ο νόμος τη «δεκάτη»”. 13 Ο τελώνης, αντίθετα, στεκόταν μακριά από το θυσιαστήριο όπου καίγονταν οι θυσίες, και δεν είχε την τόλμη όχι μόνο τα χέρια του, αλλά ούτε τα μάτια του να σηκώσει επάνω προς τον ουρανό. Αλλά χτυπούσε συνεχώς το στήθος του, που περιέκλεινε την αμαρτωλή και ακάθαρτη καρδιά του, και έλεγε: “Κύριε και Θεέ, σπλαχνίσου με και συγχώρησέ με τον αμαρτωλό”.
14 Σας βεβαιώνω ότι αυτός ο περιφρονημένος τελώνης κατέβηκε από το ιερό και πήγε στο σπίτι του αθωωμένος και δικαιωμένος από τον Θεό και όχι ο Φαρισαίος εκείνος. Δικαιώθηκε λοιπόν ο τελώνης και κατακρίθηκε ο Φαρισαίος, διότι όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί από τον Θεό και θα κατακριθεί. Αντίθετα όποιος ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί και θα τιμηθεί από τον Θεό.
ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ ΤΡΥΦΩΝΟΣ[: Ρωμ.8,28-39]
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
Εδώ μου φαίνεται πως ανέφερε όλο αυτό το χωρίο[Ρωμ. 8,28-39] προς εκείνους που βρίσκονται σε κινδύνους, ή καλύτερα όχι μόνο αυτό, αλλά και εκείνα που λέχθηκαν λίγο πριν από αυτά. Γιατί και το «οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς(:δεν είναι άξια τα όσα πάσχουμε και υποφέρουμε τον καιρό αυτόν σε σύγκριση με τη δόξα που πρόκειται να μας αποκαλυφθεί, για να μας δοθεί)»[Ρωμ. 8,18], και το ότι η κτίση όλη στενάζει, και το να πει, «τῇ γὰρ ἐλπίδι ἐσώθημεν(: διότι τώρα με την ελπίδα των αιωνίων αγαθών σωθήκαμε)»[Ρωμ.8,24] και «δι᾿ ὑπομονῆς ἀπεκδεχόμεθα(:με πολλή υπομονή και πόθο το περιμένουμε)»[Ρωμ. 8,25] και το «τί προσευξόμεθα καθὸ δεῖ οὐκ οἴδαμεν(:διότι εμείς δεν ξέρουμε τι είναι σωστό να ζητήσουμε στην προσευχή μας)»[Ρωμ.8,26], όλα αυτά λέχθηκαν προς εκείνους. Γιατί τους διδάσκει να μην προτιμούν οπωσδήποτε αυτά που αυτοί θα νομίσουν πως είναι συμφέροντα, αλλά εκείνα που θα υποδείξει το Άγιο Πνεύμα. Καθόσον πολλά που φαίνονταν σε αυτούς πως ωφελούν, πολλές φορές προσκάλεσαν και πολλή ζημιά. Η άνεση λοιπόν και η απαλλαγή από τους κινδύνους και η ζωή με ασφάλεια φαινόταν ότι ήταν συμφέρον σε εκείνους.
Και τι το θαυμαστό, αν φαινόταν συμφέρον σε εκείνους, τη στιγμή βέβαια που και στον ίδιο τον μακάριο Παύλο φάνηκε πως έτσι είχε το πράγμα; Αλλά όμως μάθαινε ύστερα, ότι τα αντίθετα σε αυτά είναι εκείνα που συμφέρουν και μαθαίνοντας συμφωνούσε. Αυτός λοιπόν που παρακάλεσε τρεις φορές τον Κύριο για να απαλλαγεί από τους κινδύνους, όταν άκουσε αυτόν να λέγει: «Ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται (:Σου είναι αρκετή η χάρις που σου δίνω. Διότι η δύναμή μου αναδεικνύεται τέλεια, όταν ο άνθρωπος είναι ασθενής και με την ενίσχυσή μου κατορθώνει μεγάλα και θαυμαστά)» [Β΄Κορ.12,9], χαιρόταν στο εξής όταν τον δίωκαν, τον έβριζαν, και πάθαινε τα αθεράπευτα κακά. «Διὸ εὐδοκῶ (:Γι’ αυτό ευφραίνομαι)», λέγει, «ἐν ἀσθενείαις, ἐν ὕβρεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν διωγμοῖς, ἐν στενοχωρίαις (:στις ασθένειες, στους χλευασμούς , στις ανάγκες, στους διωγμούς, στις στενοχώριες, όταν τα υποφέρω όλα αυτά για τη δόξα του Χριστού)» [Β΄Κορ.12,10]. Γι’αυτό και έλεγε: «Τί προσευξόμεθα καθὸ δεῖ οὐκ οἴδαμεν(:διότι εμείς δεν ξέρουμε τι είναι σωστό να ζητήσουμε στην προσευχή μας)»[Ρωμ.8,26]» και σε όλους συμβούλευε να παραχωρούν αυτό στο Άγιο Πνεύμα. Καθόσον και το Άγιο Πνεύμα μάς φροντίζει πάρα πολύ, και αυτό είναι αρεστό στον Θεό.
Αφού, λοιπόν, τους προετοίμασε με όλα, προσθέτει και αυτά που λέχθηκαν σήμερα, για να τους παρακινήσει να αποκτήσουν ορθή σκέψη. «Οἴδαμεν δὲ (:καθώς γνωρίζουμε)», λέγει, «ὅτι τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν (:ότι σε εκείνους που αγαπούν τον Θεό όλα συνεργούν για το καλό τους)»[Ρωμ. 8,28] . Όταν όμως λέγει «όλα», εννοεί και εκείνα που φαίνονται πως είναι λυπηρά. Γιατί είτε θλίψη, είτε φτώχεια, είτε φυλακίσεις, είτε πείνα, είτε θάνατοι, είτε οτιδήποτε άλλο κακό πέσει, ο Θεός είναι ικανός να τα μετατρέψει όλα αυτά στο αντίθετο. Επειδή και αυτό είναι γνώρισμα της απερίγραπτης δυνάμεώς Του, το να κάνει δηλαδή εκείνα, που φαίνονται πως είναι βαριά, ελαφριά για μας και να τα μετατρέπει για δική μας βοήθεια.
Γι’αυτό ακριβώς δεν είπε ότι «σε εκείνους που αγαπούν τον Θεό δεν έρχεται κάτι κακό» αλλά ότι «συνεργεί για το καλό τους»· δηλαδή χρησιμοποιεί αυτά τα κακά για την ευδοκίμηση εκείνων που οι άλλοι τους επιβουλεύονται, πράγμα που είναι πολύ μεγαλύτερο από το να εμποδίσει να έρθουν τα κακά, ή από το να τα εξαλείψει όταν έρθουν. Αυτό βέβαια έκανε και στο καμίνι της Βαβυλώνας. Γιατί ούτε εμπόδισε να πέσουν σε αυτό, ούτε όταν έπεσαν οι άγιοι εκείνοι έσβησε την φλόγα, αλλά αφήνοντάς τους να καίονται, με αυτήν την ίδια τους έκαμε θαυμαστοτέρους.
Αλλά και με όλους τους αποστόλους έκανε άλλα παρόμοια θαύματα. Γιατί, αν άνθρωποι που γνωρίζουν να φιλοσοφούν, μπορούν να χρησιμοποιούν τη φύση των πραγμάτων στο αντίθετο, και, ζώντας μέσα στη φτώχεια, κατορθώνουν να φανούν περισσότερο εύποροι από τους πλούσιους και να λάμψουν με την ανυποληψία τους, πολύ περισσότερο ο Θεός θα κάνει σε εκείνους που Τον αγαπούν, και αυτά και τα πολύ μεγαλύτερα απ’ αυτά. Ένα, λοιπόν, χρειάζεται μόνο, η γνήσια προς Αυτόν αγάπη, και όλα τα άλλα ακολουθούν. Όπως ακριβώς δηλαδή και εκείνα που φαίνονται πως είναι βλαβερά ωφελούν αυτούς, έτσι εκείνους που δεν Τον αγαπούν, και εκείνα που ωφελούν, τους βλάπτουν. Στους Ιουδαίους, λοιπόν, προκαλούσε βλάβη και η φανέρωση των θαυμάτων, και η φιλοσοφία της διδασκαλίας και η ορθότητα των δογμάτων, και εξαιτίας εκείνων Τον ονόμαζαν δαιμονιζόμενο, ενώ εξαιτίας αυτών αντίθετο και για τα θαύματα μάλιστα επιχειρούσαν και να Τον θανατώσουν. Ο ληστής, όμως, που σταυρώθηκε, που καρφώθηκε, που βρίστηκε, και έπαθε άπειρα κακά, όχι μόνο δεν ζημιώθηκε καθόλου, αλλά και κέρδισε από εδώ πάρα πολλά.
Είδες πως σε εκείνους που αγαπούν τον Θεό όλα συνεργούν για το καλό τους; Αφού, λοιπόν, είπε το μεγάλο αυτό αγαθό, που υπερβαίνει πάρα πολύ την ανθρώπινη φύση, επειδή στους πολλούς φαινόταν πως αυτό είναι και απίθανο, το επιβεβαιώνει από τα προηγούμενα, λέγοντας τα εξής: «Τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς οὖσιν(:Σε αυτούς που κλήθηκαν σύμφωνα με την προαιώνια απόφαση του Θεού και δέχθηκαν τη σωτήρια κλήση)»[Ρωμ.8,28] Πρόσεχε λοιπόν, λέγει αμέσως από την κλήση αυτό που λέχθηκε. Γιατί όμως δεν κάλεσε από την αρχή όλους, ή ούτε και τον ίδιο τον Παύλο αμέσως μαζί με τους άλλους; Δεν φαίνεται ότι η αναβολή υπήρξε επιζήμια; Αντίθετα αποδείχθηκε από τα ίδια τα πράγματα, ότι υπήρξε χρήσιμη. «Πρόθεση» εδώ λέγει για να μην αποδώσει το παν στην κλήση, γιατί έτσι θα συνέβαινε και οι Έλληνες και οι Ιουδαίοι να αντιλέγουν. Εάν λοιπόν ήταν αρκετή η κλήση μόνο, για ποιον λόγο δεν σώθηκαν όλοι; Γι’αυτό, λέγει, ότι όχι η κλήση μόνο, αλλά και η πρόθεση εκείνων που καλούνται συνήργησε στη σωτηρία. Γιατί η κλήση δεν έγινε αναγκαστικά, ούτε βίαια. Όλοι βέβαια κλήθηκαν, αλλά δεν υπάκουσαν όλοι.
«ὅτι οὓς προέγνω, καὶ προώρισε συμμόρφους τῆς εἰκόνος τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ (:Αυτοί δεν είναι τυχαία πρόσωπα. Διότι εκείνους που με την παγγνωσία Του προόρισε ο Θεός ως άξιους, αυτούς και προόρισε να γίνουν όμοιοι και να αποκτήσουν την ίδια πνευματική μορφή με την αγία και ένδοξη εικόνα του Υιού Του»[Ρωμ.8,29]. Είδες μέγεθος τιμής; Γιατί εκείνο που από την φύση Του ήταν ο Μονογενής Υιός, τούτο έγιναν και αυτοί κατά χάρη.
Αλλά όμως δεν αρκέστηκε σε αυτό, με το να πει «συμμόρφους», αλλά και άλλο πρόσθεσε: «εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν πρωτότοκον (:να μοιάσουν με τον χαρακτήρα, την αγιότητα, αλλά και την ένδοξη κατάσταση του Υιού του Θεού, για να είναι Αυτός πρωτότοκος ανάμεσα σε πολλούς αδελφούς)». Και ούτε εδώ σταμάτησε, αλλά και μαζί με αυτό άλλο πάλι προσθέτει, λέγοντας: «ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς (:πρωτότοκος ανάμεσα σε πολλούς αδελφούς)» επειδή ήθελε με όλα αυτά να δείξει καθαρά την συγγένεια. Όλα, όμως, αυτά να τα θεωρείς ότι λέχθηκαν περί της οικονομίας· γιατί κατά την θεότητα είναι μονογενής. Είδες πόσα μας χάρισε; Να μην αμφιβάλλεις λοιπόν για τα μελλοντικά. Γιατί και από αλλού δείχνει τη φροντίδα Του, με το να λέγει ότι από τον Θεό προτυπώθηκαν αυτά έτσι. Γιατί οι άνθρωποι διαμορφώνουν τις γνώμες τους από τα ίδια τα πράγματα, ενώ ο Θεός, λέγει, από παλαιά τα αποφάσισε αυτά, και από την αρχή ήταν τέτοια η πρόθεσή Του για μας. «Εκείνους όμως που προόρισε, αυτούς και κάλεσε· και εκείνους που κάλεσε, αυτούς και δικαίωσε» με το βάπτισμα της αναγέννησης. «Και εκείνους που δικαίωσε, αυτούς και δόξασε», με την χάρη, με την υιοθεσία.
«Τί οὖν ἐροῦμεν πρὸς ταῦτα;(:Τι λοιπόν θα πούμε ως συμπέρασμα γι’ αυτά που μας χάρισε ο Θεός;)». Σαν να έλεγε, μη μου λέγεις, λοιπόν, πλέον για τους κινδύνους και την επιβουλή από όλους. Γιατί, αν και για τα μελλοντικά δυσπιστούν μερικοί, όμως για τα αγαθά που έχουν ήδη γίνει, τίποτε δεν μπορούν να πουν· όπως δηλαδή για την από την αρχή αγάπη του Θεού προς εσένα, την δικαίωση, την δόξα. Γιατί πραγματικά και αυτά σου τα χάρισε με εκείνα που φαίνονται πως είναι λυπηρά. Και εκείνο που νόμιζες ότι είναι απόδειξη ντροπής, τον σταυρό δηλαδή, τις μάστιγες, τα δεσμά, αυτά είναι εκείνα που ωφέλησαν όλη την οικουμένη. Όπως ακριβώς λοιπόν με εκείνα που έπαθε Αυτός, μολονότι φαίνονται πως είναι σκυθρωπά, αυτά τα μεταχειρίστηκε για την ελευθερία και τη σωτηρία όλης της φύσεως, έτσι συνηθίζει να κάνει και με εκείνα που εσύ υπομένεις, χρησιμοποιώντας τα πάθη σου για την δική σου δόξα και ευδοκίμηση.
«Εἰ ὁ Θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν, τίς καθ᾿ ἡμῶν;(:Αν ο Θεός είναι με το μέρος μας, προστάτης μας και υπερασπιστής μας, ποιος θα είναι εναντίον μας; Κανείς, οποιοσδήποτε κι αν θελήσει να μας βλάψει.)»[Ρωμ.8,31]. «Και ποιος», λέγει, «δεν είναι εναντίον μας; Γιατί και η οικουμένη είναι εναντίον μας και οι τύραννοι και οι λαοί και οι συγγενείς και οι πολίτες. Αλλά όμως αυτοί που είναι εναντίον μας τόσο πολύ απέχουν από το να μας βλάπτουν, γιατί και χωρίς τη θέλησή τους γίνονται αίτιοι βραβείων για μας και πρόξενοι άπειρων αγαθών, αφού η σοφία του Θεού μετατρέπει τις επιβουλές για τη δική μας σωτηρία και δόξα». Βλέπεις πως κανείς δεν είναι εναντίον μας; Γιατί και τον Ιώβ αυτό τον έκαμε πιο ένδοξο, το ότι δηλαδή οπλίσθηκε ο διάβολος εναντίον του. Καθόσον ο διάβολος κίνησε εναντίον του και φίλους και γυναίκα και πληγές και δούλους και άπειρα άλλα τεχνάσματα· και όμως τίποτε απολύτως δεν έγινε εναντίον του. Και δεν ήταν ακόμη τούτο μεγάλο γι’ αυτόν, παρόλο που ήταν υπερβολικά μεγάλο, αλλά εκείνο που ήταν πολύ μεγαλύτερο, γιατί όλα κατέληξαν σε όφελός του. Επειδή, λοιπόν, ο Θεός ήταν με το μέρος του, και εκείνα που φαίνονταν πως είναι εναντίον του, όλα απέβαιναν προς όφελός του. Αυτό έγινε και στην περίπτωση των αποστόλων. Καθόσον και οι Ιουδαίοι, και οι εθνικοί, και οι ψευδάδελφοι, και οι άρχοντες, και τα πλήθη, και λιμοί και φτώχεια και άπειρα άλλα ήταν εναντίον τους, αλλά όμως τίποτε δεν ήταν εναντίον τους. Γιατί εκείνα που κατ’ εξοχήν τους έκαναν λαμπρούς και ένδοξους και μεγάλους και στον Θεό και στους ανθρώπους, αυτά είναι.
Σκέψου, λοιπόν, ποιον λόγο είπε ο Παύλος για τους πιστούς και πραγματικά σταυρωμένους, πράγμα που ούτε εκείνος που φοράει το στέμμα μπορεί να έχει. Γιατί εναντίον εκείνου υπάρχουν πολλοί και βάρβαροι οπλισμένοι, και εχθροί που του επιτίθενται, και σωματοφύλακες που του επιβάλλονται, και από τους πολίτες πολλοί πολλές φορές επαναστατούν συνέχεια, και άπειρα άλλα, ενώ εναντίον του πιστού που προσέχει με ακρίβεια στους νόμους του Θεού, ούτε άνθρωπος, ούτε δαίμονας, ούτε τίποτε άλλο θα μπορέσει να ξεσηκωθεί. Γιατί, αν του αφαιρέσεις χρήματα, προκάλεσες μισθό σε αυτόν· αν τον κακολογήσεις, με τη δυσφημία τον έκανες λαμπρότερο μπροστά στον Θεό· αν τον ρίξεις σε πείνα, περισσότερη θα είναι η δόξα και η ανταπόδοσή του· αν, πράγμα που φαίνεται πως είναι πιο φοβερό από όλα, τον παραδώσεις σε θάνατο, του έπλεξες στεφάνι μαρτυρίου. Τι, λοιπόν, θα μπορούσε να εξισωθεί με τη ζωή αυτή, όταν τίποτε δεν μπορεί να γίνεται εναντίον του, αλλά και εκείνοι που νομίζουν ότι τον επιβουλεύονται, τον ωφελούν όχι λιγότερο από εκείνους που τον ευεργετούν; Γι’αυτό λέγει: «Εἰ ὁ Θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν, τίς καθ᾿ ἡμῶν;(:Αν ο Θεός είναι με το μέρος μας, προστάτης μας και υπερασπιστής μας, ποιος θα είναι εναντίον μας; Κανείς, οποιοσδήποτε κι αν θελήσει να μας βλάψει.)»[Ρωμ.8,31].
Έπειτα, μη αρκούμενος σε αυτά που λέχθηκαν, την πιο μεγάλη απόδειξη της αγάπης για μας και πράγμα που συνέχεια επαναλαμβάνει, αυτό και εδώ αναφέρει, δηλαδή την σφαγή του Υιού. Γιατί δεν μας δικαίωσε μόνο, λέγει, και μας δόξασε, και μας έκανε σύμμορφους της εικόνας εκείνης, αλλά ούτε τον Υιό Του λυπήθηκε για σένα. Γι’αυτό και πρόσθεσε λέγοντας: «Ὃς γε τοῦ ἰδίου υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, ἀλλ᾿ ὑπὲρ ἡμῶν πάντων παρέδωκεν αὐτόν, πῶς οὐχὶ καὶ σὺν αὐτῷ τὰ πάντα ἡμῖν χαρίσεται; (:Αυτός ο Οποίος δεν λυπήθηκε τον ίδιο τον μονογενή Υιό Του, αλλά για χάρη όλων μας Τον παρέδωσε σε θάνατο, πώς δεν θα μας χαρίσει μαζί με Αυτόν και όλες τις χάριτες που είναι απαραίτητες για τη σωτηρία μας; Αφού μας χάρισε τον Υιό Του, δεν θα μας χαρίσει και όλα τα άλλα που χρειαζόμαστε για να σωθούμε;)»[Ρωμ.8,32].Και με υπερβολή και πολλή θέρμη χρησιμοποιεί τις λέξεις, για να δείξει την αγάπη Του. Πώς, λοιπόν, θα μας εγκαταλείψει, εμάς που για χάρη μας δεν λυπήθηκε ούτε τον Υιό Του, αλλά Τον παρέδωσε για μας σε θάνατο; Γιατί σκέψου πόσης αγαθότητας δείγμα είναι το να μη λυπηθεί τον Υιό Του, αλλά και να Τον παραδώσει σε θάνατο, και να Τον παραδώσει για όλους εμάς, που είμαστε και τιποτένιοι και αχάριστοι και εχθροί και βλάσφημοι. «Πῶς οὐχὶ καὶ σὺν αὐτῷ τὰ πάντα ἡμῖν χαρίσεται; (:Πώς λοιπόν δεν θα μας χαρίσει μαζί με αυτόν τα πάντα;)». Αυτό που λέγει, σημαίνει το εξής: Εάν τον Υιό Του μας χάρισε, και όχι απλώς μας Τον χάρισε, αλλά και Τον παρέδωσε στη σφαγή, γιατί, λοιπόν, αμφιβάλλεις για τα άλλα, αφού έλαβες τον Κύριο; Γιατί διστάζεις για τα κτήματα, αφού έχεις τον Κύριο; Γιατί Εκείνος που έδωσε το μεγαλύτερο στους εχθρούς, πώς δεν θα δώσει τα μικρότερα στους φίλους;
«Τίς ἐγκαλέσει κατὰ ἐκλεκτῶν Θεοῦ;(:Ποιος θα βρεθεί κατήγορος εναντίον εκείνων που ο Θεός διάλεξε; Απολύτως κανείς)»[Ρωμ.8,33]. Εδώ ο λόγος είναι προς εκείνους που λέγουν ότι η πίστη δεν ωφελεί καθόλου και προς εκείνους που δυσπιστούν για την αθρόα μεταβολή. Και πρόσεχε πώς γρήγορα τους αποστόμωσε από το αξίωμα Εκείνου που τους διάλεξε. Και δεν είπε «Ποιος θα κατηγορήσει τους δούλους του Θεού;», ούτε «τους πιστούς του Θεού», αλλά «τους εκλεκτούς του Θεού», γιατί η εκλογή είναι απόδειξη αρετής. Εάν λοιπόν, όταν ένας γυμναστής πουλαριών διαλέξει τα κατάλληλα για τον δρόμο, κανείς δεν θα μπορέσει να τον κατηγορήσει, αλλά γίνεται καταγέλαστος αν τον κατηγορήσει κάποιος, πολύ περισσότερο, όταν ο Θεός διαλέγει ψυχές, θα είναι καταγέλαστοι εκείνοι που Τον κατηγορούν. «Ο Θεός τους δικαιώνει, ποιος θα κατακρίνει;». Δεν είπε «ο Θεός που συγχωρεί αμαρτίες», αλλά εκείνο που ήταν πολύ πιο μεγαλύτερο, «Θεὸς ὁ δικαιῶν(:Διότι ο Ίδιος ο Θεός συγχωρεί τις αμαρτίες μας και μας δικαιώνει)»[Ρωμ.8,33]. Γιατί όταν η απόφαση του δικαστή ανακηρύξει κάποιον δίκαιο, και μάλιστα τέτοιου δικαστή, τίνος άξιος είναι ο κατήγορος; Επομένως, ούτε είναι δίκαιο να φοβόμαστε τους πειρασμούς, γιατί ο Θεός είναι με το μέρος μας και το φανέρωσε με αυτά που έκανε· ούτε τις ιουδαϊκές φλυαρίες, γιατί βέβαια και μας διάλεξε και μας δικαίωσε, και το πιο θαυμαστό, ότι μας δικαίωσε με τη σφαγή του Υιού Του.
Ποιος λοιπόν θα μας καταδικάσει, τη στιγμή που ο Θεός μας στεφανώνει, ο Χριστός σφαγιάστηκε για χάρη μας, και δεν σφαγιάστηκε μόνο, αλλά και ύστερα από αυτά μεσιτεύει για μας; «Χριστὸς ὁ ἀποθανών (:Διότι ο Χριστός κι όχι κανείς άλλος πέθανε για μας)», λέγει, «μᾶλλον δὲ καὶ ἐγερθείς, ὃς καὶ ἔστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ, ὃς καὶ ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν (:Κι όχι μόνο αυτό, αλλά, πολύ περισσότερο, και αναστήθηκε από τους νεκρούς για μας. Αυτός και είναι ενθρονισμένος στα δεξιά του Θεού και μεσιτεύει στον Πατέρα Του για χάρη μας)»[Ρωμ.8,34]. Γιατί, και αφού επανήλθε στη δική Του αξία, δεν σταμάτησε την φροντίδα για μας, αλλά και μεσιτεύει για μας, και ακόμη εξακολουθεί να διατηρεί την ίδια αγάπη. Γιατί δεν αρκέστηκε στη σφαγή μόνο, αλλά κάνει και αυτό που είναι δείγμα ακόμη μεγαλύτερης αγάπης, το να κάνει δηλαδή όχι μόνο εκείνο που εξαρτάται από Αυτόν, αλλά και να παρακαλεί και άλλον γι’αυτό. Γιατί αυτό μόνο θέλησε να δηλώσει με το «ἐντυγχάνει(:μεσιτεύει)», μιλώντας με πιο ανθρώπινο και συγκαταβατικό τρόπο, για να δείξει την αγάπη Του.
Αφού και το «οὐκ ἐφείσατο (:δεν λυπήθηκε)», εάν δεν το λάβουμε με την έννοια αυτή, θα ακολουθήσουν πολλά τα άτοπα. Και για να μάθεις ότι αυτό είναι εκείνο που θέλει να δείξει, αφού είπε πρώτα, ότι «είναι στα δεξιά», τότε πρόσθεσε, ότι «μεσιτεύει για μας», όταν έδειξε την ισοτιμία και την ισότητα, ώστε πλέον το «ἐντυγχάνει(:μεσιτεύει)» να φαίνεται πως είναι απόδειξη όχι ελάττωσης, αλλά αγάπης μόνο.
Γιατί Εκείνος που είναι από μόνος Του η ζωή και η πηγή όλων των αγαθών, και με την ίδια εξουσία με τον Πατέρα ανασταίνει και νεκρούς και δίνει ζωή και κάνει όλα τα άλλα, πώς θα χρειαζόταν παράκληση για να μας ωφελήσει; Εκείνος που εμάς, ενώ ήμασταν απελπισμένοι και καταδικασμένοι, με τη δική Του εξουσία και μας απάλλαξε από την καταδίκη εκείνη, και μας δικαίωσε και μας έκανε υιούς, και μας οδήγησε στις ανώτατες τιμές, και πραγματοποίησε εκείνα που ποτέ δεν είχαμε ελπίσει, πώς, αφού τα κατόρθωσε όλα και παρουσίασε την ανθρώπινη φύση πάνω στον βασιλικό θρόνο, θα χρειαζόταν παράκληση για τα πιο εύκολα; Βλέπεις πως από παντού φαίνεται, ότι το «μεσιτεύει» δεν το είπε για τίποτε άλλο, αλλά για να δείξει τη θερμή και πλούσια αγάπη Του για μας; Καθόσον και ο Πατέρας φαίνεται να παρακαλεί τους ανθρώπους για να συμφιλιωθούν μαζί Του.
«Ὑπὲρ Χριστοῦ οὖν πρεσβεύομεν ὡς τοῦ Θεοῦ παρακαλοῦντος δι᾿ ἡμῶν (:Εμείς λοιπόν, οι απόστολοι, αντιπροσωπεύοντας τον Χριστό, ενεργούμε ως απεσταλμένοι Του και πρεσβευτές Του. Διότι ο Θεός παρακαλεί με το δικό Του στόμα)» [Β΄Κορ.5,20]. Αλλά όμως, αν και ο Θεός παρακαλεί και οι άνθρωποι είναι πρεσβευτές του Χριστού στους ανθρώπους, δεν εννοούμε από εδώ τίποτε ανάξιο της τιμής εκείνης, αλλά ένα μόνο από όλα αυτά που λέχθηκαν συλλέγουμε, το δυνάμωμα της αγάπης. Αυτό λοιπόν ας κάνουμε και εδώ. Εάν λοιπόν και το Πνεύμα και μεσιτεύει για μας, και ο Πατέρας δεν λυπήθηκε τον Υιό Του για χάρη σου, και σε εξέλεξε και σε δικαίωσε, γιατί πλέον φοβάσαι; Γιατί τρέμεις, αφού απολαμβάνεις τόσο μεγάλη αγάπη και τόσο μεγάλη φροντίδα;
Γι’αυτό λοιπόν, αφού ανέδειξε μεγάλη τη φροντίδα του Θεού, με παρρησία πλέον προσθέτει τα επόμενα. Και δεν λέγει ότι «είστε υποχρεωμένοι κι εσείς έτσι να Τον αγαπάτε», αλλά σαν να έγινε ένθεος από την απερίγραπτη αυτή πρόνοια, λέγει: «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; (:Τέτοια αγάπη έδειξε σε μας ο Χριστός. Ποιος, λοιπόν, θα μπορέσει να μας χωρίσει από την αγάπη αυτή που μας έχει ο Χριστός;)»[ Ρωμ. 8, 35]. Και δεν είπε «του Θεού»· έτσι του είναι αδιάφορο να τον ονομάζει και Χριστό και Θεό. «Θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα; (:Μήπως θα μας καταστήσει λιγότερο αγαπητούς στον Χριστό ή μήπως θα μας χωρίσει απ’ Αυτόν θλίψη από εξωτερικές περιστάσεις, ή στενοχώρια και εσωτερική πίεση των καρδιών μας, ή διωγμός ή πείνα ή γύμνια και έλλειψη ρούχων, ή κίνδυνος, ή μαχαίρι, που να μας φοβερίζει με σφαγή;)»[Ρωμ.8,35].
Πρόσεχε του μακάριου Παύλου τη σύνεση. Γιατί δεν είπε αυτά στα οποία καθημερινά γινόμαστε δούλοι, δηλαδή την αγάπη για τα χρήματα, την επιθυμία της δόξας και την τυραννία της οργής, αλλά εκείνα που είναι πολύ πιο τυραννικά από αυτά και είναι ικανά και την ίδια την φύση να εξαναγκάσουν, και τη σταθερότητα του νου να ανατρέψουν πολλές φορές και χωρίς τη θέλησή μας, αυτά αναφέρει, αυτά που λέχθηκαν, κάθε λέξη, όμως, έχει άπειρα πλήθη πειρασμών. Γιατί όταν λέγει «θλίψη», εννοεί και φυλακές, και δεσμά και συκοφαντίες και εξορίες και όλες τις άλλες ταλαιπωρίες, αναφέροντας σύντομα με μία λέξη σε μας όλα γενικά τα ανθρώπινα δεινά. Αλλά, όμως, όλα αυτά τα περιφρονεί. Γι’αυτό και τα παρουσιάζει με ερώτηση, σαν αναντίρρητο πράγμα, γιατί τίποτε δεν υπάρχει που θα μπορέσει να χωρίσει εκείνον, που τόσο αγαπήθηκε και απόλαυσε τόσο μεγάλη φροντίδα.
Στη συνέχεια, για να μη νομισθεί ότι αυτά είναι δείγμα εγκατάλειψης, προσθέτει και τον προφητάνακτα Δαβίδ, που φώναζε αυτά πριν από πολύ χρόνο και έλεγε: «Ὃτι ἕνεκά σου θανατούμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν· ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς(:Για σένα, Κύριε, κινδυνεύουμε διαρκώς να πεθάνουμε κάθε μέρα της επίγειας ζωής μας. Θεωρηθήκαμε από τους διώκτες μας ως πρόβατα προορισμένα για σφαγή)»[Ψαλμ.43,23]. Δηλαδή, «είμαστε στη διάθεση όλων για να υποφέρουμε. Αλλ’ όμως στους τόσο πολλούς και μεγάλους κινδύνους, και τις νέες αυτές συμφορές, μας έχει δοθεί αρκετή παρηγοριά η υπόθεση των αγώνων· ή καλύτερα όχι μόνο αρκετή, αλλά και πολύ περισσότερη. Γιατί» λέγει, «δεν παθαίνουμε αυτά για τους ανθρώπους ούτε για κάποιο άλλο βιοτικό πράγμα, αλλά για τον Βασιλιά των όλων». Και δεν στεφάνωσε αυτούς με τούτο μόνο το στεφάνι, αλλά και με άλλο πάλι στεφάνι πολύμορφο και ποικίλο. Επειδή δηλαδή δεν ήταν δυνατόν, εφόσον ήταν άνθρωποι, να υπομείνουν άπειρους θανάτους, δείχνει πως δεν έχουν γίνει και έτσι καθόλου μικρότερα τα βραβεία. Γιατί, και αν ακόμη στη φύση κληρώθηκε να πεθάνει μόνο μία φορά, ο Θεός έδωσε στην προαίρεσή μας, εάν το θέλουμε, να το παθαίνουμε αυτό καθημερινά.
Επομένως είναι φανερό ότι πεθαίνοντας θα έχουμε τόσα στεφάνια, όσες ημέρες θα ζήσουμε· ή καλύτερα, και πολύ περισσότερα, γιατί μπορεί σε μία ημέρα να πεθάνουμε και μια και δύο και πολλές φορές. Όποιος λοιπόν είναι πάντοτε προετοιμασμένος γι’αυτό, πάντοτε παίρνει τον μισθό ολόκληρο. Αυτό βέβαια υπονοώντας και ο προφήτης έλεγε «ὅλην τὴν ἡμέραν». Γι’αυτό και ο απόστολος τον ανέφερε, για να τους τονώσει περισσότερο. Γιατί, λέγει, αν αυτοί που έζησαν στην Παλαιά Διαθήκη, έχοντας σαν βραβείο των κόπων τους την γη και τα άλλα που εξαφανίζονται μαζί με την παρούσα ζωή, περιφρονούσαν τόσο την παρούσα ζωή και τους πειρασμούς και τους κινδύνους, ποια συγχώρηση θα έχουμε εμείς, που θεωρούμε ασήμαντα μετά τον ουρανό και την Βασιλεία την ουράνια και τα απόρρητα αγαθά, και που δεν φθάνουμε εκείνους ούτε σε αυτό το μέτρο; Αλλά αυτό βέβαια δεν το είπε, αφήνοντάς το, όμως, στη συνείδηση των ακροατών, αρκείται μόνο στη μαρτυρία. Και δείχνει, ότι και θυσία γίνονται τα σώματά τους, και δεν πρέπει να ανησυχούν, ούτε να ταράζονται, αφού ο Θεός οικονόμησε έτσι τα πράγματα. Και με άλλον τρόπο, όμως, τους προτρέπει. Για να μη λέγει λοιπόν κανείς ότι απλώς τα φιλοσοφεί αυτά πριν από τη δοκιμασία των πραγμάτων, πρόσθεσε: «Θεωρηθήκαμε σαν πρόβατα προορισμένα για σφαγή», εννοώντας τους καθημερινούς θανάτους των αποστόλων. Είδες ανδρεία και επιείκεια; Γιατί, όπως ακριβώς τα πρόβατα, λέγει, δεν αντιστέκονται όταν σφάζονται, έτσι ούτε κι εμείς.
Επειδή, όμως, η αδυναμία είναι γνώρισμα της ανθρώπινης ψυχής και ύστερα από τόσα πολλά είχε φοβηθεί το πλήθος των πειρασμών, βλέπε πώς πάλι τονώνει τον ακροατή, και τον κάνει ανώτερο και υπερήφανο, λέγοντας: «Ἀλλ᾿ ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς(:Αλλά όλα αυτά τα υπερνικούμε με τη βοήθεια του Χριστού, ο Οποίος μας αγάπησε, και εξαιτίας της αγάπης Του δεν μας αφήνει απροστάτευτους στους κινδύνους και τις δύσκολες αυτές περιστάσεις)»[Ρωμ.8,37]. Το πιο θαυμαστό λοιπόν αυτό είναι, όχι ότι νικούμε μόνο, αλλά ότι νικούμε και με εκείνα που μας επιβουλεύονται. Και όχι απλώς νικούμε, αλλά «υπερνικούμε», δηλαδή, με κάθε ευκολία, χωρίς ιδρώτες και κόπους. Όχι υπομένοντας δυσκολίες, αλλά ετοιμάζοντας τη διάθεση μόνο, και έτσι στήνουμε παντού τα τρόπαια εναντίον των εχθρών. Και πολύ εύλογα, γιατί ο Θεός είναι Εκείνος που αγωνίζεται μαζί μας. Να μην απιστήσεις λοιπόν εάν όταν μας μαστιγώνουν, νικούμε εκείνους που μας μαστιγώνουν, εάν, όταν διωκόμαστε, υπερισχύουμε εκείνων που μας διώκουν, εάν, όταν πεθαίνουμε, μεταστρέφουμε τους ζωντανούς. Γιατί, όταν βάλεις και την δύναμη και την αγάπη του Θεού, τίποτε δεν εμποδίζει να πραγματοποιηθούν τα θαυμαστά αυτά και παράδοξα, και να λάμψει με το παραπάνω η νίκη. Γιατί δεν νικούσαν απλώς, αλλά με πολύ θαυμαστό τρόπο, και για να μάθουν, ότι ο πόλεμος για εκείνους που σκέπτονταν τα κακά δεν ήταν εναντίον ανθρώπων, αλλά εναντίον της ακατανίκητης, εκείνης, δυνάμεως.
Πρόσεχε λοιπόν ότι οι Ιουδαίοι είχαν ανάμεσά τους αυτούς και απορούσαν και έλεγαν: «Τί ποιήσομεν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις;(: Τι να κάνουμε με τους ανθρώπους αυτούς;)» [Πράξ.4,16]. Το πιο θαυμαστό δηλαδή είναι αυτό, ότι δηλαδή αν και τους κρατούσαν και τους θεωρούσαν ενόχους και τους φυλάκιζαν και τους κτυπούσαν, απορούσαν και βρίσκονταν σε αμηχανία, και νικούνταν με αυτά τα ίδια, με τα οποία περίμεναν να νικήσουν. Και ούτε τύραννοι, ούτε πλήθη ανθρώπων, ούτε φάλαγγες δαιμόνων, ούτε ο ίδιος ο διάβολος κατόρθωσε να νικήσει αυτούς, αλλά από την πολλή δύναμη νικούνταν όλοι, βλέποντας εκείνα που επινοούσαν εναντίον τους, να γίνονται όλα εναντίον τους. Γι’αυτό και έλεγε «υπερνικούμε». Γιατί ήταν καινούριος αυτός ο νόμος της νίκης, το να νικούν με τα αντίθετα και ποτέ να μη νικούνται, αλλά σαν να ήταν αυτοί κύριοι του τέλους, έτσι να βαδίζουν στους αγώνες αυτούς.
«Πέπεισμαι γὰρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν (: Ναι. Τα υπερνικούμε όλα. Διότι είμαι πεπεισμένος ότι ούτε θάνατος, με τον οποίο ενδεχομένως θα μας φοβερίσουν, ούτε ζωή, με την οποία μας υπόσχονται οποιαδήποτε ευτυχία, ούτε τα τάγματα των ουράνιων πνευμάτων, ούτε οι άγγελοι δηλαδή, ούτε οι αρχές, ούτε οι δυνάμεις, αλλά ούτε και οι περιστάσεις και τα γεγονότα του παρόντος, ούτε τα μελλοντικά γεγονότα, ούτε οι ένδοξες επιτυχίες που υψώνουν τον άνθρωπο πολύ, ούτε οι άδοξες ταπεινώσεις που τον καταρρίπτουν σε μεγάλα βάθη, ούτε οποιαδήποτε άλλη κτίση διαφορετική απ’ αυτήν που βλέπουμε, θα μπορέσει να μας χωρίσει και να μας απομακρύνει από την αγάπη που μας έδειξε ο Θεός μέσω του Ιησού Χριστού, του Κυρίου μας, και η οποία μας κρατά στενά συνδεδεμένους μαζί Του και ιδιαιτέρως προστατευομένους Του)»[Ρωμ.8,38-39].
Είναι μεγάλα τα λόγια αυτά, αλλά δεν τα γνωρίζουμε, επειδή δεν έχουμε τόσο μεγάλη αγάπη. Αλλά όμως, αν και είναι μεγάλα, επειδή ήθελε να αποδείξει πως δεν είναι τίποτε σε σύγκριση προς την αγάπη, με την αγάπη που τον αγάπησε ο Θεός, αφού ανέφερε αυτήν την αγάπη, τότε αναφέρει τη δική του, για να μη φανεί ότι λέγει μεγάλα για τον εαυτό του. Αυτό που λέγει σημαίνει το εξής: «Τι χρειάζεται», λέγει, «να πω τα παρόντα και τα δεινά που είναι ενωμένα με τη ζωή αυτή; Γιατί και αν ακόμη πει κανείς τα μελλοντικά, και πράγματα και δυνάμεις, πράγματα βέβαια σαν τον θάνατο και τη ζωή, ενώ δυνάμεις σαν τους αγγέλους και αρχαγγέλους και όλη την ουράνια κτίση, και αυτά για μένα είναι μικρά σε σύγκριση προς την αγάπη του Χριστού. Ούτε βέβαια αν με απειλούσε κανείς με θάνατο, με εκείνον τον μελλοντικό, τον αθάνατο, ώστε να με απομακρύνει από τον Χριστό, ούτε αν υποσχόταν την άπειρη ζωή, θα δεχόμουν. Γιατί πρέπει να αναφέρω τους βασιλείς της γης και τους υπάτους, και τον τάδε και τον τάδε; Γιατί, και αν ακόμη μου πεις τους αγγέλους, ή όλες τις ουράνιες δυνάμεις, ή όλα τα όντα, ή όλα τα μελλοντικά, όλα για μένα είναι μικρά, και αυτά που βρίσκονται στη γη, και αυτά που βρίσκονται στους ουρανούς, και αυτά που είναι κάτω από τη γη και αυτά που υπάρχουν επάνω από τους ουρανούς, σε σύγκριση προς την αγάπη εκείνη».
Έπειτα, σαν να μην έφθαναν αυτά να παραστήσουν τον πόθο που είχε, άλλα τόσα πάλι αφού θεώρησε σαν δεδομένα, λέγει «οὔτε τις κτίσις ἑτέρα (:ούτε οποιαδήποτε άλλη κτίση διαφορετική απ’ αυτήν που βλέπουμε)». Εκείνο δηλαδή που λέγει σημαίνει το εξής: «Εάν υπήρχε και μία άλλη τόση κτίση, όση είναι η ορατή, όση είναι η αόρατη, τίποτε δεν θα με απομάκρυνε από την αγάπη εκείνη». Και τα έλεγε αυτά, όχι επειδή οι άγγελοι το επιχειρούν αυτό, ή οι άλλες δυνάμεις, μακριά μια τέτοια σκέψη, αλλά επειδή ήθελε να φανερώσει με κάθε υπερβολή την αγάπη που είχε για τον Χριστό. Γιατί δεν αγαπούσε τον Χριστό γι’ αυτά που ήταν του Χριστού, αλλά γι’ Αυτόν αγαπούσε τα δικά Του, και σε Αυτόν έβλεπε μόνο, και ένα φοβόταν, το να μη χάσει την αγάπη που είχε γι’ Αυτόν. Γιατί τούτο ήταν γι’ αυτόν πιο φοβερό και από τη γέεννα, όπως ακριβώς και το να παραμένει σε αυτήν την αγάπη του ήταν πιο ποθητό από την Βασιλεία των Ουρανών.
Γιατί, λοιπόν, μπορεί να είμαστε άξιοι πλέον εμείς, όταν εκείνος δεν θαυμάζει ούτε αυτά που βρίσκονται στους ουρανούς μπροστά στον πόθο για τον Χριστό, ενώ εμείς αντί για τον Χριστό προτιμούμε αυτά που βρίσκονται μέσα στον βούρκο και τη λάσπη; Και εκείνος βέβαια για τον πόθο του δέχεται να πέσει και στη γέεννα και τη Βασιλεία να χάσει, αν και βέβαια και τα δύο αυτά ήταν μπροστά του, ενώ εμείς δεν περιφρονούμε ούτε την παρούσα ζωή; Άραγε λοιπόν είμαστε πλέον άξιοι των υποδημάτων εκείνου, αφού απέχουμε τόσο πολύ από τη μεγαλοφροσύνη του; Γιατί εκείνος ούτε την Βασιλεία των Ουρανών θεωρεί πως είναι κάτι για χάρη του Χριστού, εμείς όμως περιφρονούμε Αυτόν, ενώ κάνουμε πολύ λόγο για τα δικά Του. Και μακάρι να ήταν για τα δικά Του· τώρα όμως ούτε αυτό γίνεται, αλλά παρόλο που και η Βασιλεία βρίσκεται μπροστά μας, αφού την εγκαταλείψαμε, κυνηγούμε καθημερινά τις σκιές και τα όνειρα. Ο Θεός βέβαια, επειδή είναι φιλάνθρωπος και πάρα πολύ πράος, έκανε το ίδιο εκείνο που θα έκανε ένας πατέρας που αγαπάει το παιδί του, εάν αυτό δυσανασχετούσε για τη διαρκή συναναστροφή μαζί του, και σοφιζόταν διαφορετικά αυτήν την συναναστροφή. Επειδή, λοιπόν, δεν έχουμε γι’ αυτόν τον πόθο που πρέπει, μας παρουσιάζει πολλά άλλα, ώστε να μας κρατήσει κοντά Του· και ούτε έτσι παραμένουμε, αλλά επιστρέφουμε στα παιδικά παιχνίδια.
Ο Παύλος, όμως, δεν κάνει το ίδιο, αλλά σαν κάποιο ευγενικό παιδί και ελεύθερο και που αγαπάει τον πατέρα του, επιζητεί τη συναναστροφή του πατέρα μόνο, ενώ για τα άλλα δεν κάνει τόσο λόγο· ή καλύτερα, πολύ περισσότερο παρά όπως το παιδί. Γιατί δεν τιμάει μαζί και τον πατέρα και τα δικά του, αλλά όταν δει προς τον πατέρα, δεν τα υπολογίζει καθόλου εκείνα, αλλά θα προτιμούσε να είναι μαζί του, έστω και αν μαστιγωνόταν και τιμωρούνταν, παρά να καλοπερνάει μακριά από αυτόν. Ας φρίξουμε, λοιπόν, όσοι για χάρη του Χριστού δεν περιφρονούμε ούτε τα χρήματα, ή καλύτερα, όσοι δεν περιφρονούμε τα χρήματα για μας τους ίδιους. Γιατί ο Παύλος ήταν ο μόνος που έπασχε όλα γνήσια για τον Χριστό, όχι για τη Βασιλεία, ούτε για την τιμή του, αλλά για την αγάπη προς Εκείνον. Εμάς όμως ούτε ο Χριστός, ούτε όσα ανήκουν στον Χριστό, μας αποσπούν από τα βιοτικά πράγματα, αλλά σαν φίδια ή οχιές ή χοίροι ή και όλα αυτά μαζί, έτσι συρόμαστε στη λάσπη. Σε τι, λοιπόν, εμείς είμαστε καλύτεροι από τα ζώα εκείνα, εμείς που έχουμε τόσο πολλά και τόσο μεγάλα παραδείγματα, και που ακόμη βλέπουμε κάτω και που δεν ανεχόμαστε να αναβλέψουμε λίγο προς τον ουρανό; Και ο Θεός βέβαια και τον Υιό Του παρέδωσε σε θάνατο, εσύ όμως ούτε ψωμί δίνεις σε Αυτόν που παραδόθηκε για σένα, που θυσιάστηκε για σένα. Ο Πατέρας δεν Τον λυπήθηκε για σένα, και αυτό ενώ ήταν γνήσιος Υιός, συ όμως Τον περιφρονείς, αν και λιώνει από την πείνα, και αυτό ενώ πρόκειται να ξοδέψεις από τα δικά Του κα να ξοδέψεις για τον εαυτό σου.
Τι μπορεί να υπάρξει χειρότερο από την παρανομία αυτή; Παραδόθηκε για σένα, θυσιάστηκε για σένα, τριγυρίζει πεινασμένος για σένα, από τα δικά Του δίνεις για να ωφεληθείς ο ίδιος, και ούτε έτσι δίνεις. Από ποιες πέτρες δεν είναι περισσότερο αναίσθητοι εκείνοι που, μολονότι τόσα πράγματα τους τραβούν, παραμένουν στη διαβολική αυτή σκληρότητα; Γιατί δεν αρκέσθηκε στον θάνατο και στον σταυρό Του μόνο, αλλά καταδέχθηκε να γίνει και φτωχός και ξένος και περιπλανώμενος και γυμνός, και στη φυλακή να ριφθεί, και αρρώστια να υπομείνει, για να σε φέρει κοντά Του τουλάχιστον έστω και έτσι. «Γιατί, αν δεν με ανταμείβεις», λέγει, «επειδή έπαθα κάτι για χάρη σου, δος μου ελεημοσύνη για τη φτώχεια μου. Εάν, όμως, δεν θέλεις να με ελεήσεις για την φτώχεια μου, συγκινήσου για την αρρώστια μου, μαλάκωσε για τη φυλακή μου. Και αν ούτε αυτά σε κάνουν φιλάνθρωπο, συναίνεσε για το ασήμαντο της αίτησης. Γιατί δεν ζητώ τίποτε πολυδάπανο, αλλά ψωμί και στέγη και παρηγοριά λόγων. Εάν όμως και ύστερα από αυτά παραμένεις ακόμη άγριος, τουλάχιστον για τη Βασιλεία των Ουρανών να γίνεις καλύτερος, τουλάχιστον για τα βραβεία που υποσχέθηκα. Αλλά ούτε εξαιτίας εκείνων υπάρχει σε σένα κάποιος λόγος; Τουλάχιστον μαλάκωσε μπροστά στην ίδια την φύση, επειδή με βλέπεις γυμνό, και θυμήσου τη γύμνια εκείνη, που γυμνώθηκα πάνω στον σταυρό για σένα. Και αν δεν θέλεις να θυμηθείς εκείνη, τουλάχιστον θυμήσου αυτήν, που γυμνώνομαι με τους φτωχούς. Φυλακίσθηκα τότε για σένα, αλλά και τώρα για σένα, ώστε, παρακινούμενος είτε από εδώ, είτε από εκεί, να θελήσεις να κάμεις κάποια ελεημοσύνη.
Νήστεψα για σένα, πάλι πεινώ για σένα. Δίψασα όταν κρεμάστηκα στον σταυρό, διψώ και με τους φτωχούς, ώστε και από εκείνα και από αυτά να σε προσελκύσω κοντά μου, και να σε κάμω φιλάνθρωπο για την δική σου σωτηρία. Γι’αυτό, αν και μου οφείλεις αμοιβή για άπειρες ευεργεσίες, δεν την απαιτώ σαν να μου οφείλεις, αλλά σε στεφανώνω σαν να μου χάριζες, και σου δωρίζω την Βασιλεία έναντι των μικρών αυτών. Γιατί δεν λέγω, κατάργησε την φτώχεια μου, ούτε χάρισέ μου πλούτο, παρόλο βέβαια που έγινα φτωχός για σένα, αλλά ζητώ μόνο ψωμί και ρούχο και μικρή ανακούφιση της πείνας. Και αν ακόμη ριφθώ στη φυλακή, δεν σε αναγκάζω να λύσεις τα δεσμά και να με βγάλεις έξω, αλλά ένα μόνο επιζητώ, να με δεις δεμένο για σένα και έλαβα ικανοποιητική ανταμοιβή, και τότε γι’ αυτό μόνο σου χαρίζω τον ουρανό. Μολονότι βέβαια εγώ σε έλυσα από τα πιο φοβερά δεσμά, αλλά σε μένα είναι αρκετό μόνο, αν θελήσεις αν με δεις δεμένο.
Γιατί μπορώ και χωρίς αυτά να σε στεφανώνω, θέλω όμως να είμαι και οφειλέτης σε σένα, για να σου φέρει και κάποια παρρησία το στεφάνι. Γι’αυτό και παρόλο που μπορώ να θρέψω τον εαυτό μου τριγυρίζω επαιτώντας, και εμφανίζομαι στην πόρτα σου απλώνοντας το χέρι. Γιατί επιθυμώ να τραφώ από σένα, επειδή σε αγαπώ πάρα πολύ. Γι΄ αυτό και το δικό σου τραπέζι επιθυμώ, πράγμα που είναι σύνηθες σε εκείνους που αγαπούν, και καμαρώνω γι’αυτό, και όταν είναι παρόντες οι κάτοικοι της οικουμένης, τότε σε αναγνωρίζω σαν νικητή, και όταν όλοι ακούν, παρουσιάζω εκείνον που με έθρεψε)». Και πραγματικά εμείς, όταν μας θρέψει κάποιος, ντρεπόμαστε γι’αυτό και το καλύπτουμε, Αυτός όμως, επειδή μας αγαπάει πάρα πολύ, και αν ακόμη εμείς σιωπούμε, ανακηρύσσει τότε αυτό που έγινε με πολλούς επαίνους, και δεν ντρέπεται να πει ότι και όταν ήταν γυμνός Τον ντύσαμε, και όταν πεινούσε Τον θρέψαμε.
Σκεπτόμενοι, λοιπόν, όλα αυτά, ας μην σταθούμε μόνο μέχρι τους επαίνους, αλλά και ας εκτελέσουμε αυτά που λέχθηκαν. Γιατί ποιο είναι το όφελος από τους κρότους και τους θορύβους αυτούς; Ένα πράγμα μόνο ζητώ από σας, την απόδειξη με τα έργα, την υπακοή με τις πράξεις. Αυτό είναι δικός μου έπαινος, αυτό κέρδος δικό σας, αυτό μου είναι πιο λαμπρό από στέμμα. Αυτό, λοιπόν, το στεφάνι, όταν φύγετε, πλέξετε για σας και για μένα με το χέρι των φτωχών, ώστε και στην παρούσα ζωή να τραφούμε μαζί με την αγαθή ελπίδα, και όταν φύγουμε για τη μέλλουσα ζωή, να επιτύχουμε τα άπειρα αγαθά, τα οποία εύχομαι να επιτύχουμε όλοι μας, με την χάρη και την φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον Οποίο στον Πατέρα και συγχρόνως στο Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
https://greekdownloads3.wordpress.com/wp-content/uploads/2014/08/in-epistulam-ad-romanos.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην προς Ρωμαίους επιστολήν, ομιλία ΙΣΤ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1985, τόμος 17, σελίδες 242-269.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.
Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.
https://www.saint.gr/bible.aspx
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ [:Λουκ. 18, 9-14]
Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΗ
«…Έχεις όμως και τρίτο δρόμο που φέρνει στη μετάνοια. Και σου παρουσίασα πολλές οδούς μετάνοιας, για να σου κάνω με την ποικιλία τους εύκολη τη σωτηρία. Όμως ποια είναι αυτή η τρίτη οδός; Η ταπεινοφροσύνη. Έχε ταπεινό φρόνημα και εξάλειψες το πλήθος των αμαρτιών σου. Και έχεις και γι᾽ αυτό απόδειξη από την Αγία Γραφή, από την ανάγνωση της παραβολής του Τελώνη και του Φαρισαίου [:Λουκα 18, 10-14 ].
«Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης(:Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ιερό για να προσευχηθούν˙ ο ένας ήταν Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης)», λέγει· και άρχισε ο Φαρισαίος να απαριθμεί τις αρετές του: «Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης(:Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, διότι δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους, που είναι άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και σαν αυτόν εκεί τον τελώνη. Ενώ δηλαδή όλοι οι άλλοι είναι ένοχοι και αξιοκατάκριτοι, εγώ είμαι ο μόνος ανένοχος. Σ’ ευχαριστώ λοιπόν, διότι δεν βλέπω στον εαυτό μου τις τόσες κακίες που έχουν οι άλλοι. Έχω όμως και αρετές: Δεν είμαι εγώ όπως όλος ο κόσμος, ούτε όπως αυτός ο Τελώνης)».
Άθλια και ταλαίπωρη ψυχή, όλη την οικουμένη την καταδίκασες, γιατί λύπησες και τον πλησίον σου; Δεν σου άρκεσε η οικουμένη, κι έφτασες να καταδικάσεις και τον Τελώνη; Όλους λοιπόν τους κατηγόρησες και δεν λυπήθηκες ούτε τον ένα αυτόν άνθρωπο; ‘’Δεν είμαι εγώ όπως όλος ο κόσμος, ούτε όπως αυτός ο Τελώνης’’. Και συνεχίζει: «Νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι(:Νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα, δίνω το δέκατο από τα υπάρχοντά μου στους φτωχούς)». Είπε δηλαδή λόγια αλαζονικά. Άθλιε άνθρωπε, καλά όλη την οικουμένη την καταδίκασες, γιατί κατηγόρησες και τον πλησίον σου Τελώνη; Δεν χόρτασες με την κατηγορία της οικουμένης, αλλά κατέκρινες κι εκείνον που ήταν μαζί σου;
Τι έκαμε λοιπόν ο Τελώνης; Όταν τα άκουσε αυτά δεν είπε: «Εσύ ποιος είσαι που λες αυτά εναντίον μου; Από πού γνωρίζεις τον βίο μου; Δεν με συναναστράφηκες. Δεν έμεινες μαζί μου. Δεν ζήσαμε μαζί. Γιατί υπερηφανεύεσαι τόσο πολύ; Ποιος είναι μάρτυρας των δικών σου αγαθοεργιών; Γιατί παινεύεις τον εαυτό σου; Γιατί κάνεις χάρη στον εαυτό σου;» Όμως τίποτε απ’ αυτά δεν είπε ο Τελώνης, αλλά, αφού έσκυψε, προσκύνησε τον Θεό και είπε: «Θεέ μου, συγχώρεσέ με τον αμαρτωλό», και με την ταπεινοφροσύνη που έδειξε ο Τελώνης, δικαιώθηκε. Αντίθετα ο Φαρισαίος κατέβηκε από το ναό στερημένος τη δικαίωση, ενώ ο Τελώνης κατέβηκε πετυχαίνοντας τη δικαίωση. Κι έτσι τα λόγια νίκησαν τα έργα. Γιατί ο ένας έχασε τη δικαίωση από τα έργα, ενώ ο άλλος με τον ταπεινό λόγο και λογισμό πέτυχε τη δικαίωση. Αν και βέβαια ούτε ταπεινοφροσύνη ήταν εκείνο· γιατί ταπεινοφροσύνη είναι όταν κανείς, ενώ είναι μεγάλος, ταπεινώνει τον εαυτό του. Αυτό που είπε ο Τελώνης δεν ήταν λόγος ταπεινοφροσύνης, αλλά ήταν η αλήθεια· γιατί ήταν αληθινά τα λόγια· ήταν πραγματικά αμαρτωλός.
Πραγματικά πες μου, τι υπάρχει χειρότερο από τον Τελώνη; Είναι έμπορος ξένης σοδειάς, και καρπώνεται καρπούς από ξένους κόπους. Και τον κόπο βέβαια δεν τον προσέχει, ενώ το κέρδος το μοιράζεται. Ώστε η αμαρτία του Τελώνη είναι η χειρότερη. Γιατί τίποτε άλλο δεν είναι ο Τελώνης, παρά σκέτος εκβιασμός. Εκβιασμός χωρίς φόβο, αμαρτία νόμιμη, εύσχημη πλεονεξία. Πραγματικά τι υπάρχει χειρότερο από τον Τελώνη που κάθεται στον δρόμο και τρυγάει τους ξένους κόπους; Όταν είναι η ώρα των κόπων, καμιά φροντίδα εκ μέρους του, όταν όμως φτάνει η στιγμή του κέρδους, από εκείνα που δεν κόπιασε παίρνει τη μερίδα. Ώστε, εάν ο Τελώνης, ενώ ήταν αμαρτωλός, πέτυχε τόση μεγάλη δωρεά με την ταπεινοφροσύνη του, πόσο πιο μεγάλη δεν θα επιτύχει εκείνος που είναι ενάρετος και ζει ταπεινά; Ώστε, αν εξομολογηθείς τις αμαρτίες σου και ταπεινωθείς, γίνεσαι δίκαιος.
Θέλεις να μάθεις και ποιος είναι ταπεινόφρονας; Πρόσεχε τον Παύλο τον δάσκαλο της οικουμένης, τον πνευματικό ρήτορα, το σκεύος της εκλογής, το λιμάνι το ακύμαντο, τον πύργο τον ασάλευτο, εκείνον που με το μικροκαμωμένο σώμα του περικύκλωνε την οικουμένη και σαν κάποιος φτερωτός περιέτρεξε αυτήν. Πρόσεχε εκείνον που έχει ταπεινό λογισμό, τον αμαθή και φιλόσοφο, τον φτωχό και πλούσιο. Εκείνον ονομάζω πραγματικό ταπεινόφρονα, εκείνον που υπέμεινε αμετρήτους κόπους, που έστησε αμέτρητα τρόπαια κατά του διαβόλου, που κήρυττε και έλεγε:
«Χάριτι δὲ Θεοῦ εἰμι ὅ εἰμι· καὶ ἡ χάρις αὐτοῦ ἡ εἰς ἐμὲ οὐ κενὴ ἐγενήθη, ἀλλὰ περισσότερον αὐτῶν πάντων ἐκοπίασα, οὐκ ἐγὼ δέ, ἀλλ᾿ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σὺν ἐμοί(: Με τη χάρη του Θεού όμως είμαι ό,τι είμαι τώρα, δηλαδή Απόστολος, ίσος με τους άλλους. Και η χάρη που μου έδωσε ο Κύριος δεν έμεινε άκαρπη και χωρίς αποτέλεσμα, αλλά περισσότερο από όλους αυτούς κοπίασα. Και το έργο μάλιστα αυτό δεν το εργάστηκα εγώ, αλλά η χάρη του Θεού που είναι μαζί μου και με ενισχύει)» [Α’ Κορ. 15, 10]. Εκείνος που υπέμεινε φυλακές και πληγές και μαστιγώματα, εκείνος που σαγήνευσε με επιστολές την οικουμένη, εκείνος που κλήθηκε με ουράνια φωνή. Εκείνος ταπεινοφρονεί, λέγοντας:
« Ἐγὼ γάρ εἰμι ὁ ἐλάχιστος τῶν ἀποστόλων, ὃς οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς καλεῖσθαι ἀπόστολος, διότι ἐδίωξα τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ(:Γιατί εγώ είμαι ο πιο ασήμαντος, ο κατώτερος απ᾽ όλους τους αποστόλους, και δεν είμαι ικανός να ονομασθώ απόστολος, διότι κατεδίωξα την Εκκλησία του Θεού)» [Α’ Κορ. 15, 9].
Είδες μέγεθος ταπεινοφροσύνης, είδες τον Παύλο που ταπεινοφρονεί, που ονομάζει ελάχιστο τον εαυτό του; Γιατί λέγει:«Εγώ είμαι ο πιο ασήμαντος από τους αποστόλους, και δεν είμαι ικανός να ονομασθώ απόστολος». Γιατί αυτό πραγματικά είναι ταπεινοφροσύνη, το να ταπεινώνεται σε όλους και να ονομάζει τον εαυτό του ελάχιστο. Σκέψου ποιος ήταν αυτός που έλεγε αυτά τα λόγια. Ήταν ο Παύλος,ο πολίτης του ουρανού,αυτός που σωματικά ίσα-ίσα που ζούσε,το στήριγμα των εκκλησιών,ο επίγειος άγγελος,ο ουράνιος άνθρωπος.
Γι’ αυτό ευχαρίστως ασχολούμαι με τον άνδρα αυτόν και τον ενθυμούμαι, επειδή βλέπω την ομορφιά της αρετής του. Δεν μου ευφραίνει τόσο τα μάτια ο ήλιος, όταν ανατέλλει και σκορπά τις λαμπρές του ακτίνες, όσο μου φωτίζει τη σκέψη το πρόσωπο του Παύλου. Γιατί ο ήλιος φωτίζει τα μάτια, ο Παύλος όμως σου δίνει φτερά και σε ανεβάζει σε ουράνια ύψη, καθώς σου κάνει την ψυχή ψηλότερη από τον ήλιο και ανώτερη από τη σελήνη. Τέτοια είναι η δύναμη της αρετής. Κάνει άγγελο τον άνθρωπο, δίνει φτερά στην ψυχή και την ανυψώνει στον ουρανό. Αυτήν την αρετή μας διδάσκει ο Παύλος. Ας προθυμοποιηθούμε λοιπόν και ας φροντίσουμε να γίνουμε ζηλωτές της αρετής του.
Αλλά δεν πρέπει να ξεφύγουμε από το θέμα μας. Σκοπός μας ήταν να υποδείξουμε ως τρίτο δρόμο της μετάνοιας την ταπεινοφροσύνη και ακόμη πως ο τελώνης ούτε καν έδειξε ταπεινοφροσύνη, αλλά απλώς ομολόγησε την αλήθεια φανερώνοντας τα αμαρτήματά του. Και δικαιώθηκε ο τελώνης χωρίς να πληρώσει χρήματα, χωρίς να διανύσει πέλαγα, χωρίς να βαδίσει δρόμους μακρινούς, χωρίς να περάσει θάλασσες άπειρες, χωρίς να προσκαλέσει φίλους, χωρίς να καταναλώσει χρόνο πολύ, αλλά δια της ταπεινοφροσύνης δικαιώθηκε και αξιώθηκε να κερδίσει την Βασιλεία των ουρανών, την οποία είθε όλοι μας να κερδίσουμε με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
[σελίδες 10-12].
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Οι εννέα λόγοι περί μετανοίας, απόσπασμα από την ομιλία Β’, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, σειρά Η Φωνή των Πατέρων μας, Αθήνα 1998, σελ. 49-52.
Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ),εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1987, τόμος 30, Ομιλίες Κατηχητικές- Ηθικές, Λόγοι «Περί μετανοίας», επιλογές από την ομιλία Β΄, σελίδες 126-133.
Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 9, σελίδες 31-34(ή 13- 15 του PDF).
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ[:Λουκ. 18, 9-14]
Πνευματικά θησαυρίσματα από ομιλίες του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
ΑΛΑΖΟΝΕΙΑ ΚΑΙ ΚΕΝΟΔΟΞΙΑ
Αν θέλεις να συνετίσεις έναν υπερήφανο άνθρωπο, μη μεταχειριστείς πολλά λόγια. Θύμισέ του μόνο την ανθρώπινη φύση του και τη ρήση του σοφού Σειράχ: «Τί ὑπερηφανεύεται γῆ καὶ σποδός;(:Γιατί έχει τόση αλαζονεία και υπερηφανεύεται ο άνθρωπος, που είναι χώμα και στάχτη;)»[Σοφία Σειράχ 10,9]. Κι αν εκείνος σου πει ότι χώμα και στάχτη θα γίνει μετά τον θάνατό του, δώσε του να καταλάβει ότι και τώρα, που ζει δεν είναι τίποτα περισσότερο. Ας μην ξεγελιέται, βλέποντας την ομορφιά του· έχοντας την υγεία του, νιώθοντας τη δύναμη του, απολαμβάνοντας τις χαρές της σύντομης επίγειας ζωής. Χώμα και στάχτη είναι, «αφού, και όσο ακόμα ζει, αρχίζει η φθορά του»[Σοφ.Σειρ.10,9: «Ὅτι ἐν ζωῇ ἔῤῥιψα τὰ ἐνδόσθια αὐτοῦ(:Διότι του υπερήφανου ανθρώπου, ενόσω ακόμη ζούσε, έριξα κάτω τα εντόσθιά του)»].
Ας παρατηρήσει ο καθένας μας, πόσο ασήμαντη είναι η ύπαρξή μας. Ας μην περιμένει τη μέρα του θανάτου του, για να συνειδητοποιήσει τη μηδαμινότητά του. Ας την αντιληφτεί από τώρα, στρέφοντας φιλοσοφημένα τη σκέψη του μέσα του και γύρω του, στον εαυτό του και στους άλλους. Ας μη χάσει, όμως, το θάρρος του, διαπιστώνοντας την ανθρώπινη φθαρτότητα, ο Θεός δεν έκανε έτσι τα πράγματα επειδή μας μισεί, αλλά απεναντίας επειδή μας αγαπά και νοιάζεται για μας. Με αυτόν τον τρόπο μας παρέχει πολλές αφορμές για να γινόμαστε ταπεινοί. Αλήθεια, αν ο άνθρωπος, παρόλο που είναι πλασμένος από το χώμα της γης, τόλμησε να πει «Θα ανέβω στον ουρανό» [βλ. Ησ. 14,13-16: «Σὺ δὲ εἶπας ἐν τῇ διανοίᾳ σου· εἰς τὸν οὐρανὸν ἀναβήσομαι, ἐπάνω τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ θήσω τὸν θρόνον μου, καθιῶ ἐν ὄρει ὑψηλῷ, ἐπὶ τὰ ὄρη τὰ ὑψηλὰ τὰ πρὸς Βοῤῥᾶν, ἀναβήσομαι ἐπάνω τῶν νεφῶν, ἔσομαι ὅμοιος τῷ Ὑψίστῳ,νῦν δὲ εἰς ᾅδην καταβήσῃ καὶ εἰς τὰ θεμέλια τῆς γῆς. οἱ ἰδόντες σε θαυμάσονται ἐπὶ σοὶ καὶ ἐροῦσιν· οὗτος ὁ ἄνθρωπος ὁ παροξύνων τὴν γῆν, ὁ σείων βασιλεῖς;(:Εσύ λοιπόν όταν ζούσες, είπες με τον νου σου: ’’Θα ανεβώ στον ουρανό, επάνω στα αστέρια του ουρανού θα στήσω τον θρόνο μου, θα καθίσω ένδοξος βασιλιάς σε όρος υψηλό, στα όρη τα υψηλά, που βρίσκονται προς τον Βορρά. Θα ανεβώ’’, είπες, ‘’επάνω από τα σύννεφα, θα γίνω όμοιος προς τον Ύψιστο Θεό’’. Τώρα ιδού, θα κατεβείς στον άδη, στα βάθη, όπου υπάρχουν τα θεμέλια της γης. Οι άνθρωποι, οι οποίοι θα δουν το κατάντημά σου, θα καταπλαγούν και θα πουν: ’’αυτός λοιπόν είναι ο άνθρωπος που ανετάρασσε και τρομοκρατούσε την οικουμένη, συγκλόνιζε και κατεκρήμνιζε τους βασιλείς;’’»],πού θα έφτανε με το λογισμό του αν δεν τον συγκρατούσε σαν χαλινάρι η αδύναμη φύση του;.
Όταν λοιπόν δεις κάποιον να φουσκώνει από υπερηφάνεια, να τεντώνει τον λαιμό του, να ανασηκώνει τα φρύδια του, να κυκλοφορεί με ακριβά αμάξια, να απειλεί να κάνει κακό στους συνανθρώπους του, πες του: «Γιατί έχει τόση αλαζονεία το χώμα και η στάχτη, αφού και όσο ακόμα ζει, αρχίζει η φθορά του;»[: Σοφ. Σειρ. 10,9].
Αυτό ισχύει όχι μόνο για τον κοινό άνθρωπο, αλλά και γι’ αυτόν που κάθεται σε βασιλικό θρόνο. Μην κοιτάς τη βασιλική πορφύρα, το στέμμα, τα χρυσοκέντητα ενδύματα. Κοίτα και στοχάσου την ανθρώπινη φύση του βασιλιά. Τότε θα αναφωνήσεις και εσύ μαζί με τον προφήτη: «Πᾶσα σάρξ χόρτος, καὶ πᾶσα δόξα ἀνθρώπου ὡς ἄνθος χόρτου(:Κάθε άνθρωπος είναι σαν το χορτάρι και η δόξα του όλη φευγαλέα σαν το αγριολούλουδο)»[Ησ. 40,6].
Γιατί λοιπόν υπερηφανεύεσαι, άνθρωπέ μου; Κατέβα από τα ύψη της ανόητης αλαζονείας σου και εξέτασε την ευτέλειά σου. Χώμα και στάχτη είσαι, καπνός και σκιά, χορτάρι και αγριολούλουδο. Τι πιο γελοίο από το να καμαρώνεις; Εξουσιάζεις μήπως πολλούς ανθρώπους; Και τι ωφελείσαι, όταν εξουσιάζεις ανθρώπους και εξουσιάζεσαι από τα πάθη σου; Είσαι σαν κι εκείνον που στο σπίτι του δέρνεται από τους υπηρέτες του και στην αγορά εμφανίζεται καμαρωτός επειδή έχει άλλους κάτω από την εξουσία του. Μακάρι να ήσουν εξουσιαστής των παθών σου και όμοιος με όσους συναντάς στην αγορά. Αν λοιπόν είναι αξιοκατάκριτος όποιος υπερηφανεύεται για τις πραγματικές αρετές του, δεν είναι στ’ αλήθεια γελοίος όποιος υπερηφανεύεται για πράγματα ολότελα τιποτένια;
Ταλαίπωρε άνθρωπε! Η ψυχή σου λιώνει από την πιο φοβερή αρρώστια, την αρρώστια της αμαρτίας, κι εσύ καμαρώνεις για τα πολλά σου χρήματα και κτήματα; Μα όλα τούτα δεν είναι δικά σου. Κι αν δεν πιστεύεις στα λόγια μου, κοίτα τι έγινε με εκείνους που έζησαν πριν από σένα. Αν πάλι είσαι τόσο μεθυσμένος από τα πλούτη ή τη δόξα και δεν διδάσκεσαι από τα παθήματα των άλλων, περίμενε λίγο, και θα γνωρίσεις από το δικό σου πάθημα τη ματαιότητα των επίγειων αποκτημάτων και απολαύσεων. Όταν θα φεύγεις από τον πρόσκαιρο αυτό κόσμο και δεν θα έχεις πια στην εξουσία σου ούτε μιαν ώρα, όλα όσα διαθέτεις, χωρίς να το θέλεις, θα τα αφήνεις σε άλλους, ίσως μάλιστα σε εκείνους που πρωτύτερα δεν ήθελες καν να αντικρίσεις.
Ο άνθρωπος και τα ανθρώπινα δεν είναι, θα το ξαναπώ, παρά χώμα και στάχτη και καπνός και σκιά και ό,τι πιο μηδαμινό από αυτά. Γιατί, πες μου, τι είναι εκείνο που θεωρείς μεγάλο; Ένα πολιτειακό αξίωμα; Ποιο; Το αξίωμα του «υπάτου»; Βέβαια, πολλοί νομίζουν ότι μεγαλύτερο αξίωμα δεν υπάρχει. Ε λοιπόν, από τον άνθρωπο που ανέβηκε τόσο ψηλά, τίποτα λιγότερο δεν έχει ένας άλλος, που δεν είναι ύπατος. Και οι δύο στην ίδια ανθρώπινη κατάσταση βρίσκονται. Και οι δύο ύστερα από λίγο δε θα υπάρχουν.
Πότε έγινε ύπατος; Και για πόσον καιρό έμεινε ύπατος; Πες μου! Για δύο μέρες; Μα αυτό γίνεται και στα όνειρα. «Ναι, αλλά είναι όνειρα», απαντάς. Ε και; Όσα συμβαίνουν την ημέρα, δεν είναι όνειρα; Γιατί να μην τα λέμε και αυτά όνειρα; Όπως όταν ξημερώσει, αποδεικνύεται ότι τα όνειρα δεν είναι τίποτα, έτσι και όταν νυχτώσει, αποδεικνύεται ότι τα γεγονότα της ημέρας δεν είναι τίποτα. Και όπως την ημέρα δεν δοκιμάζει κανείς ευχαρίστηση από τα όνειρα που είδε τη νύχτα, έτσι και τη νύχτα δεν δοκιμάζει καμίαν απόλαυση από όσα έγιναν την ημέρα.
Έγινες λοιπόν ύπατος; Έγινα κι εγώ τη νύχτα στο όνειρό μου. «Ναι», λες, «αλλά εγώ έγινα πραγματικά, ενώ εσύ φανταστικά». Και τι μ’ αυτό; Δεν έχεις τίποτα περισσότερο από εμένα, εκτός από το ότι οι άνθρωποι λένε για σένα. «Ο τάδε είναι- ή ήταν-ύπατος», κι από τη φράση τούτη δοκιμάζεις μια κενόδοξη ευχαρίστηση. Τέλειωσε η φράση; Εξαφανίστηκε και η ευχαρίστηση. Το ίδιο συμβαίνει και με την πραγματικότητα: Τέλειωσε η υπατεία; Εξαφανίστηκε η δόξα.
Ας δεχθούμε, όμως ότι κάποιος έγινε ύπατος και έμεινε στο αξίωμα αυτό όχι για δυο μέρες, αλλά για δύο ή τρία τέσσερα χρόνια. Σε ρωτάω, λοιπόν πού είναι όσοι διετέλεσαν ύπατοι για δέκα χρόνια; Πουθενά. Τους ξέχασαν όλοι. Σκέψου τώρα τον απόστολο Παύλο. Ξεχάστηκε μήπως κι αυτός; Όχι. Ονομαστός ήταν όσο ζούσε, περισσότερο ονομαστός έγινε αφού πέθανε, κοσμοξάκουστος είναι και σήμερα, τόσους αιώνες μετά την κοίμησή τους. Και αυτό μόνο στη γη. Γιατί ποια λόγια μπορούν να παραστήσουν τη δόξα και τη λαμπρότητά του στον ουρανό;
Όπως βλέπουμε τα κύματα, τη μια στιγμή να ανεβαίνουν σε τεράστιο ύψος και την άλλη να χαμηλώνουν, έτσι βλέπουμε κα όσους κυριεύονται από αλαζονεία για τα πλούτη τους ή τη δόξα τους, τη μια στιγμή να είναι ψηλά και την άλλη να ταπεινώνονται ελεεινά. Αυτούς υπαινίσσεται ο μακάριος Δαβίδ, όταν λέει: «Μὴ φοβοῦ, ὅταν πλουτήσῃ ἄνθρωπος, ἢ ὅταν πληθυνθῇ ἡ δόξα τοῦ οἴκου αὐτοῦ· ὅτι οὐκ ἐν τῷ ἀποθνήσκειν αὐτὸν λήψεται τὰ πάντα, οὐδὲ συγκαταβήσεται αὐτῷ ἡ δόξα αὐτοῦ. ὅτι ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ εὐλογηθήσεται· ἐξομολογήσεταί σοι, ὅταν ἀγαθύνῃς αὐτῷ. εἰσελεύσεται ἕως γενεᾶς πατέρων αὐτοῦ, ἕως αἰῶνος οὐκ ὄψεται φῶς. καὶ ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς(:Μην ταράζεσαι, όταν ένας ασεβής άνθρωπος πλουτίζει ή όταν μεγαλώνει η δόξα του σπιτιού του· διότι όταν πεθάνει, τίποτε δεν θα πάρει μαζί του από τα πλούτη του, ούτε η δόξα του θα κατεβεί μαζί με αυτόν στον άδη. Εφόσον βέβαια ζει τον παρόντα επίγειο βίο, θα επαινείται από τους κόλακες, και αυτός ο ίδιος θα επαινέσει και εσένα, όταν θα εκτραπείς σε κολακείες και επαίνους προς αυτόν. Θα πεθάνει όμως και θα μεταβεί να συναντήσει τους προγόνους του. Ποτέ πλέον δεν θα δει το φως του ήλιου. Ταλαίπωρος άνθρωπος! Ενώ έχει πάρει από τον Θεό την ανυπολόγιστη τιμή της λογικής του φύσεως, δε συνετίστηκε, αλλά έταξε τον εαυτό του στη θέση των ανόητων κτηνών, έγινε όμοιος με αυτά κατά τον τρόπο της ζωής και τα ένστικτα)» [Ψαλμ. 48,17]. Καλά λοιπόν είπε ο Δαβίδ: «Μην ταράζεσαι». Γιατί ύστερα από λίγο, θα δεις τον πλούσιο ή τον δοξασμένο να είναι πεσμένος χάμω, νεκρός και ακίνητος, γυμνωμένος από τα επίγεια αγαθά. Τίποτε από αυτά δεν μπορεί να πάρει μαζί του. Τα αφήνει όλα εδώ και φεύγει για πάντα, φορτωμένος μόνο με την κακία του και τις αμαρτίες του.
Σωστά λοιπόν το πάθος αυτό έχει ονομαστεί κενοδοξία, που σημαίνει κενή, δηλαδή άδεια, δόξα· γιατί ουσιαστικά είναι άδεια, δεν έχει τίποτα το χρήσιμο. Είναι σαν ένα προσωπείο με υπέροχα εξωτερικά χαρακτηριστικά, που καθώς είναι ψεύτικο και κενό από μέσα, μολονότι ωραιότερο από αληθινό ανθρώπινο πρόσωπο, δεν κάνει ποτέ κανέναν να το ερωτευθεί. Τέτοια είναι και η τιμή, η υπόληψη, που θέλει να απολαμβάνει κανείς από τον κόσμο, ή μάλλον πολύ χειρότερη. Γιατί τίποτα δεν αποξενώνει τόσο τον άνθρωπο από τη φιλανθρωπία του Θεού, τίποτα δεν τον ρίχνει τόσο εύκολα στη φωτιά της κολάσεως όσο η κενοδοξία, η υπερηφάνεια, η έπαρση, η αλαζονεία.
Έχουμε υπερηφάνεια; Η ζωή μας είναι ακάθαρτη, έστω κι αν είμαστε σωματικά αγνοί, έστω κι αν κάνουμε νηστείες, προσευχές, ελεημοσύνες. «Ἀκάθαρτος παρὰ Θεῷ πᾶς ὑψηλοκάρδιος(:Ακάθαρτος είναι μπροστά στον Θεό κάθε υπερήφανος)», λέει η Αγία Γραφή[:Παροιμ. 16,5]. Και είναι τόσο μεγάλο κακό η κενοδοξία, όχι μόνο γιατί παρασύρει στην αμαρτία όσους κυριεύει, αλλά και γιατί συνοδεύει συχνά ακόμα και την αρετή. Αν δεν μπορέσει να μας βγάλει από τον δρόμο της αρετής, μας βλάπτει χρησιμοποιώντας την ίδια την αρετή, καθώς μας αναγκάζει να υπομένουμε τους κόπους της, μας στερεί όμως τους καρπούς της. Δεν είναι δυνατόν, όταν κανείς επιθυμεί και την αρετή και τη δόξα, να πετύχει και τις δύο. Μπορεί βέβαια να αποκτήσει και τις δύο, όταν επιδιώκει μόνο τη μία, την ουράνια αρετή, οπότε είναι δυνατό να ακολουθήσει και η δόξα. Όταν όμως επιθυμεί και τις δύο, καμία δεν θα πετύχει.
Εκείνος, δηλαδή, που κάνει μια καλή πράξη, προσπαθώντας να κερδίσει και τη δόξα των ανθρώπων, είτε μπορέσει να αποκτήσει αυτήν τη δόξα είτε όχι, παίρνει την αμοιβή του στην παρούσα ζωή, και καμιάν ανταμοιβή δεν θα πάρει για την καλή του πράξη στην άλλη ζωή. Γιατί; Επειδή στέρησε τον εαυτό του από τη γενναιοδωρία του Κυρίου, προτιμώντας τη μικρή δόξα των ανθρώπων από τη μεγάλη και αιώνια δόξα του δίκαιου Κριτή.
Από το άλλο μέρος, εκείνος που ασκεί κάποια πνευματική αρετή μόνο και μόνο για να είναι ευάρεστος στο Θεό, και την αρετή του διατηρεί ακέραιη και πλούτο αδαπάνητο αποταμιεύει στον ουρανό και παρηγοριά μεγάλη νιώθει από τη χρηστή προσδοκία της μελλοντικής αιώνιας ζωής. Αυτός, μαζί με τη θεϊκή ανταμοιβή του, που βρίσκεται ασφαλισμένη στο θησαυροφυλάκιο του ουρανού, θα γνωρίσει, χωρίς να το θέλει, και την ανθρώπινη δόξα. Γιατί τότε απολαμβάνουμε άφθονη τη δόξα, όταν αδιαφορούμε γι’ αυτήν, όταν δεν την επιζητούμε.
Έτσι λοιπόν όλα τα κερδίζει όποιος ταπεινά κάνει το καθετί για τον Θεό, και όλα τα χάνει όποιος υπερήφανα επιδιώκει την τιμή των ανθρώπων.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Θέματα ζωής(από τις ομιλίες του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου), τόμος Β΄, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2010, σελ. 29-35.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ[:Λουκ. 18, 9-14]
Πνευματικά θησαυρίσματα από ομιλίες του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Η ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ
Αν η αμαρτία, όταν είναι ενωμένη με την ταπεινοφροσύνη, τρέχει τόσο γρήγορα στο δρόμο της θεϊκής ευσπλαχνίας, ώστε μπορεί να ξεπεράσει και την αρετή που τρέχει με αλαζονεία, τότε πού δεν θα φτάσει η αρετή, όταν συνυπάρχει με την ταπεινοφροσύνη; Αν εκείνοι που ομολογούν τα αμαρτήματά τους, βρίσκουν έλεος από τον Κύριο, τότε πόσα στεφάνια δεν θα κερδίσουν εκείνοι που έχουν πλήρη επίγνωση των αγαθών τους πράξεων και παραμένουν ταπεινοί;
Έχεις πραγματοποιήσει αναρίθμητα καλά έργα; Έχεις αποκτήσει κάθε αρετή; Όλα αυτά είναι μάταια και ανώφελα, αν δεν συνοδεύονται από την ταπεινοφροσύνη. Κανένα, μα κανένα κατόρθωμα δεν μπορεί να σταθεί δίχως αυτήν.
Ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο με σώμα και ψυχή, δηλαδή με ένα στοιχείο υλικό και με ένα πνευματικό, είναι και τούτος: όταν κυριεύεται από την αλαζονεία, να ταπεινώνεται από την ευτέλεια του φθαρτού σώματος, και όταν του έρχεται λογισμός εξευτελιστικός για την θεόπλαστη φύση του, να ενθαρρύνεται από την ευγένεια της αθάνατης ψυχής του. Γι’ αυτό είναι καλό να συλλογιζόμαστε την καταγωγή μας, να θυμόμαστε από τι και πώς δημιουργηθήκαμε.
Έβαλε ακόμα μέσα μας ο Θεός μεγάλες δυνάμεις, αλλά και πολλές αδυναμίες. Έτσι, με τις δυνάμεις δοξάζεται η δική Του σοφία και με τις αδυναμίες περιορίζεται η δική μας υπερηφάνεια. Μας έδωσε, λ.χ., γλώσσα που μιλάει, ψάλλει, υμνεί τον Κύριο του σύμπαντος, διηγείται την ωραιότητα της κτίσεως, συζητάει για τα γήινα και τα επουράνια, για τα πρόσκαιρα και τα αιώνια. Και όλα αυτά, μολονότι είναι ένα μικρό κομμάτι σάρκας, που δεν έχει μέγεθος ούτε δυο δαχτύλων. Για να μη νομίζει, λοιπόν, η γλώσσα πως είναι κάτι σπουδαίο και υπερηφανεύεται για τις θεόσδοτες ικανότητές της, πολλές φορές, με θεία παραχώρηση, πληγώνεται ή πρήζεται. Έτσι μαθαίνει ότι ενώ μπορεί να μιλάει για πράγματα αθάνατα, η ίδια είναι θνητή· και ενώ ο Θεός, τον οποίο κηρύσσει, είναι παντοδύναμος, η ίδια είναι αδύναμη.
Μας έδωσε ακόμα ο Πλάστης μας το μάτι, τον μικρό αυτό βολβό, με τον οποίο ατενίζουμε ολόκληρη την κτίση. Και για να μην υπερηφανεύεται το μάτι, έχοντας τέτοια θαυμαστή ικανότητα, προσβάλλεται συχνά από διάφορες παθήσεις, που μειώνουν ή και αποσβήνουν την όραση. Έτσι μαθαίνει τι είναι στην πραγματικότητα, μαθαίνει όμως και να δοξάζει, μέσω της ορατής κτίσεως, τον Δημιουργό.
Σκέψου τώρα, αν ο άνθρωπος μολονότι σέρνει μαζί του τόσες αδυναμίες, συχνά ξεχνάει την ελεεινότητά του και ξεσηκώνεται με θρασύτητα εναντίον του Ευεργέτη του, μέχρι πού θα έφτανε η έπαρσή του αν ήταν ολότελα απαλλαγμένος από τις αδυναμίες αυτές;
Βάλε λοιπόν καλά στο νου σου εσύ ο ψηλομύτης, ότι ο πλησίον σου, που δεν καταδέχεσαι ούτε να τον κοιτάξεις, είναι κι αυτός άνθρωπος όμοιος και ισότιμος με εσένα. Φτωχός είναι εκείνος κι εσύ πλούσιος; Αγράμματος είναι εκείνος κι εσύ μορφωμένος; Άσημος είναι εκείνος κι εσύ ένδοξος; Τι σημασία έχουν όλα αυτά τα πρόσκαιρα και μάταια; Δεν αποτελεί και ο συνάνθρωπός σου μιαν εικόνα του Θεού; Γιατί λοιπόν τον περιφρονείς; Δεν καταλαβαίνεις ότι στο πρόσωπό του περιφρονείς τον ίδιο τον Θεό; Γιατί δεν τον εξυπηρετείς, δεν τον περιποιείσαι, δεν τον τιμάς; Επειδή το ξέρω, τον θεωρείς κατώτερό σου. Και σε ρωτάω: Πόσο κατώτεροι ήταν οι απόστολοι από τον Χριστό; Άνθρωποι αυτοί, Θεός Εκείνος. Αγράμματοι αυτοί, πάνσοφος Εκείνος. Πάμφτωχοι αυτοί, πάμπλουτος Εκείνος. Κι όμως, ο Κύριος καταδέχθηκε να πλύνει τα πόδια τους. Δεν θα έπρεπε να κάνεις κι εσύ το ίδιο στους συνανθρώπους σου; Αλλά μήτε να το ακούσεις δεν μπορείς!
Αν δεν μιμηθείς τον Χριστό στην ταπείνωση, δεν θα έχεις θέση κοντά Του στη μέλλουσα ζωή. Το αιώνιο συμφέρον σου, επομένως, επιβάλλει να μην υπερηφανεύεσαι για τα αγαθά και τα πλούτη σου. Αυτό επιβάλλει όμως και το πρόσκαιρο γήινο συμφέρον σου. Γιατί κανένας άνθρωπος δεν προκαλεί τόσο το φθόνο των άλλων, όσο ο πλούσιος. Όταν μάλιστα ο πλούσιος είναι και υπερφίαλος, τότε μισείται δύο φορές. Ο ταπεινός, αντίθετα, μετριάζει το μίσος που αισθάνονται γι’ αυτόν οι άλλοι. Αν επιπλέον είναι ελεήμων, κερδίζει και την αγάπη τους. Έτσι κατέχει με μεγαλύτερη ασφάλεια τα υπάρχοντά του. Τόσο σπουδαία είναι η ταπεινοφροσύνη· δεν μας χαρίζει μόνο την ουράνια βασιλεία, αλλά μας ωφελεί και σε τούτον τον κόσμο.
Ας μην υπερηφανευόμαστε, λοιπόν, ούτε για τον πλούτο μας, ούτε για κανένα προτέρημά μας. Ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε την φύση μας, ας σκεφτούμε τις αμαρτίες μας, ας μάθουμε ποιοι πραγματικά είμαστε. Η αυτογνωσία θα βάλει στην ψυχή μας την ταπεινοφροσύνη.Εκείνος, μάλιστα, που θεωρεί πως δεν έχει καμιάν αξία, αυτός είναι που έχει γνωρίσει καλά τον εαυτό του.
Τίποτα δεν είναι τόσο αρεστό στον Κύριο, όσο το ταπεινό φρόνημα. «Μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ (:Διδαχθείτε απ΄το δικό μου παράδειγμα)», είπε, «ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ(:γιατί είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά)»[Ματθ.11,29]. Και πραγματικά, αν δεν ήταν ταπεινός Εκείνος, μολονότι Υιός του μεγάλου Θεού, θα διάλεγε ως μητέρα μιαν άσημη κόρη; Αν δεν ήταν ταπεινός Εκείνος, ο δημιουργός του ορατού και αοράτου κόσμου, θα κατέβαινε από τον ουρανό στη γη; Αν δεν ήταν ταπεινός Εκείνος, ο εξουσιαστής του πλούτου όλης της κτίσεως, θα καταδεχόταν να ξαπλωθεί μέσα σε ένα φτωχικό παχνί; Αν δεν ήταν ταπεινός Εκείνος, ο αναμάρτητος και αθώος, θα μαστιγωνόταν, θα χλευαζόταν, θα πέθαινε πάνω στο σταυρό, για τη σωτηρία των αμαρτωλών και ένοχων ανθρώπων; Τόσο ταπεινός είναι, ώστε θυσιάστηκε για τις αμαρτίες που εμείς κάναμε. Τόσο ταπεινός είναι, ώστε Θεός αυτός, παρακαλάει και ικετεύει εμάς,τα πλάσματά Του, να μετανοήσουμε, για να μην καταστραφούμε.
Έχεις λοιπόν ταπεινό φρόνημα; Μη θαυμάζεις τον εαυτό σου! Σκέψου πόσο χαμηλά κατέβηκε ο Κύριός σου και τότε όχι μόνο δεν θα θαυμάσεις, αλλά και θα περιγελάσεις τον εαυτό σου. Ακόμα κι αν ήσουνα ο ταπεινότερος από όλους τους ανθρώπους, δε θα είχες κάνει τίποτα το σπουδαίο, μπροστά σε αυτό που έκανε ο Χριστός. Ποιο θα είναι το κέρδος σου, άλλωστε, αν η ταπεινοφροσύνη σε οδηγήσει στην υπερηφάνεια; Και όποιος λέει πως είναι καλύτερα να κατορθώνουμε μιαν αρετή και να υπερηφανευόμαστε, παρά να πέφτουμε σε ένα αμάρτημα και να ταπεινωνόμαστε, αυτός αγνοεί τη ζημιά που προξενεί η αλαζονεία και το κέρδος που επιφέρει η ταπεινοφροσύνη. Γιατί ο άνθρωπος που κατορθώνει κάτι και υπερηφανεύεται γι’ αυτό, γρήγορα θα πέσει, όπως έχει αποδείξει η πείρα, στην έσχατη απώλεια. Απεναντίας, εκείνος που πέφτει σε ένα παράπτωμα και ταπεινώνεται από την πτώση του και εμπειρότερος γίνεται και γρήγορα ξανασηκώνεται, αν βέβαια θέλει, και επανορθώνει το σφάλμα του.
Ωστόσο θα μου πείτε πολλοί από αυτούς που προχωρούσαν σταθερά στον σωστό δρόμο πριν δοκιμάσουν πειρασμούς, έπεσαν σε παραπτώματα όταν τους βρήκαν πειρασμοί. Σας απαντώ, λοιπόν: Ποιος είναι εκείνος που γνωρίζει καλά, αν κάποιος βαδίζει στον σωστό δρόμο, εκτός από τον παντογνώστη Κύριο, τον δημιουργό μας, που δεν αγνοεί καμία πράξη, κανένα λόγο, κανένα αίσθημά μας; Γιατί, πολλές φορές άνθρωποι που εμείς τους θεωρούμε χρηστούς και ενάρετους, είναι ανήθικοι και ανέντιμοι.
Ας τους αφήσουμε, όμως αυτούς και ας μιλήσουμε για τους άλλους, που πραγματικά ζουν με χρηστότητα. Και όλες τις αρετές να έχουν αποκτήσει, αν έχουν παραμελήσει τη σπουδαιότερη, την ταπεινοφροσύνη, εγκαταλείπονται από τον Θεό, για να συνειδητοποιήσουν έτσι ότι όσα κατόρθωσαν δεν οφείλονται στη δική τους δύναμη, αλλά στη δική Του χάρη, βοήθεια και προστασία. Γιατί ο φιλάνθρωπος Κύριος πάντα συντρέχει τους πιστούς και ταπεινούς δούλους Του. Θα σας θυμίσω δύο τρία σχετικά περιστατικά από την Αγία Γραφή.
Όταν ο βασιλιάς των Γεράρων Αβιμέλεχ και οι Φιλισταίοι βοσκοί έδιωξαν άδικα τον Ισαάκ από τα χωράφια του κι από τα πηγάδια που με τόσον κόπο είχε ανοίξει, αυτός δε φέρθηκε μικρόψυχα, δεν αγανάκτησε, δε λιποψύχησε, δεν είπε και δεν σκέφτηκε τίποτα κακό μήτε για τους ανθρώπους, που τον αδίκησαν, μήτε για τον Θεό, που δεν τον υπερασπίστηκε. Γι’ αυτό ο Κύριος τον τίμησε και τον βοήθησε υπερβολικά. Του φανερώθηκε την ίδια νύχτα και του είπε «ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς Ἁβραὰμ τοῦ πατρός σου· μὴ φοβοῦ· μετὰ σοῦ γάρ εἰμι καὶ εὐλογήσω σε καὶ πληθυνῶ τὸ σπέρμα σου δι᾿ Ἁβραὰμ τὸν πατέρα σου(: Εγώ είμαι ο Θεός του πατέρα σου του Αβραάμ. Μη φοβάσαι. Είμαι μαζί σου και θα σε ευλογήσω και θα πληθύνω και τους απογόνους σου ένεκα του Αβραάμ του πατέρα σου)»[Γέν.26,24]. Σαν άκουσε τα λόγια τούτα ο δίκαιος Ισαάκ, παρηγορήθηκε και εγκαρδιώθηκε. Η θεϊκή υπόσχεση δεν άργησε να εκπληρωθεί. Κοίτα πόση δύναμη έχει η ταπείνωση! Εκείνοι που πρωτύτερα τον είχαν διώξει, ήρθαν τώρα να τον συναντήσουν, να του ζητήσουν συγνώμη και να ομολογήσουν τη δύναμή του. «ἰδόντες ἑωράκαμεν, ὅτι ἦν Κύριος μετὰ σοῦ(:Είδαμε πια καθαρά ότι ο Κύριος είναι μαζί σου)», του είπαν (Γέν. 26,28). Και ποιος μπορεί να είναι δυνατότερος από εκείνον που έχει τον Θεό μαζί του;
Ας δούμε τώρα πώς ταξίδεψε σε ξένη γη ο γιος του Ισαάκ, ο Ιακώβ, όταν τον καταδίωκε ο αδελφός του, γιατί μεγάλη ωφέλεια θα αποκομίσουμε και απ’ αυτό. «Καὶ ἐξῆλθεν Ἰακὼβ ἀπὸ τοῦ φρέατος τοῦ ὅρκου καὶ ἐπορεύθη εἰς Χαῤῥάν αυτός καὶ ἀπήντησε τόπῳ καὶ ἐκοιμήθῃ ἐκεῖ (:Και ο Ιακώβ αναχώρησε από το φρέαρ του όρκου και καθώς πήγαινε προς την Χαρράν της Μεσοποταμίας και βρέθηκε σε ένα τόπο και κοιμήθηκε εκεί)», λέει η Αγία Γραφή: «Ἒδυ γὰρ ὁ ἥλιος· καὶ ἔλαβεν ἀπὸ τῶν λίθων τοῦ τόπου, καὶ ἔθηκε πρὸς κεφαλῆς αὐτοῦ καὶ ἐκοιμήθη ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ(:Καθώς είχε δύσει ο ήλιος. Και αφού πήρε ένα λιθάρι, το έβαλε για προσκέφαλό του και κοιμήθηκε στον τόπο εκείνο)»[Γέν. 28,10-11]. Βλέπεις φιλοσοφική διάθεση, που δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια; Βλέπεις μεγαλοψυχία και απλότητα σε έναν νέο από πλούσια οικογένεια, αναθρεμμένο με κάθε φροντίδα και περιποίηση; Μια πέτρα χρησιμοποίησε για προσκέφαλο και πάνω στο χώμα πλάγιασε για να κοιμηθεί. Και αξιώθηκε να δει τον ίδιο τον Κύριο, που του είπε: «Ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς Ἁβραὰμ τοῦ πατρός σου, καὶ ὁ Θεὸς Ἰσαάκ· μὴ φοβοῦ(:Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ και του Ισαάκ, των πατέρων σου. Μη φοβάσαι)»[Γέν.28,13].Και συνεχίζει λίγο πιο κάτω: «καὶ ἰδοὺ ἐγώ εἰμι μετὰ σοῦ διαφυλάσσων σε ἐν ῇ ὁδῷ πάσῃ, οὗ ἂν πορευθῇς(:Εγώ θα είμαι μαζί σου και θα σε προστατεύω σε κάθε δρόμο σου, όπου κι αν πας)»[Γέν. 28,14].
Αν λοιπόν θέλεις να είναι πραγματικά μεγάλα τα κατορθώματά σου, ούτε μεγάλα να τα θεωρήσεις, ούτε στον εαυτό σου να τα αποδώσεις ποτέ. Πάντα να ομολογείς ότι στη χάρη του Θεού οφείλονται όλα. Έτσι κάνεις τον Κύριο οφειλέτη σου, όχι μόνο για τα κατορθώματα, αλλά και για την ευγνωμοσύνη, τη μετριοφροσύνη, την ταπείνωσή σου. Έτσι κερδίζεις και την αγάπη, τη συμπάθεια, την ευμένεια των ανθρώπων· γιατί κανένας δεν είναι τόσο αγαπητός και συμπαθητικός, όσο ο ταπεινός.
Η ταπείνωσή σου, όμως πρέπει να είναι γνήσια και πηγαία, όχι υποκριτική η επιφανειακή. Να είναι αμετάπτωτη και να εκδηλώνεται όμοια σε όλους, είτε φίλοι είναι είτε εχθροί, είτε μεγάλοι είτε μικροί. Να μην αποτελεί μόνο χαρακτηριστικό της εξωτερικής σου συμπεριφοράς, αλλά και βίωμα της καρδιάς σου.
Την αληθινή ταπεινοφροσύνη, που είναι συνδυασμένη με τη διάκριση, μπορεί να σου τη διδάξει ένα περιστατικό από το Ευαγγέλιο: «Ἐλθόντων δὲ αὐτῶν εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθον οἱ τὰ δίδραχμα λαμβάνοντες τῷ Πέτρῳ καὶ εἶπον· ὁ διδάσκαλος ὑμῶν οὐ τελεῖ τὰ δίδραχμα;(:Και όταν ο Ιησούς και οι μαθητές Του έφθασαν στην Καπερναούμ, ήλθαν στον Πέτρο οι εισπράκτορες του φόρου των δύο δραχμών που οι Ιουδαίοι από ευλάβεια πρόσφεραν για τον ναό, και είπαν: ‘’Ο διδάσκαλός σας δεν πληρώνει τις δύο δραχμές;’’)»[Ματθ. 17,24].Παρατήρησε ότι δεν τόλμησαν να μιλήσουν στον Χριστό, αλλά στον Πέτρο· και σε αυτόν όχι επιθετικά, αλλά συγκρατημένα. Δεν κατηγόρησαν τον Κύριο. Απλώς ρώτησαν με συστολή: «Οὐ τελεῖ;(:Δεν πληρώνει;)». Γιατί δεν πίστευαν, βέβαια, πως ήταν Υιός του Θεού, Τον σέβονταν όμως για τα θαύματα που έκανε.
Τι απάντησε λοιπόν ο Πέτρος; «Ναί (:Ναι, πληρώνει)». Μα μόλις μπήκε στο σπίτι, όπου έμενε, και πριν πει τίποτα, τον πρόλαβε ο παντογνώστης Κύριος και του είπε: «Τί σοι δοκεῖ, Σίμων; Οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς ἀπὸ τίνων λαμβάνουσι τέλη ἢ κῆνσον; Ἀπὸ τῶν υἱῶν αὐτῶν ἢ ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων;(:Τι γνώμη έχεις, Σίμων; Οι βασιλείς της γης από ποιους παίρνουν δασμούς ή κεφαλικό φόρο; Από τα παιδιά τους ή από τους ξένους, που δεν είναι μέλη του βασιλικού τους οίκου;)». «Ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων(:Από τους ξένους)», αποκρίθηκε ο Πέτρος. «Ἄραγε ἐλεύθεροί εἰσιν οἱ υἱοί (:Συνεπώς τα παιδιά του βασιλιά απαλλάσσονται από κάθε φορολογία. Ούτε εγώ λοιπόν, που είμαι γνήσιος Υιός του Θεού, ούτε εσείς που με υπηρετείτε, είμαστε υποχρεωμένοι να πληρώνουμε φόρο για τον οίκο του Θεού Πατέρα μας)», συμπέρανε ο Ιησούς [Ματθ.17,25-26]. Τι εννοούσε με αυτό; Ότι αφού οι γιοι των επίγειων βασιλιάδων απαλλάσσονται από τη φορολογία, πολύ περισσότερο Εκείνος, ο Υιός του ουράνιου Βασιλιά και Βασιλιάς ο ίδιος. Ωστόσο πρόσθεσε: «ἵνα δὲ μὴ σκανδαλίσωμεν αὐτούς, πορευθεὶς εἰς τὴν θάλασσαν βάλε ἄγκιστρον καὶ τὸν ἀναβάντα πρῶτον ἰχθὺν ἆρον, καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ εὑρήσεις στατῆρα· ἐκεῖνον λαβὼν δὸς αὐτοῖς ἀντὶ ἐμοῦ καὶ σοῦ(:Για να μη σκανδαλίσουμε, πάντως, τους εισπράκτορες του φόρου, πήγαινε στη θάλασσα, ρίξε το αγκίστρι και πάρε το πρώτο ψάρι που θα βγάλεις· άνοιξε το στόμα του και θα βρεις μέσα ένα τετράδραχμο· παρ’ το και δώσε τους το, για μένα και για σένα)»[Ματθ. 17,27].
Βλέπεις ότι δεν αρνείται να πληρώσει τον φόρο, ούτε και προστάζει απλά τον Πέτρο να τον πληρώσει. Πληρώνει, αφού πρώτα αποδεικνύει ότι δεν είναι υποχρεωμένος να το κάνει. Γιατί; Για να μη σκανδαλιστούν οι εισπράκτορες και οι μαθητές Του. Δεν δίνει δηλαδή τον φόρο σαν υποχρεωμένος σε πληρωμή, αλλά για την αδυναμία εκείνων.
Και για ποιο λόγο δεν τους λέει να δώσουν τον φόρο από το ταμείο τους; Για να δείξει και σε τούτη την περίσταση ότι είναι Θεός και Κύριος του σύμπαντος, ότι εξουσιάζει και τη θάλασσα. Προείπε, λοιπόν, ότι από τον βυθό της θα πιαστεί ένα ψάρι, που θα πληρώσει τον φόρο. Και πραγματικά, με τη βουλή και το πρόσταγμά Του, πιάστηκε το ψάρι, που είχε στο στόμα του ένα τετράδραχμο. Αυτό το νόμισμα προσφέροντάς Του ως δώρο η θάλασσα, έδειξε την υποταγή της στον Δημιουργό της. Αλλά και ο Κύριος έδειξε την ταπείνωσή Του, πληρώνοντας φόρο στους εισπράκτορες-ο Θεός στους ανθρώπους, ο Πλάστης στα πλάσματα, ο ευεργέτης στους οφειλέτες.
Ας μην υπερηφανευόμαστε, λοιπόν, για τίποτα. Ας θεωρούμε τον εαυτό μας τιποτένιο. Είμαστε αμαρτωλοί; Αν το παραδεχόμαστε και το ομολογούμε με συντριβή, όπως ο τελώνης της ευαγγελικής παραβολής, γινόμαστε δίκαιοι. Είμαστε δίκαιοι; Αν πιστεύουμε ταπεινά πως είμαστε αμαρτωλοί, γινόμαστε δυο φορές δίκαιοι. Γιατί «ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν(:ο Θεός εναντιώνεται στους υπερήφανους, στους ταπεινούς όμως δίνει τη χάρη Του)»[Ιακ.4,6].
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Θέματα ζωής(από τις ομιλίες του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου), τόμος Β΄, σελ. 36-44, εκδ. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 2010.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
Ὁμιλία εἰς τήν κατά τόν Τελώνην καί τόν Φαρισαίον τοῦ Κυρίου παραβολήν
Εφευρετικός είναι για το κακό ο νοερός προστάτης της κακίας· ικανός ν’ αφαιρέσει ευθύς από την αρχή τα θεμέλια της αρετής που ήδη κατατίθενται στην ψυχή, μέσω της ανελπιστίας και της απιστίας, αλλά επίσης ικανός πάλι να επιτεθεί μέσω της αδιαφορίας και της ραθυμίας εναντίον των τοίχων της οικίας της αρετής, την ώρα που ανεγείρονται, ακόμη δε και να κρημνίσει μέσω της υπερηφάνειας και της παραφροσύνης τον όροφο των αγαθών έργων οικοδομημένο ήδη. Αλλά κρατηθείτε, μην πτοηθείτε· διότι ο επιμελής είναι περισσότερο επινοητικός στα αγαθά και η αρετή έχει περισσότερη ισχύ γι’ αντιπαράταξη προς την κακία, αφού διαθέτει την άνωθεν χορηγία και συμμαχία από τον ίδιο ο Οποίος δύναται τα πάντα και ενδυναμώνει από αγαθότητα όλους τους εραστές της αρετής. Έτσι η αρετή όχι μόνο παραμένει αδιάσειστη από ποικίλα πονηρές πανουργίες που μηχανεύεται ο Αντικείμενος, αλλά μπορεί και να σηκώσει και επαναφέρει όσους έπεσαν στον βυθό των κακών και να τους προσαγάγει εύκολα στον Θεό με τη μετάνοια και την ταπείνωση.
Δείγμα λοιπόν και διαρκής απόδειξη σε όσα ειπώθηκαν παραπάνω είναι το εξής. Πραγματικά ο Τελώνης, ενώ είναι τελώνης και, μπορoύμε να πούμε, ενώ ζει στον πυθμένα της αμαρτίας, ελαφρύνεται από αυτήν με τρόπο απλό, αφού έγινε συγκοινωνός προς όσους διάγουν ενάρετο βίο με μόνο τον λόγο που είπε στην προσευχή του, κι αυτόν σύντομο[«Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ(:Κύριε και Θεέ, σπλαχνίσου με και συγχώρησέ με τον αμαρτωλό)»[Λουκ.18,13], και ανυψώνεται και υπερβαίνει κάθε κακία και, δικαιωμένος από τον ίδιο τον αδέκαστο Κριτή, συγκαταλέγεται στον χορό των δικαίων. Εάν δε και ο Φαρισαίος για λόγο που είπε καταδικάζεται, παθαίνει τούτο διότι είναι φαρισαίος και νομίζει ότι είναι κάποιος αφ’ εαυτού, και όχι διότι είναι πραγματικά δίκαιος· καταδικάζεται διότι εκφέρει αυθάδη λόγια, ανάμεσα στα οποία εκείνα που παροργίζουν τον Θεό δεν είναι λιγότερα από αυτά τα λόγια.
Και γιατί άραγε η μεν ταπείνωση ανεβάζει στο ύψος της δικαιοσύνης, η δε υπεροψία κατεβάζει προς τον βυθό της αμαρτίας; Διότι αυτός που νομίζει ότι είναι κάποιος σπουδαίος, και μάλιστα ενώπιον του Θεού, δικαίως εγκαταλείπεται από τον Θεό, αφού έχει την γνώμη ότι δεν χρειάζεται την βοήθειά του· αυτός δε που θεωρεί τον εαυτό του μηδαμινό και γι’ αυτό αποβλέπει στην άνωθεν ευσπλαχνία, δικαίως επιτυγχάνει την από τον Θεό συμπάθεια και βοήθεια και χάρη· διότι λέγει: «Ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν(:Ο Κύριος αντιτάσσεται στους υπερηφάνους, ενώ στους ταπεινούς δίδει χάρη)»[Ιακ.4,5].
Αποδεικνύοντας τούτο ο Κύριος με παραβολή λέγει: «Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης(:Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ιερό για να προσευχηθούν˙ ο ένας ήταν Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης)»[Λουκ.18,10]. Θέλοντας να παραστήσει εναργώς το κέρδος που προκύπτει για τον άνθρωπο από την ταπείνωση και τη ζημία που προκαλείται από την υπερηφάνεια, διαίρεσε σε δύο κατηγορίες όλους όσους προσέρχονται στον ναό, πόσο μάλλον βέβαια όσους ανεβαίνουν σ’ αυτόν, που είναι οι προσερχόμενοι για προσευχή στον ναό του Θεού· διότι τέτοια είναι η φύση της προσευχής· ανεβάζει τον άνθρωπο από τη γη στον ουρανό και υπερβαίνοντας κάθε επουράνιο, όνομα και ύψωμα και αξίωμα, τον παρουσιάζει στον ίδιο το Θεό του παντός.
Άλλωστε και ο παλαιός εκείνος ναός ευρισκόταν σε ύψωμα, σε λόφο της πόλεως. Επάνω σ’ αυτόν τον λόφο, όταν κάποτε το θανατικό αφάνιζε την Ιερουσαλήμ, ο Δαβίδ είδε τον θανατηφόρο άγγελο να κινεί τη ρομφαία κατά της πόλεως, εκεί ανέβηκε και οικοδόμησε θυσιαστήριο στον Κύριο· προσέφερε στον Θεό θυσία και σταμάτησε η θανατηφόρος επιδημία. Αυτά αποτελούσαν τύπο της σωτηριώδους και πνευματικής αναβάσεως κατά την ιερά προσευχή και του ιλασμού που προέρχεται έπειτα από αυτήν(διότι όλα εκείνα ήσαν προτυπωτικά για τη σωτηρία μας), και, εάν θέλεις, και τύπο της ιεράς αυτής Εκκλησίας μας, η οποία πραγματικά ευρίσκεται επάνω σε ύψος, σαν άλλος αγγελικός και υπερκόσμιος χώρος, επάνω στον οποίο, προς εξιλασμό όλου του κόσμου, ως καταστροφή του θανάτου και αφθονία αθάνατης ζωής, προσφέρεται άνω στον Θεό η αναίμακτη, η μεγάλη και πραγματικά ευπρόσδεκτη θυσία.
Γι’ αυτό λοιπόν δεν είπε, ότι δύο άνθρωποι “προσήλθαν” στον ναό, αλλά “ανέβηκαν” στον ναό. Υπάρχουν βέβαια και τώρα μερικοί που, ερχόμενοι στην Εκκλησία, δεν ανεβαίνουν αυτοί, αλλά μάλλον καταρρίπτουν την Εκκλησία που εικονίζει τον ουρανό· αυτοί είναι όσοι προσέρχονται για χάρη της συναναστροφής και της συνομιλίας μεταξύ τους, όπως δηλαδή κάνουν και όσοι επιδίδονται σε αγοραπωλησίες· πραγματικά ομοιάζουν μεταξύ τους, αφού δίδοντας αυτοί μεν τα αντικείμενα προς πώληση, εκείνοι δε λόγους, παίρνουν αντί αυτών τα κατάλληλα. Αυτούς ο Κύριος, όπως παλαιά τους εξέβαλε εντελώς από τον ναό εκείνον: «Καὶ εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ ἱερὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐξέβαλε πάντας τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράζοντας ἐν τῷ ἱερῷ, καὶ τὰς τραπέζας τῶν κολλυβιστῶν·καὶ λέγει αὐτοῖς· γέγραπται, ὁ οἶκός μου οἶκος προσευχῆς κληθήσεται· ὑμεῖς δὲ αὐτὸν ἐποιήσατε σπήλαιον λῃστῶν(:Τότε ο Ιησούς μπήκε στον ιερό ναό που ήταν αφιερωμένος στο Θεό, κι έβγαλε έξω όλους εκείνους που πουλούσαν και αγόραζαν στο ιερό προαύλιο των εθνών κι αναποδογύρισε τα τραπέζια των αργυραμοιβών, καθώς και τα καθίσματα όπου κάθονταν αυτοί που πουλούσαν τα περιστέρια. Και τους λέει: Είναι γραμμένο στον Ησαΐα: “Ο οίκος μου θα ονομαστεί και θα είναι οίκος προσευχής. Εσείς όμως τον κάνατε σπήλαιο που συχνάζουν ληστές, αφού με τις αισχροκέρδειές σας κατακλέβετε και ληστεύετε τους προσκυνητές”)»[Ματθ.21,12], έτσι τους εξέβαλε και από τις συνομιλίες τους αυτές κατά τις αγοραπωλησίες, διότι δεν ανεβαίνουν καθόλου στον ναό, έστω και αν έρχονται καθημερινώς.
Ο Φαρισαίος πάντως και ο Τελώνης ανέβηκαν στον ναό· διότι ένα σκοπό είχαν και οι δύο, να προσευχηθούν, αν και ο Φαρισαίος μετά την άνοδο κατέρριψε τον εαυτό του, ανατρεπόμενος από τον τρόπο με τον οποίο επέλεξε να προσευχηθεί· διότι ήταν μεν ο σκοπός της αναβάσεώς τους ο ίδιος, αφού ανέβηκαν να προσευχηθούν, αλλά ο τρόπος της προσευχής ήταν αντίθετος. Ο ένας δηλαδή ανέβαινε συντετριμμένος και ταπεινωμένος, διότι διδάχθηκε από τον ψαλμωδό προφήτη ότι ο Θεός δεν θα περιφρονήσει μια συντετριμμένη και ταπεινωμένη καρδιά, αφού και αυτός ο προφήτης λέγει για τον εαυτό του, γνωρίζοντάς το φυσικά από την πείρα του: «Ἐταπεινώθην, καὶ ἔσωσέ με ὁ Κύριος (:Ταπεινώθηκα και με έσωσε ο Κύριος)»[Ψαλμ.114,6].
Και τι περιορίζομαι στον προφήτη; Διότι ο Θεός των προφητών προς χάρη μας ταπείνωσε τον εαυτό του γενόμενος σαν εμάς, καθώς λέγει ο απόστολος: «Καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ(:Και ενώ παρουσιάστηκε με την εξωτερική όψη του ανθρώπου, δεν ήταν μόνο άνθρωπος, όπως φαινόταν, αλλά ήταν συγχρόνως και Θεός. Και ταπείνωσε τον εαυτό Του δείχνοντας τέλεια υπακοή μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού, που είναι ο πλέον οδυνηρός και ατιμωτικός θάνατος)»[Φιλιπ.2,8]. Ο δε Φαρισαίος ανεβαίνει υπερβολικά φουσκωμένος και αλαζονευόμενος, με την ιδέα ότι θα αυτοδικαιωθεί· και μάλιστα ενώπιον του Θεού, εμπρός στον Οποίο όλη η δική μας δικαιοσύνη είναι σαν «ὡς ράκος ἀποκαθημένης(:ράκος γυναίκας που έχει εμμηνόρροια)»[Ησ.6,5]· διότι δεν άκουσε εκείνον που λέγει: «Ἀκάθαρτος παρὰ Θεῷ πᾶς ὑψηλοκάρδιος(:Κάθε υπερόπτης είναι ακάθαρτος ενώπιον του Κυρίου)»[Παροιμ.16,5] και: «Ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται (:Ο Θεός αντιτάσσεται στους υπερηφάνους)»[Ιακ.4,8], και «Οὐαὶ οἱ συνετοὶ ἐν ἑαυτοῖς καὶ ἐνώπιον αὐτῶν ἐπιστήμονες(: Αλίμονο σ’ αυτούς που αυτοδικαιώνονται και κατά τον εαυτό τους είναι επιστήμονες)»[Ησ.5,21].
Δεν τους διαχώρισε μόνο το ήθος αλλά και ο τρόπος, που ήταν διάφορος σ’ αυτούς, αλλά και το είδος της προσευχής, που ήταν επίσης διπλό. Πραγματικά η προσευχή δεν είναι θέμα δεήσεως μόνο, αλλά και ευχαριστίας. Ο ένας από τους προσευχομένους ανεβαίνει στον ναό του Θεού για να δοξάσει και να ευχαριστήσει τον Θεό για όσα έλαβε από Αυτόν, ο δε άλλος για να ζητήσει όσα δεν έλαβε ακόμη, μεταξύ των οποίων είναι και η άφεση των αμαρτημάτων, και μάλιστα για όσους αμαρτάνουν κάθε ώρα στις ημέρες μας. Από το άλλο μέρος η υπόσχεση των όσων με ευσέβεια προσφέρονται από εμάς στον Θεό δεν ονομάζεται προσευχή, αλλά ευχή· και τούτο το δήλωσε εκείνος που είπε: «Εὔξασθε καὶ ἀπόδοτε Κυρίῳ τῷ Θεῷ ἡμῶν(: Κάμετε ευχή, και αποδώσετέ την στον Κύριο τον Θεό μας)»[Ψαλμ.75,12], και αυτός που λέγει: «Ἀγαθὸν τὸ μὴ εὔξασθαί σε ἢ τὸ εὔξασθαί σε καὶ μὴ ἀποδοῦναι(:καλύτερο είναι να μην κάμεις ευχή, παρά να κάμεις και να μην την εκτελέσεις)»[Εκκλ.5,4].
Αλλά το διπλό εκείνο είδος της προσευχής έχει διπλή και την αχρείωση για τους απρόσεκτους. Δηλαδή την μεν μία την καθιστά αποτελεσματική η υπέρ αφέσεως των αμαρτημάτων προσευχή και η δέηση, η πίστη και η κατάνυξη μετά την αποχή από τα κακά, ανενεργό όμως την καθιστά η απόγνωση και η πώρωση. Την άλλη την κάμουν ευπρόσδεκτη ευχαριστία για όσα έχουμε ευεργετηθεί από τον Θεό, η ταπείνωση και η αποφυγή επάρσεως απέναντι στους στερούμενους, απαράδεκτη δε η έπαρση γι’ αυτά, σαν να αποκτήθηκαν με δική μας προσπάθεια και γνώση, και η κατάκριση εναντίον αυτών που δεν έχουν πράγματα. Ότι λοιπόν είναι άρρωστος και στα δύο αυτά ο Φαρισαίος, ελέγχεται από τον εαυτό του και τα λόγια του· διότι, ενώ ανέβηκε στον ναό για να ευχαριστήσει, όχι να δεηθεί, με την ευχαριστία προς τον Θεό ανέμιξε αφρόνως και αθλίως έπαρση και κατάκριση· διότι, λέγει, αφού στάθηκε καθ’ εαυτόν, προσευχήθηκε τα εξής: «Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης(:Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, διότι δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους, που είναι άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και σαν αυτόν εκεί τον τελώνη· ενώ δηλαδή όλοι οι άλλοι είναι ένοχοι και αξιοκατάκριτοι, εγώ είμαι ο μόνος ανένοχος. Σ’ ευχαριστώ λοιπόν, διότι δεν βλέπω στον εαυτό μου τις τόσες κακίες που έχουν οι άλλοι)»[Λουκ.18,11].
Η στάση του Φαρισαίου δεν δηλώνει τη δουλική παράσταση, αλλά την αδιάντροπη υπεροψία που είναι αντίθετη προς εκείνον που έχει ταπείνωση δεν έχει το θάρρος ούτε τους οφθαλμούς να υψώσει προς τον ουρανό. Ευλόγως δε προσευχόταν καθ’ εαυτόν ο Φαρισαίος· διότι δεν ανέβηκε προς τον Θεό, αν και δεν αγνοούσε τον καθήμενο επάνω στα Χερουβείμ και επιβλέποντα τα τελευταία σημεία των αβύσσων. Η προσευχή του ήταν ως εξής: Αφού είπε: “Σ’ ευχαριστώ“, δεν πρόσθεσε τα λόγια: «διότι από ευσπλαχνία, σαν σε ασθενή ν’ αντιπαραταχθεί, μου έδωσες δωρεάν την απαλλαγή από τις παγίδες του πονηρού». Διότι, αδελφοί, είναι ανδρείο κατά την ψυχή, το να κατορθώσει κανείς, αφού πιάστηκε στις παγίδες του εχθρού και έπεσε στους βρόχους της αμαρτίας, να διαφύγει με τη μετάνοια. Γι’ αυτό οι υποθέσεις μας διευθύνονται από ανώτερη πρόνοια και πολλές φορές, ενώ καταβάλλαμε μικρή ή καθόλου προσπάθεια, εμμείναμε με τη βοήθεια του Θεού ανώτεροι πολλών και μεγάλων παθημάτων, ανακουφισθέντες από συμπάθεια λόγω της ασθενείας μας. Και πρέπει να αναγνωρίζουμε τη δωρεά και να ταπεινωνόμαστε ενώπιον αυτού που την έκαμε, αλλά να μην κομπάζουμε.
Ο Φαρισαίος όμως λέγει: «Σ’ ευχαριστώ, Θεέ, όχι διότι έλαβα καμιά βοήθεια από σένα», αλλά «διότι δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι»· σαν να διέθετε αφ’ εαυτού και από προσωπική του ικανότητα το προσόν ότι δεν ήταν άρπαγας, μοιχός και άδικος, αν φυσικά τα διέθετε κιόλας. Δεν πρόσεχε πραγματικά στον εαυτό του, αλλά έβλεπε περισσότερο όλους τους άλλους παρά τον εαυτό του, και εξουθενώνοντας όλους -ποια παραφροσύνη -, έναν μόνο θεωρούσε δίκαιο και σώφρονα, τον εαυτό του· «δεν είμαι» λέγει, «όπως οι άλλοι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή όπως αυτός ο τελώνης».
«Πόση μωρία σε διακρίνει», θα μπορούσε κανείς να του ειπεί. «Και αν όλοι εκτός από σένα είναι άδικοι και άρπαγες, τότε ποιος είναι αυτός που υφίσταται την αρπαγή και την κάκωση; Τι συμβαίνει δε και με αυτόν τον τελώνη και την κατ’ εξοχήν αυτού προσθήκη στη διήγηση; Αφού είναι και αυτός ένας από όλους δεν έχει συμπεριληφθεί μαζί με τους άλλους στην από σένα κοινή και, θα λέγαμε, οικουμενική κατάκριση; Ή έπρεπε αυτός να υποστεί διπλή καταδίκη, κρινόμενος από τους φαρισαϊκούς οφθαλμούς σου, αν και στεκόταν μακριά σου; Άλλωστε ότι ήταν άδικος, το γνώριζες, αφού ήταν φανερά τελώνης, ότι όμως ήταν μοιχός, από που το γνώριζες; Ή μήπως δικαιούσαι να τον αδικείς και να τον προπηλακίζεις, επειδή αυτός αδικούσε άλλους; Δεν είναι έτσι, δεν είναι· αλλά αυτός μεν βαστάζοντας με ταπεινό φρόνημα την υπερήφανη κατηγορία σου και προσφέροντας στον Θεό με αυτομεμψία την ικεσία, θ’ απαλλαγεί από αυτόν της καταδίκης, δικαίως για όσα αδίκησε, εσύ όμως θα καταδικαστείς δικαίως, διότι κατηγορείς υπεροπτικά εκείνον και όλους τους ανθρώπους, και από όλους μόνο τον εαυτό σου δικαιώνεις. “Δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί“».
Αυτά τα λόγια αποδεικνύουν την υπεροψία του Φαρισαίου και προς τον Θεό και προς όλους τους ανθρώπους, αλλ’ επίσης και το ψευδολόγο της συνειδήσεώς του· διότι αφενός μεν εξουθενώνει σαφώς όλους μαζί τους ανθρώπους, αφετέρου πάλι αποδίδει την αποφυγή των κακών όχι στη δύναμη του Θεού, αλλά στη δική του. Ο λόγος για τον οποίο ευχαριστεί είναι αυτός· ότι εκτός από τον εαυτό του νομίζει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ακόλαστοι και άδικοι και άρπαγες, ωσάν ο Θεός να μην αξίωσε κανένα άλλον πλην αυτού να του παράσχει την αρετή. Αλλά αν όλοι ήσαν τέτοιοι, έπρεπε σε όλους αυτούς να ευρίσκονται εμπρός τους προς διαρπαγή τα αγαθά του Φαρισαίου τούτου.
Δεν φαίνεται όμως κάτι τέτοιο· διότι προσθέτει αυτός: «Νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι(:Έχω όμως και αρετές: νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα, κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Δίνω το ένα δέκατο από όλα εκείνα που αποκτώ, ακόμη και από τα πιο μικρά και τιποτένια, για τα οποία δεν επιβάλλει ο νόμος τη “δεκάτη”)»[Λουκ.18,12]. Δεν λέγει ότι δίνει το δέκατο από όσα κατέχει, αλλά από όσα αποκτά, δηλώνοντας με αυτό τις προσθήκες και επαυξήσεις της περιουσίας του. Επομένως είχε μεν όσα κατείχε, προσελάμβανε δε ανεμπόδιστα όσα μπορούσε. Πώς λοιπόν όλοι οι άνθρωποι πλην αυτού άρπαζαν και αδικούσαν; Τόσο αυτοέλεγκτο και αυτεπίβουλο πράγμα είναι η κακία! Τόσο πολύ ανάμικτο με την παραφροσύνη είναι πάντοτε το ψεύδος!
Την μεν αποδεκάτιση των εισοδημάτων του προέβαλλε για ν’ αποδείξει πλήρως την δικαιοσύνη του· διότι πώς μπορεί να είναι άρπαγας των ξένων αγαθών αυτός που αποδεκατίζει τα δικά του; Την δε νηστεία προέβαλλε για την επίδειξη της σωφροσύνης· διότι η νηστεία είναι πρόξενος της αγνείας. Έστω λοιπόν, είναι σώφρων και δίκαιος, και, αν θέλεις, και σοφός και νουνεχής και ανδρείος και ό,τι άλλο παρόμοιο· αν μεν το απέκτησες από τον εαυτό σου, και όχι από τον Θεό, γιατί προσφεύγεις ψευδώς στο σχήμα της προσευχής κι ανεβαίνεις στον ναό και λέγεις ματαίως ότι προσφέρεις ευχαριστία; Αν όμως το απέκτησες από τον Θεό, δεν το έλαβες για να κομπάζεις, αλλά για να ενεργείς προς οικοδομή των άλλων σε δόξα αυτού που το έδωσε. Έπρεπε λοιπόν πραγματικά να χαίρεσαι με ταπείνωση και να προσφέρεις ευχαριστίες, και σ’ αυτόν που το έδωσε και σ’ αυτούς χάριν των οποίων το έλαβες· διότι η λαμπάδα παίρνει το φως όχι για τον εαυτό της, αλλά για όσους βλέπουν.
Και «Σάββατο» ονομάζει ο Φαρισαίος όχι την εβδόμη ημέρα, αλλά την εβδομάδα ημερών, στις δύο από τις οποίες νηστεύει, όπως μεγαλαυχεί, αγνοώντας ότι αυτές μεν είναι ανθρώπινες αρετές, η δε υπερηφάνεια είναι δαιμονική. Γι’ αυτό, όταν συζευχθεί με αυτές, τις αχρηστεύει και τις συγκαταρρίπτει, ακόμη και αν είναι αληθινές· πόσο μάλλον αν είναι κίβδηλες.
Αυτά είπε ο Φαρισαίος. «Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ(:Ο τελώνης, αντίθετα, στεκόταν μακριά από το θυσιαστήριο όπου καίγονταν οι θυσίες, και δεν είχε την τόλμη όχι μόνο τα χέρια του, αλλά ούτε τα μάτια του να σηκώσει επάνω προς τον ουρανό. Αλλά χτυπούσε συνεχώς το στήθος του, που περιέκλεινε την αμαρτωλή και ακάθαρτη καρδιά του, και έλεγε: “Κύριε και Θεέ, σπλαχνίσου με και συγχώρησέ με τον αμαρτωλό”)»[Λουκ.18,13].
Βλέπετε πόση είναι η ταπείνωση και η πίστη και η αυτομεμψία; Βλέπετε την άκρα συστολή της διανοίας και των αισθήσεων, συγχρόνως δε και τη συντριβή της καρδιάς, αναμεμιγμένες με την προσευχή του τελώνη τούτου; Διότι όταν ανέβηκε στο ναό, για να προσευχηθεί υπέρ της αφέσεως των αμαρτημάτων του, έφερε μαζί του καλά εφόδια μεσιτευτικά προς τον Θεό, την ακαταίσχυντη πίστη, την ακατάκριτη αυτομεμψία, την ακαταφρόνητη συντριβή της καρδίας, την εξυψωτική ταπείνωση. Συνδύασε δε με την προσευχή και την προσοχή άριστα· διότι, λέγει: «Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς(:Και ο Τελώνης αυτός στεκόμενος απόμακρα)». Δεν είπε «σταθείς», όπως στην περίπτωση του Φαρισαίου, αλλά «ἑστὼς», δηλώνοντας με αυτό την επί πολύ παράταση της στάσεως, μαζί δε και το επίμονο της δεήσεως και των ικετευτικών λόγων· διότι, χωρίς να προβάλει ούτε να διανοηθεί τίποτε άλλο, πρόσεχε μόνο στον εαυτό του και τον Θεό, περιστρέφοντας στον εαυτό της και πολλαπλασιάζοντας μόνη τη μονολόγιστη δέηση, που είναι το αποτελεσματικότερο είδος προσευχής.
«Ο τελώνης», λοιπόν, «στεκόταν μακριά από το θυσιαστήριο όπου καίγονταν οι θυσίες, και δεν είχε την τόλμη όχι μόνο τα χέρια του, αλλά ούτε τα μάτια του να σηκώσει επάνω προς τον ουρανό». Αυτή η στάση ήταν συγχρόνως και στάση και υπόκυψη, και δείγμα όχι μόνο ευτελούς δούλου, αλλά και καταδίκου. Μαρτυρεί δε και την απαλλαγμένη από την αμαρτία ψυχή, που είναι μεν ακόμη μακριά από τον Θεό, διότι δεν έχει ακόμη την προς Αυτόν παρρησία δια των έργων, αλλά ελπίζει να εγγίσει τον Θεό, λόγω της αποχής από τα κακά και της αγαθής ήδη προθέσεώς της. Στεκόμενος λοιπόν έτσι απόμακρα ο Τελώνης δεν ήθελε ούτε τους οφθαλμούς του να σηκώσει στον ουρανό, επιδεικνύοντας με τον τρόπο και το σχήμα την αυτοκατάκριση και αυτομεμψία του· διότι θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο και του ουρανού και του επιγείου ναού. Γι’ αυτό του μεν ναού στεκόταν στα πρόθυρα, προς τον ουρανό όμως δεν τολμούσε ούτε ν’ ατενίσει, πόσο μάλλον προς τον Θεό του ουρανού- αλλά κτυπώντας το στήθος του από την έντονη κατάνυξη και παριστώντας έτσι τον εαυτό του άξιο τιμωρίας, αναπέμποντας από εκεί βαρυπενθής τους στεναγμούς και κλίνοντας σαν κατάδικος την κεφαλή, αποκαλούσε τον εαυτό του αμαρτωλό και ζητούσε με πίστη τον ιλασμό, λέγοντας· «Θεέ, ευσπλαγχνίσου με τον αμαρτωλό»· διότι πίστεψε σε Εκείνον που λέγει: «Ἐπιστρέψατε πρός με, καὶ ἐπιστραφήσομαι πρὸς ὑμᾶς(:Επιστρέψτε προς Εμένα και Εγώ θα επιστρέψω προς εσάς)»[Ζαχ.1,3], και στον προφήτη που διαβεβαίωσε: «Εἶπα· ἐξαγορεύσω κατ᾿ ἐμοῦ τὴν ἀνομίαν μου τῷ Κυρίῳ· καὶ σὺ ἀφῆκας τὴν ἀσέβειαν τῆς καρδίας μου(:Είπα, θα εξομολογηθώ στον Κύριο την ανομία μου εναντίον μου, και Εσύ άφησες την ασέβεια της καρδίας μου)»[Ψαλμ.31,5].
Τι συνέβη λοιπόν έπειτα από αυτά; «Κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται(:Αυτός ο περιφρονημένος τελώνης κατέβηκε από το ιερό και πήγε στο σπίτι του αθωωμένος και δικαιωμένος από τον Θεό και όχι ο Φαρισαίος εκείνος. Δικαιώθηκε λοιπόν ο τελώνης και κατακρίθηκε ο Φαρισαίος, διότι όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί από τον Θεό και θα κατακριθεί. Αντίθετα όποιος ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί και θα τιμηθεί από τον Θεό)», λέγει ο Κύριος[Λουκ.18,14].Πραγματικά, όπως ο Διάβολος είναι η ίδια η υπεροψία, και η υπερηφάνεια είναι το ιδιαίτερο κακό του, γι’ αυτό και συναπτομένη με οποιαδήποτε ανθρώπινη αρετή την νικά και την καταρρίπτει, έτσι η ταπείνωση ενώπιον του Θεού είναι αρετή των αγαθών αγγέλων και νικά κάθε ανθρώπινη κακία που επέρχεται στον πταίστη· διότι η ταπείνωση είναι όχημα της αναβάσεως προς τον Θεό, όπως εκείνα τα σύννεφα, που πρόκειται ν’ ανυψώσουν προς τον Θεό αυτούς που θα μείνουν σε απείρους αιώνες μαζί με τον Θεό, καθώς προφήτευσε ο απόστολος, λέγοντας: «Ἒπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα(:Έπειτα εμείς που θα είμαστε τότε ακόμη στη ζωή, συγχρόνως και μαζί μ’ αυτούς θα αρπαχτούμε με σύννεφα για να προϋπαντήσουμε τον Κύριο μετέωροι στον αέρα, μεταξύ ουρανού και γης. Κι έτσι, αφού ανεβούμε μαζί Του στον ουρανό, θα είμαστε πάντοτε μαζί με τον Κύριο)»[Α΄Θεσ.4,17]. Ό,τι δηλαδή είναι η νεφέλη, είναι και η ταπείνωση, που συστήνεται δια μετανοίας και αφήνει από τους οφθαλμούς ρυάκια με δάκρυα, εξάγει τους αξίους από τα ανάξια, τους ανεβάζει και τους συνάπτει με τον Θεό, δικαιωμένους δωρεάν λόγω της ευγνώμονης προαιρέσεως.
Και ο μεν Τελώνης σφετεριζόμενος πρωτύτερα κακοτέχνως τα ξένα πράγματα, αλλ’ έπειτα, εγκαταλείποντας τη διαστροφή και μη δικαιώνοντας τον εαυτό του, δικαιώθηκε, ο δε Φαρισαίος, ενώ δεν οικειοποιούνταν όσα ανήκαν σε άλλους, αλλά δικαιώνοντας τον εαυτό του, καταδικάσθηκε. Τώρα, εκείνοι που και οικειοποιούνται τα ανήκοντα στους άλλους και επιχειρούν να δικαιώσουν τους εαυτούς τους, τι θα πάθουν;
Αλλ’ ας αφήσουμε τώρα αυτούς, αφού και ο Κύριος τους άφησε, ως μη πειθομένους με τα λόγια. Μερικές φορές όμως και εμείς όταν προσευχόμαστε, ταπεινωνόμαστε, και ίσως νομίζομε ότι θα κερδίσουμε τη δικαίωση του Τελώνη. Δεν είναι όμως έτσι· διότι πρέπει να προσέχουμε τούτο, ότι ο Τελώνης, καταφρονούμενος από τον Φαρισαίο κατά πρόσωπο και μετά την απομάκρυνσή του από την αμαρτία, καταφρονούσε κι αυτός τον εαυτό του, όχι μόνο μη αντιλέγοντας, αλλά και συνηγορώντας προς εκείνον εναντίον του εαυτού του.
Όταν λοιπόν κι εσύ αφήσεις την κακία, δεν αντιλέγεις δε σ’ αυτούς που σε καταφρονούν και σε λοιδορούν, αλλά καταδικάζοντας και εσύ τον εαυτό σου ως κακοήθη, καταφεύγεις με κατάνυξη δια της προσευχής προς την ευσπλαγχνία του Θεού μόνο, γνώριζε ότι είσαι λυτρωμένος Τελώνης. Πολλοί βέβαια λέγουν τους εαυτούς τους αμαρτωλούς, και το λέμε και το νομίζουμε επίσης κι εμείς· αλλά η καταφρόνηση είναι που δοκιμάζει την καρδιά. Όπως δηλαδή ο μεγάλος Παύλος είναι μακριά από την φαρισαϊκή μεγαλαυχία, αν και έγραφε προς τους ανθρώπους που χρησιμοποιούσαν γλωσσολαλιά στην Κόρινθο: «Εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ μου πάντων ὑμῶν μᾶλλον γλώσσαις λαλῶν(:Ευχαριστώ τον Θεό μου διότι μου έδωσε το χάρισμα των γλωσσών και μιλώ γλώσσες περισσότερο από όλους σας)»[Α΄Κορ.14,18] (γράφει αυτά τα πράγματα αυτός που αλλού δηλώνει ότι είναι «περικάθαρμα» όλων των ανθρώπων[Α΄Κορ.4,13: «Βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν· ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι(:Ενώ μας δυσφημούν και μας συκοφαντούν, απαντάμε με λόγια γλυκά και παρηγορητικά. Σαν καθάρματα και σκουπίδια του κόσμου γίναμε, αποβράσματα ακάθαρτα της κοινωνίας στα μάτια όλων μέχρι τη στιγμή αυτή)»], για να συγκρατήσει το φρόνημα εκείνων που επαίρονται εναντίον αυτών που δεν έχουν το χάρισμα)· όπως λοιπόν ο Παύλος, γράφοντας εκείνα, είναι μακριά από την φαρισαϊκή μεγαλαυχία, έτσι είναι και το να λέγει κανείς τα λόγια του Τελώνη και να ταπεινολογεί σαν εκείνον, αλλά να μη δικαιωθεί καθώς εκείνος· διότι πρέπει με τα ταπεινά λόγια του τελώνη να συνυπάρχει και η μετάθεση από τα κακά και η ψυχική διάθεση, η κατάνυξη και η υπομονή εκείνου.
Και ο Δαβίδ έδειξε εμπράκτως ότι πρέπει, αυτός που κρίνει τον εαυτό του ένοχο ενώπιον του Θεού και μετανοεί, να θεωρεί δίκαιη και υποφερτή την σε βάρος του ύβρη και ατιμία από άλλους· διότι μετά την αμαρτία του, όταν άκουγε προσβλητικούς λόγους από τον Σεμεεί, έλεγε σ’ αυτούς που ήθελαν ν’ αντιδράσουν: «Ἄφετε αὐτὸν καὶ οὕτως καταράσθω, ὅτι Κύριος εἶπεν αὐτῷ καταρᾶσθαι τὸν Δαυίδ(: Αφήστε τον να με κακολογεί, διότι ο Κύριος του είπε να κακολογήσει τον Δαβίδ)»[Β΄Βασ.16,10], λέγοντας ότι η συγχώρηση από τον Θεό για την προς αυτόν αμαρτία είναι πρόσταγμα Εκείνου, αν και ο Δαβίδ πάλευε τότε με δεινή και μεγάλη συμφορά, αφού μόλις προσφάτως είχε επαναστατήσει εναντίον του ο Αβεσσαλώμ.
Τότε μάλιστα ο Δαβίδ, εγκαταλείποντας με αφόρητη οδύνη την Ιερουσαλήμ, όταν φεύγοντας έφθασε στις υπώρειες του όρους των Ελαιών, συνάντησε ως προσθήκη της συμφοράς τον Σεμεεί. Ο Σεμεεί έριχνε εναντίον του λίθους, τον κακολογούσε ασταμάτητα και τον ύβριζε αναιδώς· τον αποκαλούσε άνδρα αιμοβόρο και παράνομο, επαναφέροντας στη μνήμη το σχετικό με την Βηρσαβεέ και τον Ουρία έγκλημα προς ονειδισμό του βασιλέως. Και δεν τον άφησε αφού καταράστηκε μια και δυο φορές, και έριχνε εναντίον του λίθους και με λόγια πληκτικότερα από τους λίθους· «αλλά», λέγει, «προχωρούσε ο βασιλεύς και όλοι οι άνδρες του μαζί του, ενώ ο Σεμεεί βάδιζε από την πλευρά του όρους πλησίον του βασιλέως, καταρώμενός τον και ρίχνοντας λίθους από τα πλάγια, και πασπαλίζοντάς τον με χώμα». Και δεν εστερείτο ανθρώπων που θα τον εμπόδιζαν ο βασιλεύς. Ο Αβεσσά λοιπόν ο στρατηγός, μη αντέχοντας, είπε προς τον Δαβίδ· «γιατί καταράται αυτός ο ψόφιος σκύλος τον κύριό μου τον βασιλέα; Θα μεταβώ λοιπόν να του κάψω το κεφάλι». Ο βασιλεύς όμως συγκράτησε αυτόν και όλους τους άνδρες του, λέγοντας προς αυτούς: «Εἴπως ἴδοι Κύριος ἐν τῇ ταπεινώσει μου καὶ ἐπιστρέψει μοι ἀγαθὰ ἀντὶ τῆς κατάρας αὐτοῦ τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ(:Αφήστε τον, για να δει ο Κύριος την ταπείνωσή μου και μου ανταποδώσει αγαθά αντί της κατάρας αυτού)»[Β΄Βασ.16,12].
Αυτό το πράγμα και τότε μεν τελέστηκε και πραγματοποιήθηκε, δεικνύεται δε και με την παραβολή γι’ αυτόν τον Τελώνη και τον Φαρισαίο τελούμενο πάντοτε από την δικαιοσύνη· διότι αυτός που θεωρεί τον εαυτό του αληθινά υπεύθυνο της αιωνίου κολάσεως, πώς δεν θα υπομείνει γενναίως, όχι μόνο ατιμία, αλλά και ζημία και νόσο, και κάθε δυσπραγία και κακοπάθεια γενικώς; Αυτός δε που δείχνει τέτοια υπομονή, ως χρεώστης και ένοχος, με ελαφρότερη, πρόσκαιρη και διακοπτομένη καταδίκη λυτρώνεται από την πραγματικά βαριά εκείνη και αφόρητη και ατελείωτη τιμωρία· μερικές φορές, μάλιστα, λυτρώνεται και από τα τωρινά δεινά που τον βασανίζουν, καθώς η θεία χρηστότητα λαμβάνει αρχή από εδώ σαν να χρωστείται λόγω της υπομονής. Γι’ αυτό και κάποιος από τους παιδευομένους από τον Κύριο είπε: «Ὀργὴν Κυρίου ὑποίσω, ὅτι ἥμαρτον αὐτῷ, ἕως τοῦ δικαιῶσαι αὐτὸν τὴν δίκην μου(:Θα υπομείνω την παιδευτική οργή και την τιμωρία από τον Κύριο, διότι αμάρτησα σε Αυτόν)»[Μιχ.7,9].
Είθε κι εμείς, παιδευόμενοι με ευσπλαχνία, αλλά όχι με οργή και θυμό Κυρίου, να μην καταβληθούμε από την τιμωρία του Θεού, αλλά κατά τον ψαλμωδό στο τέλος να ανορθωθούμε, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο αρμόζει δόξα, δύναμις, τιμή και προσκύνησις μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Γρηγορίου του Παλαμά Άπαντα τα έργα, Ὁμιλία εἰς τήν κατά τόν Τελώνην καί τόν Φαρισαίον τοῦ Κυρίου παραβολήν, ομιλία Β΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1985, τόμος 9, σελίδες 47-73
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ [:Λουκ. 18, 9-14]
Αγίου Κυρίλλου, αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας,
Ἐξήγησις ὑπομνηματική εἰς τό κατά Λουκάν Εὐαγγέλιον,
κεφ.ιη΄, εδάφια 9-14: Η παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου
[…] Για να μάθεις όμως πόση ζημία προκαλεί το να κατακρίνουμε τους άλλους και να μη μετανοούμε για τα δικά μας πταίσματα, θα σου το επιβεβαιώσω και από τα ίδια τα Ευαγγέλια. Λέγει πράγματι αυτός ο μακάριος Λουκάς για τον Σωτήρα μας Χριστό: «Εἶπε δὲ καὶ πρός τινας τοὺς πεποιθότας ἐφ᾿ ἑαυτοῖς ὅτι εἰσὶ δίκαιοι, καὶ ἐξουθενοῦντας τοὺς λοιπούς, τὴν παραβολὴν ταύτην(:Σε μερικούς μάλιστα που είχαν τη βεβαιότητα και την αυτοπεποίθηση ότι είναι δίκαιοι και ενάρετοι, και γι’ αυτό περιφρονούσαν τους άλλους, είπε την παραβολή αυτή)»[Λουκ.18,9]. Και ποια είναι η παραβολή;
«Ἂνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται (:Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ιερό για να προσευχηθούν· ο ένας ήταν Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης. Ο Φαρισαίος στάθηκε όρθιος, για να φαίνεται καλά, και προσευχόταν προς τον εαυτό του και για τον εαυτό του με τα εξής λόγια: ‘’Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, διότι δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους, που είναι άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και σαν αυτόν εκεί τον τελώνη· ενώ δηλαδή όλοι οι άλλοι είναι ένοχοι και αξιοκατάκριτοι, εγώ είμαι ο μόνος ανένοχος. Σ’ ευχαριστώ λοιπόν, διότι δεν βλέπω στον εαυτό μου τις τόσες κακίες που έχουν οι άλλοι. Έχω όμως και αρετές: Νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα, κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Δίνω το ένα δέκατο απ’ όλα εκείνα που αποκτώ, ακόμη και από τα πιο μικρά και τιποτένια, για τα οποία δεν επιβάλλει ο νόμος τη «δεκάτη»’’.
Ο τελώνης, αντίθετα, στεκόταν μακριά από το θυσιαστήριο όπου καίγονταν οι θυσίες, και δεν είχε την τόλμη όχι μόνο τα χέρια του, αλλά ούτε τα μάτια του να σηκώσει επάνω προς τον ουρανό. Αλλά χτυπούσε συνεχώς το στήθος του, που περιέκλεινε την αμαρτωλή και ακάθαρτη καρδιά του, και έλεγε: ‘’Κύριε και Θεέ, σπλαχνίσου με και συγχώρησέ με τον αμαρτωλό’’. Σας βεβαιώνω ότι αυτός ο περιφρονημένος τελώνης κατέβηκε από το ιερό και πήγε στο σπίτι του αθωωμένος και δικαιωμένος από τον Θεό και όχι ο Φαρισαίος εκείνος. Δικαιώθηκε λοιπόν ο τελώνης και κατακρίθηκε ο Φαρισαίος, διότι όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί από τον Θεό και θα κατακριθεί. Αντίθετα, όποιος ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί και θα τιμηθεί από τον Θεό)»[Λουκ. 18,9-14].
Εδώ λοιπόν ο Κύριος μάς διδάσκει με ποιον τρόπο να κάνουμε τις προσευχές μας προς Αυτόν, για να μη βρεθούν χωρίς ανταπόκριση τα αιτήματα όσων τις χρησιμοποιούν για να επικοινωνήσουν με τον Θεό, ούτε και με αυτά που κάποιος νομίζει ότι μπορεί να ωφελείται, με αυτά τα ίδια να στρέφει ενάντια στον εαυτό του τον χορηγό των ουρανίων χαρισμάτων Θεό· διότι έχει γραφεί: «Ἒστι δίκαιος ἀπολλύμενος ἐν δικαίῳ αὐτοῦ (:Υπάρχει δίκαιος ο οποίος χάνεται κατά την αυτοδικαίωσή του)»[Εκκλ. 7,15]· διότι ιδού εδώ για τον Φαρισαίο έχει εκδοθεί καταδικαστική απόφαση, επειδή δεν έκανε την προσευχή του με επίγνωση και σύνεση· διότι ήταν πολλές οι εναντίον του κατηγορίες· πρώτον είναι ενοχλητικός και άμυαλος, γιατί αισθανόταν θαυμασμό ο ίδιος για τον εαυτό του, αν και η Αγία Γραφή φωνάζει: «Ἐγκωμιαζέτω σε ὁ πέλας καὶ μὴ τὸ σὸν στόμα, ἀλλότριος καὶ μὴ τὰ σὰ χείλη(:Ας σε επαινεί ο άλλος, ο πλησίον, και όχι το δικό σου στόμα, ο ξένος και όχι τα δικά σου χείλη)»[Παροιμ. 27,2]. Έπειτα αγνόησε ότι το να είναι κάποιος ανώτερος από τα κακά, δεν τον κάνει πάντοτε και οπωσδήποτε αξιοθαύμαστο, ενώ το να αγαπά να αντιπαρατίθεται με εκείνους που συνήθως χαίρουν της εκτιμήσεως των άλλων, τον κάνει λαμπρό και διαπρεπή και τον συγκαταλέγει δίκαια μεταξύ εκείνων που έχουν γίνει αντικείμενο θαυμασμού.
Ο τελώνης λοιπόν στεκόταν μακριά από το θυσιαστήριο, χωρίς να τολμά να σηκώσει ούτε στον ουρανό τα μάτια του, αλλά με το κοκκινισμένο βλέμμα του έδειχνε ότι δεν είχε η ψυχή του καμία παρρησία ενώπιον του Θεού. Βλέπεις ότι περιορίζοντας την παρρησία του, επειδή δεν την είχε, δέχεται τα πλήγματα από τους ελέγχους της συνειδήσεώς του; Γιατί φοβόταν ακόμα και μόνο να εμφανιστεί ενώπιον του Θεού, επειδή λίγο είχε φροντίσει για την εφαρμογή των νόμων Του, και με την ίδια τη στάση του στο ναό κατηγορεί τη φαυλότητά του· χτυπά το στήθος του, ομολογεί τα εγκλήματά του, δείχνει σαν σε γιατρό την ασθένειά του, και παρακαλεί να τον κατευσπλαχνισθεί. Όπως ακριβώς λοιπόν ούτε ο τελώνης περιφρονήθηκε- γιατί άκου τι λέγει γι΄αυτόν που ομολόγησε τις δικές του αμαρτίες, ο Κριτής των όλων, Αυτός που γνωρίζει καλά τις καρδιές, Αυτός που δέχεται τις προσευχές όλων: «Λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος(:Σας διαβεβαιώνω ότι αυτός ο περιφρονημένος από τον Φαρισαίο τελώνης κατέβηκε στο σπίτι του με συγχωρημένες τις αμαρτίες του, αθώος και δίκαιος ενώπιον του Θεού, παρά ο Φαρισαίος εκείνος)»[Λουκ. 18,14]-, έτσι και κάθε ταπεινό και με συναίσθηση της αμαρτωλότητάς του άνθρωπο ο Κύριος τελικά τον δικαιώνει.
Και αν κάποιος λοιπόν γίνει καλός και ενάρετος, να μην κυριευτεί εξαιτίας αυτού από υπεροψία, αλλά μάλλον να θυμάται τον Χριστό που λέγει στους αγίους αποστόλους: «Οὕτω καὶ ὑμεῖς, ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν, ὅτι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν(:Έτσι κι εσείς, όταν κάνετε όλα όσα σας διέταξε ο Θεός τηρώντας τις εντολές Του, πρέπει να λέτε ότι ‘’είμαστε δούλοι άχρηστοι˙ διότι εκείνο που είχαμε χρέος και καθήκον να κάνουμε, αυτό και μόνο κάναμε, και τίποτε περισσότερο, τίποτε το έκτακτο και εξαιρετικό’’)»[Λουκ. 17,10]. Οφείλουμε όμως σαν από έναν αναγκαίο ζυγό, στον Θεό των όλων τη δουλεία και την υποταγή σε καθετί. Βλέπεις πώς ο τελώνης απαλλάχθηκε από τα αμαρτήματά του, επειδή υπέμεινε την κατηγορία του Φαρισαίου με πραότητα; Και εκείνος βέβαια από τη δόξα έπεσε στο βάραθρο της ατιμίας, ενώ ο τελώνης από την ατιμασμένη ζωή του επανήλθε στη μακάρια κατάσταση· και ο ένας αποχωρίστηκε πολύ από την εγγύτητα προς τον Θεό και βρέθηκε αμέτρητα μακριά, ενώ ο άλλος ανυψώθηκε προς τον τόπο της παρρησίας. Ο ένας εξαιτίας της έπαρσης ταπεινώθηκε, ενώ ο άλλος εξαιτίας της ταπείνωσης ανυψώθηκε.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Αγίου Κυρίλλου αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, Ἐξήγησις ὑπομνηματική εἰς τό κατά Λουκάν Εὐαγγέλιον, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, ερευνητικό έργο «Οι δρόμοι της πίστης: Ψηφιακή Πατρολογία»
(https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/09/commentarii-in-lucam_.pdf,
σελ. 134-135)
Κυρίλλου Αλεξανδρείας Άπαντα τα έργα, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 2005, «Ἐξήγησις ὑπομνηματική εἰς τό κατά Λουκάν Εὐαγγέλιον », τόμος Β΄, σελ. 149-151.
Παν.Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
ΚΥΡΙΑΚΗ TEΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ[:Λουκά 18,10-14]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«ΒΑΘΟΣ ΚΑΙ ΥΨΟΣ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 20-2-2000]
[Β 409]
Θαυμασία η παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, αγαπητοί μου, που η Εκκλησία μας την τοποθετεί καθώς ανοίγει το Τριώδιον. Το Τριώδιον είναι ένα βιβλίον της Εκκλησίας μας· το οποίον συνέθεσε ο άγιος Κοσμάς, ο ποιητής. Κι επειδή αναφέρεται σε κανόνες της Εκκλησίας που έχουν μόνο τρεις ωδές, προς τιμήν του Αγίου Τριαδικού Θεού, γι΄αυτό ακριβώς λέγεται και Τριώδιον. Τρεις ωδές. Είναι γνωστό ότι ένας κανονικός, ένας αρτιμελής, ας μου επιτραπεί να το πω έτσι, κανόνας, στην σύνθεσή του είναι εννέα ωδές. Εδώ, όμως, είναι τρεις ωδές, για τον λόγο που σας εξήγησα προηγουμένως. Ανοίγει σήμερα το Τριώδιον και κλείνει το Μεγάλο Σάββατο. Για να περάσομε σε ένα άλλο βιβλίο λειτουργικό, που είναι το Πεντηκοστάριον και το οποίο κι αυτό είναι έως την 50ήν ημέρα, δηλαδή έως την Πεντηκοστή.
Βλέπετε, είναι το εκκλησιαστικόν έτος διανθισμένο με πλουσιοτάτην ποίησιν και υμνογραφία. Πλουσιοτάτην.Είναι δε το Τριώδιον διδακτικότατον βιβλίον, παιδαγωγικότατον βιβλίον. Αν κανείς το προσέξει έχει πολλά πράγματα να πάρει και να ωφεληθεί.
Αλλά ας επανέλθομε εις το θέμα μας, πάνω στην παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου. Είναι μία παραβολή, παρά το μικρό της μέγεθος, αλλά είναι πολυδιάστατη, με βάθος νοημάτων και ύψος πολλής αξίας. Σημειώνει ο ευαγγελιστής Λουκάς ως εξής. Θα σας το πω σε απόδοση: «Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στον ναό για να προσευχηθούν. Ο ένας ήταν Φαρισαίος και ο άλλος Τελώνης. Ο Φαρισαίος στάθηκε και έκανε τούτη την προσευχή, σαν στον εαυτόν του: ‘’Θεέ μου, Σε ευχαριστώ που δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους, άρπαγας, άδικος, μοιχός ή και σαν αυτόν εκεί τον Τελώνη. Εγώ νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα και δίνω στον ναό το δέκατον από όλα τα εισοδήματά μου’’. Και ο τελώνης στεκόταν από μακριά και δεν ήθελε ούτε τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό. Χτυπούσε το στήθος του κι έλεγε: ‘’Θεέ μου, λυπήσου με τον αμαρτωλόν’’. Και ο Κύριος είπε: ‘’Σας βεβαιώνω, πως αυτός ο τελώνης έφυγε δικαιωμένος και συμφιλιωμένος με τον Θεό, ενώ ο άλλος, ο Φαρισαίος, όχι. Γιατί όποιος υψώνει τον εαυτόν του θα ταπεινωθεί και όποιος τον ταπεινώνει θα υψωθεί».
Αν προσέξομε, η παραβολή παίζει ανάμεσα σε ένα ύψος και σε ένα βάθος. Ο Φαρισαίος στέκεται όχι μόνον σε ένα ύψος του σώματός του, αφού είναι όρθιος βεβαίως, αλλά και σε ένα ύψος των όσων προσεύχεται. «Εγώ, εγώ, εγώ… νηστεύω, δεν είμαι σαν κι εκείνον εκεί…». Δηλαδή και αρνητικά και θετικά σημεία της ζωής. Στο τέλος ο Κύριος βγάζει το συμπέρασμα ότι αυτός ξέπεσε στα μάτια του Θεού. Αντίθετα, ο τελώνης, που είναι μαζεμένος σε μια γωνιά, εκεί κάπου στην άκρη του ναού, τελικά στα μάτια του Θεού υψώνεται.
Ένα παιχνίδι λοιπόν, ύψους και βάθους. Ο τελώνης ζούσε ένα αληθινό βάθος. Ο Φαρισαίος ζούσε ένα ψεύτικον ύψος· που κάλυπτε την εγωπάθειά του, την προβολή του και την πνευματική του ανεπάρκεια. Ο Φαρισαίος, που έγινε πλέον «τύπος» –τη λέξη την βάζω εντός εισαγωγικών- και «κατηγορία» – την βάζω τη λέξη εντός εισαγωγικών- δηλαδή τάξη ανθρώπων, είναι εκείνος που ξεχωρίζει τον εαυτόν του από τους άλλους, που ήδη ευρίσκονται στην υποτίμησή του. Μη νομίσετε, πάρα πολλοί από τους Χριστιανούς μας, οι περισσότεροι, έτσι, ξεχωρίζομε τον εαυτόν μας από τους άλλους και λέμε: «Εγώ δεν είμαι σαν κι εκείνον εκεί». «Ἐλέγοντο δε –όπως λέγει ο άγιος Επιφάνιος- Φαρισαῖοι διὰ τὸ ἀφορισμένους εἶναι». Δηλαδή ξεχωρισμένους. Ξεχώριζαν τον εαυτό τους από τον άλλον «διά τήν ἐθελοπερισσοθρησκείαν τὴν παρ’ αὐτοῖς νενομισμένην». Ότι «εμείς είμεθα η ελίτ», αν μου επιτρέπεται η λέξις, «από τους Ιουδαίους. Είμαστε εμείς ξεχωρισμένοι. Εμείς δεν έχομε καμία σχέση με όλα αυτά». «Φάρες γάρ –λέγει ο άγιος Επιφάνιος- κατά τήν ἐβραΐδα ἐρμηνεύεται ἀφορισμός». Φαρισαίοι. «Φάρες», λέγει ο άγιος Επιφάνιος, «σημαίνει κατά την εβραϊκή γλώσσαν, αυτός που είναι ξεχωρισμένος, αφορισμένος» -με την καλή σημασία της λέξεως «αφορισμένος»– δηλαδή «αυτός που ξεχωρίζει τον εαυτό του».
Η παραβολή, ωστόσο, θέλει να μας δείξει ότι η ταπείνωσις είναι αρετή στον Θεό και αυτή βέβαια μόνη εμάς μας συμφέρει. Ενώ η υπερηφάνεια εξοργίζει τον Θεό, απωθεί τον Θεόν. Και η υπερηφάνεια δεν είναι μόνο σε έναν άνθρωπο, αλλά και σε ολόκληρο δήμο ή και λαό, ακόμα. Φερειπείν, φθάνομε να λέμε, για να το καταλάβομε: «Ο Θεός της Ελλάδος είναι μεγάλος». Ο Θεός της Ελλάδος; Μπορούσαν να λένε και οι Εβραίοι: «Ο Θεός του Ισραήλ, ο Κύριος του Ισραήλ». Μάλιστα συνηθεστάτη φράσις στον Ησαΐα είναι: «Ο Κύριος του Ισραήλ». Βέβαια. Λοιπόν, κάποτε, όταν ο λαός δεν ζει όπως θέλει ο Κύριος, τότε δεν διστάζει ο Κύριος να απωθήσει τον λαό Του. Όπως ακριβώς, όταν χαϊδεύομε το παιδί μας και αυτό δεν ανταποκρίνεται σε μια σωστή συμπεριφορά, εμείς το αποδοκιμάζομε το παιδί μας. Δεν θα αποδοκιμάσομε το παιδί του γείτονα, αλλά το παιδί το δικό μας. Έτσι και ο Θεός. Αν μας αναγνωρίζει λαό Του, εμάς θα μας απωθήσει. Μη λοιπόν λέμε «ο Θεός της Ελλάδος» και «ο Θεός της Ελλάδος» και ότι έχομε μίαν ασφάλεια και ότι ο Θεός θα μας συντηρήσει, θα μας φυλάξει… Όχι, αγαπητοί μου, όχι, πολλές φορές όχι… Ας το προσέξομε. Μόνο αν έχομε ταπείνωση σαν άτομα και σαν λαός και τηρούμε τις εντολές του Θεού, τότε πραγματικά σε προβαλλομένους κινδύνους, θα μας φυλάττει πάντοτε.
Λέγει ο Θεός στην Ιερουσαλήμ δια του προφήτου Ιερεμίου: «Ἀφαιρεθήσεται τὸ ὕψος σου». «Έβαλες ψηλά –επιτρέψατέ μου κάποιες εκφράσεις, δεν πειράζει- έχεις πάρει ψηλά τον αμανέ». Σας είπα, ζητάω συγνώμη για τις εκφράσεις. Και τώρα τι λέει ο Θεός δια του προφήτου; Ότι θα αφαιρεθεί το ύψος σου αυτό. Θα ταπεινωθείς. Θα καρπαζωθείς. Πρόσεξε. Λέει στο έκτο κεφάλαιο ο Θεός δια του Ιερεμίου. Ή ακόμη ο Ησαΐας λέγει: «Ταπεινωθήσεται τὸ ὕψος τῶν ἀνθρώπων». Ξέρετε όταν φάμε μία καρπαζιά, αμέσως κονταίνουμε· που σημαίνει ότι θα αφαιρεθεί αυτό το ύψος, δηλαδή αυτή η υπερηφάνεια. Όταν «έχομε την μύτη μας ψηλά», όπως λέμε.
Όμως αυτές τις έννοιες του βάθους, αγαπητοί μου, και του ύψους, ας τις δούμε κάπως πιο κοντά. Ανεξάρτητα πλέον από την παραβολή που μας έδωσε μόνο την αφορμή. Το βάθος και το ύψος συνιστούν τις διαστάσεις ενός σπουδαίου πράγματος. Και ταυτόχρονα συνυπάρχουν. Όπως οι ρίζες με τις κορυφές ενός δένδρου: οι ρίζες είναι βαθιά στο έδαφος, οι κορυφές είναι πάνω ψηλά. Συνυπάρχουν όμως σε ένα φυτό. Έτσι κι εδώ συνυπάρχει το ύψος, συνυπάρχει και το βάθος. Η θεολογία έχει και βάθος, έχει και ύψος.
Και βάθος σημαίνει κάτι το πολυδιάστατο και ανεξάντλητο· ενώ ύψος σημαίνει το μεγαλειώδες. Ο Θεός έχει και βάθος, αν θέλετε, βάθη, σε πληθυντικό αριθμό, έχει και ύψη, ύψος. Λέγει ο Απόστολος Παύλος ότι τα βάθη του Θεού ερευνά μόνον το Πνεύμα το Άγιον ως ομοούσιον. Ποιος μπορεί να ερευνήσει τα βάθη του Θεού; Μόνον το Πνεύμα το Άγιον. Γιατί; Επειδή είναι ομοούσιον με τον Πατέρα, γι’ αυτόν τον λόγο γνωρίζει τα βάθη του Θεού το Πνεύμα το Άγιον. Τα κτίσματα δεν μπορούν. Ούτε οι άνθρωποι, ούτε οι άγγελοι.
Αναφωνεί μάλιστα ο Απόστολος Παύλος και λέγει: «Ὦ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως Θεοῦ!». Είδατε; Βάθος πλούτου. «Ὦ ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα αὐτοῦ καὶ ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ!». Αἱ μέθοδοι του Θεού είναι ανεξιχνίαστοι. Τι ο Θεός παρασκευάζει, τι δρόμο οδηγεί, πώς φθάνει εκεί που θέλει να φθάσει ο Θεός, δεν μπορούμε εμείς οι άνθρωποι να ερευνήσομε. Ένα ελάχιστο ποσοστόν μπορούμε από τας μεθόδους του Θεού κάπου κάτι να καταλαβαίνομε. Αρκεί να σκεφθείτε ότι ο άνθρωπος ο οποίος είναι πιστός, μια περιπέτειά του, κάπου την ερμηνεύει. Οι άλλοι απέξω…είναι εκείνο που λέγει ο Δαβίδ ο ψαλμωδός: «Και με κοροϊδεύουν –λέει- και με βρίζουν. ‘’Τώρα συ που περνάς αυτά που περνάς, ποῦ ἐστὶν ὁ Θεός σου;’’». «Πού είναι ο Θεός σου να σε βοηθήσει;». Γιατί; Είναι αφιλόσοφοι. Είναι έξω από τη γνώση των μυστηρίων του Θεού. Ο πιστός όμως; Ω, ο πιστός. Α, πάρτε παράδειγμα τον Ιώβ. Οι τρεις φίλοι του του λένε…’’Κάτι πρέπει να έκανες, πρέπει να εξόργισες τον Θεόν’’ κ.τ.λ. κ.τ.λ. Μόνο ο Ιώβ μπορεί κάπου κάπως να εξερευνήσει τα πράγματα. Διότι… κι εκείνος βέβαια δεν ήξερε πολλά. Δεν ήξερε ότι πίσω από τον εαυτόν του υπήρξε ένα προσκήνιον. Να δει ότι ο διάβολος εζήτησε από τον Θεόν να δοκιμαστεί έτσι ο Ιώβ. Βλέπετε; Τα μυστήρια του Θεού, αι οδοί, δηλαδή τα μονοπάτια, αι μέθοδοι του Θεού.
Ωστόσο μιλάει ο ευαγγελιστής Ιωάννης για την αγάπη του Θεού και λέγει: «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε …» κ.τ.λ. Τόσο πολύ. Πόσο; Όταν λέμε σε ένα μικρό παιδάκι, πολλάκις σας το έχω πει αυτό: «Με αγαπάς;». «Ναι». «Πόσο με αγαπάς;». Και δεν έχει άλλο τρόπο να το εκφράσει αυτό, ανοίγει τα χεράκια του και λέει: «Τόσο σε αγαπάω». Είναι τόσο χαριτωμένο αυτό το άνοιγμα των χεριών! Για να δείξει το παιδάκι πόσο αγαπάει. Έτσι λοιπόν, εκείνο το «οὕτω», «τόσο», αγαπητοί μου, δεν το καταλαβαίνομε. Δείχνει το ανεξιχνίαστον βάθος της αγάπης του Θεού.
Αλλά και το πολυμερές και το πολύτροπον του Θεού. Ξέρετε πώς αρχίζει η προς Εβραίους επιστολή; «Πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως ὁ Θεός…» κ.τ.λ. κ.τ.λ. που εκφράζουν ταυτόχρονα και την σοφία Του. «Πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως». Γι’αυτό γράφει στους Εφεσίους ο Παύλος και λέει: «Ἐν ἀγάπῃ ἐῤῥιζωμένοι καὶ τεθεμελιωμένοι ἵνα ἐξισχύσητε καταλαβέσθαι (:για να μπορέσετε να κατανοήσετε, να καταλάβετε) σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις(:μαζί με όλους τους αγίους) τί τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ βάθος καὶ ὕψος, γνῶναί τε τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ(:να μπορέσετε να γνωρίσετε αυτήν την αγάπη που υπερβάλλει ο Θεός, υπερβάλλει πάσαν άλλην γνώσιν), ἵνα πληρωθῆτε εἰς πᾶν τὸ πλήρωμα τοῦ Θεοῦ». Ναι. Μόλις να αγγίξομε, μόλις να μπούμε στο μυστήριον αυτής της αγάπης του Θεού. Αρκεί να σκεφθούμε ότι στους αγίους και εις τους αγγέλους θα εκτυλίσσεται η γνώσις του Θεού στην αιωνιότητα, για να συλλάβομε το ασύλληπτον βάθος του Θεού. Εις το διηνεκές.
Μάλιστα, εκείνο το «ἀλληλούια», που λένε οι άγιοι άγγελοι, «ἀλληλούια», «ἀλληλούια!». Δεν βαρύνονται; Δεν αισθάνονται κάτι που είναι ανιαρόν; Λέμε – κι άλλοτε σας το έχω πει αυτό- το εξής παράδειγμα: Μπαίνομε μέσα σε μία αίθουσα ενός μουσείου· που έχει έργα τέχνης κ.λπ. Βλέπουμε τον πρώτο πίνακα… «Αααα!», λέμε, «Τι ωραίος…! Ααα!», λέμε. Πάμε στον δεύτερο, λέμε: «Α, τι ωραίος που είναι αυτός ο πίνακας!». Πάμε στον τρίτο, θαυμάζοντες, στον τέταρτο διαρκώς έτσι. Αν κάποιος ήταν δίπλα μας και δεν είχε μάτια, ήταν τυφλός, θα άκουγε διαρκώς ένα «Α, τι ωραίο είναι αυτό, α, τι ωραίο είναι αυτό». «Α, τι ωραίο είναι αυτό!». Και θα έλεγε: «Μα δεν βαρέθηκε αυτός που βλέπει την έκθεση να λέει το ‘’Α, τι ωραίο, α, τι ωραίο;’’. Μα αφού εκδιπλώνεται κάτι καινούριο, αφού ξετυλίγεται κάτι ωραίον, γιατί δεν θα εκφράσει την έκπληξή του διαρκώς και διαρκώς. Αυτό είναι. Η γνώσις του Θεού, και εις τους αγίους αγγέλους και εις τους ανθρώπους, αγαπητοί μου, διαρκώς εκδιπλούται. Έως πού; Έως πότε; Εις το διηνεκές!!! Αφού ο Θεός είναι άπειρος. Και αιώνιος και άπειρος.
Έτσι, λοιπόν, στην Βασιλεία του Θεού, αν θα ρωτήσετε, δεν θα έχομε μίαν ανίαν; Ανία στην Βασιλείαν του Θεού; Όταν θα βλέπομε το βάθος του πλούτου της θεότητος!
Έτσι λοιπόν, αγαπητοί, υμνούμε και δοξάζομε διαρκώς τον Θεό. Ή, αν θέλετε να μιλήσομε, και για το ύψος του Θεού· που εκφράζει το μεγαλείο Του, εκφράζει την δόξα Του. Έτσι το ύψος του Θεού εκφράζεται από το βάθος του Θεού, που και τα δυο, όπως σας είπα στην αρχή, συνυπάρχουν. Όπως το δένδρο, σας είπα, οι ρίζες και οι κορυφές του.
Αλλά και αυτά που ενεργεί ο Θεός, ανήκουν στην κατηγορία του βάθους και του ύψους. Όχι μόνον Αυτός καθ’ εαυτόν, αλλά και τα έργα Του. Κάποτε ο Ησαΐας είπε στον βασιλέα Άχαζ να ζητήσει, για την πίστωση των λόγων του Θεού, ότι αυτά που του λέει θα γίνουν, ένα θαύμα ύψους ή βάθους· αλλά κάπου αμφέβαλε ο βασιλιάς και του λέει του βασιλέως ο προφήτης: «Ζήτησε σημεῖον ὕψους ἢ βάθους. Ζήτησέ μου, τι θέλεις». Ένα σημάδι, δηλαδή ένα θαύμα ύψους, φερειπείν, να βλέπεις τα αστέρια να κουνάνε στον ουρανό, χωρίς συννεφιά να σκιάσει ο ήλιος. Σημεῖον είναι. Ή βάθους: Να ανεβαίνουν οι νεκροί απάνω στη γη! Από τον Άδη! «Ζήτησέ μου ή το ένα ή το άλλο». Βέβαια δεν ζήτησε ο Άχαζ. Και τον επέπληξε ο Ησαΐας. Και του λέει: «Εσύ δεν ζητάς. Και, κατά κάποιον τρόπον, ενοχλείς τον Κύριον, γιατί Εκείνος μου είπε να σου ζητήσω να πεις ένα σημείον βάθους ή ύψους. «Αἴτησαι σεαυτῷ» ,λέει, σημεῖον παρὰ Κυρίου Θεοῦ σου εἰς βάθος ἢ εἰς ὕψος». Είναι στο έβδομο κεφάλαιο, στίχος 10ος.
Κι επειδή εκείνος, σας είπα, αρνήθηκε, ίσως να υπήρχε μία, κάποια απιστία κάπου, ο Θεός υπόσχεται ότι θα δώσει. Εσύ δεν ζητάς αλλά ο Θεός θα δώσει, από μόνος Του πλέον, το σημεῖον του Εμμανουήλ! Ποιο είναι το σημείο του Εμμανουήλ; Είναι η ενανθρώπησις του Θεού Λόγου. Και αυτό ήτο σημείον και βάθους και ύψους. Ακούστε πώς. Η ενανθρώπησις του Θεού Λόγου. Όταν οι Εβραίοι ζήτησαν σημείον ύψους, το ζήτησαν από τον Χριστόν. Όπως κάποτε έδωσε σημείον ύψους ο Θεός στον Μωυσή με το μάννα. Γιατί το μάννα έπεσε, λέει, από τον ουρανό. Φυσικά, ποιον ουρανό; Όχι κανένα ουρανό… στον έβδομο ουρανό; Όχι κανένα ουρανό… στον έβδομο ουρανό. Φυσικά μέσα στον μετεωρολογικόν, θα λέγαμε, ουρανόν. Εκεί πού πετάνε τα πουλιά κ.τ.λ. Και, έχοντας αυτήν την εμπειρίαν, το οποίον βεβαίως Μωυσέα τιμούσαν ιδιαιτέρως, που έδωσε ένα σημείον ύψους, το είπαν και εις τον Χριστόν. «Ναι», λέει, «ναι. Θα σας δοθεί σημείον. Όχι όμως αυτήν την στιγμή ακόμα».
Και μετά; Ποιο είναι το σημείον του βάθους; Του βάθους, αγαπητοί μου, είναι θαύμα καταπληκτικόν. Βάθους είναι η Ανάσταση του Χριστού. Ύψους η Ανάληψις του Χριστού. Ναι. Ανελήφθη ο Χριστός εις τον ουρανόν. Και τον είδαν τουλάχιστον στην Ανάληψή Του, εκατόν είκοσι πρόσωπα που ήσαν παρόντες! Μεταξύ αυτών και η Υπεραγία Θεοτόκος. Και εφόσον ο Θεός έχει βάθος και ύψος, τότε και η Θεολογία έχει βάθος και ύψος. Και ο μακάριος εκείνος που το αντελήφθη, από μας τους πιστούς, ότι ο Θεός έχει και ύψος και βάθος, τότε απολαμβάνει την θεολογία του Ευαγγελίου, την θεολογία της Ενανθρωπήσεως.
Θυμηθείτε, με ένα σχηματάκι μικρό, παραδειγματάκι. Όταν, μας σημειώνει ο Λουκάς, όλη νύχτα οι ψαράδες, ο Πέτρος και οι λοιποί, προσπαθούσαν κάτι να πιάσουν, είναι τότε η πρώτη γνωριμία του Χριστού με τους μαθητάς και δεν έπιασαν λέπι, τότε το πρωί ξημερώθηκαν. Ο Κύριος ζήτησε το καΐκι του Πέτρου, για να μπει εκεί και από εκεί να μιλήσει. Μετά από την ομιλία, που ήταν πολύ πλήθος κόσμου εις την παραλία, λέγει εις τον Πέτρον: «Ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν». Δηλαδή «απλώστε τα δίχτυα σας, αλλά σε βάθος. Κι εκεί», λέγει, «θα πιάσετε πολλά ψάρια». Πόσα ψάρια; Πάρα πολλά ψάρια. Τι είπε; «Ἐπανάγαγε –λέει στον Πέτρο- εἰς τὸ βάθος»! Εκεί είναι τα ψάρια. Και είναι γνωστό, η αρχαία φιλοσοφία, στο όνομα Ι.Χ.Θ.Υ.Σ. δημιουργεί μία ακροστιχίδα, που είναι Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ. Αυτός είναι ο Ι.Χ.Θ.Υ.Σ. Ο νοητός ΙΧΘΥΣ. Δηλαδή «θα βρεις τον ιχθύν, θα βρεις Εμένα, όταν πας εις το βάθος των Γραφών. Εκεί πραγματικά θα αντιληφθείς το βάθος». Και το βάθος αυτό ανήκει στον ωκεανό της Θεολογίας.
Όπως λέγει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας: «Βάθος τῶν ἱερῶν γραφῶν ἡ κεκρυμμένη γνῶσις». Όχι να διαβάσομε πρόχειρα και τέλειωσε κ.λπ. Όχι. Βάθος. Και όπως συνηθίζω να το λέω, με χαρτί και με μολύβι και με προσευχή. Πήρατε την Αγία Γραφή στα χέρια σας; Πείτε δυο λόγια προσευχής. Αν δεν πούμε, αν δεν πούμε λίγο προσευχή, κινδυνεύομε τουλάχιστον από δύο άσχημα πράγματα. Να μην καταλάβομε τίποτα, να μην πάμε εις τα βαθέα της μελέτης. Αλλά και το χειρότερο, να ερμηνεύσομε κακώς και τότε να πέσομε και να πιστέψομε κάποια αίρεση. Πρέπει λοιπόν έτσι να είναι το πράγμα.
Βάθος και ύψος, όμως, έχει και ο άνθρωπος, αγαπητοί. Όχι μόνον ο Θεός. Σαν εικόνα του Θεού που είναι ο άνθρωπος, έχει και αυτός το βάθος του και το ύψος του. Άραγε αυτό μπορούμε να το καταλάβομε; Κι αυτό το βάθος ευρίσκεται και το ύψος και στην ψυχή του και εις το σώμα του. Είναι θανάσιμον αμάρτημα να χωρίζομε τον άνθρωπο σε ψυχή και σώμα. Μη σας κάνει εντύπωση. Εάν η πράξη της Εκκλησίας… λέμε…: «Κύριε, βοήθησε τον άνθρωπον αυτόν και στην ψυχή και στο σώμα», ξέρετε γιατί; Η Εκκλησία δεν εισάγει την δυαρχία. Αλλά ήταν συνηθισμένοι οι άνθρωποι να χωρίζουν το σώμα από την ψυχή. Δεν έχομε σώμα και ψυχή. Έχομε τον άνθρωπο, που αποτελείται από το σώμα και από την ψυχή. Ναι. Αυτόν τον διαφορισμόν η εβραϊκή φιλολογία τον αγνοεί. Αυτό είναι μόνο στην ελληνική φιλολογία. Πάντως πρέπει να ξέρομε ότι ο άνθρωπος είναι ένα όλον, ένα σύνολον. Ε, λοιπόν, βρίσκεται αυτό το βάθος και στην ψυχή –αναγκαζόμαστε να χωρίσομε, για λόγους να κατανοούμε δηλαδή- και στην ψυχή και στο σώμα.
Λέγει η Γραφή· είναι στην Ιουδήθ αυτό που θα σας πω, στο 8ον κεφάλαιον: «Βάθος καρδίας ἀνθρώπου οὐχ εὑρεθήσεται». «Το βάθος της καρδιάς του ανθρώπου δεν μπορεί να ευρεθεί». Πολλές φορές το ακούμε, ότι ο άνθρωπος είναι ένα βάθος, ένα ανεξιχνίαστο μυστήριο. Και ο ίδιος δεν μπορεί να ξέρει τον εαυτόν του. Πολύ περισσότερο ένας τρίτος απέξω. Μόνο ο Θεός ξέρει τα βάθη του ανθρώπου. Και όπως λέγει ο Ψαλμωδός εις τον 129ον Ψαλμόν του: «Ἐκ βαθέων ἐκέκραξά σέ, Κύριε». «Από τα βάθη μου», λέει, «σου φώναξα, προσευχήθηκα». Ποιο είναι αυτό το βάθος που λέει ο Δαβίδ; Και ο ίδιος αγνοεί το βάθος το δικό του. Όπως ο κάθε άνθρωπος αγνοεί το βάθος του. Και ο ιερός Ιουστίνος ομιλεί περί «τῶν βαθέων τῆς καρδίας καὶ τοῦ νοῦ».
Αλλά και η σωματική του κατασκευή και λειτουργία έχει ένα ανεξιχνίαστον βάθος. Πόσα χρόνια έχουν περάσει μέχρι σήμερα και σου λέει: «Πρέπει να είναι κάτι γονίδια…-έτσι τα ονόμασε- πρέπει να είναι κάτι τέτοια, κάτι τέτοια, που να διευθύνουν τον άνθρωπο, ξέρω ‘γω, τα ορμέφυτά του κ.τ.λ.». Τώρα ψάχνομε και βρίσκομε πράγματα που είναι καταπληκτικά. Ε, λοιπόν πέστε μου, μόνο η ψυχή έχει βάθος; Το σώμα δεν έχει βάθος; Ασφαλώς ναι. Έτσι έχομε και τα περί της κατασκευής του ανθρώπου, που διαρκώς εκδιπλούται η κατασκευή του ανθρώπου. Ποιος έφθασε εις το τελευταίο σκαλοπάτι γνώσεως του ανθρωπίνου σώματος;
Ποιος θα απαντήσει τι είναι ζωή; Μπορούμε να πούμε πολλές περιφράσεις περί ζωής. Ουσιαστικά το φαινόμενον της ζωής, αγαπητοί μου, μας είναι άγνωστον. Για να σας δείξω ότι και ο άνθρωπος έχει και βάθος και ύψος
Κι έτσι ο άνθρωπος δυστυχώς περιφρονεί ο ίδιος το δικό του βάθος, αλλά και αποκόπτει τον εαυτόν του από το δικό του ύψος. Όταν κάπου σκανδαλίστηκαν οι μαθηταί… «Εάν δείτε», λέει ο Χριστός, «να ανεβαίνει ο Υιός του ανθρώπου εκεί που ήταν πρώτα»· αποκάλυψις ύψους. «Έτσι, άνθρωποι, με βασανίζετε, υφίσταμαι μαρτύριον». Όπως οι επτά Μακκαβαίοι που είναι χαρακτηριστική η περίπτωσις του μαρτυρίου των στην Παλαιά Διαθήκη: «Ξέρεις εγώ, ο άνθρωπος, ποιος είμαι; Εγώ θα ξαναζήσω πάλι»!. Είναι εκείνο που έλεγε ο Ιώβ: ότι «το δέρμα μου», λέει, «περνάει, θα μου το κάνει καινούριο. Ξέρεις ποιος θα γίνω;». Ορίστε.
Αγαπητοί, το θέμα είναι ότι ο άνθρωπος έχει βάθος, έχει ύψος. Μπροστά στο σύμπαν, τι είναι ο άνθρωπος; Ένα απλό σημείον. Κι όμως, με βάθος και ύψος ασυγκρίτως μεγαλύτερα από τα αχανή βάθη του σύμπαντος. Αφού Αυτός ο Θεός πήρε την ανθρωπίνη διάσταση, για να μας πει τι είμαστε! Παραπονείται ο Θεός όταν λέγει: «Ἐγὼ εἶπα· θεοί ἐστε. Ὑμεῖς δὲ ὡς ἄνθρωποι ἀποθνήσκετε». «Δεν δίδετε καμίαν αξίαν εις την ύπαρξή σας». Και θέλει να δείξει το μεγαλείον του ανθρώπου, που ο ίδιος ο άνθρωπος δεν το εκτιμά. Όπως σε ένα αρχιτεκτόνημα παίζει το φως με τις σκιές και αποκαλύπτεται το καλλιτέχνημα, έτσι το βάθος και το ύψος αποκαλύπτουν το καλλιτέχνημα «άνθρωπος».
Η παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου μας έδωσε απλώς την αφορμήν. Ο Τελώνης έζησε το βάθος και το ύψος, που επήνεσε Αυτός ο Ίδιος ο Κύριος.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_823.mp3
ΚΥΡΙΑΚΗ TEΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ[:Λουκά 18,10-14]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«Η ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 12-2-1995]
[Β 312]
Και πάλι, αγαπητοί μου, προ των οφθαλμών μας η πολύτιμη παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου. Με αυτήν την παραβολή θέλησε ο Κύριος να δώσει πολλά διδάγματα. Να μας πει για την ταπείνωση και την υπερηφάνεια. Για την πνευματική ή ηθική, αν θέλετε, επάρκεια και ανεπάρκεια. Για το περιεχόμενο μιας καλής ή κακής προσευχής. Για την παρουσία δύο τύπων ανθρώπων μπροστά στον Θεό. Για την αυτοπεποίθηση του ενός και την αυτογνωσία του άλλου. Και όλα αυτά ελέχθησαν από το αυθεντικό στόμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό κάθε σημείο της διδασκαλίας του Κυρίου, είναι και μία αυθεντική απάντησις.
Είναι γνωστή η πλοκή της παραβολής. Εξάλλου δεν είναι μεγάλη. Δύο άνθρωποι ανέβηκαν εις το ιερό, δηλαδή εις τον ναό, για να προσευχηθούν. Ο ένας ήταν Φαρισαίος, από την γνωστή τάξη των Φαρισαίων και ο άλλος Τελώνης. Από εκείνους που έπαιρναν με δημοπρασία από τους Ρωμαίους την είσπραξη των φόρων. Ο Φαρισαίος, φορτωμένος με αυτοπεποίθηση από το αξίωμά του, την γνώση του νόμου και τις καλές του πράξεις, στέκεται να πει την προσευχή του στον Θεό, με μεγάλη δόση αυτοπεποιθήσεως και αλαζονείας. Ο τελώνης, φορτωμένος κι αυτός αλλά με παρανομίες και ποικίλες αμαρτίες, στέκεται σε μία άκρη να πει και αυτός την προσευχή του. Οι ενοχές του, όμως, δεν τον αφήνουν να σηκώσει κεφάλι: «Οὐκ ἤθελεν –μας σημειώνει ο ευαγγελιστής Λουκάς- οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανόν ἐπᾶραι». «Ούτε τα μάτια του να σηκώσει εις τον ουρανόν». Χτυπούσε διαρκώς το στήθος του, κάνοντας κοπετό και εκφράζοντας πένθιμη καρδιά για το πλήθος των πολλών του αμαρτημάτων. Κι έλεγε συνεχώς: «῾Ο Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ».
Παρατηρούμε, αγαπητοί μου, στη συμπεριφορά του Τελώνου μια έκδηλη αυτογνωσία. Επειδή έβλεπε την κατάστασή του. Γι’αυτό και ελεεινολογούσε τον εαυτόν του. Έβλεπε τον εαυτόν του. Ακριβώς αυτό σημαίνει αυτογνωσία: να μπορείς να βλέπεις τον εαυτόν σου. Ο Φαρισαίος δεν έβλεπε τον εαυτόν του· γιατί εμποδιζόταν από την αλαζονεία του και από την αυτοπεποίθησή του. Δεν μπορούσε να δει, ένεκα αυτής της αλαζονείας, να δει την πραγματική του φύση. Νόμιζε ότι μόνο τα πολύ χονδρικά, χτυπητά αμαρτήματα είναι εκείνα τα οποία ρυπαίνουν τον άνθρωπο. Έτσι πίστευε ο Φαρισαίος. Ήταν ο τύπος που λέγει… και ξέρετε ότι και ο τελώνης μέχρι σήμερα, ως τύπος διασώζεται αλλά και ο Φαρισαίος ως τύπος διασώζεται μες στην Εκκλησία, πέρασαν από τη Συναγωγή εις την Εκκλησία, και μέχρι σήμερα είναι ο τύπος που λέγει: «Δεν έκλεψα, δεν σκότωσα. Είμαι εντάξει». Αλλά ο Τελώνης…ο Τελώνης έβλεπε. Έβλεπε τον πραγματικό του εαυτό.
Έτσι ρωτούμε: Τι είναι αυτογνωσία; Να μπορείς να βλέπεις την πραγματική κατάσταση του εαυτού σου. Αυτό λέγεται αυτογνωσία. Να έχεις γνώση του εαυτού σου. Έτσι δεν σε πλανά η αυτογνωσία, όπως πλανά η αλαζονεία, η αυτοπεποίθησις. Γιατί κάθε στιγμή σου δίνει αυτή η αυτογνωσία το μέτρο των δυνατοτήτων σου και του βαθμού της αμαρτωλότητός σου. Σου λέγει ποιος είσαι.
Αυτογνωσία, λοιπόν, είναι η αληθής γνώσις του εαυτού μας. Είναι το «γνῶθι σαὐτόν» των αρχαίων Ελλήνων. Να γνωρίσεις τον εαυτό σου. Και το «γνῶθι σαὐτόν» είναι δυναμικό, όχι στατικό. Γιατί ανά πάσα στιγμή πρέπει να μπορώ να γνωρίζω τον εαυτόν μου. Κάθε στιγμή. Τότε, αν γνωρίζω τον εαυτόν μου, επειδή ο εαυτός μας είναι ο πεπτωκώς άνθρωπος, δεν θα έχω μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου. Θα έχω, αντιθέτως, την αληθινή, την ακριβή γνώση του εαυτού μου κι αυτό βεβαίως είναι αυτόματα ταπείνωσις. Θα έχω, όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος, «ἐπάνοδον ἐπὶ τὴν οἰκείαν ἀξίαν». «Ἐπάνοδος» θα πει ξαναγύρισμα. Να ξαναγυρίσω πίσω «εἰς τὴν οἰκείαν ἀξίαν», εις την πραγματική μου αξία. Αυτό που όντως είμαι.
Η αυτογνωσία πάντοτε συνδέεται με την ταπείνωση. Δεν είναι δυνατόν -γι’αυτό προηγουμένως είπα, αυτομάτως έχομε την ταπείνωση με μία καλή, αντικειμενική αυτογνωσία. Και έτσι, όταν έχω την ταπείνωση, τότε βεβαίως θα έχω και αμέριστη την βοήθεια και την χάρη του Θεού, γιατί ο Θεός «ταπεινοῖς δίδωσιν χάριν». «Στους ταπεινούς δίνει την χάρη Του». Λέγει ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: «Οὐδὲν κρεῖττον τοῦ γνῶναι τὴν οἰκείαν ἀσθένειαν καὶ ἀγνωσίαν, οὐδὲν χεῖρον του ταῦτα ἀγνοῶν». «Δεν υπάρχει πιο καλό πράγμα από του να γνωρίζεις τις δικές σου αδυναμίες. Αυτό θα πει ασθένεια. Τις αδυναμίες σου. Αλλά και την αγνωσία σου. Ότι δεν ξέρεις. Ότι είσαι…τι είσαι; Και δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από του να αγνοείς την πραγματική σου αξία».
Ακόμη, τονίζει επάνω σε αυτό το σημείο και ο όσιος Νικήτας. Λέγει: «Γνῶθι σαὐτὸν (:Να γνωρίσεις τον εαυτόν σου) καὶ τοῦτο ἐστὶν ἡ ἀληθινὴ τῷ ὄντι ταπείνωσις (:αυτή είναι η αληθινή ταπείνωσις, η πραγματική), ἡ ταπεινοφρονεὶν ἐκδιδάσκουσα (: αυτή η οποία μας διδάσκει να ταπεινοφρονούμε) ἡ συντρίβουσα τὴν καρδίαν (:αυτή που συντρίβει την καρδιά αισθανομένη το βάρος των αμαρτιών) καὶ αὐτὸ τοῦτο ἐργάζεσθαι καὶ φυλάσσειν (:και αυτό τούτο εργάζεσθαι και φυλάττειν)». Είναι το πνευματικόν έργον το οποίον έχομε να επιτελέσομε επάνω στη Γη.
Όταν ο Θεός είπε… μετά την δημιουργία των πρωτοπλάστων, τους όρισε τι θα τρώνε, τους όρισε την τροφήν, και τι θα κάνουν, έδωσε τρεις εντολές. Την εντολή της νηστείας, -μόνο από ένα δένδρο δεν θα δοκίμαζαν- την εντολήν της εργασίας του Παραδείσου και του φυλάγματος του Παραδείσου. Αλλά ο Παράδεισος ἐντὸς ἡμῶν ἐστίν. Η Βασιλεία του Θεού ἐντὸς ἡμῶν ἐστίν. Έπρεπε, λοιπόν, ο Αδάμ να εργασθεί και να φυλάξει τον έσω Παράδεισον. Γι’αυτό λέγει εδώ τώρα ο όσιος Νικήτας: «Αυτό είναι το θέμα μας: «Ἐργάζεσθαι και φυλάττειν». Τι; Να εργασθούμε την αυτογνωσία και να φυλάττομε την ταπείνωσιν. Να προσέχομε τον εαυτόν μας. «Εἰ δὲ μήπω ἔγνως σαὐτὸν (:Εάν δεν γνωρίσεις τον εαυτόν σου) οὔτε τί ἐστὶ ταπείνωσις (:ούτε τι είναι ταπείνωσις γνωρίζεις) οὔτε ἥψω (:ούτε καν άγγιξες) τῆς ἀληθοῦς ἐργασίας καὶ φυλακῆς (:δεν άγγιξες ούτε την αληθινή εργασία και φυλακή, δηλαδή φύλαγμα)».
Αγαπητοί μου, εργαζόμεθα βεβαίως στη γη, εργαζόμεθα τα βιοποριστικά μας έργα, αλλά η κυρίως εργασία μας είναι αυτή. Είναι το πνευματικόν έργον. Γι’αυτό λέγεται και έργον. Πνευματική εργασία. Πώς να μπορέσω να κάνω καλύτερο τον εαυτόν μου. Και συνεχίζει να λέγει ο όσιος Νικήτας: «Τὸ γὰρ ἐπιγνῶναι, τέλος της τῶν ἀρετῶν ἐργασίας». Διότι «το να μπορέσεις να γνωρίσεις τον εαυτόν σου είναι η ολοκλήρωσις -«τέλος»- είναι η ολοκλήρωσις της εργασίας των αρετών».
Και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος μας λέγει: «Ὁ γνοὺς ἑαυτόν, οὐδέποτε ἐμπαιχθείς, ἐπιχειρήσει ἐν τοῖς ὑπὲρ ἑαυτῶν». Αυτός που έχει γνώση, λέει, του εαυτού του, γνωρίζει ποιος είναι, γνωρίζει και τις δυνατότητές του και τις αδυναμίες του, αυτός ποτέ δεν θα ξεγελαστεί να επιχειρήσει πράγματα που είναι πιο πάνω από τις δυνατότητές του. Αυτό, αγαπητοί μου, έχει ισχύν σε όλα τα πράγματα. Από την πνευματική βεβαίως κατάσταση, μέχρι το επάγγελμα, μέχρι… οτιδήποτε. Οτιδήποτε. Δεν μπορείς να αναλάβεις κάτι όταν δεν έχεις αυτογνωσία, ότι σου λείπει τούτο ή εκείνο. Πώς θα το αναλάβεις;
Ο Κύριος πάνω σε αυτό μας είπε δύο παραβολές. Την παραβολή του εκστρατεύοντος βασιλέως και την παραβολή του οικοδόμου του πύργου. Κάποιος, λέγει, ξεκίνησε να κτίσει ένα πύργο, μεγαλεπήβολον, και δεν είναι παρά το έργον της πνευματικής μας υποδομής, αλλά δεν εκάθισε, λέγει, «να ψηφίσει την δαπάνην». Δεν κάθισε να κάνει λογαριασμό τι θα του κοστίσει. Κι ενώ έφθασε σε ένα ύψος η οικοδομή, την παράτησε. Και τότε οι περαστικοί κορόιδευαν κι έλεγαν: «Αυτός ο άνθρωπος δεν μπόρεσε να τελειώσει αυτήν του την οικοδομή». Είναι εκείνος που ξεκινάει φερειπείν την πνευματική ζωή, κάπου όμως βλέπει ότι δεν μπορεί να φθάσει στη σκεπή, δηλαδή να καλύψει το έργον της πνευματικής του καταρτίσεως και σταματάει. Κι άμα σταματήσουμε, ξέρετε τι κατοικούν μέσα στις οικοδομές που δεν ολοκληρώνονται. Θα το πω έτσι απλά: Τα καλιακούδια, τα κορακοειδή. Εκεί φωλιάζουν. Δηλαδή ξαναγυρίζουν τα πάθη στην ψυχή και γυρίζομε πίσω εις τον κόσμον. Γιατί; Γιατί δεν εκτιμήσαμε τις δυνατότητές μας. Ξεκίνησες; Μέτρα τι θα σου κοστίσει. Ξεκίνησες να γίνεις χριστιανός; Ορθώς. Αλλά πρόσεξε. Έχεις υπόψιν σου ότι θα υποστείς ειρωνείες, διωγμούς… το ακούσαμε στην σημερινή αποστολική περικοπή, που λέγει: «Πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται». Είσαι έτοιμος; Ή μήπως, όταν δεν αντέξεις εις τους πειρασμούς, συνθηκολογήσεις με τον κόσμον; Είσαι δυνατός; Αυτό θα στο πει η αυτογνωσία. Εάν έχεις αυτογνωσία και ταπείνωση.
Και πώς θα επιτύχομε την αληθινή αυτογνωσία; Να μην ξεγελαστούμε και νομίζουμε ότι γνωρίζομε τον εαυτόν μας, αλλά δεν τον γνωρίζουμε; Με τη διαρκή αύξηση της ταπεινοφροσύνης. Όσο πιο πολύ ταπεινοί γινόμαστε, τόσο πιο καλύτερα ανοίγουν τα μάτια μας. Με την ειλικρίνεια κοιτώντας κατάματα τον εαυτόν μας. Αν μου πει κάποιος, μου πουν δύο άνθρωποι, που δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους, ούτε γνωριμία, αν δύο άνθρωποι μου πουν το ίδιο μου ελάττωμα, τότε μπαίνω σε σκέψη. Γιατί αν μου το πει ένα, ενδέχεται να πέφτει έξω. Αν μου το πουν δύο, τότε βεβαίως αρχίζω να σκέπτομαι. Και να λέγω: «Πρέπει να είναι έτσι. Δεν το βλέπω. Θα αρχίσω να το βλέπω». Και τότε θα το ανακαλύψω.
Ακόμη, με την ανά πάσα στιγμή έρευνα και αυτοεξέταση. Γιατί; Διότι, σας είπα προηγουμένως, ότι η αυτογνωσία είναι δυναμική. Κάθε στιγμή πρέπει να εξετάζω τον εαυτόν μου, πώς πηγαίνω; Αυτό που έκανα, είναι καλό; Δεν είναι καλό; Ζητώ συγχώρεση από τον Θεό;
Ο Μέγας Βασίλειος προτείνει μια τεχνική, δηλαδή μία μέθοδο, μία τεχνική. Μας λέγει: «Μέγα ἀγαθὸν πρὸς τὸ μὴ ἁμαρτάνειν, μηδὲ τῇ ἐρχομένῃ ἡμέρᾳ τοῖς ἑαυτοῖς περιπίπτειν, τὸ μετά την ἀποπλήρωσιν τῆς ἡμέρας ἀνακρίνειν ἐν τῷ συνειδότι ἡμῶν ἡμᾶς ἑαυτούς τά καθ’ ἡμᾶς. Τί μὲν πεπλημελήκαμεν, τί δὲ ἐδικαιοπραγήσαμεν». Δηλαδή: «Πολύ μεγάλο αγαθό είναι στο να μην αμαρτάνουμε, όταν κάθε μέρα -και να μην πέφτομε στα ίδια πράγματα κάθε μέρα- ώστε μετά το τέλειωμα της ημέρας, να ανακρίνομε τη συνείδησή μας και τους εαυτούς μας. ‘’Τι έκανα σήμερα; Πώς πήγα; Πήγα καλά; Δεν πήγα καλά;’’. Στη βραδινή μας προσευχή, ο Ψαλμωδός λέγει, εις το κρεβάτι μας, ναι, και στην προσευχή μας: ‘’Κύριε, σήμερα σε λύπησα, έκανα εκείνο, έκανα εκείνο, έκανα εκείνο. Συγχώρεσέ με’’. Κι αν είναι σημαντικό, να το σημειώσουμε, για την προσεχή μας εξομολόγηση. Πήγαμε καλά; ‘’Δόξα τῷ Θεῷ’’, θα πούμε. Δεν πήγαμε καλά; ‘’Συγγχώρεσέ μας, Κύριε’’. Αυτό κάθε βράδυ. «Τὰ γὰρ καθ’ ἑκάστην λογοθέσια τὸ καθ’ ὥραν φωτίζουσιν». «Αν κάθε μέρα», λέγει, «δίνομε λόγο για τον εαυτόν μας στον Θεό, κάνομε αυτήν την αυτοκριτική μας, τότε κάθε ώρα φωτιζόμαστε και καταλαβαίνομε πού βρισκόμαστε».
Καρπός της αυτογνωσίας, αγαπητοί μου, είναι η όλη στάση και κίνηση ακόμα του Τελώνου στην προσευχή. Τον είδατε; Τον προσέξατε; Είδατε και τον άλλον; «Ἑστώς», λέει, «κορδωμένος, προσηύχετο». Κι έλεγε: «Ὁ Θεός…». Ο Θεός είναι κλητική. Ω Θεέ. Πάρα πολύ συχνά βρίσκομε την Κλητική σαν την Ονομαστική. «Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ Σοι». Βεβαίως το να λες ευχαριστώ εις τον Θεόν είναι πολύ σπουδαίο. Και πρέπει να το λέμε κάθε στιγμή. «Δόξα τῷ Θεῷ. Σε ευχαριστώ, Κύριε». Και κάθε βράδυ: «Σε ευχαριστώ, Κύριε». Αλλά το να το λες με αλαζονεία το «ευχαριστώ», ότι δεν είσαι σαν τους άλλους τους αμαρτωλούς, αυτό είναι πολύ κακό πράγμα.
Τον Τελώνη τον είδατε; Σε μιαν άκρη. Αυτός εκεί τι έκανε; Έδειχνε όχι ταπείνωση ψυχής μόνο, αλλά και ταπείνωση σώματος. Πώς αυτό είναι; Με τα δάκρυα, με την γονυκλισία, με τους αναστεναγμούς, με την κλίση της κεφαλής προς τα κάτω. Δεν τολμούσε, λέει, να κοιτάξει τον ουρανό. Κοιτούσε χάμω. Ξέρετε τι θα πει γονατίζω, γονυκλινώ; Θα πει…αν είμαι 1,80, γίνομαι 1,50. Γιατί; Διότι με το γονάτισμα αφαιρείται το ύψος, ας πούμε, των κνημών. Σημαίνει κόντυνα. Σημαίνει ταπείνωση του σώματος. Όπως και η νηστεία. Είναι ταπείνωση του σώματος. Προπαντός, όμως, ο τελώνης της παραβολής είχε πένθος στην καρδιά του. Και είχε και ευχή στο στόμα και στην καρδιά: «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Δηλαδή «γενοῦ, Κύριε, ἵλεως, συμπαθής, οἰκτίρμων, σύγγνωθί μοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ». «Συγχώρεσέ με, τον αμαρτωλόν». Αυτό σημαίνει ότι «αν ασκήσεις την δικαιοσύνη Σου, Κύριε, ποιος μπορεί να σταθεί μπροστά Σου;». Το λέει και ο Ψαλμωδός αυτό. Ποιος μπορεί να σταθεί μπροστά στον Θεό, αν ο Θεός ασκήσει την δικαιοσύνη Του; Κανένας.
Ακόμα, είναι εκείνο το του Γεροντικού, που συχνά το συναντούμε: «Όλοι σώζονται εκτός από μένα». Ακόμα είναι εκείνο του Παύλου, που έλεγε ότι «είμαι ο έσχατος των αμαρτωλών». Όσο περνούσε ο καιρός, κατέβαινε τα σκαλοπάτια. Ο Παύλος έλεγε… ,είναι γραμμένα στις επιστολές του, έλεγε: «Είμαι ο τελευταίος των Αποστόλων». Κατοπινά έγραφε αργότερα, όσο ωρίμαζε, έγραφε: «Είμαι ο τελευταίος των ανθρώπων». Και στο τέλος γράφει: «Είμαι ο τελευταίος των αμαρτωλών».Ή εκείνο του αγίου Σιλουανού, συγχρόνου, της εποχής μας, αγιορείτης ήταν, Ρώσος στην καταγωγή· που ανεκηρύχθη άγιος: «Έχε τον νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι».
Αγαπητοί, ο Κύριος μάς διαζωγράφισε την ωφελιμοτάτη αυτή παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, για να μας διδάξει την αυτογνωσία και την ταπείνωση. Και να βγάλει ο Ίδιος το συμπέρασμα: «ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται».
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_629.mp3
Ἕνας ἄνθρωπος βάδιζε στὸ δάσος. Ἤθελε νὰ διαλέξει ἕνα καλὸ δέντρο, ἀπ’ ὅπου θὰ ἔβγαζε δοκάρια γιὰ τὴ σκεπὴ τοῦ σπιτιοῦ του. Ἐκεῖ εἶδε δύο δέντρα, τὸ ἕνα δίπλα στὸ ἄλλο. Τὸ ἕνα ἦταν ἴσιο, λεῖο καὶ ψηλό, ἀλλὰ τὸ ἐσωτερικό του, ὁ πυρῆνας του, ἦταν σάπιο. Τὸ ἄλλο εἶχε ἀνώμαλη ἐπιφάνεια κι ὁ κορμός του ἔδειχνε ἄσχημος. Τὸ ἐσωτερικό του ὅμως ἦταν γερό. Ὁ ἄνθρωπος ἀναστέναξε καὶ εἶπε: «Σὲ τί μπορεῖ νὰ μοῦ χρησιμέψει τὸ ψηλὸ καὶ ἴσιο αὐτὸ δέντρο, ἀφοῦ το μέσα του εἶναι σάπιο κι ἀκατάλληλο γιὰ δοκάρια; Τὸ ἄλλο μοιάζει ἀνώμαλο, ἄσχημο, ἀλλὰ τοὐλάχιστον,τουλάχιστο τὸ μέσα τοῦ εἶναι γερό. Ἔτσι, ἂν καταβάλω λίγο μεγαλύτερη προσπάθεια, μπορῶ νὰ τὸ διαμορφώσω καὶ νὰ τὸ χρησιμοποιήσω γιὰ δοκάρια στὸ σπίτι μου». Καὶ χωρὶς νὰ τὸ σκεφτεῖ περισσότερο, διάλεξε τὸ δέντρο ἐκεῖνο, τὸ γερό.
Τὸ ἴδιο θὰ κάνει κι ὁ Θεὸς γιὰ νὰ ξεχωρίσει δυὸ ἀνθρώπους ποὺ βρίσκονται μέσα στὸ ναό Του. Δὲ θὰ διαλέξει ἐκεῖνον ποὺ φαίνεται ἐπιφανειακὰ δίκαιος, ἀλλὰ τὸν ἄλλον, ἐκεῖνον ποὺ ἡ καρδιά του εἶναι γεμάτη μὲ τὴν ἀληθινὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ.
Οἱ ὑπερήφανοι ἔχουν τὰ μάτια τοὺς διαρκῶς ὕψωμένα πρὸς τὸ Θεό. Οἱ καρδιές τους ὅμως εἶναι κολλημένες στὴ γῆ. Αὐτοὶ δὲν εὐαρεστοῦν στὸ Θεό. Εὐάρεστοι στὸ Θεὸ εἶναι οἱ ταπεινοὶ ἄνθρωποι, οἱ πρᾶοι, ποῦ ἔχουν τὰ μάτια τους χαμηλωμένα στὴ γῆ, μὰ οἱ καρδιές τους εἶναι γεμᾶτες οὐρανό. Ὁ Δημιουργὸς προτιμᾷ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ὁμολογοῦν στὸ Θεὸ τίς ἁμαρτίες τους, ὄχι τὰ καλά τους ἔργα.
Ὁ Θεὸς εἶναι γιατρός. Πλησιάζει στὸ κρεβάτι ὅπου κείτεται ὁ καθένας μας καὶ ρωτάει: «Ποῦ πονᾷς;» Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀξιοποιεῖ τὴν παρουσία τοῦ γιατροῦ κοντά του καὶ τοῦ φανερώνει ὅλους τοὺς πόνους καὶ τίς ἀδυναμίες του, εἶναι σοφός. Ἐκεῖνος ποὺ κρύβει τίς ἁμαρτίες του καὶ καυχιέται μπροστὰ στὸ γιατρὸ πῶς εἶναι ὑγιής, εἶναι ἀνόητος. Λὲς κι ὁ γιατρὸς ἐπισκέπτεται τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ δεῖ πόσο καλὰ εἶναι κι ὄχι ἀπὸ τί πάσχει. Λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος:
«Τὸ ν’ ἁμαρτάνεις εἶναι κακό, ὅταν ὅμως τὸ ὁμολογεῖς, μπορεῖς νὰ λάβεις βοήθεια. Ὅταν ὅμως ἁμαρτάνεις καὶ δὲν τὸ παραδέχεσαι, δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ βοηθηθεῖς».
Γι’ αὐτὸ ἂς γίνουμε σοφοί, συνετοί. Ὅταν στεκόμαστε γιὰ νὰ προσευχηθοῦμε μπροστὰ στὸ Θεό, πρέπει νὰ νιώθουμε πῶς βρισκόμαστε μπροστὰ στὸν πιὸ καλὸ καὶ πιὸ ἐλεήμονα γιατρό. Ἐκεῖνος ρωτάει τὸν καθένα μᾶς μὲ ἀγάπη καὶ μέριμνα: «Ποῦ πονᾷς;» Ἐμεῖς ἂς μὴν ἀμελήσουμε καθόλου νὰ τοῦ ἀποκαλύψουμε τὴν ἀρρώστια μᾶς, νὰ τοῦ φανερώσουμε τίς πληγὲς καὶ τίς ἁμαρτίες μας.
O Κύριός μας Ἰησοῦς μας μιλάει γι’ αὐτὰ τὰ πράγματα στὴν παραβολὴ τοῦ Τελώνη καὶ τοῦ Φαρισαίου. Στὸ εὐαγγέλιο διαβάζουμε πῶς ὁ Χριστὸς εἶπε τὴν παραβολὴ αὐτὴ «πρὸς τινας πεποιθότας ἐφ’ ἑαυτοῖς ὅτι εἴσὶ δίκαιοι, καὶ ἐξουθενούντας τοὺς λοιπούς», πρὸς ἐκείνους ποὺ εἶχαν τὴν ἀλαζονικὴ αὐτοπεποίθηση πῶς εἶναι δίκαιοι καὶ περιφρονοῦσαν τοὺς ἄλλους. Μήπως κι ἐμεῖς συγκαταλεγόμαστε ἀνάμεσα σ’ ἐκείνους ποὺ ὁ Κύριος τοὺς ἀπηύθυνε τὴν παραβολὴ αὐτή;
Μὴν ἀντιδρᾷς σ’ αὐτὰ ποὺ σοῦ λέω. Ὁμολόγησε καλύτερα τὴν ἀρρώστια σοῦ, ταπεινώσου γι’ αὐτὴν καὶ πᾶρε τὸ φάρμακο ποὺ σοῦ δίνει καὶ πανεύσπλαχνος γιατρός. Σ’ ἕνα νοσοκομεῖο βρίσκονταν πολλοὶ ἄρρωστοι κρεβατωμένοι. Μερικοὶ εἶχαν πυρετὸ κι ἀνυπομονοῦσαν, περίμεναν μὲ ἀγωνία πότε θά ‘ρθεὶ ὁ γιατρός. Ἄλλοι ἔκοβαν βόλτες, γιατί νόμιζαν πῶς ἦταν ὑγιεῖς καὶ δὲν εἶχαν ἀνάγκη το γιατρό. Ἕνα πρωινὸ ὁ γιατρὸς ἔκανε ἐπίσκεψη στοὺς ἀρρώστους. Μαζί του ἦταν κι ἕνας φίλος του, ποὺ κρατοῦσε δῶρα γιὰ νὰ τοὺς δώσει. Ὁ φίλος τοῦ γιατροῦ εἶδε ἐκείνους ποὺ ὑπόφεραν ἀπὸ πυρετὸ καὶ τοὺς λυπήθηκε.
– Θὰ γίνουν καλά; ρώτησε το γιατρό. ‘Ἐκεῖνος τοῦ ψιθύρισε στὸ αὐτί:
– Αὐτοὶ ἐδῶ οἱ ἐμπύρετοι, ναί, μποροῦν νὰ γίνουν καλά. Τὸ ἴδιο κι οἱ ἄλλοι ποὺ κείτονται στὰ κρεβάτια τους. Αὐτοὶ ποὺ κόβουν βόλτες ὅμως, ὄχι, δὲ γίνονται καλά. Αὐτοὶ ὑποφέρουν ἀπὸ ἀνίατες ἀρρώστιες, ἔχει προχωρήσει ἡ σήψῃ μέσα τους.
Ὁ φίλος τοῦ γιατροῦ ἔμεινε κατάπληκτος. Ἡ ἔκπληξή του στρεφόταν πρὸς δύο κατευθύνσεις: πρὸς τὸ μυστήριο ποὺ κρύβουν οἱ ἀρρώστιες καὶ πρὸς τὴν ὀφθαλμαπάτη τῶν ἀνθρώπων.
Φαντάσου τώρα πῶς εἴμαστε ἄρρωστοι στὸ νοσοκομεῖο τοῦ κόσμου. Ἡ ἀρρώστια ποὺ ἔχει προσβάλει ὅλους μας ἔχει τὸ ἴδιο ὄνομα: ἀδικία. Ἡ λέξη αὐτὴ καλύπτει ὅλα τὰ πάθη, ὅλες τίς ἐπιθυμίες, ὅλες τίς ἁμαρτίες καὶ τίς ἀδυναμίες ποὺ ἀγγίζουν τὴν καρδιά, τὴν ψυχὴ καί το νοῦ μας. Οἱ ἄρρωστοι χωρίζονται σὲ κατηγορίες. Μερικοὶ μόλις προσβλήθηκαν ἀπὸ τὴν ἀρρώστια, ἄλλοι βρίσκονται σὲ προχωρημένη κατάσταση κι ὑπάρχουν κι αὐτοὶ ποὺ βρίσκονται στὸ στάδιο τῆς ἀνάρρωσης. Τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν ἀσθενειῶν αὐτῶν στὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο ὅμως εἶναι τέτοια, ὥστε μόνο ὅσοι θεραπεύτηκαν μποροῦν νὰ κατανοήσουν πόσο σοβαρὴ ἦταν ἡ ἀσθένεια ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχαν προσβληθεῖ. Οἱ πιὸ σοβαρὰ ἄρρωστοι εἶναι κι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν λιγότερη ἐπίγνωση τῆς κατάστασής τους. Στὶς σωματικὲς ἀρρώστιες ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ ψηλὸ πυρετὸ δὲν ξέρει τίποτα γιὰ τὸν ἑαυτό του ἢ γιὰ τὴν ἀρρώστια τοῦ. Οὔτε ὁ τρελὸς καταλαβαίνει τὴν τρέλα του.
Ἐκεῖνοι ποὺ ἀρχίζουν νὰ διαπράττουν ἀνομίες, γιὰ λίγο καιρὸ ντρέπονται γι’ αὐτές. Ὅταν τὸ κακὸ ὅμως συνεχίζεται, ὁ ἄνθρωπος συνηθίζει στὴν ἁμαρτία, ποὺ τοῦ γίνεται ἕξη καὶ σιγὰ σιγὰ ὁδηγεῖται σὲ παραλήρημα καὶ μέθη, φτάνει σὲ τέτοια κατάσταση, ὥστε ἡ ψυχή του γίνεται ἀναίσθητη καὶ δὲν καταλαβαίνει τὴν ἀρρώστια τῆς.
Φαντάσου τώρα ἕνα γιατρὸ νὰ πηγαίνει σὲ νοσοκομεῖο καὶ νὰ ρωτάει: «Τί ἔχετε; Ἀπὸ τί ὑποφέρετε;» Ἐκεῖνοι ποὺ ἡ ἀρρώστια τοὺς βρίσκεται στὸ πρῶτο στάδιο ντρέπονται νὰ παραδεχτοῦν πῶς εἶναι ἄρρωστοι κι ἀπαντοῦν: «Τίποτα». Οἱ ἄλλοι ποὺ ἡ ἀρρώστια τοὺς βρίσκεται σὲ προχωρημένο στάδιο ἐκνευρίζονται μὲ τὴν ἐρώτηση κι ὄχι μόνο ἀπαντοῦν «δὲν ἔχουμε τίποτα», ἀλλ’ ἀρχίζουν καὶ νὰ καυχιοῦνται πῶς εἶναι ὑγιεῖς. Μόνο αὐτοὶ ποὺ βρίσκονται στὸ στάδιο τῆς θεραπείας ἀναστενάζουν κι ἀπαντοῦν στὸ γιατρό: «Ἀπ’ ὅλα ὑποφέρουμε. Λυπήσου μας καὶ βοήθησέ μας».
Γράφει ὁ Τερτυλλιανὸς σὲ μιὰ ὁμιλία του «Περὶ μετανοίας»: «Ἄν ντρέπεσαι νὰ ὁμολογήσεις τίς ἁμαρτίες σου, σκέψου τὴ φωτιὰ τῆς κόλασης, ποὺ μόνο ἡ ἐξομολόγηση μπορεῖ νὰ σβήσει».
Ἀναλογίσου όλ’ αὐτὰ λοιπόν, ἄκουσε τὴν παραβολὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ σκέψου πόσο ἀφορᾷ καὶ σένα. Ἄν κραυγάσεις μὲ ἔκπληξη πῶς «ἡ παραβολὴ αὐτὴ δὲ μὲ ἀφορᾷ», σημαίνει πὼς ἔχεις προσβληθεῖ ἀπὸ τὴν (πνευματικὴ) ἀσθένεια ποὺ ὀνομάζεται ἀνομία ἢ ἀδικία. Ἄν διαμαρτυρηθεὶς καὶ πεὶς πῶς «ἐγὼ εἶμαι δίκαιος, ἡ παραβολὴ αὐτὴ ἀφορᾷ τοὺς ἁμαρτωλοὺς γύρῳ,γύρω μου», σημαίνει πῶς ἡ ἀρρώστια ἔχει προχωρήσει πολύ. Ἄν ὅμως χτυπήσεις τὸ στῆθος σου μὲ μετάνοια καὶ πεὶς «ἀλήθεια εἶναι. Εἶμαι ἄρρωστος, ἔχω ἀνάγκη ἀπὸ γιατρό», σημαίνει πῶς βρίσκεσαι σὲ καλὸ δρόμο γιὰ νὰ θεραπευτεῖς. Τότε μὴ φοβᾶσαι. Θὰ γίνεις καλά.
«Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἰς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης».
Δυὸ ἄνθρωποι, δυὸ ἁμαρτωλοί, ἀνέβηκαν στὸ ἱερὸ γιὰ νὰ προσευχηθοῦν. Ὁ ἕνας ἦταν Φαρισαῖος καὶ ὁ ἄλλος τελώνης. Δυὸ ἄνθρωποι, δυὸ ἁμαρτωλοί, μὲ τὴ διαφορὰ πῶς ὁ Φαρισαῖος δὲν ἔβλεπε τὸν ἑαυτό του σὰν ἁμαρτωλό, ἐνῶ ὁ τελώνης τὸ παραδεχόταν. Ὁ Φαρισαῖος ἀνῆκε στὴν ὑψηλότερη κοινωνικὴ τάξη τῆς ἐποχῆς, ὁ τελώνης στὴν πιὸ περιφρονημένη.
«Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο: Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοὶ ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποι τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης: νηστεύω δὶς τοῦ Σαββάτου, ἀποδεκατω πάντα ὅσα κτῶμαι». Ὁ Φαρισαῖος στάθηκε ἐπιδεικτικά, γιὰ νὰ προκαλεῖ ἐντύπωση, κι ἔλεγε τὰ ἑξῆς λόγια στὴν προσευχή του: Θεέ μου, σ’ εὐχαριστῶ γιατί δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ποὺ εἶναι ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοὶ ἢ καὶ σὰν αὐτὸν ἐδῶ τὸν τελώνη. Ἐγὼ τηρῶ κατὰ γράμμα τὸ νόμο, νηστεύω δυὸ φορὲς τὴν ἑβδομάδα καὶ δίνω ἐλεημοσύνη τὸ ἕνα δέκατο ἀπ’ ὅλα ὅσα κερδίζω.
Ὁ
Φαρισαῖος στάθηκε μπροστὰ ἀκριβῶς ἀπὸ τὸ ἱερό. Ἦταν συνήθεια τῶν Φαρισαίων νὰ κάθονται στὴν πρώτη θέση. Τὸ ὅτι ὁ Φαρισαῖος καθόταν στὴν πρώτη θέση, φαίνεται κι ἀπὸ τὸ γεγονὸς πὼς ὁ τελώνης ἔστεκε «μακρόθεν». Ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ Φαρισαίου κι ἡ σιγουριά του πῶς ἦταν δίκαιος, δηλαδὴ πνευματικὰ ὑγιής, ἦταν τέτοια, ὥστε δὲν ἀπαίτησε τὴν πρώτη θέση μόνο ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ τὸν βλέπουν ὅλοι, ἀλλὰ κι ἀπό το Θεό. Τὴν ἀπαιτοῦσε ὄχι μόνο ὅταν συμμετεῖχε σὲ γεύματα καὶ σὲ συναθροίσεις, μὰ ἀκόμα καὶ στὸ ναό, τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Αὐτὸ ἀπὸ μόνο του εἶναι ἀρκετο γιὰ νὰ δείξει πόσο ἄρρωστος ἦταν πνευματικὰ ὁ Φαρισαῖος, πόσο ἡ ἀρρώστια τῆς ἀδικίας καὶ τῆς ἀλαζονείας τὸν εἶχαν διαφθείρει.
Γιατί λέει πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο; Γιατί δὲν προσευχόταν δυνατά; Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἀκούει πιὸ προσεχτικὰ αὐτὰ ποὺ ἡ καρδιὰ λέει, ὄχι ὅσα προφέρουν τὰ χείλη. Αὐτὰ ποὺ σκέφτεται κι αὐτὰ ποὺ αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος τὴν ὥρα ποὺ προσεύχεται ἔχουν περισσότερη σημασία γιά το Θεὸ ἀπὸ τὰ λόγια ποὺ προφέρει ἡ γλῶσσα. Ἡ γλῶσσα μπορεῖ νὰ ἐξαπατήσει, ἡ καρδιὰ ὅμως ὄχι. Αὐτὴ φανερώνει καθαρὰ πῶς εἶναι ὁ ἄνθρωπος μέσα του, ἂν εἶναι μαῦρος ἢ ἄσπρος, ἂν εἶναι εἰλικρινὴς ἢ ὑποκριτής.
Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοὶ ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων. Ἕνας ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος τολμᾷ νὰ τὸ πεῖ αὐτὸ στὴν ἐκκλησία, μπροστὰ στὸ Θεό! Τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία; Δὲν εἶναι ὁ χῶρος ὅπου οἱ ἄρρωστοι συναντοῦν το γιατρό τους; Ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι ἄρρωστοι πνευματικά, ἁμαρτωλοί, πηγαίνουν ἐκεῖ γιὰ νὰ ἐξομολογηθοῦν τὴν ἀρρώστια τοὺς στὸ Θεό, το γιατρό. Ν’ ἀναζητήσουν τὴ θεραπεία τους ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ὁ ἀληθινὸς γιατρὸς γιὰ ὅλες τίς ἀρρώστιες, γιὰ ὅλα τὰ βάσανα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ εἶναι ὁ χορηγὸς ὅλων τῶν ἀγαθῶν.
Στὸ νοσοκομεῖο δὲν πηγαίνουν οἱ ὑγιεῖς, γιὰ νὰ καυχηθοῦν στὸ γιατρὸ πόσο καλὴ ὑγεία ἔχουν. Ὁ Φαρισαῖος αὐτὸς ὅμως δὲν πῆγε στὸ ναὸ ἀπόλυτα ὑγιὴς ψυχικά, γιὰ νὰ κομπάσει γιὰ τὴν ὑγεία του. Αὐτὸς ἦταν σοβαρὰ ἄρρωστος, ὑπόφερε ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τῆς ἀδικίας καὶ τῆς ἀλαζονείας. Στὸν πυρετὸ τῆς ἀρρώστιας τοῦ αὐτῆς ὅμως δὲν καταλάβαινε πόσο σοβαρὰ ἄρρωστος ἦταν.
Κάποτε ἐπισκέφτηκα ἕνα ψυχιατρεῖο. Ὁ γιατρὸς μὲ ὁδήγησε μπροστὰ ἀπὸ ἕνα συρμάτινο πλέγμα, κατὰ μῆκος τοῦ δωματίου τοῦ πιὸ σοβαρὰ ἄρρωστου ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς του. «Πῶς αἰσθάνεσαι;», τὸν ρώτησα. Κι ἐκεῖνος μοῦ ἀπάντησε ἀμέσως: «Πῶς νομίζεις ὅτι μπορῶ νὰ αἰσθάνομαι, ἀνάμεσα σ’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς τρελούς;».
Τί ἔλεγε ὁ Φαρισαῖος; Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοὶ ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων. Στὴν πραγματικότητα δὲν εὐχαριστεῖ το Θεὸ ἐπειδὴ ἀναγνωρίζει ὅτι σ’ Ἐκεῖνον ὀφείλεται το ὅτι δὲν εἶναι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Ὄχι. Τὰ λόγια Ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοί, δὲν εἶναι τίποτ’ ἄλλο ἀπὸ ἕνα θαυμασμό, μιὰ αὐτοεγκωμιαστικὴ προσέγγισή του στὸ Θεό, ὥστε Ἐκεῖνος ν’ ἀκούσει τὴν κομπορρημοσύνη του. Ἀπ’ ὅλα ὅσα λέει, προκύπτει πῶς δὲν εὐχαριστεῖ το Θεὸ γιὰ τίποτα. Ἀντίθετα, βλασφημεῖ το Θεό, μὲ τὸ νὰ βλασφημεῖ ὅλη τὴν ὑπόλοιπη δημιουργία Του. Γιὰ τίποτα δὲν εὐχαριστεῖ το Θεό. “Ὅσα λέει γιὰ τὸν ἑαυτό του τὸ ἀποδίδει σὲ δικές του ἐνέργειες, στὰ κατορθώματα ποὺ μόνος αὐτὸς πέτυχε, χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Δὲ θὰ πεῖ σὲ καμιὰ περίπτωση πῶς δὲν εἶναι ἅρπαγας, ἄδικος, μοιχὸς ἢ τελώνης ἐπειδὴ ὁ Θεὸς τὸν προφύλαξε ἀπὸ τίς ἁμαρτίες καὶ τὰ πάθη αὐτὰ μὲ τὴ δύναμη καὶ τὸ ἔλεός Του. Εἶναι αὐτὸς ποὺ εἶναι, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ἀποτιμᾷ ἔτσι τὸν ἑαυτό του, δηλαδὴ ἕναν ἄξιο ἄνθρωπο μὲ ἐξαιρετικὸ χαρακτῆρα, ποὺ δὲν ἔχει τὸ ταίρι του σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Αὐτὸς ὁ ἐξαιρετικὸς χαρακτῆρας κάνει προσπάθειες καὶ θυσίες γιὰ νὰ διατηρηθεῖ στὸ ὑψηλὸ αὐτὸ ἐπίπεδο, ψηλότερα ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Αὐτὸ θέλει νὰ πεὶ ὅταν κομπάζει πῶς νηστεύει δυὸ φορὲς τὴν ἑβδομάδα καὶ δίνει τὸ δέκατο ἀπ’ ὅλα ὅσα κερδίζει.
Πόσο εὔκολο τρόπο διάλεξε γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ Φαρισαῖος! Εὐκολότερο κι ἀπὸ τὸν πιὸ εὔκολο τρόπο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν καταστροφή! ‘Ἀπ’ ὅλες τίς ἐντολὲς ποὺ ἔδωσε ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους, μέσῳ τοῦ Μωυσῆ, αὐτὸς διάλεξε τίς δυὸ εὐκολότερες. Στὴν πραγματικότητα ὅμως δὲν τηρεῖ καμιά. Ὁ Θεὸς δὲν ἔδωσε τίς δυὸ αὐτὲς ἐντολὲς ἐπειδὴ ὁ ἴδιος εἶχε ἀνάγκη νὰ νηστεύουν καὶ νὰ δίνουν τὸ δέκατο τῆς περιουσίας τους οἱ ἄνθρωποι. Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνο ποὺ δὲ χρειάζεται ὁ Θεός. Δὲν ἔδωσε τίς ἐντολὲς αὐτὲς στοὺς ἀνθρώπους σὰν αὐτοσκοπό, ἀλλά – ὅπως καὶ τίς ἄλλες ἐντολές- γιὰ νὰ καρποφορήσουν στὴν ταπείνωση, στὴν ὑπακοὴ στὸ Θεό, στὴν ἀγάπη γιὰ Ἐκεῖνον καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο.
Μὲ λίγα λόγια, τίς ἐντολὲς ὁ Θεὸς τίς ἔδωσε γιὰ νὰ διεγείρουν, νὰ μαλακώσουν καὶ νὰ φωτίσουν τίς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Φαρισαῖος τηροῦσε τίς ἐντολὲς χωρὶς σκοπό. Νήστευε κι ἔδινε τὸ δέκατο τῆς περιουσίας του ἀλλὰ μισοῦσε τοὺς ἄλλους, τοὺς περιφρονοῦσε, στάθηκε μὲ ἀλαζονεία μπροστὰ στὸ Θεό. Παρέμεινε ἕνα ἄκαρπο δέντρο. Ὁ καρπὸς δὲν ἔγκειται στὴ νηστεία, ἀλλὰ στὴν καρδιά. Ὁ καρπὸς δὲν προκύπτει ἀπὸ τὴ συγκεκριμένη ἐντολὴ ἀλλ’ ἀπὸ τὴν καρδιά. Ὅλες οἱ ἐντολὲς κι ὅλοι οἱ νόμοι ὑπάρχουν γιὰ νὰ βελτιώνουν τὴν καρδιά. Νὰ τὴ θερμαίνουν, νὰ τὴ φωτίζουν, νὰ τὴν ποτίζουν, νὰ τὴν περιχαρακώνουν, νὰ τὴ σπέρνουν, νὰ τὴν καλλιεργοῦν. Κι όλ’ αὐτὰ μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ καρποφορήσει ὁ ἀγρὸς τῆς καρδιᾶς, ν’ ἀναπτυχθεῖ καὶ νὰ ώριμάσει ὁ καρπός.
Ὅλα τὰ καλὰ ἔργα εἶναι μέσα, δὲν εἶναι σκοπὸς εἶναι ἡ μέθοδος, ὄχι ὁ καρπός. Σκοπὸς εἶναι ἡ καρδιὰ ποὺ φέρει τὸν καρπό.
Ὁ Φαρισαῖος μὲ τὴν προσευχή του δὲν πέτυχε τὸν ἐπιδιωκόμενο σκοπό. Δὲν ἀποκάλυψε τὸ κάλλος τῆς ψυχῆς του, ἀλλὰ τὴν ἀσχήμια τῆς. Δὲ φανέρωσε τὴν ὑγεία του, ἀλλὰ τὴν ἀρρώστια. Ὁ Χριστὸς θέλησε μὲ τὴν παραβολὴ αὐτὴ νὰ μᾶς δείξει πῶς, ὄχι μόνο ὁ συγκεκριμένος Φαρισαῖος, ἀλλὰ τὸ σύνολο τῶν Φαρισαίων ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἤθελε νὰ ἐξουσιάζει τὸν ἰσραηλιτικὸ λαό. Θέλησε μὲ τὴν παραβολή Του ὁ Κύριος νὰ μᾶς δείξει πῶς ἡ διεστραμένη εὐσέβεια κι ὁ πλανεμένος φαρισαϊσμὸς ἀνήκουν καί σε μας, σὲ ὅλες τίς γενιὲς τῶν χριστιανῶν μέχρι τίς μέρες μας. Δὲν ὑπάρχουν σήμερα ἀνάμεσά μας χριστιανοὶ ποὺ προσεύχονται στὸ Θεὸ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅπως καὶ Φαρισαῖος; Δὲν εἶναι πολλοὶ αὐτοὶ ποὺ ἀρχίζουν τὴν προσευχή τους μὲ κατηγορίες καὶ μομφὲς κατα τοῦ πλησίον τοὺς καὶ τελειώνουν μὲ αὐτοεγκωμιασμούς; Δὲν εἶναι πολλοὶ ἐκεῖνοι ποὺ στέκονται μπροστὰ στὸ Θεὸ ὡς δανειστὲς μπροστὰ στὸν ὀφειλέτη τους; Δὲ λένε πολλοὶ ἀπό μας, «Θεέ μου, ἐγὼ νηστεύω, πηγαίνω στὴν ἐκκλησία, πληρώνω τοὺς φόρους μου, κανω δωρεὲς στὴν ἐκκλησία δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ἐγώ, σὰν τοὺς ἅρπαγες καὶ τοὺς συκοφάντες, σὰν τοὺς ἄπιστους καὶ τοὺς μοιχούς. Αὐτοὶ μὲ στενοχωροῦν ἐμένα. Ἐσύ, τί κάνεις, Θεέ μου; Γιατί δὲν τοὺς ἀφανίζεις αὐτούς, γιατί δὲν ἐπιβραβεύεις ἐμένα γιὰ ὅλο αὐτὰ ποὺ κάνω γιὰ Σένα; Δὲ βλέπεις, Θεέ, πόσο ἁγνὴ εἶναι ἡ καρδιά μου, πόσο ὑγιὴς εἶναι ἡ ψυχή μου;»
Πρέπει νὰ ξέρεις πῶς, ὅπως λέει ὁ ὅσιος Μάξιμος, «ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νά σε ἐξαπατήσει, μὰ οὔτε καὶ σὺ Ἐκεῖνον. Ὅλοι κάνουν το σταυρό τους, μὰ δὲν προσεύχονται ὅλοι». Ὁ Φαρισαῖος εἶναι «Ἀβραὰμ ὡς πρὸς τὴ γενειάδα του, μὰ Χὰμ ὡς πρὸς τὰ ἔργα του».
Μ αὐτὸν τὸν τρόπο μιλᾶνε οἱ Φαρισαῖοι. Κι ὁ Θεὸς τοὺς ἀκούει καὶ τοὺς στέλνει πίσω κενούς, ἄδειους. Τοὺς ἀπαντᾷ: «Δὲν ἀναγνωρίζω τὴν περιγραφὴ ποὺ κάνετε στὸν ἑαυτό σας». Στὴν τελικὴ κρίση θὰ τοὺς πεί: «Οὔκ οἴδα ὑμᾶς». Δέν σας ξέρω. Ὁ Θεὸς δὲν ἀναγνωρίζει τοὺς φίλους Του ἀπὸ τὰ λόγια τους, ἀλλ’ ἀπὸ τίς καρδιές τους. Μὲ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο ποὺ δὲν ἐκτιμᾷ τὴ συκιὰ ἀπὸ τὰ φύλλα της, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς καρπούς της.
Πὼς θά ‘πρεπε νὰ προσευχηθεῖ ἕνας ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς; Ἰδού, πῶς: «Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἐστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδε τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἰλάσθητί μοὶ τὼ ἁμαρτωλῷ». Ὁ τελώνης ἔστεκε μακριὰ ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο καὶ δὲν ἤθελε οὔτε τὰ μάτια του νὰ σηκώσει πρὸς τὸν οὐρανό, ἀλλὰ χτυποῦσε τὸ στῆθος του κι ἔλεγε: Θεέ μου, σπλαχνίσου κι ἐλέησέ μέ τον ἁμαρτωλό.
Ὁ πραγματικὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς δὲν πηγαίνει μπροστά, στὴν πρώτη θέση μέσα στὴν ἐκκλησία. Τί ἀνάγκη ἔχει νὰ τὸ κάνει αὐτό; Ὁ Θεὸς τὸν βλέπει καὶ στὸ πίσω μέρος τῆς ἐκκλησίας τὸ ἴδιο, ὅπως κι ἂν στεκόταν μπροστά. Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς βρίσκεται πάντα σὲ πραγματικὴ μετάνοια. «Ἡ μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πανηγύρι γιά το Θεό», λέει ὁ ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος. Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος στέκεται μακριά. Νιώθει τὴ μηδαμινότητά του ἐνώπιον τοῦ Θεου, γεμίζει μὲ ταπείνωση μπροστὰ στὴ μεγαλοσύνη Του. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής , ὁ «μείζων ἕν γεννητοὺς γυναικών», ὁμολόγησε ἔμφοβος ὅταν τὸν πλησίασε καὶ Χριστός: «Οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς κύψας λῦσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ» (Μάρκ. ἅ’7). Ἡ ἁμαρτωλὴ γυναῖκα ἔπλυνε τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ μὲ τὰ δάκρυά της. “Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς εἶναι πολὺ ταπεινός, νιώθει εὐτυχὴς μόνο ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεός του ἐπιτρέπει νὰ πλησιάσει στὰ πόδια Του.
Οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι. Γιατί;
Τὰ μάτια εἶναι ὁ καθρέφτης τῆς ψυχῆς. Τίς ψυχικὲς ἁμαρτίες μπορεῖς νὰ τίς διαβάσεις στὰ μάτια. Δὲν διαπιστώνεις κάθε μέρα πῶς, ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἁμαρτάνει, χαμηλώνει τὰ μάτια τοῦ μπροστὰ στοὺς ἄλλους; Πῶς θὰ μποροῦσαν τὰ μάτια ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ νὰ μὴ χαμηλώσουν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τοῦ παντογνώστη; Κάθε ἁμαρτία ποὺ διαπράττεται μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, διαπράττεται κι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία στὴ γῆ ποὺ νὰ παραμείνει ἀπαρατήρητη ἀπό το Θεό. Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς τὸ γνωρίζει αὐτὸ καὶ γι’ αὐτὸ ταπεινώνεται βαθιά, στέκεται μὲ ντροπὴ μπροστὰ στὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ παραβολὴ λέει, οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι.
Ἀλλὰ γιατί χτυποῦσε τὸ στῆθος του; Γιὰ νὰ δείξει μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο πῶς τὸ σῶμα εἶναι τὸ ὄργανο μὲ τὸ ὁποῖο ἁμαρτάνει ὁ ἄνθρωπος. Οἱ σωματικὲς ἐπιθυμίες ὁδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο στὶς μεγαλύτερες ἁμαρτίες. Ἡ λαιμαργία ὁδηγεῖ στὴ λαγνεία. Ἡ λαγνεία ὁδηγεῖ στὴν ὀργὴ κι αὐτὴ στὸ φόνο. Ἡ σωματικὴ ψύχωση χωρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ Θεό, τὸν ἐξασθενίζει καὶ σκοτώνει τὸν θεϊκὸ ἡρωισμὸ ποὺ ἐνυπάρχει στὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ τελώνης χτυπάει τὸ σῶμα του. Ξέρει καλὰ τὴν ἁμαρτία του, τὴν ταπείνωσή του καὶ τὴν ντροπὴ ποὺ πρέπει νὰ νιώθει μπροστὰ στὸ Θεό.
Γιατί ὅμως χτυπάει κυρίως τὸ στῆθος του κι ὄχι τὸ κεφάλι του ἢ τὰ χέρια του; Ἐπειδὴ ἡ καρδιὰ βρίσκεται στὸ στῆθος. Κι ἡ καρδιὰ εἶναι πηγὴ κάθε ἁμαρτίας καὶ κάθε ἀρετῆς. Εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «τὸ ἐκ τοῦ ἀνθρώπου ἐκπορευόμενον, ἐκεῖνο κοινοὶ τὸν ἄνθρωπον. ἔσωθεν γὰρ ἐκ τῆς καρδίας τῶν ἀνθρώπων οἱ διαλογισμοὶ οἱ κακοὶ ἐκπορεύονται, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, φόνοι, κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ἀσέλγεια, ὀφθαλμὸς πονηρός, βλασφημία, ὑπερηφανία, ἀφροσύνη πάντα ταῦτα τὰ πονηρὰ ἔσωθεν ἐκπορεύεται καὶ κοινοὶ τὸν ἄνθρωπον» (Μάρκ. ζ’ 20-23). Γι αὐτὸ καὶ τελώνης χτυποῦσε τὸ στῆθος του.
Ὁ Θεός, ἰλάσθητί μοὶ τὼ ἁμαρτωλῷ. Θεέ μου, σπλαχνίσου κι ἐλέησέ μέ τον ἁμαρτωλό. Αὐτὰ ἔλεγε ὁ τελώνης. Δὲν ἀπαριθμοῦσε οὔτε τὰ καλά του ἔργα οὔτε τὰ κακά. Ὁ Θεὸς τὰ γνωρίζει ὅλα. Κι ὁ Θεὸς δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν ἀπαρίθμηση τῶν ἁμαρτιῶν, ἀλλὰ τὴν ταπείνωση καὶ τὴ μετάνοια γιὰ όλ’ αὐτά. Ὁ Θεός, ἰλάσθητί μοὶ τὼ ἁμαρτωλῷ.
Τὰ λόγια αὐτὰ τὰ λένε ὅλα. Θεέ μου, Ἐσὺ εἶσαι ὁ γιατρὸς κι ἐγὼ ὁ ἄρρωστος. Μόνο Ἐσὺ μπορεῖς νὰ μὲ θεραπεύσεις, σὲ Σένα μόνο ἀνήκω. Ὁ γιατρὸς εἶσαι Ἐσύ, θεραπεία εἶναι τὸ ἔλεός Σου. Λέγοντας ὁ ἄρρωστος, ἰλάσθητί μοὶ τὼ ἁμαρτωλῷ, εἶναι σὰ νὰ λέει μὲ εἰλικρινῆ μετάνοια: «Γιατρέ, δῶσε τὴ θεραπεία σὲ μένα τὸν ἄρρωστο. Κανένας ἄλλος στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ μὲ θεραπεύσει παρὰ μόνο Ἐσύ, Θεέ μου. «Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα» (Ψαλμ. ν’6). Ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δὲν ὑπάρχει βοήθεια γιὰ μένα, ὅσο δίκαιοι κι ἂν εἶναι αὐτοί. Μόνο Ἐσὺ μπορεῖς νὰ μὲ βοηθήσεις. Τίποτ’ ἄλλο δὲν μπορεῖ νά με βοηθήσει. Οὔτε ἡ νηστεία μου, οὔτε τὸ δέκατο τῆς περιουσίας μου ποὺ δίνω οὔτε ὅλα τὰ καλά μου ἔργα. Μόνο τὸ ἔλεὸς Σοῦ μπορεῖ νὰ γειάνει τίς πληγὲς μοῦ σὰν φάρμακο σωστικό. Ὁ ἔπαινος τῶν ἀνθρώπων δὲν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὰ τραύματά μου, μᾶλλον τὰ χειροτερεύει. Ἐσὺ μόνα γνωρίζεις τὴν ἀρρώστια μοῦ κι Ἐσὺ ἔχεις καὶ τὴ θεραπεία. Εἶναι ἄσκοπο γιὰ μένα νὰ πάω ὁπουδήποτε ἄλλου ἢ νὰ προσευχηθῶ σὲ ὁποιονδήποτε ἄλλον. Ἄν Ἐσὺ μὲ ἀπορρίψεις, ὁ κόσμος ὁλόκληρος δὲν μπορεῖ νά με συγκρατήσει ἀπὸ τὴν καταστροφή. Ἐσύ, μόνο Ἐσύ, Κύριε, μπορεῖς, ἂν τὸ θέλεις. Θεέ μου, συχώρεσέ μέ, σῶσε με. Ὁ Θεός, ἰλάσθητί μοί το ἁμαρτωλῷ.
Τί λέει ὁ Κύριος τώρα, πὼς ἀπαντάει σ’ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν προσευχή; «Λέγω ὑμῖν, κατέβῃ οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος» (Λουκ. ἰη΄14). Σὲ ποιόν ἀπευθύνει τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Κύριος; Σὲ ὅλους ἐμᾶς, ποὺ νομίζουμε πῶς εἴμαστε δίκαιοι. Ὁ τελώνης εἶναι αὐτὸς ποὺ γύρισε στὸ σπίτι του δικαιωμένος, ὄχι ὁ Φαρισαῖος. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὁμολογεῖ μὲ ταπείνωση τίς ἁμαρτίες του γυρίζει στὸ σπίτι του δικαιωμένος, ὄχι ὁ ἄδικος καὶ ἀλαζόνας. Ὁ ταπεινὸς καὶ μετανιωμένος ἄνθρωπος δικαιώνεται, ὄχι ὁ αὐθάδης, ὁ ματαιόδοξος καὶ ὑπερήφανος. Ὁ γιατρὸς ἐλεει καὶ θεραπεύει τὸν ἄρρωστο ποὺ ὁμολογεῖ τὴν ἀρρώστια του κι ἀναζητᾷ θεραπεία, ἐνῶ στέλνει ἄδειο στὸ σπίτι του ἐκεῖνον ποὺ ἐπισκέπτεται τὸ γιατρὸ γιὰ νὰ κομπάσει πῶς εἶναι ὑγιής.
Ὁ Κύριος τελειώνει τὴ θαυμάσια παραβολή Του μὲ τὴν ἑξῆς διδαχή: «ὅτι πὰς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται» (Λουκ. ἰη’14). Ποιός εἶναι ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν καὶ ποιός ὁ ταπεινῶν; Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ὑψωθεῖ οὔτε ὅσο τὸ φάρδος μιᾶς τρίχας, ἂν ὁ Θεὸς δὲν τὸν σηκώσει. Ἐδῶ ὅμως ἐννοεῖ ἐκεῖνον ποὺ νομίζει πῶς ὑψώνεται μὲ τὸ νὰ σπεύδει νὰ καταλάβει τὴν πρώτη θέση, μπροστὰ σὲ Θεὸ καὶ ἀνθρώπους ἐκεῖνον ποὺ κομπάζει γιὰ τὰ καλά του ἔργα ἐκεῖνον ποὺ ὑπερηφανεύεται ἀκόμα καὶ μπροστὰ στὸ Θεὸ αὐτὸν ποὺ ταπεινώνει καὶ περιφρονεῖ τοὺς ἄλλους, ὥστε ὁ ἴδιος νὰ φαίνεται ἀνώτερος. Σ’ ὅλες αὐτὲς τίς περιπτώσεις, ἐκεῖνοι ποὺ πιστεύουν πῶς ὑψώνονται, στὴν οὐσία ταπεινώνονται. Ὅσο ἀνώτεροι φαντάζουν στὰ δικά τους τὰ μάτια ἢ καὶ στὰ μάτια τῶν ἄλλων, τόσο μικρότεροι φαίνονται στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Τέτοιους ἀνθρώπους θὰ τοὺς ταπεινώσει ὁ Θεός. Κάποια μέρα θὰ τοὺς κάνει νὰ νιώσουν τὴν ταπείνωση αὐτή. «Ὡσότου ὁ ἄνθρωπος ἀποκτήσει ταπείνωση, δὲ θὰ λάβει τὴν ἀνταπόδοση τῶν ἔργων του. Ἡ ἀνταπόδοση δὲν δίδεται γιὰ τὰ ἔργα ἀλλὰ γιὰ τὴν ταπείνωση», λέει ὁ ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος (Λόγος λδ’).
Ποιός εἶναι αὐτὸς ποὺ ταπεινώνει τὸν ἑαυτό του; Ὄχι βέβαια ἐκεῖνος ποὺ προσπαθεῖ νὰ φαίνεται ταπεινότερος, μὰ ἐκεῖνος ποὺ βλέπει τὴν ταπεινότητά του ἐπειδὴ εἶναι ἁμαρτωλός. Ὁ Θεὸς δὲν ἀπαιτεῖ ἄλλη ταπείνωση ἀπό μας, παρὰ μόνο τὴν αἴσθηση καὶ τὴν ὁμολογία τῆς ἀμαρτωλότητάς μας. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ αἰσθάνεται κι ὁμολογεῖ τὸ βάθος ὅπου τὸν βύθισε ἡ ἁμαρτία, εἶναι ἀδύνατο νὰ βυθιστεῖ περισσότερο. Ἡ ἁμαρτία μᾶς τραβάει πάντα χαμηλά, στὸ βάθος τῆς καταστροφῆς, πιὸ βαθιὰ ἀπ’ ὅ,τι μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε. Λέει ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος: «Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος δὲν πέφτει ποτέ. Ποῦ μπορεῖ νὰ πέσει, ἀφοῦ βρίσκεται πιὸ χαμηλὰ ἀπ’ ὅλους; Ἢ ματαιότητα εἶναι μεγάλη αἰσχύνη, ἐνῶ ἡ ταπείνωση εἶναι ὕψος μεγάλο, τιμὴ καὶ ἀξία» (Ὀμιλ. 19).
Μὲ λίγα λόγια: ‘Ἐκεῖνος ποὺ ἐνεργεῖ ὅπως ὁ τελώνης, τιμᾷται. Ὁ πρῶτος (ὁ Φαρισαῖος) δὲν μπορεῖ νὰ θεραπευτεῖ, γιατί δὲ βλέπει πῶς εἶναι ἄρρωστος. Ὁ δεύτερος (ὁ τελώνης) εἶναι ἄρρωστος, ἀλλὰ βρίσκεται στὸ στάδιο τῆς θεραπείας ἐπειδὴ γνωρίζει τὴν ἀρρώστια τοῦ, παρακολουθεῖται ἀπό το γιατρὸ καὶ κάνει τὴ θεραπεία του. Ὁ πρῶτος εἶναι σὰν τὸ λεῖο καὶ ψηλὸ δέντρο ποὺ μέσα του ὅμως εἶναι σάπιο καὶ γι’ αὐτὸ ἄχρηστο στὸν οἰκοδεσπότη. Ὁ δεύτερος εἶναι σὰν τὸ δέντρο ποὺ ἔχει ἀνώμαλη ἐπιφάνεια κι ὁ κορμός του εἶναι στραβός, μὰ ὁ οἰκοδεσπότης τὸ κατεργάζεται, φτιάχνει δοκάρια καὶ τὰ χρησιμοποιεῖ γιὰ τὸ σπίτι του.
Ὁ Θεὸς νὰ ἐλεήσει ὅλους τοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ μετανοοῦν, νὰ θεραπεύσει ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τῆς ἁμαρτίας ὅλους αὐτοὺς ποὺ προσεύχονται μὲ φόβο καὶ δοξάζουν τὸν πανεύσπλαχνο Πατέρα, τὸν μονογενῆ Του Υἱὸ καὶ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

