ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄Νηστειών (8/3/2026)
Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ
Προς Εβραίους κεφ. Α΄ εδάφια 10-14 και κεφ. Β΄, εδάφια 1-4
Κεφ. Α΄ 10 Καὶ σὺ κατ᾿ ἀρχάς, Κύριε, τὴν γῆν ἐθεμελίωσας, καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί· 11 αὐτοὶ ἀπολοῦνται, σὺ δὲ διαμένεις· καὶ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται, 12 καὶ ὡσεὶ περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτούς, καὶ ἀλλαγήσονται· σὺ δὲ ὁ αὐτὸς εἶ, καὶ τὰ ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσι. 13 Πρὸς τίνα δὲ τῶν ἀγγέλων εἴρηκέ ποτε· κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου; 14 Οὐχὶ πάντες εἰσὶ λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν;
Κεφ. Β΄ 1 Διὰ τοῦτο δεῖ περισσοτέρως ἡμᾶς προσέχειν τοῖς ἀκουσθεῖσι, μή ποτε παραῤῥυῶμεν. 2 Εἰ γὰρ ὁ δι᾿ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν, 3 πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; Ἣτις ἀρχὴν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη, 4 συνεπιμαρτυροῦντος τοῦ Θεοῦ σημείοις τε καὶ τέρασι καὶ ποικίλαις δυνάμεσι καὶ Πνεύματος Ἁγίου μερισμοῖς κατὰ τὴν αὐτοῦ θέλησιν.
Ερμηνευτική απόδοση από τον μακαριστό Παν. Τρεμπέλα
Κεφ. Α΄ 10 Και πάλι η Αγία Γραφή λέει για τον Υιό: «Εσύ, Κύριε, στην αρχή της δημιουργίας στήριξες τη γη και την εδραίωσες μέσα στο ουράνιο στερέωμα, και έργα των χειρών Σου είναι οι ουρανοί. 11 Αυτοί θα χάσουν το σημερινό τους σχήμα και θα εξαφανιστούν. Εσύ όμως παραμένεις αναλλοίωτος και αμετάβλητος. Και όλος ο κόσμος θα παλιώσει σαν ένα ένδυμα, 12 κι Εσύ θα τον περιστρέψεις και θα τον περιτυλίξεις σαν εξωτερικό ρούχο που φορούν οι άνθρωποι· θα αλλάξει και θα γίνει καινούργιος. Εσύ όμως είσαι πάντοτε ο Ίδιος, και τα έτη Σου θα είναι ατελείωτα». 13 Σε ποιον άλλωστε από τους αγγέλους έχει πει ποτέ ο επουράνιος Πατέρας: «Κάθισε τώρα μετά την Ανάληψή Σου στα δεξιά μου, ωσότου υποτάξω τους εχθρούς Σου νικημένους κάτω από τα πόδια Σου ως υποπόδιο, για να έχεις αιωνίως αδιαφιλονίκητη την εξουσία»; Σε κανέναν. 14 Δεν είναι όλοι οι άγγελοι υπηρετικά πνεύματα, που ενεργούν όχι από δική τους πρωτοβουλία, αλλά αποστέλλονται από τον Θεό για να υπηρετούν εκείνους που πρόκειται να κληρονομήσουν την αιώνια ζωή;
Κεφ. Β΄ 1Ο Υιός λοιπόν είναι ασυγκρίτως ανώτερος από τους αγγέλους. Γι΄αυτό κι εμείς πρέπει να προσέχουμε πολύ περισσότερο σε εκείνα που ακούσαμε με το κήρυγμα, διότι όλα αυτά είναι λόγοι του Υιού και των Αποστόλων Του. Είναι επιτακτική ανάγκη να προσέχουμε, μήπως από απροσεξία μας συμβεί να παρασυρθούμε και πέσουμε έξω. 2 Και αλίμονό μας εάν πέσουμε έξω· διότι, εάν ο νόμος που ανήγγειλε ο Θεός στον Μωυσή διαμέσου αγγέλων αποδείχτηκε έγκυρος και ισχυρός, και κάθε παράβασή του και παρακοή τιμωρήθηκε δίκαια με την ανάλογη τιμωρία, 3 πώς εμείς θα ξεφύγουμε την τιμωρία, εάν αμελήσουμε μια τόσο μεγάλη και σπουδαία σωτηρία; Τη σωτηρία αυτή δεν μας τη γνωστοποίησαν κάποιοι άγγελοι, όπως έγινε στον νόμο, αλλά αφού άρχισε να την κηρύττει ο ίδιος ο Κύριος, μας την παρέδωσαν ως αληθινή και αξιόπιστη οι άγιοι Απόστολοι που την άκουσαν κατευθείαν από το στόμα του Κυρίου. 4 Και μαζί με τη μαρτυρία των Αποστόλων πρόσθεσε τη μαρτυρία Του και ο ίδιος ο Θεός. Αυτός επιβεβαίωνε το κήρυγμα των Αποστόλων με θαύματα και καταπληκτικά έργα και ποικίλες υπερφυσικές δυνάμεις και θεία χαρίσματα, τα οποία το Άγιο Πνεύμα διαμοίραζε στους πιστούς σύμφωνα με το θέλημά Του.
Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ
Κατά Μάρκον, κεφ. Β΄, εδάφια 1-12
1 Καί εἰσῆλθε πάλιν εἰς Καπερναοὺμ δι᾿ ἡμερῶν καὶ ἠκούσθη ὅτι εἰς οἶκόν ἐστι. 2 Καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοί, ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν· καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον. 3 Καὶ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν παραλυτικὸν φέροντες, αἰρόμενον ὑπὸ τεσσάρων. 4 Καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἀπεστέγασαν τὴν στέγην ὅπου ἦν, καὶ ἐξορύξαντες χαλῶσι τὸν κράβαττον, ἐφ᾿ ᾧ ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο. 5 Ἰδὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν λέγει τῷ παραλυτικῷ· τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. 6 ἦσαν δέ τινες τῶν γραμματέων ἐκεῖ καθήμενοι καὶ διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν· 7 τί οὗτος οὕτω λαλεῖ βλασφημίας; Τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός; 8 Καὶ εὐθέως ἐπιγνοὺς ὁ ᾿Ιησοῦς τῷ πνεύματι αὐτοῦ ὅτι οὕτως αὐτοὶ διαλογίζονται ἐν ἑαυτοῖς, εἶπεν αὐτοῖς· τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 9 Τί ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν τῷ παραλυτικῷ, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; 10 Ἳνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἐπὶ τῆς γῆς ἁμαρτίας λέγει τῷ παραλυτικῷ. 11 Σοὶ λέγω, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. 12 Καὶ ἠγέρθη εὐθέως, καὶ ἄρας τὸν κράβαττον ἐξῆλθεν ἐναντίον πάντων, ὥστε ἐξίστασθαι πάντας καὶ δοξάζειν τὸν Θεὸν λέγοντας ὅτι οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν.
Ερμηνευτική απόδοση από τον μακαριστό Παν. Τρεμπέλα
1 Ύστερα από μερικές ημέρες μπήκε πάλι ο Ιησούς στην Καπερναούμ˙ κι έγινε γνωστό ότι βρίσκεται σε κάποιο σπίτι. 2 Αμέσως λοιπόν μαζεύτηκαν τόσο πολλοί, ώστε να γεμίσει το σπίτι και να μην υπάρχει χώρος πλέον ούτε δίπλα στη θύρα. Και τους δίδασκε τον λόγο του Θεού. 3 Έρχονται τότε και Του φέρνουν έναν παράλυτο, που τον σήκωναν πάνω σ’ ένα κρεβάτι τέσσερις. 4 Κι επειδή δεν μπορούσαν εξαιτίας του πλήθους να Τον πλησιάσουν, ξεσκέπασαν τη σκεπή στο μέρος όπου βρισκόταν ο Κύριος, κι αφού έκαναν ένα άνοιγμα, έριξαν από κει κάτω σιγά – σιγά το κρεβάτι, πάνω στο οποίο ήταν ξαπλωμένος ο παράλυτος. 5 Όταν ο Ιησούς είδε την πίστη που είχαν όλοι αυτοί, και ο παράλυτος και εκείνοι που Τον έφεραν, λέει στον παράλυτο, που αγωνιούσε μήπως οι αμαρτίες του γίνουν εμπόδιο στη θεραπεία του: «Παιδί μου, σου έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες σου, οι οποίες είναι και η αιτία της σωματικής σου παραλυσίας».
6 Ήταν όμως μερικοί από τους γραμματείς που κάθονταν εκεί και συλλογίζονταν μέσα τους: 7 «Γιατί ο άνθρωπος αυτός μιλάει έτσι και ξεστομίζει βλασφημίες; Ποιος άλλος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μόνον ένας, ο Θεός;». 8 Αμέσως όμως ο Ιησούς, με υπερφυσική πληροφορία που έδινε στο πνεύμα Του η θεότητά Του, αντιλήφθηκε ότι έτσι σκέφτονται αυτοί μέσα τους, και τους είπε: «Γιατί δέχεστε και κυκλοφορείτε τέτοιους λογισμούς μέσα στις καρδιές σας; 9 Τι είναι ευκολότερο˙ να πω στον παραλυτικό: ‘’Είναι συγχωρημένες οι αμαρτίες σου’’, ή να του πω: ‘’Σήκω και πάρε στον ώμο σου το κρεβάτι σου και περπάτα’’; Εσείς θεωρείτε δυσκολότερο αυτό το τελευταίο. 10 Για να μάθετε λοιπόν ότι ο υιός του ανθρώπου, ο Μεσσίας, ο μοναδικός εκπρόσωπος της ανθρωπότητος, ο Οποίος θα έλθει και πάλι πάνω στις νεφέλες ως Κριτής ένδοξος, έχει εξουσία να συγχωρεί πάνω στη γη αμαρτίες – λέει στον παράλυτο: 11 ‘’Σε σένα που πιστεύεις μιλώ. Σήκω και πάρε στον ώμο σου το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου’”’. 12 Κι εκείνος σηκώθηκε αμέσως, πήρε το κρεβάτι του και βγήκε απ’ το σπίτι εκείνο μπροστά σε όλους. Κι έτσι τον είδαν όλοι με τα μάτια τους και γέμισαν με έκπληξη. Και δόξασαν τον Θεό λέγοντας ότι «ποτέ μέχρι τώρα δεν είδαμε κάτι τέτοιο, ένας παράλυτος με μία προσταγή να σηκώνεται αμέσως υγιής και να περπατά».
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ [: Εβρ.1,10-2,3]
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
«Ὃταν δὲ πάλιν εἰσαγάγῃ τὸν πρωτότοκον εἰς τὴν οἰκουμένην, λέγει· καὶ προσκυνησάτωσαν αὐτῷ πάντες ἄγγελοι Θεοῦ. καὶ πρὸς μὲν τοὺς ἀγγέλους λέγει· ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα, καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα· πρὸς δὲ τὸν υἱόν· ὁ θρόνος σου, ὁ Θεός, εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος· ῥάβδος εὐθύτητος ἡ ῥάβδος τῆς βασιλείας σου (:Και όταν θα εισαγάγει ο Πατήρ με δόξα και δύναμη τον Υιό που γεννήθηκε από Αυτόν πριν δημιουργηθεί όλη η κτίση, για να κρίνει την οικουμένη, λέει: “Να Τον προσκυνήσουν όλοι οι άγγελοι του Θεού”. Ο Υιός λοιπόν που έγινε άνθρωπος είναι Κύριος και των αγγέλων· και για τους αγγέλους λέει: “Ο Θεός κάνει τους αγγέλους Του ταχυκίνητους και αιθέριους σαν τους ανέμους, και τους λειτουργούς που Τον υπηρετούν λαμπρούς και δραστικούς σαν την πύρινη φλόγα”. Για τον Υιό όμως λέει: “Ο βασιλικός Σου θρόνος, Θεέ, μένει στερεός και ασάλευτος στους ατέλειωτους αιώνες. Η βασιλική Σου ράβδος είναι ράβδος και εξουσία ευθύτητας και δικαιοσύνης”)»[Eβρ.1,6-8].
Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός ονομάζει έξοδο την ένσαρκο έλευσή Του, όπως όταν λέγει: «Ἰδοὺ ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι(:Ιδού, βγήκε ο σπορέας έξω στο χωράφι για να σπείρει)»[Ματθ.13,4]· και πάλι: «Ἐξῆλθον παρὰ τοῦ πατρὸς καὶ ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον (:Ήμουν στους κόλπους του Πατρός μου ως γνήσιος Υιός Του και βγήκα από τον Πατέρα όταν έγινα άνθρωπος και ήλθα στον κόσμο)» [Ιω.16,28]· και σε πολλά σημεία μπορεί κανείς να το δει αυτό. Ο Παύλος όμως την ονομάζει είσοδο λέγοντας: «Ὃταν δὲ πάλιν εἰσαγάγῃ τὸν πρωτότοκον εἰς τὴν οἰκουμένην (:Και όταν πάλι εισαγάγει τον πρωτότοκο Υιό Του στην οικουμένη)», εννοώντας είσοδο την ανάληψη της σάρκας.
Γιατί όμως μιλούν διαφορετικά για το ίδιο πράγμα και για ποια αιτία λέχτηκαν αυτά; Φαίνεται από την ίδια τη σημασία των λόγων. Ο Χριστός δηλαδή σωστά ονομάζει τον ερχομό Του έξοδο, επειδή ήμασταν έξω από τον Θεό. Και όπως στα βασιλικά ανάκτορα οι φυλακισμένοι και αντίπαλοι του βασιλιά στέκουν απέξω και εκείνος που θέλει να τους συμφιλιώσει δεν τους εισάγει μέσα, αλλά ο ίδιος βγαίνει έξω και μιλάει μαζί τους, ώσπου να τους κάνει άξιους να δουν τον βασιλιά, το ίδιο έκαμε και ο Χριστός. Πρώτα λοιπόν εξήλθε προς εμάς, δηλαδή έλαβε σάρκα, και αφού μας είπε τα σχετικά με τον βασιλιά, τότε μας εισήγαγε, αφού μας καθάρισε τα αμαρτήματα και μας συμφιλίωσε. Γι΄αυτό ονομάζει την Σάρκωσή Του έξοδο.
Ο Παύλος όμως την ονομάζει είσοδο, από μεταφορά εκείνων που κληρονομούν και παραλαμβάνουν κάποια νομή και κτήμα. Γιατί λέγοντας: «Και όταν πάλι εισαγάγει τον πρωτότοκο στην οικουμένη», αυτό δηλώνει όταν του αναθέτει την οικουμένη· τότε δηλαδή την απέκτησε ολόκληρη, όταν έγινε γνωστός σε αυτήν. Και δεν τα λέγει αυτά για τον Θεό Λόγο, αλλά για τον Χριστό που σαρκώθηκε. Και σωστά. Γιατί, αν ήταν μέσα στον κόσμο, όπως λέγει ο Ιωάννης, και ο κόσμος μέσω Αυτού δημιουργήθηκε, πώς ήταν δυνατό να έρθει αλλιώς, αν δεν έπαιρνε σάρκα;
«Καὶ προσκυνησάτωσαν αὐτῷ(:και να Τον προσκυνήσουν)», λέγει, «πάντες ἄγγελοι Θεοῦ (:όλοι οι άγγελοι του Θεού)»[Εβρ.1,6]. Όταν πρόκειται να πει κάτι μεγάλο και υψηλό, το προετοιμάζει και το κάνει ευπρόσδεκτο παρουσιάζοντας τον Πατέρα να εισάγει τον Υιό. Και πρόσεχε: Είπε παραπάνω ότι δεν μας μίλησε μέσω των προφητών, αλλά μέσω του Υιού. Έδειξε ότι ο Υιός είναι ανώτερος από τους αγγέλους και το απέδειξε αυτό από το όνομα και από το ότι παρουσίασε τον Πατέρα να εισάγει στον κόσμο τον Υιό. Εδώ πλέον το αποδεικνύει και από άλλο πράγμα. Ποιο λοιπόν είναι αυτό; Από την προσκύνηση. Και αυτό δείχνει πόσο ανώτερος είναι· όσο δηλαδή ο κύριος από τον δούλο. Γι΄αυτό όπως ένας, που εισάγει κάποιον στα ανάκτορα του βασιλιά, προστάζει αμέσως να Τον προσκυνήσουν όλοι οι αξιωματούχοι των ανακτόρων, έτσι κάνει και Αυτός· μιλάει για την είσοδο στον κόσμο του Λόγου που σαρκώθηκε και γι΄αυτό προσθέτει το: «ας Τον προσκυνήσουν όλοι οι άγγελοι του Θεού».
Άραγε μόνο οι άγγελοι και όχι οι άλλες δυνάμεις; Μακριά μια τέτοια σκέψη. Γιατί, άκουσε τα επόμενα: «Καὶ πρὸς μὲν τοὺς ἀγγέλους λέγει· ὁ ποιῶν τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα, καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα· πρὸς δὲ τὸν υἱόν· ὁ θρόνος σου, ὁ Θεός, εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος (:Και για τους αγγέλους λέει: “Ο Θεός κάνει τους αγγέλους Του ταχυκίνητους και αιθέριους σαν τους ανέμους, και τους λειτουργούς που Τον υπηρετούν λαμπρούς και δραστικούς σαν την πύρινη φλόγα”. Για τον Υιό όμως λέει: “Ο βασιλικός Σου θρόνος, Θεέ, μένει στερεός και ασάλευτος στους ατέλειωτους αιώνες”)»[Εβρ.1,8].
Να η πιο μεγάλη διαφορά: εκείνοι δηλαδή είναι κτιστοί, ενώ Αυτός άκτιστος. Και γιατί για τους αγγέλους Του λέγει: «Αυτός που κάνει», ενώ για τον Υιό Του δεν είπε: «Αυτός που κάνει»; Αν και βέβαια μπορούσε να πει έτσι τη διαφορά· για τους αγγέλους του λέγει: «Αυτός που κάνει τους αγγέλους Του σαν ανέμους», ενώ για τον Υιό: «ο Κύριος με δημιούργησε»· και πάλι: «ο Θεός Τον έκανε Κύριο και Χριστό». Αλλά ούτε εκείνο λέχθηκε για τον Χριστό Κύριο Υιό, ούτε αυτό για τον Θεό Λόγο, αλλά για τη σάρκωση. Γιατί, όπου ήθελε να φανερώσει την πραγματική διαφορά δεν περιέλαβε μόνο τους αγγέλους, αλλά και όλες τις ουράνιες δυνάμεις που Τον υπηρετούν. Βλέπεις με ποιον τρόπο και με πόση σαφήνεια ξεχωρίζει κτίσματα και κτίστη, υπηρέτες και κύριο, κληρονόμο και γνήσιο Υιό και δούλους;
Στον Υιό όμως λέγει: «Ὁ θρόνος σου, ὁ Θεός, εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος (:Ο βασιλικός Σου θρόνος, Θεέ, μένει στερεός και ασάλευτος στους ατέλειωτους αιώνες)». Ιδού ένα σύμβολο βασιλείας. «Ῥάβδος εὐθύτητος ἡ ῥάβδος τῆς βασιλείας σου(:Η βασιλική Σου ράβδος είναι ράβδος και εξουσία ευθύτητας και δικαιοσύνης”)». Να πάλι και άλλο σύμβολο βασιλείας.
Έπειτα πάλι στον Λόγο που σαρκώθηκε: «Ἠγάπησας δικαιοσύνην καὶ ἐμίσησας ἀνομίαν· διὰ τοῦτο ἔχρισέ σε, ὁ Θεός, ὁ Θεός σου ἔλαιον ἀγαλλιάσεως παρὰ τοὺς μετόχους σου (:Αγάπησες την δικαιοσύνη και μίσησες την αδικία. Γι΄αυτό, Θεέ, ο Πατήρ Σου, ο Οποίος ως προς την ανθρώπινη φύση Σου είναι Θεός Σου, Σε έχρισε με το χρίσμα του Αγίου Πνεύματος, που φέρει χαρά και αγαλλίαση σε Αυτόν που το παίρνει. Και Σου έδωσε το χρίσμα αυτό ασυγκρίτως τελειότερο απ΄ ό,τι σε εκείνους που μετέχουν μαζί με Εσένα στη χρίση αυτή· διότι δεν έδωσε και σε Σένα το Άγιο Πνεύμα σε περιορισμένο βαθμό, όπως στους άλλους πιστούς, αλλά Σου το έδωσε ολόκληρο)»[Εβρ.1,9]. Τι σημαίνει «ο Θεός σου»; Επειδή δηλαδή είπε κάτι μεγάλο, πάλι το μετριάζει.
Εδώ έβαλε εναντίον των Ιουδαίων, και εναντίον των οπαδών του Παύλου του Σαμοσατέα, των οπαδών του Αρείου, και εναντίον του Μαρκέλλου, του Σαβελλίου και του Μαρκίωνα. Πώς; Εναντίον των Ιουδαίων, δείχνοντας πως ο Ίδιος είναι και Θεός και άνθρωπος. Εναντίον των άλλων, δηλαδή των οπαδών του Παύλου του Σαμοσατέα, λέγοντας αυτά για την αιώνια ύπαρξη και την άκτιστη ουσία Του· γιατί το «ο θρόνος σου, εσύ που είσαι Θεός, θα παραμείνει στους αιώνες των αιώνων», το ανέφερε σε αντιδιαστολή προς το «έκαμε». Εναντίον των οπαδών του Αρείου λέγει πάλι το ίδιο και ότι δεν είναι δούλος· αν όμως είναι κτίσμα, είναι δούλος. Προς τον Μάρκελλο και τους άλλους, ότι αυτά τα πρόσωπα είναι δύο, διαφορετικά κατά την υπόσταση. Προς τους Μαρκιωνιστές, ότι δεν χρίεται η θεία φύση, αλλά η ανθρώπινη.
Έπειτα λέγει: «περισσότερο από τους μετόχους σου». Ποιοι όμως είναι οι μέτοχοι, παρά οι άνθρωποι; Δηλαδή, ο Χριστός δεν έλαβε το Πνεύμα με μέτρο, σε περιορισμένο βαθμό, αλλά εξ ολοκλήρου[ βλ. και Ιω.3,34: «Ὅν γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεός, τὰ ῥήματα τοῦ Θεοῦ λαλεῖ· οὐ γὰρ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα(:Ο Ιησούς Χριστός, τον οποίο απέστειλε ο Θεός, δεν λέει τίποτε το δικό Του, αλλά λέει τα λόγια του Θεού. Και τα διδάσκει αυτά αλάνθαστα, διότι ο Θεός δεν Του έδωσε το Άγιο Πνεύμα όπως κάποτε στους προφήτες περιορισμένα και σε ορισμένες στιγμές της ζωής τους, αλλά Του το έδωσε ολοκληρωτικά, αδιάκοπα και απεριόριστα˙ και συνεπώς αυτός κατέχει την πλήρη και απόλυτη θεϊκή αποκάλυψη και διδάσκει με ακρίβεια τη διδασκαλία του Θεού)»].
Βλέπεις πώς συνδέει πάντοτε στον λόγο για την άκτιστη φύση και τον λόγο για την οικονομία; Τι υπάρχει σαφέστερο απ’ αυτό; Είδες πως δεν είναι το ίδιο, κτίσμα και γέννημα; Γιατί δεν θα τα ξεχώριζε και προς αντιδιαστολή του «έκαμε» δεν θα πρόσθετε το : «στον Υιό του όμως είπε, ο θρόνος Σου, εσύ που είσαι Θεός, θα παραμείνει στους αιώνες των αιώνων»· ούτε το όνομα «Υιός» θα το αποκαλούσε ανώτερο όνομα· αν σήμαινε το ίδιο το γέννημα είναι το ίδιο, και εκείνοι δημιουργήθηκαν, ποια είναι η διαφορά; Να πάλι το «ο Θεός» με το άρθρο.
Και πάλι λέγει: «Καὶ σὺ κατ᾿ ἀρχάς, Κύριε, τὴν γῆν ἐθεμελίωσας, καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί·αὐτοὶ ἀπολοῦνται, σὺ δὲ διαμένεις· καὶ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται, καὶ ὡσεὶ περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτούς, καὶ ἀλλαγήσονται· σὺ δὲ ὁ αὐτὸς εἶ, καὶ τὰ ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσι(:Και πάλι η Αγία Γραφή λέει για τον Υιό: “ Κι Εσύ, Κύριε, στην αρχή της δημιουργίας στήριξες τη γη και την εδραίωσες μέσα στο ουράνιο στερέωμα, και έργα των χειρών Σου είναι οι ουρανοί. Αυτοί θα χάσουν το σημερινό τους σχήμα και θα εξαφανιστούν. Εσύ όμως παραμένεις αναλλοίωτος και αμετάβλητος. Και όλος ο κόσμος θα παλιώσει σαν ένα ένδυμα. Και εσύ θα τον περιστρέψεις και θα τον περιτυλίξεις σαν εξωτερικό ρούχο που φορούν οι άνθρωποι θα αλλάξει και θα γίνει καινούργιος. Εσύ όμως είσαι πάντοτε ο ίδιος, και τα έτη Σου θα είναι ατελείωτα”)».
Για να μη νομίσεις, ακούοντας τη φράση: «Και όταν παρουσιάζει τον πρωτότοκο στην οικουμένη», ότι είναι δώρο που Του δόθηκε τελευταία, αυτό και παραπάνω το διόρθωσε, και πάλι το διορθώνει λέγοντας: «Κατ᾿ ἀρχάς (:Στην αρχή της δημιουργίας)»· όχι τώρα, αλλά από την αρχή. Να πάλι καταφέρει καίριο πλήγμα και στον Παύλο τον Σαμοσατέα και στον Άρειο προσαρμόζοντας στον Υιό αυτά που λέγονται για τον Πατέρα. Μαζί με αυτό όμως υπαινίχτηκε και κάποιο άλλο πρόσθετο έργο, μεγαλύτερο από αυτό. Υπαινίχτηκε δηλαδή τη μεταμόρφωση του κόσμου λέγοντας: «Καὶ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται, καὶ ὡσεὶ περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτούς, καὶ ἀλλαγήσονται (:Και όλος ο κόσμος θα παλιώσει σαν ένα ένδυμα και εσύ θα τον περιστρέψεις και θα τον περιτυλίξεις σαν εξωτερικό ρούχο που φορούν οι άνθρωποι· θα αλλάξει και θα γίνει καινούργιος)»[Εβρ.1,10-12].
Αυτό το λέγει και στην προς Ρωμαίους, ότι δηλαδή θα μεταμορφώσει τον κόσμο. Και για να δηλώσει πόσο εύκολο είναι το πράγμα πρόσθεσε: «ἑλίξεις αὐτούς(:θα περιστρέψεις τον κόσμο και θα τον περιτυλίξεις σαν εξωτερικό ρούχο που φορούν οι άνθρωποι)». Όπως δηλαδή θα τύλιγε κάποιος ένα μανδύα, έτσι Αυτός θα τυλίξει και θα αλλάξει τον κόσμο. Αν όμως κάνει τόσο εύκολα την προς το καλύτερο και το ανώτερο μεταμόρφωση και δημιουργία, θα χρειαζόταν κάποιον άλλον στην κατώτερη δημιουργία; Μέχρι πότε δεν θα ντρέπεστε; Συγχρόνως όμως αυτό είναι και πάρα πολύ μεγάλη παρηγοριά, η γνώση ότι δεν θα είναι έτσι τα πράγματα, αλλά τα πάντα θα μεταβληθούν και όλα θα αλλάξουν, ενώ Αυτός παραμένει διαρκώς ζωντανός και αιώνια ζει. «Σὺ δὲ ὁ αὐτὸς εἶ(:Εσύ όμως είσαι πάντοτε ο Ίδιος)», λέγει, «καὶ τὰ ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσι (:και τα έτη Σου θα είναι ατελείωτα)»[Εβρ.1,12].
«Πρὸς τίνα δὲ τῶν ἀγγέλων εἴρηκέ ποτε· κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου;(: Σε ποιον άλλωστε από τους αγγέλους έχει πει ποτέ ο επουράνιος Πατέρας: “Κάθισε τώρα μετά την Ανάληψή σου στα δεξιά μου, ωσότου υποτάξω τους εχθρούς σου νικημένους κάτω από τα πόδια Σου ως υποπόδιο, για να έχεις αιωνίως αδιαφιλονίκητη την εξουσία”; Σε κανέναν)»[Εβρ.1,13]. Να, πάλι τους ενθαρρύνει, αφού πρόκειται οι εχθροί τους να ηττηθούν και εχθροί τους είναι οι ίδιοι που είναι και εχθροί του Χριστού. Αυτό πάλι είναι γνώρισμα βασιλικής εξουσίας, ισοτιμίας, τιμής, όχι αδυναμίας, το να οργίζεται ο Πατέρας για αυτά που γίνονται στον Υιό. Αυτό είναι δείγμα πολλής αγάπης και γνησιότητας, σαν από πατέρα προς υιό. Εκείνος δηλαδή που οργίζεται γι’ αυτόν, πώς είναι ξένος από αυτόν;
«Ωσότου υποτάξω τους εχθρούς σου νικημένους κάτω από τα πόδια Σου ως υποπόδιο, για να έχεις αιωνίως αδιαφιλονίκητη την εξουσία». Αυτό λέγει και στον δεύτερο ψαλμό: «Ὁ κατοικῶν ἐν οὐρανοῖς ἐκγελάσεται αὐτούς, καὶ ὁ Κύριος ἐκμυκτηριεῖ αὐτούς. τότε λαλήσει πρὸς αὐτοὺς ἐν ὀργῇ αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ θυμῷ αὐτοῦ ταράξει αὐτούς(:Αλλά ο Θεός που κατοικεί στους ουρανούς θα γελάσει περιφρονητικά μαζί τους και ο Κύριος θα τους περιπαίξει και θα τους χλευάσει. Κι αμέσως τότε θα μιλήσει σε αυτούς με αγανάκτηση και θα τους συνταράξει με την τρομερή έκρηξη του θυμού Του)» [Ψαλμ.2,4-5].
Και πάλι Αυτός λέγει: «Πλὴν τοὺς ἐχθρούς μου ἐκείνους, τοὺς μὴ θελήσαντάς με βασιλεῦσαι ἐπ᾿ αὐτούς, ἀγάγετε ὧδε καὶ κατασφάξατε αὐτοὺς ἔμπροσθέν μου(:Αλλά και τους εχθρούς μου εκείνους που δεν με θέλησαν για βασιλιά τους, φέρτε τους εδώ και κατασφάξτε τους μπροστά μου)» [Λουκά 19,27]. Το ότι βέβαια είναι δικά Του τα λόγια, άκουσε τι λέγει και αλλού: «Ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυνάξαι τὰ τέκνα σου ὃν τρόπον ὄρνις τὴν ἑαυτῆς νοσσιὰν ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε! ἰδοὺ ἀφίεται ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος(:Πόσες φορές θέλησα να συμμαζέψω τα παιδιά σου με τη στοργή που έχει η κλώσσα καθώς μαζεύει το πλήθος των μικρών πουλιών της κάτω από τις φτερούγες της! Και δεν θελήσατε! Ιδού, για τιμωρία σας αφήνεται ο οίκος σας έρημος και απροστάτευτος από τον Θεό)»[Λουκά 13,34].
Και πάλι: «Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν ὅτι ἀρθήσεται ἀφ᾿ ὑμῶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ δοθήσεται ἔθνει ποιοῦντι τοὺς καρποὺς αὐτῆς(:Γι’ αυτό σας λέω ότι θα αφαιρεθεί από σας η βασιλεία και η ιδιαίτερη προστασία του Θεού και θα δοθεί σε έθνος το οποίο θα παράγει τα αγαθά έργα, που είναι οι καρποί της βασιλείας αυτής)» [Ματθ.21,43]. Και πάλι: «Καὶ ὁ πεσὼν ἐπὶ τὸν λίθον τοῦτον συνθλασθήσεται· ἐφ᾿ ὃν δ᾿ ἂν πέσῃ, λικμήσει αὐτόν(:Και εκείνος που θα πέσει με εχθρικές διαθέσεις πάνω στον λίθο αυτόν τον ακρογωνιαίο θα τσακιστεί˙ επιπλέον, σε όποιον πέσει βαρύς ο λίθος αυτός θα τον κομματιάσει και θα τον σκορπίσει σαν σκόνη. Όποιος δηλαδή πολεμήσει τον Χριστό, θα αντικρίσει την οργή Του και θα καταλήξει στον όλεθρο και τον αφανισμό)»[Ματθ.21,44]. Άλλωστε Αυτός που πρόκειται να τους κρίνει εκεί, πολύ περισσότερο θα τους τιμωρήσει εδώ για την απρέπειά τους προς αυτόν. Επομένως το «ώσπου να θέσω τους εχθρούς σου υποπόδιο των ποδών σου», είναι απόδειξη τιμής μόνο προς τον Υιό.
«Oὐχὶ πάντες εἰσὶ λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν;(:Δεν είναι όλοι οι άγγελοι υπηρετικά πνεύματα, που ενεργούν όχι από δική τους πρωτοβουλία, αλλά αποστέλλονται από τον Θεό για να υπηρετούν εκείνους που πρόκειται να κληρονομήσουν την αιώνια ζωή;)»[Εβρ.1,14]. «Τι το παράξενο», λέγει, «αν υπηρετούν τον Υιό, όταν βοηθούν και για τη δική μας σωτηρία;» Πρόσεχε πώς εξυψώνει το φρόνημά τους και δείχνει την μεγάλη τιμή που μας κάνει ο Θεός, εφόσον όρισε τους αγγέλους, που είναι ανώτεροι από μας, να έχουν αυτήν την υπηρεσία που είναι προς όφελός μας. Όπως θα μπορούσε να πει κάποιος· «σε αυτό τους χρησιμοποιεί», λέγει, «αυτή είναι η υπηρεσία των αγγέλων, το να διακονούν τον Θεό για τη δική μας σωτηρία». Ώστε αυτό είναι το έργο των αγγέλων, το να κάνουν τα πάντα για τη σωτηρία των αδελφών· ή καλύτερα το έργο είναι του Χριστού, γιατί Αυτός ως Κύριος σώζει, ενώ αυτοί είναι δούλοι. Και εμείς είμαστε δούλοι και σύνδουλοι των αγγέλων. «Γιατί», λέγει, «βλέπετε με ανοικτό το στόμα προς τους αγγέλους; Δούλοι είναι του Υιού του Θεού και πολλές φορές στέλνονται για μας και υπηρετούν για τη δική μας σωτηρία». Ώστε είναι ομόδουλοί μας. Σκεφτείτε πως δεν δίνει μεγάλη διαφορά στα κτίσματα, αν και είναι μεγάλη η απόσταση ανάμεσα στους αγγέλους και στους ανθρώπους. Όμως τους κατεβάζει κοντά μας, σαν να λέγει: «για μας κουράζονται, για μας τρέχουν, εμάς, όπως θα μπορούσε να πει κάποιος, υπηρετούν. Αυτή είναι η υπηρεσία τους, το να στέλνονται παντού για μας».
Και με αυτά τα παραδείγματα είναι γεμάτη και η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη. Όταν δηλαδή φέρνουν χαρμόσυνο άγγελμα στους ποιμένες, στη Μαρία, στον Ιωσήφ, όταν κάθονται στο μνήμα, όταν στέλνονται να πουν στους μαθητές: «Ἂνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν(:Άνδρες Γαλιλαίοι, γιατί στέκεστε και παρατηρείτε με βλέμμα ακίνητο στον ουρανό; Αυτός ο Ιησούς, που αναλήφθηκε από ανάμεσά σας στον ουρανό, θα έλθει με τον ίδιο τρόπο, με το σώμα Του δηλαδή και καθισμένος πάνω σε σύννεφο, όπως Τον είδατε και τώρα γεμάτοι θαυμασμό και κατάπληξη να πηγαίνει στον ουρανό)»[Πράξ.1,11], όταν ελευθερώνουν τον Πέτρο από τη φυλακή, όταν μιλούν στον Φίλιππο, πώς δεν μας υπηρετούν; Σκέψου λοιπόν πόση είναι η τιμή, όταν ο Θεός στέλνει διακόνους τους αγγέλους σαν προς φίλους, όταν άγγελος παρουσιάζεται στον Κορνήλιο, όταν άγγελος βγάζει όλους τους αποστόλους από τη φυλακή και λέγει: «Πορεύεσθε, καὶ σταθέντες λαλεῖτε ἐν τῷ ἱερῷ τῷ λαῷ πάντα τὰ ῥήματα τῆς ζωῆς ταύτης(:Πηγαίνετε αμέσως και σταθείτε γεμάτοι θάρρος στον ιερό περίβολο του ναού και κηρύξατε δημόσια στον λαό όλα τα λόγια της νέας αυτής ζωής, την οποία σας μετέδωσε ο Ιησούς και από πείρα γνωρίσατε)»[Πράξ.5,20]. Και γιατί λέγω τα άλλα; Και στον ίδιο τον Παύλο άγγελος παρουσιάζεται.
Βλέπεις ότι μας υπηρετούν για τον Θεό, και ότι μας υπηρετούν στα πολύ μεγάλα πράγματα; Γι΄αυτό λέγει ο Παύλος: «Εἴτε Παῦλος εἴτε Ἀπολλὼς εἴτε Κηφᾶς εἴτε κόσμος εἴτε ζωὴ εἴτε θάνατος εἴτε ἐνεστῶτα εἴτε μέλλοντα, πάντα ὑμῶν ἐστιν(:Είτε ο Παύλος, είτε ο Απολλώς, είτε ο Κηφάς, είτε ολόκληρος ο κόσμος, είτε η ζωή, είτε ο θάνατος, είτε όσα υπάρχουν τώρα είτε όσα θα υπάρχουν στο μέλλον, όλα είναι δικά σας και θα υπηρετούν την σωτηρία σας)» [Α΄Κορ.3,22]. Στάλθηκε βέβαια και ο Υιός, όχι όμως ως διάκονος, ούτε ως υπηρέτης, αλλά ως Υιός και μονογενής και θέλοντας τα ίδια με τον Πατέρα. Ή καλύτερα, δεν στάλθηκε, γιατί δεν πήγε από τόπο σε τόπο, αλλά ανέλαβε σάρκα. Οι άγγελοι όμως αλλάζουν τόπους και αφήνοντας τους πρώτους στους οποίους βρίσκονται, έτσι έρχονται σε άλλους στους οποίους δεν ήταν. Και ενθαρρύνοντας πάλι αυτούς λέγει: «Γιατί φοβάστε; Οι άγγελοι μάς υπηρετούν».
Και αφού είπε για τον Υιό και τα σχετικά με την οικονομία του Θεού, τη δημιουργία και τη βασιλεία, και αφού έδειξε την ισοτιμία Του προς τον Πατέρα και ότι ως Κύριος εξουσιάζει όχι μόνο τους ανθρώπους, αλλά και τις ουράνιες δυνάμεις, στη συνέχεια ο Παύλος τους προτρέπει, μιλώντας έτσι, ώστε να προσέχουμε σε αυτά που ακούσαμε, και λέγει: «Διὰ τοῦτο δεῖ περισσοτέρως ἡμᾶς προσέχειν τοῖς ἀκουσθεῖσι, μή ποτε παραῤῥυῶμεν(:Ο Υιός λοιπόν είναι ασυγκρίτως ανώτερος από τους αγγέλους. Γι΄αυτό κι εμείς πρέπει να προσέχουμε πολύ περισσότερο σε εκείνα που ακούσαμε με το κήρυγμα, διότι όλα αυτά είναι λόγοι του Υιού και των Αποστόλων Του. Είναι επιτακτική ανάγκη να προσέχουμε, μήπως από απροσεξία μας συμβεί να παρασυρθούμε και πέσουμε έξω)»[Εβρ.2,1].
Εδώ ήθελε να πει ότι πρέπει να τα προσέχουμε περισσότερο από τον νόμο, αλλά το παρασιώπησε· το κάνει όμως φανερό με αυτό που λέγει, όχι με συμβουλή ούτε με προτροπή, γιατί έτσι ήταν καλύτερα. «Εἰ γὰρ ὁ δι᾿ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος(:Και αλίμονό μας εάν πέσουμε έξω· διότι, εάν ο νόμος που ανήγγειλε ο Θεός στον Μωυσή διαμέσου αγγέλων)», λέγει, «ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν (:αποδείχτηκε έγκυρος και ισχυρός, και κάθε παράβασή του και παρακοή τιμωρήθηκε δίκαια με την ανάλογη τιμωρία), πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη(:πώς εμείς θα ξεφύγουμε την τιμωρία, εάν αμελήσουμε μια τόσο μεγάλη και σπουδαία σωτηρία; Την σωτηρία αυτή δεν μας τη γνωστοποίησαν κάποιοι άγγελοι, όπως έγινε στον νόμο, αλλά αφού άρχισε να την κηρύττει ο Ίδιος ο Κύριος, μας την παρέδωσαν ως αληθινή και αξιόπιστη οι άγιοι Απόστολοι που την άκουσαν κατευθείαν από το στόμα του Κυρίου)»[Εβρ.2,2-3].
Γιατί πρέπει εμείς να προσέχουμε περισσότερο σε αυτά που ακούσαμε; Δεν είναι και εκείνα και αυτά του Θεού; Ή λοιπόν λέγει ότι πρέπει να τα ακούμε περισσότερο από τον μωσαϊκό νόμο ή ότι σε μεγαλύτερο βαθμό πρέπει να τα προσέχουμε· δεν κάνει σύγκριση, μακριά μια τέτοια σκέψη. Επειδή λοιπόν από τον πολύ χρόνο είχαν μεγάλη υπόληψη για την Παλαιά Διαθήκη, ενώ αυτά σαν νέα ακόμη τα περιφρονούσαν, δείχνει με κύρος ότι σε αυτά πρέπει να προσέχουν περισσότερο. Πώς; Σαν να λέγει ότι του Θεού είναι βέβαια και αυτά και εκείνα, αλλά όχι με όμοιο τρόπο. Και αυτό μας το δείχνει ύστερα. Πρώτα όμως το δείχνει λιγότερο καθαρά και στη συνέχεια πιο φανερά, λέγοντας: «Εἰ γὰρ ἡ πρώτη ἐκείνη ἦν ἄμεμπτος, οὐκ ἂν δευτέρας ἐζητεῖτο τόπος(:Είναι πραγματικά ανώτερη και καλύτερη η νέα διαθήκη· διότι εάν η πρώτη εκείνη ήταν τέλεια και δεν είχε ελλείψεις, δεν θα υπήρχε ανάγκη να εισαχθεί και να συναφθεί δεύτερη)»[Εβρ.8,7]· και πάλι: «Ἐν τῷ λέγειν καινὴν πεπαλαίωκε τὴν πρώτην· τὸ δὲ παλαιούμενον καὶ γηράσκον ἐγγὺς ἀφανισμοῦ(:Μιλώντας δηλαδή ο Θεός για Νέα Διαθήκη, με αυτό που είπε κατέστησε παλαιά την πρώτη. Κι εκείνο που παλιώνει και γηράσκει, κοντεύει να εξαφανιστεί)» [Εβρ.8,13] και πολλά άλλα τέτοια. Αλλά δεν τολμά ακόμη να πει κάτι τέτοιο στην αρχή, μέχρι που να προσελκύσει και να κερδίσει την εμπιστοσύνη του ακροατή με τις περισσότερες προετοιμασίες.
«Γιατί λοιπόν», πες μας, «πρέπει να προσέχουμε περισσότερο;». «Μή ποτε(:Μην τυχόν)», λέγει, «παραῤῥυῶμεν(:και απομακρυνθούμε από αυτά)»[Εβρ.2,1]. Δηλαδή, να μην καταστραφούμε, να μην πέσουμε. Και δείχνει εδώ πόσο φοβερό πράγμα είναι η πτώση, γιατί είναι δύσκολο εκείνο που απομακρύνθηκε να επιστρέψει πάλι, επειδή αυτό έγινε από ραθυμία. Αυτή τη λέξη την πήρε από τις Παροιμίες. Γιατί λέγει: «Υἱέ, μὴ παραῤῥυῇς, τήρησον δὲ ἐμὴν βουλὴν καὶ ἔννοιαν (:Υιέ μου, πρόσεχε μην παρεκκλίνεις από τον δρόμο μου και παρασυρθείς στον ολισθηρό κατήφορο της απωλείας. Φύλαξε τη δική μου συμβουλή και οδηγία)»[Παροιμ. 3,21]. Δείχνει έτσι και το εύκολο του ολισθήματος και το φοβερό της καταστροφής· δηλαδή δεν είναι ακίνδυνη για μας η παρακοή. Και με όσα προσθέτει δείχνει ότι είναι μεγαλύτερη η τιμωρία. Αυτήν όμως την αφήνει πάλι στην αναζήτηση και όχι στο συμπέρασμα. Γιατί πραγματικά αυτό κάνει τον λόγο λιγότερο ενοχλητικό, να μην προσθέτει μόνος του την απόφαση, αλλά να αφήνει την εξουσία στον ακροατή, για να βγάλει αυτός την απόφαση. Το ίδιο κάνει και ο προφήτης Νάθαν στην Παλαιά Διαθήκη και ο Χριστός στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου λέγοντας: «Ὅταν οὖν ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος, τί ποιήσει τοῖς γεωργοῖς ἐκείνοις; (:Όταν λοιπόν έλθει ο κύριος του αμπελιού, τι είναι δίκαιο να κάνει στους καλλιεργητές εκείνους;)»[Ματθ.21,40], αναγκάζοντας τους ίδιους τους ακροατές να βγάλουν την απόφαση· γιατί αυτό είναι η πιο μεγάλη νίκη.
Έπειτα, αφού είπε: «Εἰ γὰρ ὁ δι᾿ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος(:Εάν ο νόμος που ανήγγειλε ο Θεός στον Μωυσή διαμέσου αγγέλων αποδείχτηκε έγκυρος και ισχυρός)», δεν πρόσθεσε «πολύ περισσότερο είναι αυτός που κηρύχτηκε από τον Χριστό», αλλά αυτό το άφησε και είπε το μικρότερο: «πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας;(:πώς εμείς θα ξεφύγουμε την τιμωρία, εάν αμελήσουμε μια τόσο μεγάλη και σπουδαία σωτηρία;)». Και πρόσεχε πώς κάνει τη σύγκριση. «Εἰ γὰρ(:εάν λοιπόν)», λέγει, «ὁ δι᾿ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος(:ο νόμος που ανήγγειλε ο Θεός στον Μωυσή διαμέσου αγγέλων)». Εκεί «δι᾿ ἀγγέλων(:μέσω των αγγέλων)», εδώ όμως «διὰ τοῦ Κυρίου(: μέσω του Κυρίου)»· και εκεί λόγος, εδώ όμως σωτηρία.
Έπειτα, για να μην πει κανείς: «Τι λοιπόν, όσα λέγεις εσύ, Παύλε, είναι του Χριστού;», τον προλαβαίνει και δείχνει ότι έχει το αξιόπιστο. Γιατί και το ότι τα άκουσε εκείνος αυτά δείχνει το αξιόπιστο και με το ότι αυτά λέγονται τώρα από τον ίδιο τον Θεό, όχι απλώς με φωνή που κατέβαινε από τον ουρανό, όπως συνέβηκε στην περίπτωση του Μωυσή, αλλά με σημεία που γίνονταν και πράγματα που παρείχαν την επιβεβαίωση.
Τι σημαίνει όμως: «Εἰ γὰρ ὁ δι᾿ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος»; Και στην προς Γαλάτας επιστολή λέγει περίπου το ίδιο: «Τί οὖν ὁ νόμος; Τῶν παραβάσεων χάριν προσετέθη, ἄχρις οὗ ἔλθῃ τὸ σπέρμα ᾧ ἐπήγγελται, διαταγεὶς δι’ ἀγγέλων ἐν χειρὶ μεσίτου(:Και αφού από την τήρηση του νόμου δεν αποκτάται η κληρονομιά, γεννιέται το ερώτημα: “Για ποιον λοιπόν σκοπό δόθηκε ο νόμος;” Απάντηση: “Προστέθηκε ο νόμος στην επαγγελία, έτσι ώστε με τις καθημερινές μας παραβάσεις του να οδηγηθούμε σε συναίσθηση της ενοχής και της αδυναμίας μας, μέχρι να έλθει ο απόγονος του Αβραάμ, για χάρη του οποίου είχαν δοθεί οι επαγγελίες”. Οπότε εμείς με τη συναίσθηση των αδυναμιών μας ευκολότερα θα εγκολπωνόμασταν τον απόγονο του Αβραάμ, δηλαδή τον Χριστό, διαμέσου του Οποίου μας δίνονται οι ευλογίες. Έτσι ο νόμος είχε προσωρινή ισχύ. Διατάχθηκε με τη μεσολάβηση αγγέλων και δόθηκε με τα χέρια του Μωυσή, ως μεσίτη μεταξύ Θεού και Ιουδαίων)» [Γαλ. 3,19].
Και πάλι: «Οἵτινες ἐλάβετε τὸν νόμον εἰς διαταγὰς ἀγγέλων, καὶ οὐκ ἐφυλάξατε (:εσείς πήρατε τον νόμο τον οποίο διέταξε ο Θεός διαμέσου αγγέλων, και δεν τον τηρήσατε, αλλά τον παραβήκατε)» [Πράξ. 7,53]. Και παντού λέγει ότι ο νόμος έχει δοθεί μέσω αγγέλων. Μερικοί λοιπόν ισχυρίζονται ότι εννοεί τον Μωυσή. Αλλά αυτό δεν ευσταθεί γιατί εδώ μιλάει για πολλούς αγγέλους. Και αγγέλους εννοεί εδώ εκείνους που βρίσκονται στον ουρανό. Τι λοιπόν μπορούμε να πούμε; Ή τον δεκάλογο εννοεί μόνο (γιατί εκεί ο Μωυσής μιλούσε και ο Θεός απαντούσε), ή ότι ήταν παρόντες άγγελοι που τους πρόσταζε ο Θεός, ή ότι μιλάει έτσι για όλα όσα λέγονται και γίνονται στην Παλαιά Διαθήκη, επειδή συμμετείχαν σε όλα άγγελοι. Πώς όμως αλλού λέγει ότι «ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη(:ο νόμος, που τον παρέβαιναν οι άνθρωποι και για τον λόγο αυτό γίνονταν ένοχοι και ανάξιοι να λάβουν την χάρη της υιοθεσίας, δόθηκε διαμέσου ανθρώπου και δούλου, του Μωυσή)»[Ιω.1,17] και εδώ ότι δόθηκε μέσω των αγγέλων. Γιατί λέγει: «Κατέβη δὲ Κύριος ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ Σινὰ ἐπὶ τὴν κορυφὴν τοῦ ὄρους ἐν γνόφῳ(:Και ο Κύριος κατέβηκε στο όρος το Σινά στην κορυφή του όρους)» [Έξ.19,20].
«Εἰ γὰρ ὁ δι᾿ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος». Τι σημαίνει «βέβαιος»; Αληθινός, όπως θα μπορούσε να πει κανείς, και αξιόπιστος, γιατί στον κατάλληλο καιρό πραγματοποιήθηκαν όλα όσα λέχτηκαν. Ή λοιπόν αυτό εννοεί, ή ότι επικράτησε και οι απειλές πραγματοποιούνταν· ή «λόγο» εννοεί τα προστάγματα. Γιατί οι άγγελοι, αποστελλόμενοι από τον Θεό, πρόσταζαν πολλά έξω από τον μωσαϊκό νόμο· όπως στην περίπτωση του «Κλαυθμώνα»[Κριτ.2,1: « Καὶ ἀνέβη ἄγγελος Κυρίου ἀπὸ Γαλγὰλ ἐπὶ τὸν Κλαυθμῶνα καὶ ἐπὶ Βαιθὴλ καἱ ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰσραὴλ καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· τάδε λέγει Κύριος· ἀνεβίβασα ὑμᾶς ἐξ Αἰγύπτου καὶ εἰσήγαγον ὑμᾶς εἰς τὴν γῆν, ἣν ὤμοσα τοῖς πατράσιν ὑμῶν, καὶ εἶπα· οὐ διασκεδάσω τὴν διαθήκην μου τὴν μεθ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν αἰῶνα(:Άγγελος Κυρίου ανέβηκε από τα Γάλγαλα σε μια τοποθεσία την οποία ονόμαζαν Κλαυθμώνα και στη Βαιθήλ, όπου κατοικούσαν οι Ισραηλίτες, και είπε σε αυτούς: «Αυτά λέγει ο Κύριος: “Σας έβγαλα ελεύθερους από την Αίγυπτο και σας οδήγησα στη χώρα αυτή, για την οποία ορκίστηκα στους προπάτορές σας και είπα: Ουδέποτε θα αθετήσω τη συμφωνία μου με εσάς”)»], των Κριτών και του Σαμψών. Γι΄αυτό λοιπόν δεν είπε «νόμος», αλλά «λόγος». Και νομίζω πως ίσως το λέγει αυτό για να δηλώσει με αυτό μάλλον τα όσα οικονομήθηκαν μέσω αγγέλων. Τι λοιπόν θα πούμε; Ότι παραβρίσκονταν τότε οι άγγελοι που είχαν αναλάβει το ισραηλιτικό έθνος, και αυτοί έκαναν τις σάλπιγγες και τα άλλα, τη φωτιά, τον γνόφο.
«Και κάθε παράβασή του», λέγει, «και παρακοή τιμωρήθηκε δίκαια με την ανάλογη τιμωρία». Όχι η μία και η άλλη όχι, αλλά κάθε παράβαση και παρακοή. Τίποτε δεν έμεινε χωρίς ανταπόδοση, λέγει, αλλά : «έλαβε δίκαιη ανταπόδοση», αντί να πει «τιμωρία». Και γιατί είπε έτσι; Έτσι συνηθίζει ο Παύλος, να μην κάνει μεγάλη διάκριση στις λέξεις, αλλά αδιάφορα και σε εύφημα πράγματα να χρησιμοποιεί κακόηχη· όπως και αλλού λέγει: «Λογισμοὺς καθαιροῦντες καὶ πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, καὶ αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τὴν ὑπακοὴν τοῦ Χριστοῦ(:Και όταν λέω οχυρώματα, δεν εννοώ πύργους ή φρούρια υλικά, αλλά πνευματικά. Δηλαδή ανατρέπουμε συλλογισμούς πονηρούς και κάθε υψηλοφροσύνη που υψώνεται σαν πύργος και εμποδίζει τους ανθρώπους να γνωρίσουν τον αληθινό Θεό. Ακόμη με τα όπλα μας κατανικούμε σαν άοπλο και παραδομένο αιχμάλωτο κάθε ανθρώπινη επινόηση και σοφιστεία, και οδηγούμε όσους παραπλανώνται από αυτές στο να υπακούσουν στον Χριστό)» [Β΄Κορ.10,5].
Και πάλι αλλού ανέφερε την ανταμοιβή αντί για την κόλαση, και εδώ καλεί μισθό την τιμωρία. «Εἴπερ δίκαιον παρὰ Θεῷ, ἀνταποδοῦναι τοῖς θλίβουσιν ὑμᾶς θλῖψιν(:Θα αξιωθείτε πράγματι με τα παθήματα αυτά να κληρονομήσετε τη βασιλεία του Θεού, αφού είναι δίκαιο βέβαια για τον Θεό να ανταποδώσει θλίψη σε όσους σας θλίβουν)»[Β΄Θεσ. 1,6], λέγει. Δηλαδή δεν χάθηκε η δικαιοσύνη, αλλά την εφάρμοσε ο Θεός και έστρεψε την τιμωρία σε αυτούς που αμάρτησαν. Όμως τα αμαρτήματα δεν γίνονται όλα στα φανερά, εκτός αν παραβιαστούν οι εντολές.
«Πώς λοιπόν εμείς», λέγει, «θα ξεφύγουμε την τιμωρία, εάν αμελήσουμε μια τόσο μεγάλη και σπουδαία σωτηρία;)»[Εβρ.2,3]. Με αυτό δήλωσε ότι δεν ήταν μεγάλη εκείνη η σωτηρία. Και σωστά πρόσθεσε και το «τόσο μεγάλη». «Γιατί», λέγει, «δεν θα μας σώσει τώρα από πολέμους, ούτε θα μας δώσει τη γη και τα αγαθά της, αλλά θα καταργηθεί ο θάνατος, θα αφανιστεί ο διάβολος, θα μας δοθεί η βασιλεία των ουρανών, η αιώνια ζωή». Όλα λοιπόν αυτά τα δήλωσε με συντομία λέγοντας: «αν αμελήσουμε για μια τόσο μεγάλη σωτηρία». Στη συνέχεια προσθέτει και το αξιόπιστο: «ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου (:τη σωτηρία αυτή δεν μας τη γνωστοποίησαν κάποιοι άγγελοι, όπως έγινε στον νόμο, αλλά αφού άρχισε να την κηρύττει ο ίδιος ο Κύριος)»[Εβρ.2,3]. Δηλαδή από την ίδια την πηγή έχει την αρχή της· δεν τη διαβίβασε στη γη άνθρωπος, ούτε κτιστή δύναμη, αλλά ο ίδιος ο Μονογενής.
«Ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη(:τη σωτηρία αυτή δεν μας τη γνωστοποίησαν κάποιοι άγγελοι, όπως έγινε στον νόμο, αλλά αφού άρχισε να την κηρύττει ο ίδιος ο Κύριος, μας την παρέδωσαν ως αληθινή και αξιόπιστη οι άγιοι Απόστολοι που την άκουσαν κατευθείαν από το στόμα του Κυρίου)». Τι σημαίνει «ἐβεβαιώθη»; Πιστεύτηκε ή πραγματοποιήθηκε. «Γιατί», λέγει, «έχουμε τον αρραβώνα· δηλαδή δεν έσβησε, δεν έληξε, αλλά εξακολουθεί να ισχύει και να επικρατεί». Και η αιτία είναι η ενέργεια της θείας δύναμης. Τι σημαίνει «ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων»;. Δηλαδή, εκείνοι που την άκουσαν από τον Κύριο, αυτοί μας τη βεβαίωσαν. Αυτό είναι μεγάλο και αξιόπιστο.
Το ίδιο λέγει και ο Λουκάς στην αρχή του Ευαγγελίου: «Καθὼς παρέδοσαν ἡμῖν οἱ ἀπ᾿ ἀρχῆς αὐτόπται καὶ ὑπηρέται γενόμενοι τοῦ λόγου(:Όπως μας τα παρέδωσαν με την προφορική τους διδασκαλία εκείνοι που από την αρχή του μεσσιακού έργου του Σωτήρος έγιναν αυτόπτες μάρτυρες του Ιησού Χριστού και υπηρέτες του κηρύγματός Του)»[Λουκά 1,2]. Πώς λοιπόν βεβαιώθηκε; «Και τι γίνεται», αναρωτιέται ίσως κάποιος, «αν τα έπλασαν εκείνοι που τα άκουσαν;» Αναιρώντας λοιπόν αυτό και δείχνοντας πως η χάρη δεν είναι ανθρώπινη, πρόσθεσε: «συνεπιμαρτυροῦντος τοῦ Θεοῦ(:και μαζί με τη μαρτυρία των Αποστόλων πρόσθεσε τη μαρτυρία Του και ο ίδιος ο Θεός)». Αν δηλαδή τα έπλασαν εκείνοι, δεν θα ήταν δυνατό να δώσει μαρτυρία σε αυτούς ο Θεός. Μαρτυρούν δηλαδή εκείνοι, μαρτυρεί όμως και ο Θεός.
Πώς μαρτυρεί ο Θεός; Όχι με λόγο ούτε με φωνή(γιατί ήταν και αυτό αξιόπιστο), αλλά πώς; «Σημείοις τε καὶ τέρασι καὶ ποικίλαις δυνάμεσι (:Ο Θεός επιβεβαίωνε το κήρυγμα των Αποστόλων με θαύματα και καταπληκτικά έργα και ποικίλες υπερφυσικές δυνάμεις)». Σωστά ανάφερε το «καὶ ποικίλαις δυνάμεσι (:και ποικίλες υπερφυσικές δυνάμεις)», για να δηλώσει την αφθονία των χαρισμάτων, πράγμα που δεν έγινε στους προηγούμενους, ούτε έγιναν τόσα θαύματα και τόσο διαφορετικά. Δηλαδή δεν πιστέψαμε απλώς σε εκείνους-τους αποστόλους-, αλλά με σημεία και τέρατα. Επομένως, δεν πιστεύουμε σε εκείνους, αλλά στον ίδιο τον Θεό. «Καὶ Πνεύματος Ἁγίου μερισμοῖς κατὰ τὴν αὐτοῦ θέλησιν (:και θεία χαρίσματα, τα οποία το Άγιο Πνεύμα διαμοίραζε στους πιστούς σύμφωνα με το θέλημά Του)». Τι λοιπόν σημαίνει αυτό, τη στιγμή που και οι γόητες κάνουν θαύματα και οι Ιουδαίοι έλεγαν ότι με τη δύναμη του Βεελζεβούλ ο Χριστός βγάζει τα δαιμόνια; Αλλά δεν κάνουν τέτοια θαύματα· γι΄αυτό είπε: «καὶ ποικίλαις δυνάμεσι». Γιατί εκείνα δεν ήταν δύναμη, αλλά αδυναμία και φαντασία και μάταια πράγματα. Γι΄αυτό είπε: «με τον διαμοιρασμό των χαρισμάτων του αγίου Πνεύματος, σύμφωνα με το θέλημά Του».
Εδώ νομίζω πως υπονοεί και κάτι άλλο. Φυσικό δηλαδή ήταν να μην υπήρχαν εκεί πολλοί με χαρίσματα και να είχαν εκλείψει αυτά, επειδή αυτοί έγιναν νωθρότεροι. Για να τους παρηγορήσει και σε αυτό και για να μην τους αφήσει να πέσουν, ανάθεσε τα πάντα στη θέληση του Θεού. «Αυτός», λέγει, «ξέρει τι συμφέρει στον καθένα και έτσι καταμερίζει τη χάρη», πράγμα που κάνει και στην προς Κορινθίους λέγοντας: «Νυνὶ δὲ ὁ Θεὸς ἔθετο τὰ μέλη ἓν ἕκαστον αὐτῶν ἐν τῷ σώματι καθὼς ἠθέλησεν(:Τώρα όμως ο Θεός σοφά τοποθέτησε στο σώμα καθένα από τα μέλη ακριβώς όπως θέλησε σύμφωνα με την αγαθότητα και την πανσοφία Του, πάντοτε το συμφέρον και την εξυπηρέτηση ολόκληρου του σώματος)»[:Α΄Κορ.12,18], και «Ἑκάστῳ δὲ δίδοται ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύματος πρὸς τὸ συμφέρον(:Δίνεται λοιπόν στον καθένα το χάρισμα με το οποίο φανερώνεται η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, για να υπηρετηθεί το συμφέρον και η ωφέλεια όλων των μελών της εκκλησίας)»[:Α΄Κορ.12,7].
Δείχνει ότι το χάρισμα δίνεται σύμφωνα με τη θέληση του Πατέρα. Πολλές φορές όμως πολλοί δεν έλαβαν χάρισμα από ακάθαρτο και νωθρό βίο, και μερικές φορές, αν και είχαν καλό και καθαρό βίο, δεν έλαβαν· για ποιο λόγο; Για να μην εκτραπούν, να μην υπερηφανευτούν, να μη γίνουν ραθυμότεροι, να μην αλαζονευτούν περισσότερο. Γιατί αν και χωρίς χάρισμα η ίδια η συνείδηση του καθαρού βίου μπορεί να οδηγήσει σε έπαρση, πολύ περισσότερο όταν υπάρχει και η χάρη. Ώστε τα χαρίσματα δίνονταν περισσότερο στους ταπεινούς και στους απλοϊκούς και πιο πολύ στους απλοϊκούς· γιατί λέγει: «Καθ᾿ ἡμέραν τε προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν ἐν τῷ ἱερῷ, κλῶντές τε κατ᾿ οἶκον ἄρτον, μετελάμβανον τροφῆς ἐν ἀγαλλιάσει καὶ ἀφελότητι καρδίας(:Και όλοι κάθε μέρα σύχναζαν στο ιερό με ακούραστο ζήλο και με μια ψυχή. Και αφού έκοβαν άρτο στα σπίτια όπου συναθροίζονταν σε κοινά τραπέζια, έπαιρναν την τροφή που τους προσφερόταν, κι έτρωγαν με καρδιά γεμάτη από αγαλλίαση και με παιδική ειλικρίνεια και απλότητα)»[Πράξ.2,46]. Πραγματικά και με τον τρόπο αυτόν τους προέτρεψε περισσότερο· και αν ήταν ραθυμότεροι, τους παρακίνησε.
Γιατί αυτός που είναι ταπεινός και δεν έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του γίνεται πιο επιμελής, όταν λάβει ένα χάρισμα, επειδή το έλαβε χωρίς να αξίζει και επειδή θεωρεί τον εαυτό του ανάξιο γι΄αυτό. Αυτός όμως που νομίζει ότι έχει κατορθώσει κάτι, θεωρεί ότι το πράγμα είναι οφειλή προς αυτόν και φουσκώνει από αλαζονεία. Ώστε ο Θεός οικονομεί το πράγμα αυτό όπως συμφέρει. Αυτό μπορεί να το δει κανείς να συμβαίνει και στην εκκλησία· γιατί άλλος μπορεί να κηρύττει και άλλος ούτε το στόμα του μπορεί να ανοίξει. Κανείς λοιπόν ας μη λυπάται γι΄αυτό, γιατί «ἑκάστῳ δὲ δίδοται ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύματος πρὸς τὸ συμφέρον(:δίνεται λοιπόν στον καθένα το χάρισμα με το οποίο φανερώνεται η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, για να υπηρετηθεί το συμφέρον και η ωφέλεια όλων τω μελών της εκκλησίας)»[:Α΄Κορ.12,7]. Αν δηλαδή ένας οικοδεσπότης γνωρίζει τι να εμπιστευτεί στον καθένα, πολύ περισσότερο ο Θεός που γνωρίζει καλά τον νου των ανθρώπων και ξέρει τα πάντα πριν γεννηθούν αυτοί. Ένα είναι μόνο το άξιο λύπης, η αμαρτία, και κανένα άλλο.
Μην πεις «γιατί δεν έχω χρήματα;» ή «αν είχα, θα έδινα στους φτωχούς». Δεν ξέρεις, αν είχες, αν δεν ήσουν και περισσότερο πλεονέκτης· τώρα βέβαια τα λες αυτά, αλλά όταν τα αποκτήσεις, θα γίνεις άλλος άνθρωπος. Γιατί και όταν είμαστε χορτασμένοι νομίζουμε πως μπορούμε να νηστεύουμε· όταν όμως αφήσουμε να περάσει ένα μικρό χρονικό διάστημα μάς έρχεται άλλη σκέψη. Πάλι, όταν δεν είμαστε μεθυσμένοι νομίζουμε πως μπορούμε να νικήσουμε το πάθος της μέθης· όταν όμως μας κυριέψει, δεν έχουμε πια την ίδια γνώμη. Μην πεις: «γιατί δεν έχω το χάρισμα της διδασκαλίας;» ή «αν το είχα, θα οικοδομούσα πάρα πολλούς». Δεν ξέρεις, αν το είχες, μήπως απέβαινε προς καταδίκη σου, μήπως ο φθόνος ή η οκνηρία γίνονταν αιτία να κρυβεί το τάλαντο. Τώρα βέβαια είσαι απαλλαγμένος απ΄ όλ’ αυτά και αν δεν δώσεις την κανονισμένη μερίδα τροφής δεν κατηγορείσαι, τότε όμως θα γίνεις υπεύθυνος για άπειρα πράγματα.
Άλλωστε ούτε τώρα είσαι έξω από το χάρισμα. Δείξε στο μικρό, ποιος θα ήσουν αν είχες το χάρισμα εκείνο· γιατί λέγει ο Κύριος: «Εἰ οὖν ἐν τῷ ἀδίκῳ μαμωνᾷ πιστοὶ οὐκ ἐγένεσθε, τὸ ἀληθινὸν τίς ὑμῖν πιστεύσει; (:Εάν λοιπόν στον άδικο πλούτο δεν φανήκατε αξιόπιστοι και τίμιοι, αλλά τον διαχειριστήκατε εγωιστικά και αντίθετα με το θέλημα του Θεού που σας τον εμπιστεύτηκε, τον αληθινό και αιώνιο πλούτο της βασιλείας ποιος θα σας τον εμπιστευθεί; Κανείς)» [Λουκά 16,11]. Δείξε όπως η χήρα· γιατί δύο οβολούς είχε εκείνη και όλα όσα είχε τα έδωσε.
Ζητάς χρήματα; Δείξε ότι περιφρονείς τα λίγα, για να σου εμπιστευτώ και για τα πολλά· αν όμως δεν περιφρονείς αυτά, πολύ περισσότερο δεν θα περιφρονήσεις και εκείνα. Πάλι, στον λόγο δείξε ότι χρησιμοποιείς όπως πρέπει την παραίνεση και τη συμβουλή. Δεν έχεις την εξωτερική ευγλωττία; Δεν έχεις πλούτο νοημάτων; Αλλά όμως ξέρεις αυτά τα κοινά. Έχεις παιδί, γείτονα, φίλο, αδελφό, συγγενείς. Αν δεν μπορείς να βγάλεις δημόσια στην εκκλησία μακρό λόγο, μπορείς να τους συμβουλευτείς αυτούς ιδιαιτέρως. Εδώ δεν χρειάζεται η ρητορεία ούτε πολλά λόγια· δείξε σε αυτούς ότι, αν είχες ευγλωττία λόγου, δεν θα αδιαφορούσες. Αν στο μικρό δεν φροντίζεις, πώς θα σου εμπιστευτώ για το μεγάλο; Το ότι λοιπόν αυτό το μπορεί ο καθένας, άκουσε πώς το επέτρεψε ο Παύλος και στους λαϊκούς: «Διὸ παρακαλεῖτε ἀλλήλους(:Αφού λοιπόν έχουμε τέτοιον υψηλό προορισμό, γι’ αυτό να προτρέπετε ο ένας τον άλλον)», λέγει, «καὶ οἰκοδομεῖτε εἷς τὸν ἕνα, καθὼς καὶ ποιεῖτε (:και να οικοδομείτε στην αρετή ο καθένας σας τον κάθε έναν ξεχωριστά, όπως άλλωστε και ήδη το κάνετε)» [Α΄Θεσ. 5,11]· και Α΄Θεσ.4,18: «Ὣστε παρακαλεῖτε ἀλλήλους ἐν τοῖς λόγοις τούτοις(:αφού λοιπόν τα πιστεύετε και τα ξέρετε αυτά για τους πεθαμένους, να παρηγορείτε ο ένας τον άλλο με τους λόγους αυτούς της ελπίδας που σας γράφω)»].
Ο Θεός γνωρίζει πώς να μοιράσει στον καθένα τα χαρίσματα. Μήπως είσαι εσύ καλύτερος από τον Μωυσή; Άκουσε πώς δυσανασχετεί. «Μὴ ἐγὼ (:Μήπως εγώ)», λέγει, «ἐν γαστρὶ ἔλαβον πάντα τὸν λαὸν τοῦτον, ἢ ἐγὼ ἔτεκον αὐτούς, ὅτι λέγεις μοι, λάβε αὐτὸν εἰς τὸν κόλπον σου, ὡσεὶ ἄραι τιθηνὸς τὸν θηλάζοντα, εἰς τὴν γῆν ἣν ὤμοσας τοῖς πατράσιν αὐτῶν;(: Μήπως εγώ συνέλαβα στην κοιλιά μου όλον αυτόν τον λαό ή εγώ τον γέννησα, ώστε να μου λες: Πάρε αυτόν τον λαό στην αγκαλιά σου, όπως η τροφός παίρνει στην αγκαλιά της το νήπιο που θηλάζει και οδήγησέ τους στη γη, την οποία ορκίστηκες στους πατέρες τους;)» [Αριθμ.11,12]. Και τι έκαμε ο Θεός; Αφαίρεσε απ’ αυτόν τη χάρη και την έδωσε στους άλλους, δείχνοντας ότι ούτε όταν βάσταζε τον λαό ήταν δικό του το χάρισμα, αλλά του Πνεύματος. Αν είχες το χάρισμα πολλές φορές θα υπερηφανευόσουν, πολλές φορές θα είχες παρεκτραπεί· δεν ξέρεις εσύ τον εαυτό σου, όπως σε ξέρει ο Θεός. Ας μη λέμε: «σε τι αποβλέπει αυτό και γιατί γίνεται αυτό;». Όταν οικονομεί ο Θεός, ας μην Του ζητούμε ευθύνες. Γιατί αυτό είναι γνώρισμα της χειρότερης ασέβειας και ανοησίας. Δούλοι είμαστε και μάλιστα δούλοι που διαφέρουμε πολύ από τον Κύριο και δεν γνωρίζουμε αυτά που συμβαίνουν κάθε ημέρα.
Ας μην περιεργαζόμαστε την απόφαση του Θεού, αλλά εκείνο που μας έδωσε ας το διατηρούμε, είτε είναι μικρό είτε είναι το πιο ασήμαντο, και οπωσδήποτε θα προκόψουμε. Ή καλύτερα, τίποτε δεν είναι μικρό από τις δωρεές του Θεού. Στενοχωριέσαι γιατί δεν έχεις το χάρισμα της διδασκαλίας; Πες μου λοιπόν, τι νομίζεις πως είναι μεγαλύτερο, το χάρισμα της διδασκαλίας ή το χάρισμα της θεραπείας ασθενειών; Ασφαλώς το δεύτερο. Τι όμως, δεν νομίζεις πως από τη θεραπεία των ασθενειών μεγαλύτερο είναι το να ανοίγει κανείς τα μάτια των τυφλών; Δεν νομίζεις πως μεγαλύτερο είναι να ανασταίνει νεκρούς; Και πες μου ακόμη, δεν νομίζεις πως είναι μεγαλύτερο το να κάνει αυτό με σκιές και σουδάρια, από το να το κάνει με λόγια; Τι λοιπόν, θέλεις, πες μου, να ανασταίνεις νεκρούς με σκιές και σουδάρια ή να έχεις το χάρισμα της διδασκαλίας; Οπωσδήποτε θα πεις το πρώτο, να ανασταίνεις δηλαδή νεκρούς με σκιές και σουδάρια.
Αν λοιπόν σου δείξω πως πολύ ανώτερο από αυτό είναι άλλο χάρισμα, και ενώ μπορεί να το λάβεις δεν το λαμβάνεις, και γι΄αυτό δικαίως χάνεις και αυτά, τι θα πεις; Αλλά το χάρισμα αυτό είναι δυνατό να το έχει όχι ένας ούτε δύο, αλλά όλοι οι άνθρωποι. Ξέρω ότι αισθανθήκατε κατάπληξη και μεγάλη απορία, αφού πρόκειται να ακούσετε ότι μπορείτε να έχετε χάρισμα ανώτερο από το να ανασταίνετε νεκρούς, να ανοίγετε τα μάτια των τυφλών και να κάνετε εκείνα που γίνονταν και στην εποχή των αποστόλων· και ίσως το θεωρείτε αυτό αναξιόπιστο. Ποιο λοιπόν είναι αυτό το χάρισμα; Η αγάπη. Όμως πιστέψτε με, γιατί ο λόγος αυτός δεν είναι δικός μου, αλλά του Χριστού, που μιλάει μέσω του Παύλου. Τι λοιπόν λέγει; «Ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα. καὶ ἔτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ὁδὸν ὑμῖν δείκνυμι(:Επιδιώκετε λοιπόν με ζήλο τα χαρίσματα που φέρνουν μεγαλύτερη ωφέλεια, και γι’ αυτό είναι και ανώτερα. Και τώρα σας δείχνω ένα πολύ ανώτερο ακόμα δρόμο, και μέσο έξοχο και υπέροχο, με το οποίο αποκτώνται τα καλύτερα χαρίσματα. Και το μέσο αυτό είναι η αγάπη)»[Α΄Κορ. 12,31].
Τι σημαίνει «και έναν πολύ ανώτερο δρόμο»; Αυτό που λέγει σημαίνει το εξής: οι Κορίνθιοι τότε υπερηφανεύονταν για τα χαρίσματα και όσοι είχαν το χάρισμα να μιλούν διάφορες γλώσσες, το μικρότερο χάρισμα, φέρονταν αλαζονικά στους άλλους. Λέγει λοιπόν: «Θέλετε γενικά χαρίσματα; Εγώ σας δείχνω έναν δρόμο χαρισμάτων, όχι απλώς ανώτερο, αλλά πολύ ανώτερο». Στη συνέχεια λέγει: «Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον· καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι(:Εάν υποθέσουμε ότι μιλώ τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων, δεν έχω όμως αγάπη μοιάζω με τον άψυχο χαλκό που βουίζει όταν τον χτυπούν, ή με το κύμβαλο που βγάζει μεγάλο θόρυβο χωρίς κάποια σημασία· και αν έχω το χάρισμα της προφητείας και γνωρίζω όλα τα μυστικά και τα σχέδια των βουλών του θεού και έχω όλη την γνώση που μπορεί να αποκτήσει ο άνθρωπος, και αν έχω όλη την πίστη ώστε και να μετακινώ ακόμη βουνά, δεν έχω όμως αγάπη δεν είμαι τίποτε)» [Α΄Κορ.13,1-2].
Είδες χάρισμα; Λοιπόν ζήλεψε αυτό το χάρισμα. Αυτό είναι ανώτερο από το να ανασταίνεις νεκρούς· αυτό είναι πολύ καλύτερο από όλα τα άλλα. Και ότι το πράγμα είναι έτσι, άκουσε τι λέγει ο Χριστός μιλώντας στους μαθητές: «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις(:Απ’ αυτό θα μάθουν όλοι ότι είστε δικοί μου μαθητές, από το αν δηλαδή έχετε αγάπη μεταξύ σας. Η αγάπη αυτή θα σας εξασφαλίσει την αναγνώριση, τον σεβασμό και την εκτίμηση των ανθρώπων περισσότερο από τη θαυματουργική σας δράση)»[Ιω.13,35].
Στη συνέχεια, για να δείξει με ποιο πράγμα, δεν ανέφερε τα θαύματα, αλλά τι; «Αν έχετε αγάπη μεταξύ σας». Και πάλι προς τον Πατέρα λέγει: «ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας(:Σε παρακαλώ για όλους αυτούς, για να είναι όλοι ένα με την αγάπη και την ομοφροσύνη που θα κυριαρχεί μεταξύ τους. Όπως εσύ, Πάτερ, είσαι ενωμένος με Εμένα κι εγώ ενωμένος με Εσένα, επειδή έχουμε και οι δύο την ίδια ουσία και φύση, έτσι σε παρακαλώ να είναι κι αυτοί ένα έχοντας κοινωνία και ένωση με μας, για να πιστέψει ο κόσμος ότι Εσύ με απέστειλες. Και θα το πιστέψει ο κόσμος που είναι διαιρεμένος και διχασμένος, καθώς θα βλέπει το καταπληκτικό αυτό θαύμα της ενότητας και συμφωνίας των πιστών στο πρόσωπό μου)» [Ιω.17,21].
Και Αυτός έλεγε προς τους μαθητές Του: «Ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους(:Και σας δίνω γι’ αυτό νέα εντολή: Να αγαπάτε δηλαδή ο ένας τον άλλο. Όπως εγώ σας αγάπησα, έτσι κι εσείς να αγαπιέστε μεταξύ σας)»[Ιω. 13,34]. Από εκείνους λοιπόν που ανασταίνουν νεκρούς, αυτός είναι πιο σεβαστός και πιο λαμπρός. Και σωστά. Γιατί εκείνο το χάρισμα ανήκει ολόκληρο στη χάρη του Θεού, ενώ αυτό και στη δική σου προσπάθεια. Αυτό πράγματι είναι γνώρισμα του Χριστιανού· αυτό δείχνει τον μαθητή του Χριστού, αυτόν που βασανίζεται, αυτόν που δεν έχει κανένα κοινό στη γη. Χωρίς αυτό ούτε το μαρτύριο μπορεί να ωφελήσει σε κάτι.
Και για να μάθεις, πρόσεχε αυτό καλά. Ο Παύλος έλαβε δύο ή καλύτερα τρεις κορυφαίες αρετές, να ενεργεί θαύματα, να γνωρίζει τα πάντα, να ζει ενάρετα, χωρίς την αγάπη όμως είπε ότι αυτά δεν είναι τίποτε. Και πώς αυτά δεν αξίζουν τίποτε, εγώ θα το πω. «Καὶ ἐὰν ψωμίσω(:και αν διαθέσω)», λέγει, «πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι(:όλα τα υπάρχοντα μου για να θρέψω με ψωμί τους φτωχούς, και αν παραδώσω το σώμα μου για να καώ, δεν έχω όμως αγάπη, δεν ωφελούμε σε τίποτε από τις θυσίες αυτές)» [Α΄Κορ.13,3]. Γιατί είναι δυνατό και όταν ακόμη μοιράζει και προσφέρει κανείς τα χρήματά του, να μην έχει αγάπη. Αυτά όμως σας λέχθηκαν ικανοποιητικά στο μέρος περί της αγάπης, και εκεί παραπέμπω τους αναγνώστες. Τώρα όμως, όπως είπα, ας επιθυμήσουμε με ζήλο αυτό το χάρισμα, ας αγαπήσουμε ο ένας τον άλλον, και δεν θα χρειαστούμε τίποτε άλλο για την επίτευξη της αρετής, αλλά όλα σε μας θα είναι εύκολα χωρίς κόπους και όλα θα τα κατορθώσουμε πολύ γρήγορα.
Αλλά να και τώρα, λέγει, αγαπάμε ο ένας τον άλλον· γιατί ο ένας έχει δύο ή τρεις φίλους και ο άλλος τέσσερις. Αυτός όμως δεν είναι αγάπη για τον Θεό, αλλά για να αγαπιέται κανείς ο ίδιος, ενώ η αγάπη για τον Θεό δεν έχει αυτήν την αρχή, αλλά αυτός θα συμπεριφέρεται σε όλους σαν να ήταν αδελφοί του· τους ομοπίστους, επειδή είναι γνήσιοι αδελφοί, θα τους αγαπάει, ενώ τους αιρετικούς, τους ειδωλολάτρες και τους Ιουδαίους, επειδή είναι αδελφοί κατά τη φύση αλλά φαύλοι και αχρείοι, θα τους ευσπλαχνίζεται, θα λιώνει και θα κλαίει γι’ αυτούς.
Με αυτό θα γίνουμε όμοιοι με τον Θεό, αν τους αγαπάμε όλους, ακόμη και τους εχθρούς μας, και όχι αν κάνουμε θαύματα. Γιατί και τον Θεό τον θαυμάζουμε και όταν ενεργεί θαύματα, Τον θαυμάζουμε όμως πολύ περισσότερο όταν κάνει φιλανθρωπίες και όταν δείχνει ανεξικακία. Εάν λοιπόν και στην περίπτωση του Θεού αυτό είναι πολύ αξιοθαύμαστο, πολύ περισσότερο στην περίπτωση των ανθρώπων είναι ολοφάνερο ότι αυτό μας καθιστά αξιοθαύμαστους. Αυτό λοιπόν ας ποθήσουμε με ζήλο. Έτσι δεν θα έχουμε τίποτε λιγότερο από τον Παύλο και τον Πέτρο και από εκείνους που ανέστησαν άπειρους νεκρούς, έστω και αν δεν μπορούμε να σβήσουμε πυρετό. Χωρίς την αγάπη όμως και αν ακόμη ενεργήσουμε μεγαλύτερα θαύματα από τους αποστόλους και αν ριψοκινδυνέψουμε άπειρες φορές για χάρη της πίστης, δεν θα έχουμε κανένα όφελος. Και αυτά δεν τα λέγω εγώ, αλλά τα γνωρίζει καλά εκείνος ο τρόφιμος της αγάπης. Σε εκείνον λοιπόν ας πιστεύουμε.
Έτσι ασφαλώς θα μπορέσουμε να επιτύχουμε τα αγαθά που μας έχει υποσχεθεί ο Θεός, στα οποία είθε να μετάσχουμε όλοι μας, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον οποίο στον Πατέρα και συγχρόνως στο Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα, η δύναμη και η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-ad-hebraeos.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην προς Εβραίους επιστολήν, ομιλία Γ΄,πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 24, σελίδες 258-289.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ[:Μάρκ. 2,1-12]
Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΥ ΤΗΣ ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ
«Καὶ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον διεπέρασε, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν. Καὶ ἰδοὺ προσήνεγκαν αὐτῷ παραλυτικὸν ἐπὶ κλίνης βεβλημένον. Καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν, εἶπε τῷ παραλυτικῷ· ‘’Θάρσει, τέκνον, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι’’(:Και αφού μπήκε σε ένα πλοίο, πέρασε στην απέναντι όχθη της λίμνης, και ήλθε στη δική Του πόλη, την Καπερναούμ. Τότε Του έφεραν έναν παράλυτο, που τον είχαν βάλει πάνω σ’ ένα κρεβάτι. Και καθώς ο Ιησούς είδε την πίστη που είχε και ο παράλυτος κι εκείνοι που τον μετέφεραν, είπε στον παράλυτο, ο οποίος ανησυχούσε και φοβόταν μήπως οι αμαρτίες του γίνουν εμπόδιο στην θεραπεία του: ‘’Έχε θάρρος, παιδί μου˙ έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες σου’’)»[Ματθ.9,1-2]
Δική Του πόλη εδώ ονομάζει την Καπερναούμ· διότι άλλη μεν Τον έφερε στον κόσμο, η Βηθλεέμ, άλλη Τον ανέθρεψε, η Ναζαρέτ, και άλλη Τον είχε διαρκώς κάτοικό της, η Καπερναούμ[πρβ.Ματθ.4,13: «Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι Ἰωάννης παρεδόθη, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν. καὶ καταλιπὼν τὴν Ναζαρὲτ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ(:Όταν άκουσε ο Ιησούς ότι ο Ιωάννης παραδόθηκε στη φυλακή απ’ τον βασιλιά Αντίπα, αναχώρησε και πήγε στη Γαλιλαία. Κι αφού άφησε τη Ναζαρέτ, πήγε και κατοίκησε στην Καπερναούμ, η οποία ήταν κτισμένη κοντά στην λίμνη της Γαλιλαίας, στα σύνορα των φυλών Ζαβουλών και Νεφθαλείμ)» και Ματθ.4,17: «Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν· μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν(:Από τότε άρχισε ο Ιησούς να κηρύττει συστηματικά και να λέει: ‘’Μετανοείτε, διότι πλησίασαν οι ημέρες που ο Μεσσίας θα εγκαθιδρύσει και στη γη τη βασιλεία των ουρανών με τη νέα, πνευματική, άγια και ουράνια ζωή, η οποία θα μεταδίδεται μέσα στην Εκκλησία Του’’)»].
Ο παραλυτικός της παρούσης διηγήσεως είναι διαφορετικός από εκείνον που αναφέρει ο ευαγγελιστής Ιωάννης[Ιω.5,5-18]· διότι εκείνος ήταν κατάκοιτος κοντά στην κολυμβήθρα της Βηθεσδά, ενώ αυτός εδώ βρισκόταν στην Καπερναούμ. Και ο ένας είχε τριάντα οκτώ χρόνια παράλυτος, ενώ για αυτόν που αναφέρεται εδώ δεν ειπώθηκε τίποτε παρόμοιο. Ακόμη, εκείνος δεν είχε ανθρώπους που θα τον βοηθούσαν, ενώ αυτός που αναφέρεται από τον ευαγγελιστή Ματθαίο είχε τους προστάτες του, οι οποίοι και τον μετέφεραν. Επίσης στον παραλυτικό της Καπερναούμ, λέγει: «παιδί μου, σου έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες σου», ενώ εκείνον που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης τον ρωτά: «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;(:Θέλεις να γίνεις υγιής😉»[ Ιω.5,6]. Και εκείνον της Βηθεσδά τον θεράπευσε μέρα Σάββατο, ενώ αυτόν εδώ όχι Σάββατο. Διότι, διαφορετικά θα τον κατηγορούσαν και γι’ αυτό οι Ιουδαίοι. Αλλά όσον αφορά αυτόν της Καπερναούμ σιώπησαν για το θέμα αυτό, ενώ στον άλλο έκαναν επίθεση και τον κατεδίωκαν. Αυτά δεν τα είπα τυχαία, αλλά για να μη νομίσει κανείς ότι υπάρχει διαφωνία μεταξύ των ευαγγελιστών εάν θεωρήσει ότι πρόκειται για ένα και τον αυτόν παραλυτικό.
Εσύ, όμως, πρόσεξε, σε παρακαλώ, την ταπείνωση και την επιείκεια του Κυρίου. Διότι και πριν από αυτόν είχε απομακρύνει τους ανθρώπους από κοντά Του. Αλλά και όταν εκδιώχθηκε από τους κατοίκους των Γαδάρων, δεν έφερε αντίσταση, αλλά αναχώρησε, όχι μακριά, βέβαια. Και πάλι μπήκε στο πλοίο και κατευθυνόταν προς την απέναντι όχθη, ενώ είχε τη δυνατότητα να περάσει και πεζοπορώντας δια της παραλίας της λίμνης· διότι δεν ήθελε συνεχώς να θαυματουργεί, για να μην παραβλέψει την υπόθεση της θείας οικονομίας.
Ο Ματθαίος, λοιπόν, λέγει ότι έφεραν απλώς τον παραλυτικό προς τον Ιησού, ενώ οι άλλοι ευαγγελιστές λέγουν ότι ξεσκέπασαν τη στέγη και τον κατέβασαν[πρβ. Μαρκ.2,4: «Καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἀπεστέγασαν τὴν στέγην ὅπου ἦν, καὶ ἐξορύξαντες χαλῶσι τὸν κράβαττον, ἐφ᾿ ᾧ ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο(:Και επειδή δεν μπορούσαν εξαιτίας του πλήθους να τον πλησιάσουν, ξεσκέπασαν τη σκεπή στο μέρος όπου βρισκόταν ο Κύριος, και αφού έκαναν ένα άνοιγμα, έριξαν από κει κάτω σιγά – σιγά το κρεβάτι, πάνω στο οποίο ήταν ξαπλωμένος ο παράλυτος)» και Λουκ. 5,19: «Καὶ μὴ εὑρόντες ποίας εἰσενέγκωσιν αὐτὸν διὰ τὸν ὄχλον, ἀναβάντες ἐπὶ τὸ δῶμα διὰ τῶν κεράμων καθῆκαν αὐτὸν σὺν τῷ κλινιδίῳ εἰς τὸ μέσον ἔμπροσθεν τοῦ Ἰησοῦ(:Και επειδή λόγω της κοσμοπλημμύρας δεν βρήκαν από ποια είσοδο να τον βάλουν μέσα, ανέβηκαν στην ταράτσα του σπιτιού, και αφού έβγαλαν μερικά κεραμίδια, τον κατέβασαν από εκεί μαζί με το μικρό κρεβάτι του στη μέση, μπροστά στον Ιησού)»].Και στη συνέχεια τοποθέτησαν τον ασθενή μπροστά στον Χριστό, χωρίς να πουν τίποτε, αλλά τα πάντα τα ανέθεσαν στον Ιησού.
Κατά την αρχή της δράσεώς Του και ο Ιησούς περιερχόταν από τόπου σε τόπο και δε ζητούσε τόση μεγάλη πίστη από τους ανθρώπους που Τον πλησίαζαν και Τον παρακαλούσαν για κάτι. Εδώ, όμως, ήλθαν μόνοι τους και πίστη εκδήλωσαν· διότι έγινε η θαυματουργική θεραπεία: «Ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν(:Όταν είδε ο Ιησούς την πίστη αυτών)», λέγει ο ευαγγελιστής, δηλαδή την πίστη αυτών που Τον κατέβασαν από τη στέγη. Επειδή δεν ζητεί πάντοτε την πίστη από τους ασθενείς, όπως, επί παραδείγματι, όταν στερούνται του λογικού τους ή έχουν χάσει τις αισθήσεις με άλλο τρόπο λόγω της νόσου. Στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε μάλλον και η πίστη του ασθενούς, διότι, διαφορετικά, δεν θα δεχόταν να τον κατεβάσουν από τη στέγη, εάν δεν είχε πίστη.
Αφού, λοιπόν, έδειξαν τόσο μεγάλη πίστη, δείχνει και ο Ιησούς την δύναμή Του, με το να συγχωρήσει τα αμαρτήματα με μεγάλη εξουσία και να αποδείξει με όλα αυτά ότι είναι ομότιμος με Αυτόν που Τον γέννησε. Σκέψου, τώρα· παραπάνω το απέδειξε αυτό με τη διδασκαλία, όταν τους δίδαξε ως να έχει εξουσία[πρβ. Ματθ. 7, 28-29: «Καὶ ἐγένετο ὅτε συνετέλεσεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς λόγους τούτους, ἐξεπλήσσοντο οἱ ὄχλοι ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ· ἦν γὰρ διδάσκων αὐτοὺς ὡς ἐξουσίαν ἔχων, καὶ οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς(:Και όταν ο Ιησούς τελείωσε τους λόγους Του αυτούς, τα πλήθη για πολλή ώρα έμεναν εκστατικά και έκπληκτα από τη διδασκαλία Του· διότι τους δίδασκε πάντοτε με εξουσία και κύρος, ως νομοθέτης και κριτής και αυθεντικός γνώστης της αλήθειας, και όχι σαν τους γραμματείς, οι οποίοι για να επιβεβαιώσουν τα όσα έλεγαν αναφέρονταν στο νόμο και τις παραδόσεις των παλαιοτέρων)».
Επίσης, στη θεραπεία του λεπρού, όταν ο λεπρός Του είχε ζητήσει να τον θεραπεύσει[Ματθ.8,2:«Καὶ ἰδοὺ λεπρὸς ἐλθὼν προσεκύνει αὐτῷ λέγων· Κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι(:Και να, ένας λεπρός ήλθε και τον προσκυνούσε γονατιστός λέγοντας: ‘’Κύριε, εάν θέλεις, έχεις τη δύναμη να με καθαρίσεις από τις πληγές και τα εξανθήματα της ακάθαρτης αρρώστιας μου’’)» και ο Ιησούς του απάντησε: «Θέλω, καθαρίσθητι(:Θέλω. Καθαρίσου)», καθώς επίσης και με την περίπτωση του εκατοντάρχου, που όταν Του είπε: «Μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου(:Πες αυτό που θέλεις μόνο με έναν απλό λόγο, και θα γιατρευθεί ο δούλος μου)»[Ματθ. 8,8], έδειξε τον θαυμασμό Του και τον επαίνεσε περισσότερο από όλους.
Επιπροσθέτως, το απέδειξε και με τη γαλήνευση της θάλασσας, όταν με τον λόγο Του μόνο τη χαλιναγώγησε[πρβ. Ματθ.8,26: «Τότε ἐγερθεὶς ἐπετίμησε τοῖς ἀνέμοις καὶ τῇ θαλάσσῃ, καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη(:Τότε, αφού σηκώθηκε όρθιος, διέταξε με αυστηρότητα τους ανέμους και τη θάλασσα, κι αμέσως έγινε γαλήνη μεγάλη)»], καθώς επίσης και στην περίπτωση εκείνη που οι ίδιοι οι δαίμονες παραδέχονται τον Κύριο ως κριτή[Ματθ.8,29: «Καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν λέγοντες· τί ἡμῖν καὶ σοί, Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς;(: Ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα σε μας και σε σένα, Ιησού, υιέ του Θεού; Ήλθες εδώ πρόωρα, πριν από τον καιρό της παγκόσμιας κρίσεως, για να μας βασανίσεις;)»], και τους εκδίωκε με μεγάλη εξουσιαστική δύναμη[Ματθ.8,28-34]. Εδώ, πάλι, με ένα τρόπο πιο θαυμαστό εξαναγκάζει τους ίδιους τους εχθρούς Του να ομολογήσουν την ομοτιμία Του προς τον Πατέρα και με το στόμα αυτών καθιστά αυτό φανερό.
Ο ίδιος, λοιπόν, ο Ιησούς, δείχνοντας τη μετριοφροσύνη Του (διότι Τον περιέβαλε πολύς κόσμος που απέκλειε την είσοδο, γι’ αυτό και τον κατέβασαν από τη στέγη), δεν έσπευσε αμέσως να θεραπεύσει το σώμα, το οποίο ήταν ορατό από όλους, αλλά από τους εχθρούς τους παίρνει αφορμή να πράξει αυτό. Και κατά πρώτον θεράπευσε εκείνο που δε φαινόταν, όταν συγχώρησε τις αμαρτίες του παραλυτικού. Η πράξη αυτή έσωζε μεν τον ασθενή, αλλά στον Ιησού δεν έδιδε μεγάλη δόξα. Οι εχθροί του όμως, παρωθούμενοι από την πονηρία τους και επιθυμώντας να Τον προσβάλλουν, δημιούργησαν χωρίς να το θέλουν τις προϋποθέσεις για να γίνει πλήρως γνωστό και από όλους τους ανθρώπους το γεγονός αυτό της ιάσεως του παραλυτικού.
Πραγματικά, ο Κύριος με την ευστροφία Του χρησιμοποίησε το μίσος τους για τη φανέρωση του θαύματος. Επειδή δηλαδή ταράσσονταν και έλεγαν μέσα τους: «Οὗτος βλασφημεῖ(:Αυτός βλασφημεί, διότι σφετερίζεται δικαίωμα που μόνον ο Θεός έχει)»[ Ματθ. 9,3] και: «Τί οὗτος οὕτω λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός;(: Γιατί ο άνθρωπος αυτός μιλάει έτσι και ξεστομίζει βλασφημίες; Ποιος άλλος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μόνον ένας, ο Θεός;)» [Μάρκ.2,7],ας δούμε ποια απάντηση τούς έδωσε. Μήπως τους διέλυσε την άποψη αυτήν; Διότι, εάν δεν ήταν ίσος προς τον Θεό, έπρεπε να τους πει: ‘’Γιατί μου αποδίδετε φήμη που δε μου ταιριάζει; Απέχω πολύ από τη δύναμη αυτή’’. Δεν είπε, όμως, τίποτε από αυτά. Αντίθετα, βεβαίωσε και επικύρωσε τον συλλογισμό τους και με όσα είπε και με την πραγματοποίηση του θαύματος.
Επειδή, βέβαια, το να ομιλεί κανείς για τον εαυτό του φαινόταν ότι προκαλούσε την αντίδραση των ακροατών, γι’ αυτό την αντίληψη των ανθρώπων για το άτομό Του την επιβεβαιώνει ο Κύριος διαμέσου των άλλων. Και το άξιον θαυμασμού είναι ότι αυτό το επιτυγχάνει όχι μόνο διαμέσου των φίλων, αλλά και διαμέσου των εχθρών Του. Διότι τόσος ήταν ο πλούτος της σοφίας Του. Διαμέσου των φίλων το πέτυχε όταν είπε: «Θέλω, καθαρίσθητι(:Θέλω. Καθαρίσου)» στον λεπρό και επίσης όταν είπε για τον εκατόνταρχο: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον(:Αληθινά σας λέω, τόσο μεγάλη πίστη δεν βρήκε ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες, οι οποίοι είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού)»[Ματθ.8,10], ενώ δια των εχθρών το πραγματοποιεί στην προκειμένη περίπτωση.
Όταν, λοιπόν, είπαν ότι κανείς δεν μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες, παρά μόνο ο Θεός, πρόσθεσε: «ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας – τότε λέγει τῷ παραλυτικῷ· ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου(:για να μάθετε λοιπόν τώρα ότι ο υιός του ανθρώπου, ο Μεσσίας, ο εκπρόσωπος της ανθρωπότητας και ένδοξος Κριτής της κατά τη δευτέρα παρουσία Του, έχει εξουσία να συγχωρεί στη γη τις αμαρτίες των ανθρώπων, τότε λέει στον παράλυτο: ‘’Σήκω όρθιος και πάρε στους ώμους σου το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου’’)»[ Ματθ. 9,6 και Μαρκ. 2,11].
Και όχι μόνο εδώ, αλλά και άλλοτε πάλι, όταν Του έλεγαν αυτοί: «Περὶ καλοῦ ἔργου οὐ λιθάζομέν σε, ἀλλὰ περὶ βλασφημίας, καὶ ὅτι σὺ ἄνθρωπος ὢν ποιεῖς σεαυτὸν Θεόν(:Δεν θέλουμε να σε λιθοβολήσουμε για κάποιο καλό έργο από εκείνα που λες ότι έκανες. Αλλά θέλουμε να σε λιθοβολήσουμε για τη βλασφημία που ξεστόμισες, και επειδή εσύ, ενώ είσαι άνθρωπος, παρουσιάζεις τον εαυτό σου για Θεό και λες ότι είσαι ένα με τον Θεό)»[:Ιω.10,33],και στην περίπτωση αυτή ξανά δεν αρνήθηκε την αντίληψη αυτή αλλά και πάλι την επικύρωσε, όταν είπε: «Εἰ οὐ ποιῶ τὰ ἔργα τοῦ Πατρός μου, μὴ πιστεύετέ μοι· εἰ δὲ ποιῶ, κἂν ἐμοὶ μὴ πιστεύητε, τοῖς ἔργοις πιστεύσατε, ἵνα γνῶτε καὶ πιστεύσητε ὅτι ἐν ἐμοὶ ὁ Πατὴρ κἀγὼ ἐν Αὐτῷ(:Εάν δεν κάνω τα υπερφυσικά έργα που μου ζητά ο Πατέρας μου και με βοηθά να τα εκτελώ, και ουσιαστικά αυτά είναι τα ίδια τα έργα του Πατέρα μου, μην πιστεύετε στη μαρτυρία του στόματός μου και στις δικές μου διαβεβαιώσεις. Εφόσον όμως ενεργώ τα έργα του Πατέρα μου, και αν ακόμη δεν πιστεύετε σε ό,τι λέω εγώ, πιστέψτε τουλάχιστον στα έργα αυτά, για να μάθετε και να οδηγηθείτε απ’ αυτά στην τέλεια πίστη. Κι έτσι θα βεβαιωθείτε ότι μέσα μου είναι και μένει ο Πατέρας μου, κι εγώ είμαι και μένω μέσα στον Πατέρα. Έχω δηλαδή ως Υιός και Λόγος του Θεού την ίδια φύση με τον Πατέρα, και είμαι άπειρος και εγώ, ώστε να χωράει μέσα μου ο Πατέρας. Είμαστε αχώριστοι ο ένας από τον άλλο, διότι κι εγώ είμαι και μένω μέσα στον Πατέρα μου)» [ Ιω.10,37-38].
Στην περίπτωση του παραλυτικού της Καπερναούμ όμως και ένα άλλο σημείο της θεότητάς Του και της ισοτιμίας Του προς τον Πατέρα αποδεικνύει. Εκείνοι λοιπόν έλεγαν μέσα τους ότι η συγχώρηση των αμαρτιών είναι αποκλειστική δικαιοδοσία του Θεού· ο Κύριος, όμως, όχι μόνο συγχωρεί τις αμαρτίες, αλλά και πριν από την ενέργεια αυτή δείχνει και κάτι άλλο, το οποίο ήταν γνώρισμα του Θεού μόνο, το να αποκαλύπτει δηλαδή, τις απόκρυφες σκέψεις των ανθρώπων· διότι δεν είχαν εκφράσει ενώπιον όλων ό, τι σκέπτονταν. «Καὶ ἰδού τινες τῶν γραμματέων εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτος βλασφημεῖ. καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὰς ἐνθυμήσεις αὐτῶν εἶπεν· ἵνα τί ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;(:Τότε όμως μερικοί από τους γραμματείς είπαν μέσα τους: ‘’Αυτός βλασφημεί, διότι σφετερίζεται δικαίωμα που μόνον ο Θεός έχει’’. Ο Ιησούς την ίδια στιγμή είδε στα βάθη της καρδιάς τους τις σκέψεις τους και είπε: ‘’Γιατί κάνετε μέσα στις καρδιές σας σκέψεις πονηρές και κακοπροαίρετες;’’)»[Ματθ.9,3-4].
Ως προς το ότι μόνο ο Θεός μπορεί να γνωρίζει καλά τα απόρρητα, άκουσε τι λέγει σχετικά ο προφήτης: «Μόνος γινώσκεις τὴν καρδίαν υἱῶν ἀνθρώπων(:Εσύ μόνος γνωρίζεις τις καρδιές των υιών των ανθρώπων)»[Β΄Παραλ. 6,30].Και πάλι: «Ἐτάζων καρδίας καὶ νεφροὺς ὁ Θεός(:διότι εσύ, Θεέ μου, γνωρίζεις τα κρυφά ελατήρια των ανθρώπων διότι εξετάζεις τις σκέψεις στα βάθη της καρδιάς και τα απόκρυφά τους συναισθήματα)»[Ψαλ.7,10]. Αλλά και ο Ιερεμίας λέγει: «Βαθεῖα ἡ καρδία παρά πάντα, καὶ ἄνθρωπός ἐστι· καὶ τίς γνώσεται αὐτόν; ἐγὼ Κύριος ἐτάζων καρδίας καὶ δοκιμάζων νεφροὺς τοῦ δοῦναι ἑκάστῳ κατὰ τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ καὶ κατὰ τοὺς καρποὺς τῶν ἐπιτηδευμάτων αὐτοῦ(:Η καρδιά του ανθρώπου είναι βαθιά και ανεξερεύνητη, περισσότερο από όλα τα άλλα πράγματα. Αυτός είναι ο άνθρωπος· και ποιος μπορεί να γνωρίσει σε βάθος και πλάτος αυτόν; Εγώ μόνο είμαι ο Κύριος και Θεός, ο οποίος εξετάζω τις καρδιές των ανθρώπων και ερευνώ τους νεφρούς, για να δίδω στον καθένα σύμφωνα με τους δρόμους και τους τρόπους της ζωής του και με τους καρπούς των έργων του)»[Ιερ.17,9]. Και σε πολλές άλλες περιπτώσεις είναι δυνατόν να διαπιστώσουμε ότι ο Θεός μόνον έχει τη δυνατότητα να γνωρίζει καλά ό,τι υπάρχει στη σκέψη των ανθρώπων.
Δείχνοντας, λοιπόν, ο Κύριος ότι είναι Θεός ίσος προς τον Πατέρα που Τον γέννησε, εκείνο που σκέπτονταν μέσα τους -διότι φοβούμενοι τον κόσμο δεν είχαν το θάρρος να διατυπώσουν ενώπιον όλων τη γνώμη τους αυτή- αυτό αποκαλύπτει και το καθιστά φανερό, φερόμενος συγχρόνως και στην παρούσα στιγμή με μεγάλη επιείκεια. «Ἵνα τί (:Γιατί)», έλεγε, «ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;(:κάνετε μέσα στις καρδιές σας σκέψεις πονηρές και κακοπροαίρετες;)»[Ματθ.9,4].Μολονότι βέβαια, εάν έπρεπε κάποιος να αγανακτήσει, αυτός ήταν ο παράλυτος, με την ιδέα ότι εξαπατήθηκε και να πει: «Άλλο ήλθα να θεραπεύσω, και εσύ θεραπεύεις άλλο; Διότι από πού αποδεικνύεται ότι έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες μου;». Τώρα εκείνος δεν λέγει τίποτε παρόμοιο, αλλά εμπιστεύεται τον εαυτό Του στη δικαιοδοσία του θεράποντος. Αυτοί, όμως, επειδή ήσαν κακοήθεις και γεμάτοι μίσος, επιβουλεύονται τις ευεργεσίες των άλλων. Γι’ αυτό και ο Κύριος τους προσβάλλει μεν, αλλά το κάνει με κάθε λεπτότητα. Πραγματικά, «εάν», λέγει, «δεν πιστεύετε σε ό,τι είπα προηγουμένως και έχετε τη γνώμη ότι αυτό αποτελεί κομπασμό, ιδού προσθέτω και κάτι άλλο σε αυτό, το ότι δηλαδή, αποκαλύπτω τις απόκρυφες σκέψεις σας. Και ύστερα από αυτό, ένα ακόμη. Ποιο είναι λοιπόν αυτό; Το ότι θα ενδυναμώσω το σώμα του παραλύτου».
Και όταν μεν απευθυνόταν προς τον παράλυτο, δεν ομιλούσε κατά τρόπο που να αποδεικνύει σαφώς την εξουσία Του. Διότι δεν είπε «σου συγχωρώ τις αμαρτίες», αλλά «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου(:σου έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες σου)». Όταν όμως Τον ανάγκασαν εκείνοι, τότε πλέον καθαρότερα δείχνει την εξουσία Του, όταν λέγει: «ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας (:για να μάθετε λοιπόν τώρα ότι ο υιός του ανθρώπου, ο Μεσσίας, ο εκπρόσωπος της ανθρωπότητας και ένδοξος Κριτής της κατά τη δευτέρα παρουσία Του, έχει εξουσία να συγχωρεί στη γη τις αμαρτίες των ανθρώπων)»[Ματθ.9,6]. Βλέπεις πόσο απείχε από του να μη θέλει να θεωρείται ίσος προς τον Πατέρα; Διότι δεν είπε ότι έχει ανάγκη από άλλο ο υιός του ανθρώπου ή ότι του έδωσε ο Πατέρας την εξουσία. «Αλλά για να σας πείσω», λέγει, «ότι δε βλασφημώ όταν κάνω τον εαυτό μου ίσο με τον Θεό».
Πραγματικά, σε κάθε περίπτωση επιθυμεί να φέρει αποδείξεις σαφείς και αναντίρρητες, όπως όταν λέγει: «Ὓπαγε σεαυτὸν δεῖξον τῷ ἱερεῖ(:Πρόσεξε να μην πεις σε κανένα το θαύμα της θεραπείας σου, αλλά πήγαινε και δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα και πρόσφερε το δώρο που έχει καθορίσει ο Μωυσής. Για να χρησιμεύσει η εξέτασή σου από τον ιερέα και η προσφορά του δώρου σου ως μαρτυρία και απόδειξη στον ιερέα και στους Ιουδαίους ότι και εσύ θεραπεύτηκες τελείως και εγώ δεν ήλθα να καταργήσω τον νόμο)» [Ματθ.8,4]. Επίσης, την πεθερά του Πέτρου την παρουσιάζει να τον υπηρετεί[Ματθ.8,15: «Καὶ ἥψατο τῆς χειρὸς αὐτῆς, καὶ ἀφῆκεν αὐτὴν ὁ πυρετὸς καὶ ἠγέρθη καὶ διηκόνει αὐτῷ(:Τότε άγγιξε το χέρι της κι αμέσως έφυγε ο πυρετός, και σηκώθηκε τελείως υγιής και τον υπηρετούσε, αφού δεν αισθανόταν ούτε την παραμικρή εξάντληση)»]και επιτρέπει να πέσουν οι χοίροι στον γκρεμό [Ματθ. 8,32: «Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὑπάγετε. οἱ δὲ ἐξελθόντες ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων· καὶ ἰδοὺ ὥρμησε πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν(:Και επειδή αυτοί που έτρεφαν τους χοίρους το έκαναν αυτό παραβαίνοντας τον μωσαϊκό νόμο, που απαγόρευε ως ακάθαρτο το χοιρινό κρέας, ο Κύριος τιμωρώντας την παρανομία τους αυτή είπε στους δαίμονες: ‘’Πηγαίνετε’’. Κι αυτοί βγήκαν απ’ τους ανθρώπους και πήγαν στους χοίρους. Και ξαφνικά όλο το κοπάδι των χοίρων όρμησε με μανία από το επάνω μέρος του γκρεμού προς τα κάτω, στη θάλασσα, και πνίγηκαν στα νερά της λίμνης)»].
Κατά όμοιο τρόπο και εδώ προς απόδειξη της συγχωρήσεως των αμαρτιών φέρει τη θεραπεία του σώματος, προς απόδειξη δε της θεραπείας του σώματος το ότι ο θεραπευμένος,πλέον, παραλυτικός σήκωσε το κρεβάτι του, ώστε να μη θεωρηθεί ότι το γεγονός αυτό ήταν φαντασία. Και δεν το κάνει αυτό προηγουμένως, παρά αφού τους ρώτησε: «Τί γάρ ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ περιπάτει;(:Και είναι πράγματι οι σκέψεις σας αυτές κακόγνωμες και κακοπροαίρετες, διότι, τι είναι ευκολότερο, να πει κανείς: ‘’Είναι συγχωρημένες οι αμαρτίες σου’’, ή να πει: ‘’Σήκω όρθιος και περπάτα’’; Εσείς θεωρείτε δυσκολότερο αυτό το τελευταίο)»[Ματθ.9,5], λέγει. Είναι φανερό ότι ευκολότερο είναι η θεραπεία του σώματος· διότι όσο η ψυχή είναι ανώτερη από το σώμα, τόσο περισσότερο προτιμότερο είναι το να συγχωρηθούν τα αμαρτήματα αυτού· επειδή όμως το μεν δεν φαίνεται, ενώ το άλλο φαίνεται, πράττω το υποδεέστερο μεν αλλά οπωσδήποτε που είναι περισσότερο εμφανές, ώστε δι’αυτού να αποδειχθεί και αυτό που είναι σπουδαιότερο και που δεν φαίνεται, αποκαλύπτοντας πλέον δια των έργων Του αυτό που είχε λεχθεί από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή , ότι δηλαδή Αυτός σηκώνει τις αμαρτίες του κόσμου[ Ιω.1,29:«Ἲδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου(:Να Εκείνος που προφήτευσε ο Ησαΐας και μας Τον απέστειλε ο Θεός για να θυσιαστεί ως αρνί και να σηκώσει με τη σφαγή και τη θυσία Του ολόκληρη την αμαρτία και την ενοχή του κόσμου, και έτσι να την εξαλείψει)»].
Αφού λοιπόν τον θεράπευσε, τον αποστέλλει στο σπίτι του. Πάλι με την ενέργειά Του αυτήν φανερώνει την ταπεινοφροσύνη Του και ακόμη ότι το γεγονός αυτό που συνέβη δεν ήταν φανταστικό· διότι εκείνους που ήταν μάρτυρες της ασθένειας, τους καθιστά μάρτυρες και της πραγματικής θεραπείας. «Εγώ, βέβαια, ήθελα», λέγει, «διαμέσου της δικής σου ασθένειας να θεραπεύσω και εκείνους που νομίζουν ότι είναι υγιείς, αλλά είναι ασθενείς πνευματικώς. Επειδή, όμως, δεν θέλουν, πήγαινε στο σπίτι σου, για να θεραπεύσεις τους οικείους σου». Προσέχεις με ποιον τρόπο αποδεικνύει ότι ο Ίδιος είναι ο δημιουργός και της ψυχής και του σώματος; Θεραπεύει, λοιπόν, την παράλυση του κάθε συστατικού του ανθρώπου και τη θεραπεία που είναι αθέατη την αποδεικνύει με εκείνη που είναι φανερή.
Αλλά εξακολουθούν ακόμη να σύρονται στο χώμα: «Ἰδόντες δὲ οἱ ὄχλοι ἐθαύμασαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν τὸν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις(:Όταν λοιπόν τα πλήθη του λαού είδαν αυτό που έγινε, θαύμασαν και δόξασαν τον Θεό, ο Οποίος έδωσε στους ανθρώπους τέτοια εξουσία, καθώς τον Ιησού Τον θεωρούσαν ως έναν εκ των ανθρώπων, το να συγχωρούνται δηλαδή οι αμαρτίες, και συγχρόνως να γιατρεύονται με ένα λόγο αθεράπευτες ασθένειες του σώματος)»[Ματθ.9,8]. Τους εμπόδιζε ακόμη η σάρκα για να αντιληφθούν πλήρως τη θεότητά Του. Αλλά δεν τους μαλώνει, μα προχωρεί και με τα έργα Του τους αφυπνίζει και τους εξυψώνει το φρόνημα· διότι προς το παρόν δεν ήταν μικρό να τον θεωρούν ανώτερο απ΄όλους τους ανθρώπους και ότι έχει έλθει εκ μέρους του Θεού. Επειδή, εάν είχαν τέλεια βεβαιότητα γι’ αυτά μέσα τους, τότε βαθμιαία θα αντιλαμβάνονταν ότι ήταν και του Θεού υιός.
Αλλά δεν κατενόησαν καλά αυτά, γι’ αυτό και δεν μπόρεσαν να Τον πλησιάσουν· διότι έλεγαν πάλι: «Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ·ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; (:’’Αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι σταλμένος από τον Θεό, διότι δεν τηρεί την αργία του Σαββάτου’’. Άλλοι έλεγαν: ‘’Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος αμαρτωλός να κάνει τέτοια αποδεικτικά και σημαδιακά θαύματα;’’ Και διαφωνούσαν μεταξύ τους)»[Ιω.9,16].Και συνεχώς αυτά ανέφεραν, για να δικαιολογήσουν τα δικά τους πάθη.
Το ίδιο κάνουν και σήμερα πολλοί άνθρωποι και πιστεύουν ότι ο Θεός εκδικείται και εκδηλώνουν με τον τρόπο αυτόν τα δικά τους πάθη, ενώ πρέπει να εξετάζουμε τα πάντα με επιείκεια· διότι ο Θεός, μπορούσε, πραγματικά, να ρίξει κεραυνό σε εκείνους που Τον βλασφημούν, αλλά, εντούτοις, ανατέλλει για όλους τον ήλιο και βρέχει και όλα τα άλλα τα παρέχει με αφθονία. Αυτόν πρέπει να μιμούμαστε και εμείς και να παρακαλούμε, να συμβουλεύουμε, να νουθετούμε με πραότητα, χωρίς να οργιζόμαστε ούτε να γινόμαστε πραγματικά θηρία· διότι δεν συμβαίνει καμία βλάβη στον Θεό από τη βλασφημία, για να θυμώσει. Αντίθετα, ο βλάσφημος ο ίδιος δέχεται και το τραύμα από τη βλασφημία του. Γι’ αυτό, λοιπόν, στέναξε, θρήνησε, διότι το πάθος αυτό είναι άξιο για δάκρυα.
Επίσης, αυτόν που τραυματίστηκε τίποτα δεν μπορεί να τον θεραπεύσει τόσο πολύ όσο η επιείκεια. Πρόσεξε, εξάλλου με ποιον τρόπο μας ομιλεί ο υβρισθείς Θεός και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Στην Παλαιά λέγει: «Λαός μου, τί ἐποίησά σοι ἢ τί ἐλύπησά σε ἢ τί παρηνώχλησά σοι; ἀποκρίθητί μοι (:Λαέ μου, τι κακό σου έκαμα ή σε τι σε λύπησα ή σε τι σε παρενόχλησα; Απάντησέ μου)»[Μιχ. 6,3], και στην Καινή: «Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις;(:Σαύλε, Σαύλε, γιατί με καταδιώκεις;)»[Πράξ.9,4].Και ο Παύλος, επίσης, προτρέπει να διδάσκουμε με πραότητα τους αντιφρονούντες. Αλλά και όταν οι μαθητές πλησίασαν τον Χριστό και ήγειραν την αξίωση να κατεβεί φωτιά από τον ουρανό, τους μάλωσε πολύ και τους είπε: «Οὐκ οἴδατε ποίου πνεύματός ἐστε ὑμεῖς(:Δεν ξέρετε ακόμη τι διαθέσεων και φρονημάτων ανθρώπους σας κάνει η νέα πνευματική δύναμη και ζωή που μεταδίδει η διδασκαλία μου και η χάρη του Πνεύματός μου. Δεν είστε άνθρωποι και διδάσκαλοι του πνεύματος της οργής και τιμωρίας που επικρατούσε στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά του πνεύματος της πραότητας, της μακροθυμίας και της αγάπης, που δεν καταστρέφει, αλλά σώζει)»[Λουκ.9,55].Και στην παρούσα περίπτωση δεν είπε: «ω μιαροί και αγύρτες˙ ω εσείς που είστε γεμάτοι από φθόνο και εχθροί της σωτηρίας των ανθρώπων». Αλλά λέγει: «Γιατί σκέπτεστε πονηρά μέσα στην καρδιά σας;»
Κατά συνέπεια, πρέπει με επιείκεια να αφανίζουμε τα νοσήματα· διότι εκείνος που θα γίνει καλύτερος πιεζόμενος από τον ανθρώπινο φόβο, γρήγορα θα επιστρέψει εκ νέου στην πονηρία. Γι’ αυτό άλλωστε προέτρεψε να αφήσουν και τα ζιζάνια, για να δώσει τη δυνατότητα και τον καιρό να μετανοήσουν[πρβλ. Ματθ.13,30: «Ἂφετε συναυξάνεσθαι ἀμφότερα μέχρι τοῦ θερισμοῦ, καὶ ἐν καιρῷ τοῦ θερισμοῦ ἐρῶ τοῖς θερισταῖς· συλλέξατε πρῶτον τὰ ζιζάνια καὶ δήσατε αὐτὰ εἰς δέσμας πρὸς τὸ κατακαῦσαι αὐτά, τὸν δὲ σῖτον συναγάγετε εἰς τὴν ἀποθήκην μου(:Αφήστε να μεγαλώνουν και τα δύο μέχρι την εποχή του θερισμού. Και τον καιρό του θερισμού, δηλαδή της τελικής κρίσεως, θα πω στους θεριστές αγγέλους μου: ‘’Μαζέψτε πρώτα τα ζιζάνια και δέστε τα σε δεσμίδες για να τα κατακάψετε. Δηλαδή ξεχωρίστε τους πονηρούς ανθρώπους και ρίξτε τους όλους μαζί στη φωτιά της αιωνίου κολάσεως. Το σιτάρι όμως μαζέψτε το στην αποθήκη μου. Τους αγαθούς δηλαδή και ενάρετους συνάξτε τους στην ουράνια βασιλεία’’)»]. Πραγματικά, πολλοί από αυτούς μετανόησαν και έγιναν σπουδαίοι, ενώ προηγουμένως ήταν φαύλοι, όπως είναι ο Παύλος, ο τελώνης και ο ληστής· διότι, ενώ ήσαν ζιζάνια, έγιναν σίτος εκλεκτός. Βέβαια, όσον αφορά τα σπέρματα αυτό είναι αδύνατο, αλλά αναφορικά με τη διάθεση των ανθρώπων είναι πολύ εύκολο, διότι αυτή δεν υπόκειται στους φυσικούς νόμους, αλλά έχει τιμηθεί με την ελευθερία της εκλογής.
Γι’ αυτό, λοιπόν, όταν δεις έναν εχθρό της αλήθειας να τον φροντίσεις, να τον επιμεληθείς, να τον οδηγήσεις προς την αρετή, να δείξεις άριστο βίο, να του μιλήσεις με λόγους απαλλαγμένους από κάθε κατηγορία(«Περὶ πάντα σεαυτὸν παρεχόμενος τύπον καλῶν ἔργων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ ἀδιαφθορίαν, σεμνότητα, ἀφθαρσίαν, λόγον ὑγιῆ, ἀκατάγνωστον, ἵνα ὁ ἐξ ἐναντίας ἐντραπῇ μηδὲν ἔχων περὶ ἡμῶν λέγειν φαῦλον(:Αλλά συγχρόνως πρέπει και εσύ να συμπεριφέρεσαι έτσι, ώστε σε όλα να παρέχεις τον εαυτό σου υπόδειγμα καλών έργων. Και στην διδασκαλία απόφευγε κάθε νόθευση, αλλά να διδάσκεις αδιάφθορη την αλήθεια και όσα διδάσκεις να εμπνέουν τη σεμνότητα, να διακρίνονται για την καθαρότητα της διδασκαλίας, να είναι λόγος σωστός και υγιής, ελεύθερος από την αρρώστια της αιρέσεως, ακατηγόρητος, ώστε κάθε αντίπαλος και εχθρός του Χριστού και του Ευαγγελίου να ντροπιαστεί, καθώς δεν θα έχει να λέει κανένα κακό για μας)»[Τίτ.2,8], να του προσφέρεις προστασία και κηδεμονία, να χρησιμοποιήσεις κάθε τρόπο διορθώσεως, μιμούμενος τους αρίστους ιατρούς.
Διότι και αυτοί δεν θεραπεύουν με έναν τρόπο μόνο, αλλά όταν δουν ότι δεν υποχωρεί η πληγή στο αρχικό φάρμακο προσθέτουν άλλο και ύστερα από αυτό πάλι άλλο. Και άλλοτε μεν κόπτουν, άλλοτε δε επιδένουν. Και εσύ, λοιπόν, αφού γίνεις ιατρός των ψυχών, να χρησιμοποιήσεις κάθε τρόπο θεραπείας σύμφωνα με τους νόμους του Χριστού, για να λάβεις αμοιβή και για τη δική σου σωτηρία και για την ωφέλεια που έδωσες στους άλλους. Όλα να τα κάνεις προς δόξαν του Θεού και έτσι θα δοξάζεσαι και ο ίδιος. [Α΄Βασ.2,30: «Τοὺς δοξάζοντάς με δοξάσω, καὶ ὁ ἐξουθενῶν με ἀτιμασθήσεται(:Εγώ θα δοξάζω εκείνους, που με δοξάζουν και με σέβονται, και θα καταφρονήσω και θα εξουθενώσω εκείνους, οι οποίοι με καταφρονούν)»].
Τα πάντα λοιπόν ας τα πράττουμε προς δόξαν του Θεού, για να λάβουμε τη μακάρια εκείνη κληρονομία, την οποία είθε όλοι μας να επιτύχουμε, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΚΘ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 10, σελίδες 279-297.
Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 65, σελ. 92-100.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ, Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΑΥΤΗΣ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 22-3-1981]
[Β45 ]
Σήμερα η Εκκλησία μας, αγαπητοί μου, δευτέρα Κυριακή των Νηστειών, εορτάζει τη μνήμη του μεγάλου πατρός και θεολόγου του 14ου αιώνος, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης.
Εάν η Κυριακή της Ορθοδοξίας, που εορτάσαμε την περασμένην Κυριακήν, είναι η εορτή κατά την οποίαν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, στην 7η Οικουμενική Σύνοδο έδειξαν ότι ο Υιός του Θεού αληθινά έγινε άνθρωπος, για να θεωθεί ο άνθρωπος, αυτό με τη σημερινή Κυριακή και την προβολή του μεγάλου προσώπου και αγίου, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, που δεν είναι βεβαίως σήμερα η κανονική του μνήμη, αλλά η προβολή του, ως θεολόγου και μαχητού υπέρ της Ορθοδοξίας, με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά έγινε αυτό πολύ σαφές· διότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ηγωνίσθη ως μοναχός και ως επίσκοπος, ακριβώς να δείξει ότι είναι δυνατόν αυτό να γίνει.
Ποιο; Αυτό που η 7η Οικουμενική Σύνοδος ήδη είχε θεμελιώσει: ότι ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο ἵνα ἡ σάρξ γένηται λόγος. Αυτό που όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, σε μια ολοσύμφωνη γραμμή ετήρησαν μέσα στη διαδρομή της Εκκλησίας: ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος Θεός. Και δύο μεγάλες Οικουμενικές Σύνοδοι, που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη το 1341 και το 1351, κατοχύρωσαν αυτήν την μεγάλη αλήθεια. Είναι οι τελευταίες μεγάλες Σύνοδοι που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη, που έγιναν στην Ανατολή, 100 χρόνια πριν πέσει η Κωνσταντινούπολις και η Ανατολή πια βρίσκεται κάτω από την κυριαρχία αλλοθρήσκων. Αλλά όμως, θείω Πνεύματι, έγιναν αυτές οι δύο Σύνοδοι και ενεφανίσθη αυτός ο Άγιος μεγάλος πατήρ, ο οποίος και προκάλεσε τας Συνόδους, σημειώσατέ το αυτό, εξ αφορμής της Δύσεως, η οποία υπεστήριζε τα εναντία, στο πρόσωπο του Βαρλαάμ, ότι δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος να φθάσει στη θέωση, και θα δούμε τι ακριβώς σημαίνει αυτό, ο άγιος αυτός πατήρ που τόσο ηγωνίσθη, με τας Συνόδους αυτάς έθεσαν το θεμέλιον της Ανατολής, της Ορθοδόξου Ανατολικής Θεολογίας,ώστε όταν θα ήρχοντο τα μεγάλα κύματα της Δύσεως να την καταποντίσουν, αυτή να είναι θεμελιωμένη.
Το κύριο πρόβλημα που απησχόλησε τότε, κατά τον 14ον αιώνα, ήταν το εξής: Ποιος είναι ο βασικός χαρακτήρ της Χριστιανικής υπάρξεως. Ποιες είναι οι δυνατότητες του ανθρώπου να φθάσει πού; Αυτό ήταν το πρόβλημα. Βεβαίως δεν ήταν πρόβλημα. Το θέμα αυτό ήδη είχε τεθεί από την πρώτη στιγμή που ιδρύθηκε και φανερώθηκε και κηρύχθηκε η Εκκλησία εις τον κόσμον. Όλοι οι αρχαίοι Πατέρες ήδη είχαν δώσει τη γραμμή πλεύσεως. Ποιες ακριβώς είναι οι δυνατότητες του ανθρώπου ως Χριστιανού, να φθάσει πού; Αλλά επειδή όμως προεκλήθη θέμα κατά τον 14ο αιώνα, εξ αφορμής του εκ Καλαβρίας της Δύσεως Βαρλαάμ, ο οποίος Βαρλαάμ εξεπροσώπευε τη Δύση και η οποία Δύσις επίστευε ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να φθάσει σε μεγάλα μέτρα, προεβλήθη το θέμα ως πρόβλημα. Το υπεστήριξε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και το επεκύρωσαν αυτές οι δύο τοπικές μεγάλες Σύνοδοι εις την Κωνσταντινούπολιν το 1341 και το 1351.
Το θέμα λοιπόν ήταν οι δυνατότητες του ανθρώπου πού φθάνουν; Τι μπορεί να γίνει ο άνθρωπος; Και απάντησε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Να θεωθεί!». Είναι η θέωσις. Τι σημαίνει θέωσις; Σημαίνει την κοινωνία, την προσωπική κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό. Αυτό βέβαια επήρε διαστάσεις προβλήματος για τον εξής λόγο. «Θεώνομαι» που είναι μία λέξις καθαρά Ελληνική, και που δεν μπόρεσε να μεταφραστεί σε καμία γλώσσα, ούτε σε αυτήν την Λατινικήν, και μένει μία λέξις μοναδική στη γλώσσα μας και σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, αν έπρεπε να μιλήσει ο Λατίνος ή ο Γερμανός ή ο Κινέζος θα έλεγε τη λέξη Ελληνικά, «θέωσις», είναι η θεοποίησις του Μεγάλου Αθανασίου και του Μεγάλου Βασιλείου. Το να γίνει ο άνθρωπος Θεός. Και να έχει ο άνθρωπος μια κοινωνία με τον Θεό κατά έναν μοναδικό τρόπο.
Ετέθη όμως το εξής ερώτημα: Είναι δυνατόν αυτό; Εφόσον ο Θεός είναι ακατάληπτος και «φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον(:που κατοικεί σε φως απρόσιτο)»[Α’ Τιμ.στ΄16], πώς είναι δυνατόν ο άνθρωπος να φθάσει μέσα στην περιοχή του Θεού και να θεωθεί; Οι ίδιοι πάλι Πατέρες υπεστήριξαν ότι ο Θεός είναι ακατάληπτος και απρόσιτος. Όμως, εδώ ήταν τώρα η μεγάλη προσφορά του αγίου πατρός, η οποία, σημειώσατε, ότι δεν είναι πρωτοφανής. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στηρίζεται σε δύο στερεά θεμέλια·και τα οποία τον καθιστούν ορθοδοξότατο. Και πάντα που θα ήθελε να θεολογήσει, εάν μείνει στα δύο αυτά θεμέλια, θα μείνει ορθόδοξος. Είναι η βιβλική Ιστορία και οι Πατέρες της Εκκλησίας ως ερμηνείς της βιβλικής Ιστορίας. Ο άγιος Γρηγόριος μένει στα γεγονότα της βιβλικής Ιστορίας. Μένει σ’ αυτήν την Ιστορία. Μένει σ’ αυτήν την Ενανθρώπηση. Μένει στην Σταύρωση του Χριστού, στην Ανάστασή Του, στην Ανάληψή Του, στη Μεταμόρφωσή Του. Παίρνει το γεγονός της Μεταμορφώσεως· υπογραμμίζω, παίρνει το γεγονός της Μεταμορφώσεως. Δεν αλληγορεί τίποτα. Παίρνει καθ’ αυτά τα γεγονότα. Και τα θεολογεί. Τα θεολογεί όμως με μια θεολογία πατερική. Όπως οι Πατέρες κατενόησαν και προσωπικά έζησαν τη βιβλική Ιστορία. Αυτά είναι τα δυο θεμέλια της Ορθοδοξίας. Και όποιος μιλάει επάνω σ’ αυτά τα δύο θεμέλια και στηρίζεται, ποτέ δεν πέφτει έξω. Είναι δε ο άγιος Γρηγόριος ορθοδοξότατος.
Έρχεται λοιπόν τώρα να μας πει η Δύσις· η οποία εκπροσωπεί αν θέλετε, τη λογική κατανόηση, τη φιλοσοφική τοποθέτηση, την αριστοτελική ειδικότερα: Πώς μπορεί ο άνθρωπος να φθάσει μέσα στο μυστήριο του Θεού, του ακατάληπτου, ακατανοήτου και απροσίτου και να θεωθεί; Και λέγει ο άγιος Γρηγόριος: Εάν υπάρξει μία διάκρισις της ουσίας του Θεού και των ενεργειών του Θεού· ο Θεός ως ουσία πράγματι είναι ακατανόητος, απερίγραπτος και απρόσιτος. Ποτέ η ουσία του Θεού δεν έρχεται σε επαφή με τη Δημιουργία. Ο Θεός μόνον τον Υιό γεννά ως ουσία. Τον κόσμον τον δημιουργεί με τας ενεργείας Του. Αυτό ήτο η μεγάλη προσφορά του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.
Τώρα βέβαια σας φαίνονται δύσκολα αυτά, θα δείτε όμως τώρα τι θα βγει. Γι’ αυτό σας παρακαλώ μην κλείνετε τα μάτια σας, αλλά να ακούτε και να βλέπετε. Γιατί κάποτε πρέπει να μπαίνουμε στα βαθιά νερά και να μαθαίνουμε σε αυτά κολύμπι. Παρακαλώ, κοιτάξτε. Πώς ακριβώς γίνεται αυτή η διάκρισις; Γίνεται μια δίακρισις χωρίς μερισμό. Διακρίνουμε τις ενέργειες του Θεού από την ουσία του Θεού, χωρίς να χωρίσουμε όμως τις ενέργειες του Θεού από την ουσία του Θεού. Γιατί οι ενέργειες του Θεού είναι άκτιστες και συνεπώς είναι ο Θεός. Όπως ακριβώς είναι ο ήλιος με την ακτινοβολία του. Ο ήλιος, όπως τον βλέπουμε, είναι απρόσιτος. Ποιος μπόρεσε ποτέ να πάει στον ήλιο; Και να τον πιάσει; Είναι απρόσιτος. Είναι όμως προσιτός με την ακτινοβολία του, με την ενέργεια της ακτινοβολίας του. Ακούστε τι είπα: με την ενέργεια της ακτινοβολίας του. Τον ήλιο τον έχουμε εδώ, τον έχουμε στη γη. Μας φωτίζει, μας ζωογονεί, τον βλέπουμε, χωρίς όμως να μπορούμε να πάμε στον ήλιο. Κατά παρόμοιο τρόπο είναι η ουσία του Θεού με τις ενέργειές Του.
Όταν λέμε λοιπόν ότι θα ζήσουμε ή θα δούμε τον Θεό από την παρούσα ζωή…ποιος μπορεί να δει τον Θεό; Λέγει η Γραφή: «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε». Όταν όμως λέμε ότι μπορούμε να δούμε τον Θεό από την παρούσα ζωή αυτό σημαίνει ότι ο Θεός γίνεται φανερός με τις ενέργειές Του. Αλλά πώς γίνεται με τις ενέργειές Του; Έτσι είναι ένα λεκτικό πράγμα; Απλώς σαν κουβέντα; «Όχι», απαντά ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «είναι μια οντολογική παρουσία του Θεού, εις τας ενεργείας Του, όχι στην ουσία Του»·η οποία είναι πράγματι ακατάληπτος και απρόσιτος. Και συνεπώς μπορώ να δω τον Θεό. Τον Θεό να δεις; Μπορώ να δω τον Θεό πρόσωπον προς πρόσωπον. Και βλέποντας τον Θεό πρόσωπον προς πρόσωπον, από την παρούσα ζωή, θεώνομαι.
Αυτό το «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» είναι η βάσις η ευαγγελική. Λέγει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος- ακούστε επιχείρημα: «Ποιοι είναι οι καθαροί στην καρδιά; Εκείνοι που είναι, αυτοί θα δουν τον Θεό. Εσύ λες ότι θα δεις τον Θεό στην άλλη ζωή. Μα στην άλλη ζωή, δεν υπάρχει η δυνατότητα να καθαρίσεις την καρδιά σου, για να δεις τον Θεό». Είδατε επιχείρημα; Εδώ είναι η δυνατότητα να καθαρίσεις την καρδιά σου, για να δεις τον Θεό. Συνεπώς εδώ θα δεις τον Θεό· εδώ, στην παρούσα ζωή.
Αλλά αυτό τι συνέπιες έχει; Έχει τις εξής συνέπειες αγαπητοί μου. Απλώς τον 14ο αιώνα αυτό διετυπώθη ως δόγμα. Ήταν πάντοτε γνωστό. Δεν ήταν κάτι καινούριο. Γιατί, σας είπα, ήταν η προσωπική εμπειρία των Πατέρων της Εκκλησίας και των αγίων της Εκκλησίας: ότι (εδώ προσέξτε) ότι η πνευματική ζωή δεν εξαντλείται στη μετάνοια, αλλά επεκτείνεται στην αναγέννηση. Πραγματικά πώς το λέμε αυτό; Να πώς το λέμε. Να δείτε πόσο σήμερα έχει βασική σημασία η προβολή του προσώπου του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και της Θεολογίας του. Σήμερα λέμε «να μετανοήσεις» και μόλις μετανοήσω και πάω και εξομολογηθώ, έχω την αίσθηση μιας αυτάρκειας, ότι τελείωσα. Αφού πήγα και εξομολογήθηκα, επισφραγίζω την εξομολόγησή μου και με τη Θεία Κοινωνία και τελείωσα. Τελείωσες; Εξαντλείται η πνευματική ζωή στο να μετανοήσεις μόνο; Η πνευματική ζωή πάει πέρα από τη μετάνοια. Είναι στην αναγέννηση. Γι’αυτό λέγει ο άγιος Νικόδημος πολύ σωστά..- ξέρετε ότι στην εμπειρία αυτή έχουμε πάντα τους αγίους, στον άγιο Νικόδημο, στον άγιο Νεκτάριο, που είναι της εποχής μας κι συγχρόνους αγίους, που ίσως ακόμη η Εκκλησία δεν τους ανεκήρυξε, ίσως ποτέ να μην τους ανακηρύξει, δεν έχει σημασία, άγνωστοι άνθρωποι, ζουν αυτήν την εμπειρία.
Προσέξατε. Λέγει ο άγιος Νικόδημος: «Όταν κάποιος που πεθαίνει, μας φωνάξουν να τον εξομολογήσουμε και να τον κοινωνήσουμε, πηγαίνουμε εκ καθήκοντος, γιατί μας το ζήτησαν. Δεν ξέρουμε όμως αν αυτός ο άνθρωπος θα σωθεί. Απλούστατα γιατί αφήσαμε να περάσει η ζωή μας και νομίσαμε ότι προς το τέλος της ζωής μας… κι αυτό το λάθος κάνουμε, ότι θα αφήσουμε να μετανοήσουμε στο τέλος. Δεν είναι η μετάνοια που θα μας σώσει. Η αναγέννηση. Είναι η αναγέννηση. Άφησες τη μετάνοια αδελφέ μου να περάσει η ζωή σου και τότε να μετανοήσεις είπες. Είσαι σίγουρος ότι θα γεράσεις; Είσαι σίγουρος ότι δεν θα έχεις αιφνίδιο θάνατο; Έστω. Αλλά πότε θα προλάβεις να αναγεννηθείς; Πότε θα προλάβεις;».
Γι’ αυτό τον λόγο πάμε και ερχόμαστε στην εξομολόγηση, πάμε και ερχόμαστε χρόνια ολόκληρα, νομίζοντες ότι δυνάμεθα να περιοριζόμεθα σε μια ανανέωση της μετάνοιας και όχι σε μία αναγέννηση. Αυτό για όλους μας είναι ένα δυστύχημα. Και πρέπει να σας πω ότι σήμερα ακριβώς αυτό κάνουμε. Γι’ αυτόν τον λόγο μας φαίνεται πολύ μακρινή η θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά σήμερα. Μέχρι σήμερα η Δύσις δεν τον έχει κατανοήσει τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Και επειδή σήμερα δυτικίζουμε και όλο δυτικίζουμε, όχι μόνο στον πολιτισμό αλλά και στο θρησκευτικόν αίσθημα και συνεχώς δυτικίζουμε, ολοένα απομακρυνόμαστε από την θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, δηλαδή από τη θεολογία της αναγεννήσεως, από τη θεολογία της θεώσεως. Να μπορούμε πραγματικά να φθάσουμε σε εκείνα τα μέτρα.
Και σήμερα, ξέρετε τι αίσθημα έχουμε; Έχουμε το εξής αίσθημα. Και εγώ που σας ομιλώ αγαπητοί μου. Όλοι μας είμεθα παιδιά της εποχής μας και όλοι βρισκόμαστε κάτω από την ίδια νοοτροπία. Έχουμε το εξής αίσθημα: ότι αυτοί οι άγιοι με τη θεολογία τους, που δεν είναι παρά η ευαγγελική θεολογία, όπως την ερμηνεύουν οι Πατέρες και την κατανοούν και τη ζουν, σας είπα, προϊόν και της προσωπικής τους εμπειρίας, το υπογραμμίζω αυτό, ως να είναι αυτά στην κορυφή του Ολύμπου και εμείς να είμαστε στην πεδιάδα και να βλέπουμε και να λέμε «και πώς ανεβαίνει κανείς τώρα εκεί πάνω; Απρόσιτες κορυφές». Αυτό όμως είναι ένα δυστύχημα. Είναι δυστύχημα γιατί αυτά τα πράγματα αφορούν σε αυτήν τη σωτηρία μας.
Γι’ αυτό τον λόγο, μου φαίνεται, ένα πρώτο βήμα, ένα πρώτο στάδιο που πρέπει να κινήσουμε, είναι να προβάλλουμε τα πράγματα, να προβάλλουμε τους αγίους, που τόσο πολύ αγωνίστηκαν, όπως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς· με τη θεολογία του-δεν είναι καινούρια θεολογία, το ξαναλέγω, είναι η βιβλική και η πατερική, αλλά απλώς την έκανε σαφή και την προέβαλε, επειδή υπήρξαν αφορμές. Πρέπει αυτά να προβάλλονται. Και η Εκκλησία μας προσπαθεί να το κάνει αυτό. Η Εκκλησία μας, βλέπετε, προβάλλει την Κυριακή την Α΄ των Νηστειών, την Ορθοδοξία. Και γιορτάζει τον εαυτόν της, την ορθοδοξότητά της. Προβάλλει την Β΄ Κυριακή τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, για να δείξει ότι εκείνο το οποίον τότε αγωνίστηκε, εκατόν-τόσα χρόνια εις την 7η Οικουμενικήν Σύνοδο να διασώσει και την ανθρώπινη φύση του Θεού Λόγου, έρχεται τώρα ο άγιος Γρηγόριος να μας πει ότι αυτό είναι δυνατό: το ότι μπορεί τώρα ο άνθρωπος, αφού ο Θεός έγινε άνθρωπος, ο άνθρωπος μπορεί να γίνει Θεός.
Γι’ αυτό, αγαπητοί, κατακλείοντες, θα σας έλεγα, μη μένομε στα στενά όρια μιας ανεπαρκεστάτης και στοιχειωδεστάτης μετανοίας. Μια μετάνοια χωρίς δάκρυα πολλές φορές· χωρίς δάκρυα, χωρίς συναίσθηση, από μια συνήθεια πάμε να πούμε τις αμαρτίες μας και τίποτε άλλο. Να ήταν τουλάχιστον και της προκοπής η μετάνοιά μας! Να ήταν της προκοπής! Θα άξιζε ο κόπος. Ούτε αυτή δεν είναι της προκοπής. Γιατί; Γιατί απλούστατα δεν έχουμε μπροστά μας, στον οπτικό μας ορίζοντα, την αναγέννηση. Αν έχουμε στον οπτικό μας ορίζοντα την αναγέννηση, τότε θα δούμε ότι η μετάνοια είναι ένα μεταβατικό στάδιο. Βέβαια πρέπει να μετανοούμε σε όλη μας τη ζωή, γιατί είμαστε άνθρωποι και πέφτουμε. Αλλά αν το θέλετε, στη ζωή των μεγάλων αγίων, δεν έχουμε πια μετάνοια. Παρά το ότι αυτοί έλεγαν «άστε με να μετανοήσω ακόμη», όπως έλεγε ο άγιος Σισώης. «Άστε με να μετανοήσω.» Και είχε λάμψει ολόκληρος. Όμως, όπως λέγει και ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος «αυτός που μπήκε στην αναγέννηση και στη θέωση, δεν έχει ανάγκη πλέον ούτε της μετανοίας, ούτε καν των δακρύων. Δεν είναι πλέον η περιοχή της μετανοίας, αλλά της θεολογίας». Είναι μεγάλο πράγμα αυτό. Ε, αυτή λοιπόν η προοπτική, αυτός ο οπτικός ορίζων, έχει χαθεί από τα μάτια μας. Κι έχει μείνει μπροστά μας μόνον η μετάνοια. Γιατί νομίζουμε ότι το παν είναι η μετάνοια. Την αφήνουμε κι αυτή και ατονεί, γιατί είναι ίδιον του ανθρώπου να μη θέλει να φθάνει στο τέλος. Αλλά λέει: «Δέκα είναι;». Να σας το πω με ένα μικρό παράδειγμα. Όλοι το παθαίνουμε. «Τι ώρα τελειώνει η Εκκλησία; Εννιά; Ε, θα πάω 8.30. Δέκα; Θα πάω 9.30. Τελειώνει δώδεκα; Θα πάω 11.30». Αυτό παθαίνουμε. Λέμε «η μετάνοια, ε, ας είναι και λιγάκι πιο εδώ, δεν πειράζει». Ας προβάλλουμε, ξαναλέω άλλη μια φορά, στον οπτικό μας ορίζοντα όλο το μέγεθος του μυστηρίου της σωτηρίας μας·που είναι η αναγέννησις του ανθρώπου, που προεβλήθη τόσο δυνατά από τον άγιο πατέρα, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και που η Εκκλησία μας προβάλλει κάθε δεύτερη Κυριακή των Νηστειών.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_093.mp3
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ [: Μάρκ.2,1-2]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 7-3-1999]
[Β393]
Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, αγαπητοί μου, ο Ευαγγελιστής Μάρκος μάς περιγράφει την αμοιβαία προσφορά του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και του λαού Του. Είναι μία συγκινητική, ομολογουμένως, αμοιβαιότης.
Ο Κύριος μετά από μια μικρή περιοδεία που έκανε στην περιοχή της Καπερναούμ, επέστρεψε πάλι εις την πόλιν. Η Καπερναούμ εθεωρείτο η πόλις του Κυρίου· επειδή την είχε ως κέντρον εξορμήσεών Του στη γύρω περιοχή.
«Καὶ ἠκούσθη –μας σημειώνει ο Ιερός Ευαγγελιστής- ὅτι εἰς οἶκόν ἐστι (:Ακούστηκε ότι είναι σε κάποιο σπίτι. Προφανώς ήταν κάποιο φιλικό σπίτι. Μόλις ο κόσμος το άκουσε, έσπευσε να Τον επισκεφθεί και να Τον ακούσει). Καὶ εὐθέως –συνεχίζει ο ιερός Ευαγγελιστής- συνήχθησαν πολλοί». «Αμέσως», λέει, «συνήχθησαν πολλοί». Ο λαός πάντοτε διατηρεί την ευαισθησία να διακρίνει τον άνθρωπον της ποιότητος. Και ανταποκρίνεται. Αυτό συμβαίνει σε κάθε άνθρωπο που θέλει να έχει δημόσιες σχέσεις. Για να είσαι δημόσιος άνθρωπος πρέπει να έχεις αρκετές προϋποθέσεις. Αλλά η πρώτη είναι η ειλικρίνεια. Είναι η ειλικρίνεια. Γιατί πολλές φορές ο λαός απογοητεύεται από δημόσιες εμφανίσεις.
Πάντως όχι μόνον ο χώρος του σπιτιού εγέμισε, αλλά και ο παρακείμενος χώρος, που μετά λεπτομερείας μας περιγράφει ο ιερός Ευαγγελιστής. Και αυτό ήταν μία ανταπόκριση του λαού προς τον Κύριον. Σας είπα, αυτή η αμοιβαιότητα προσφοράς. Προσφέρει ο Κύριος, προσφέρει και ο λαός. Εκείνος τον λόγο Του, ο λαός την προθυμία του.
Και ο Κύριος, συνεχίζει ο ιερός Ευαγγελιστής, «ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον». Αλήθεια, τι καλύτερο θα μπορούσε να προσφερθεί στον λαό από τον λόγο του Θεού; Και προπαντός όταν ο Λόγος, με λάμδα κεφαλαίον, λαλεί τον λόγον. Και είναι ο λόγος του Ευαγγελίου, το μήνυμα της Βασιλείας του Θεού. Το μήνυμα της μετανοίας και της σωτηρίας. Και οι άνθρωποι τρέχουν να τον ακούσουν. Όταν μάλιστα είναι γνήσιος και ανόθευτος. Σκεφθείτε πώς ο Κύριος ομίλει αφού Αυτός ήταν ο Ενυπόστατος Λόγος του Θεού. «Ενυπόστατος» θα πει προσωπικός. Πρόσωπον. Το δεύτερον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος. Ο Ενυπόστατος Λόγος του Θεού, η Ενυπόστατος Σοφία του Θεού. Εκείνοι που αργότερα εστάλησαν να Τον συλλάβουν, εν ονόματι του Συνεδρίου κ.τ.λ. ομολόγησαν ότι «οὐδέποτε οὕτως –έτσι, δηλαδὴ- ἐλάλησεν ἄνθρωπος ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος». Εθαύμασαν. Έμειναν έκπληκτοι.
Θα λέγαμε γιατί ο Κύριος δεν χρησιμοποίησε τον χώρον της Συναγωγής, που ασφαλώς ήταν περισσότερον ευρύχωρος; Για να μας δείξει ότι κάθε χώρος και προπαντός ο χώρος του σπιτιού είναι κατάλληλος για να ακουστεί ο λόγος του Θεού. Και πού δεν δίδαξε ο Κύριος; Στην κατωφέρεια του όρους, την ομώνυμον ομιλίαν, που λέμε την «επί του όρους ομιλία»; Και πού δεν εδίδαξε; Παρά την λίμνην της Τιβεριάδος. Παντού εδίδαξε. Κάθε τόπος εγίνετο και άμβων του Ιησού Χριστού.
Εξάλλου ο Κύριος δεν κατευθύνθηκε στο φιλικό σπίτι για να κηρύξει τον λόγον. Απλώς επέστρεψεν εις την Καπερναούμ και επήγε, κατευθύνθηκε σε αυτό το σπίτι για να φιλοξενηθεί. Απλώς να φιλοξενηθεί. Και εφόσον προσήλθεν εκεί κόσμος, κόσμος πολύς, ο Κύριος δεν τον άφησε χωρίς τον λόγο του Θεού. Αυτό ήταν. Επειδή μαζεύτηκε κόσμος, του προσφέρει τον λόγο Του. Αυτό σημαίνει ό,τι μας έγραψε ο Παύλος: «Κήρυξον τόν λόγον –λέει στον Τιμόθεο- εὐκαίρως ἀκαίρως». Γι’ αυτό πολλάκις ακούστηκε ο λόγος του Θεού και από τα σπίτια. Μέχρι σήμερα, από τους αποστολικούς χρόνους. Ναι. Θα ήταν αγία συνήθεια, στις φιλικές επισκέψεις που γίνονται, να αναπτύσσεται ο λόγος του Θεού. Είτε προγραμματισμένα, είτε απρογραμμάτιστα. Εάν, δηλαδή, θα θέλαμε να κάνομε μια συντροφιά αναπτύξεως του λόγου του Θεού. Προγραμματισμένα: «Την τάδε ημέρα και ώρα έχομε αυτό». Ή απρογραμμάτιστα. Γιατί βρεθήκαμε σε εκείνο το σπίτι. Κι έτσι εκπληρούται εκείνο το «εὐκαίρως ἀκαίρως».
Και συνεχίζει ο ιερός Ευαγγελιστής: «Καὶ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν παραλυτικὸν φέροντες, αἰρόμενον ὑπὸ τεσσάρων». Έσπευσε, βέβαια, ο κόσμος να ακούσει τον λόγο του Κυρίου, αλλά επωφελήθηκαν και κάποιοι, για να μεταφέρουν έναν παράλυτο επάνω σε έναν «κράβαττον», σε ένα φορείο, υπό τεσσάρων. Βέβαια, κρατιέται πάντοτε ένα φορείο κυρίως από τέσσερις, ή δύο, αν καμιά φορά δεν υπάρχουν περισσότεροι. Ο λαός πλέον της ακροάσεως του θείου λόγου θέλει να καλύψει και άλλες του ανάγκες.
Και ο Κύριος είναι πρόθυμος. Αφού και πεινασμένους στην έρημο εχόρτασε. Κι εκεί πήγαν απρόσκλητα στην έρημο να Τον επισκεφθούν. Ο Κύριος απεσύρθη λέγοντας στους μαθητάς Του «Δεῦτε –ελάτε-, ἀναπαύεσθε ὀλίγον». Πήγαν λίγο να ξεκουραστούν. Αλλά δεν τα κατάφεραν… Κι ο κόσμος ήρθε. Ήρθε κόσμος πολύς. Μόνο εκείνοι που μετρήθηκαν ήταν 5000 χιλιάδες άνδρες. Μόνο εκείνοι που μετρήθηκαν. Γι΄αυτό, αγαπητοί μου, τοποθετήθηκαν ανά εκατό, ανά πρασιά και πρασιά, για να μετρηθούν εύκολα. Για να απομνημονευθεί το θαύμα του χορτασμού των πεντακισχιλίων. Δεν ήταν στο πρόγραμμα. Ήταν στη σκέψη του Θεού, να το πω έτσι. Αλλά δεν ήταν στο πρόγραμμα. Κι όμως ο Κύριος προσφέρει τον λόγο Του και θεραπεύει όσους Του προσέφεραν ασθενείς. Και όπως λέγει ο Απόστολος Πέτρος: «ὃς διῆλθεν -ο Κύριος, ο Ιησούς Χριστός- εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος πάντας τοὺς καταδυναστευομένους ὑπὸ τοῦ διαβόλου». «Όλους», λέει, «τους ιάτο και τους ευεργετούσε».
Ξέρετε ποια αρετή είναι αυτή η οποία ευεργετεί; Δεν ξέρω αν το έχετε ποτέ σκεφθεί. Είναι η αρετή της χρηστότητος. «Χρηστόστης, ἀγαθοσύνη», λέει ο Απόστολος Παύλος. Το «χρη-» με ήτα· που θα πει «χρήσιμος άνθρωπος». Όπου να βρεθείς, να είσαι ο χρήσιμος άνθρωπος. Να προσφέρεις πάντα τις υπηρεσίες σου. Σας βεβαιώνω, αγαπώ πολύ αυτήν την αρετή. Και όταν δω άνθρωπον που έχει αυτή την αρετή, την χρηστότητα, τον αγαπώ κι αυτόν πάρα πολύ. Είναι ωραία αρετή. Είσαι ευεργετικός παντού. Παντού. Παντού! Τρέχεις να προσφέρεις τις υπηρεσίες σου, την διακονία σου.
Εξάλλου, όταν λέγει εδώ ότι «διῆλθεν εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος», ο άνθρωπος, όταν λέμε «πάντα άνθρωπον», αυτό σημαίνει ψυχή και σώμα μαζί. Να το προσέξομε αυτό το σημείο. Μη διακρίνομε τον άνθρωπον σε σώμα και ψυχή. Καταχρηστικά πολλές φορές το κάνουμε. Αλλά να τον βλέπομε τον άνθρωπο ολόκληρον· με ψυχή και σώμα. Με ψυχή και σώμα. Ολόκληρον τον άνθρωπον. Και άμα λέμε «άνθρωπος» εννοούμε και την ψυχή, εννοούμε και το σώμα. Δεν βγαίνει απέξω το σώμα. Αυτό αποτελεί μια σπουδαία θέση, η οποία, δεν ξέρω γιατί, μας διαφεύγει.
Παρατηρούμε, όπως ήταν φυσικό, κάποιοι φίλοι σηκώνουν το φορείο, για να οδηγήσουν τον παράλυτον εις τον Χριστόν. Κάποιοι φίλοι. Προφανώς εκείνοι που αγαπούσαν αυτόν τον παράλυτον άνθρωπον. Πολλοί είναι εκείνοι που είναι τυφλοί, χωλοί, παράλυτοι, που δεν μπορούν να συναντήσουν τον Κύριον. Καταρχάς σωματικά. Ύστερα και πνευματικά. Κάποιος πρέπει να τους οδηγήσει. Κι αυτοί είναι οι φιλανθρώπως φερόμενοι προς τον πλησίον. Να τον διακονήσουν. Είτε σωματικά – να περάσεις έναν άνθρωπο από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο, που είναι χωλός, που είναι τυφλός- ή και κατά μεταφοράν· πνευματικώς.
Λέγει το «Δευτερονόμιον» στο 27ο κεφάλαιον: «Ἐπικατάρατος ὁ πλανῶν τυφλὸν ἐν ὁδῷ». «Καταραμένος είναι εκείνος ο οποίος πλανά τον τυφλόν στον δρόμο». Ρωτάει ο άνθρωπος. «Από πού θα πάω για να φθάσω εκεί;». Και του λέγει άλλο δρόμο. Και του λέγει εν επιγνώσει άλλον δρόμον. «Ἐπικατάρατος», λοιπόν, «ὁ πλανῶν τυφλὸν ἐν ὁδῷ». Και πρόκειται για κείνους που όχι μόνον δεν οδηγούν τους αγνοούντας, τα παιδιά και την νεότητα και τους απλούς ανθρώπους στον Χριστό, αλλά τους οδηγούν σε αλλότρια μονοπάτια της ποικίλης αμαρτίας και ασωτίας και αθεΐας. Επικατάρατοι είναι αυτοί. Για να προσθέσει το Λευιτικόν: «Ἀπέναντι τυφλοῦ οὐ προσθήσεις σκάνδαλον». «Μπροστά στον τυφλό, δεν θα βάλεις», λέει, «σκάνδαλο».
Και οι ευλογημένοι τέσσερις φίλοι τώρα του παραλύτου, επειδή δεν μπόρεσαν να προσεγγίσουν τον Κύριον -τόσος κόσμος ήταν στο σπίτι, στην αυλή, είχαν τα σπίτια τότε αυλές, όχι βέβαια μεγάλες αυλές, έξω στον δρόμο, παντού, θα λέγαμε… «Ανοίξτε, παρακαλώ, ανοίξτε», αλλά ποιος παραχωρούσε την θέση του για να περάσει αυτό το φορείο; – και χωρίς να απογοητευθούν οι ωραίοι αυτοί φίλοι, επινοούν το ανέβασμα στη σκεπή κ.τ.λ. κ.τ.λ. κ.τ.λ. που τα διαβάζομε, θα σας τα πω τώρα και θαυμάζομε. Να περάσουν από το πλαϊνό σπίτι απάνω στη σκεπή και από κει να περάσουν στη σκεπή του σπιτιού που ήταν ο Κύριος και να την αποστεγάσουν κ.λπ. κ.λπ.
«Ἰδὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν λέγει τῷ παραλυτικῷ · τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. Σοὶ λέγω, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου». Τι ωραίο! Σκεφθείτε να αντιλαμβάνεσθε ότι επάνω στο ταβάνι κάτι γίνεται. Και να σηκώσεις τα μάτια σου και να βλέπεις εκεί, όπως σήκωσε τα μάτια Του ο Κύριος και είδε να χαλούν και το ταβάνι και να κατεβαίνει από κει το φορείο με σχοινιά καταλλήλως μπροστά εις τον Ιησούν Χριστόν. «Είδε», λέει, «την πίστη τους». Ε, βέβαια, δεν ήταν θέμα πίστεως εκ μέρους αυτών των ανθρώπων, των τεσσάρων; Δεν ήτο; Αναμφισβήτητα. Γιατί πίστευαν ότι ο Ιησούς είναι Εκείνος που θα ευεργετήσει και θα θεραπεύσει τον φίλο τους τον παράλυτον.Και τι λέει ο Κύριος στον παραλυτικό; «Τέκνον(:παιδί), ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. Σοι λέγω, σε σένα το λέγω, σε σένα, σε σένα, τον συγκεκριμένον, σήκω επάνω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Οπότε, το κρεβάτι τον έφερε και τώρα ο τέως παραλυτικός σηκώνει το κρεβάτι του, για να το πάει στο σπίτι του.
«Ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν τῶν τεσσάρων». Υπερφυσικώς είδε ο Ιησούς την πίστη των τεσσάρων; Δηλαδή κατά υπερφυσικόν τρόπον; Όχι, αγαπητοί. Αλλά εκ της ενεργείας των είδε την πίστιν των. Είναι εκείνο που λέγει ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος: «Δεῖξόν μοι τὴν πίστιν σου ἐκ τῶν ἔργων σου(:Άμα δω τα έργα σου, τότε θα δω την πίστιν σου)». Δεν ήταν υπερφυσική αυτή η γνώσις του Κυρίου. Ήταν φυσική. Θα μπορούσαμε να πούμε… κι εμείς, θα λέγαμε: «Πωπω, πίστη που έχουν αυτοί οι άνθρωποι!». Και όπως λέγει ο Θεοφύλακτος: «Πολλὴ δὲ ἡ πίστις τῶν ἀνδρῶν, ὥστε καὶ τὴν στέγην ὀρύξαι καὶ χαλᾶσαι, δι’ ὃ καὶ ὁ Κύριος θεραπεύει, ἰδὼν τὴν πίστιν αὐτῶν τῶν κομισάντων (:αυτοί που μετέφεραν) ἢ καὶ ἐκείνου τοῦ παραλυτικοῦ (:ακόμα και την πίστιν του ιδίου του παραλυτικού)». Και συμπληρώνει ο Θεοφύλακτος: «Καὶ γὰρ κἀκεῖνος οὐκ ἀνεδέξατο ἀρθῆναι, εἰ μὴ ἐπίστευσεν ὡς ἰαθήσεται (:Δεν θα δεχόταν να τον μεταφέρουν, εάν και αυτός δεν πίστευε ότι θα γίνει καλά)».
Και να μια πρώτη αμοιβή. Μια πρώτη απολαβή. Ο Κύριος -καταρχάς, βέβαια, είδε την πίστιν των τεσσάρων -τους αφήνω αυτούς· Ο Κύριος τον αποκαλεί τον παράλυτον αυτόν άνθρωπον «τέκνον». Να λογαριαστείς παιδί του Θεού, είναι μικρό αυτό; Είτε γιατί κι αυτός επίστευσε, όπως ήδη είπαμε, ή, όπως λέγει πάλι ο Θεοφύλακτος: «Κατὰ τὸν τῆς δημιουργίας λόγον». «Διότι όλοι οι άνθρωποι, κατά τον λόγον της δημιουργίας, είμαστε παιδιά του Θεού».
Και μία δεύτερη και μεγαλύτερη ακόμη απολαβή. Του λέγει ο Κύριος: «Ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». «Σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου». Τι μεγάλα πράγματα! Φαίνεται, όπως και σε κάποιον άλλον παραλυτικόν, που ο Κύριος του είπε: «Μην ξαναμαρτήσεις»· που τον βρήκε εκεί στη δεξαμενή κ.τ.λ. και του είπε: «Μην ξαναμαρτήσεις, ἵνα μηκέτι σοι, μη γίνει σε σένα κάτι χειρότερο». Ότι αιτία της παραλύσεως σ’ αυτόν τον άνθρωπον φαίνεται ότι ήταν η αμαρτία. Όχι οι συνήθεις αμαρτίες. Γιατί δεν υπάρχει αναμάρτητος άνθρωπος. Αλλά φαίνεται κάποιες τονισμένες αμαρτίες. Τα ξενύχτια, η μέθη, η ανηθικότητα. Και σήμερα, ας προσθέσομε: «και τα ναρκωτικά». Ρίχνουν τον άνθρωπο στην αρρώστια και εις την αχρηστίαν. Δεν μπορεί να προσφέρει πλέον καμία υπηρεσία στο περιβάλλον του. Είναι ένας άχρηστος άνθρωπος. Δεν μπορούμε οι πολλοί να κατανοήσομε, αγαπητοί, την σχέση αμαρτίας και ασθενείας. Και όμως υπάρχει στενοτάτη σχέσις ανάμεσα στην αμαρτία και την αρρώστια. Αυτό μην το ξεχνούμε.
Αλλά κι εδώ διαφαίνεται η αγάπη του Χριστού, όταν μας δίδει την άφεσιν των αμαρτιών μας, με το θαυμάσιο μυστήριο της Εξομολογήσεως.
Κάπου εκεί, εκάθηντο και κάποιοι Γραμματείς. Και έβλεπαν και άκουγαν τα γενόμενα. Πώς μπήκαν αυτοί μέσα; Σ’ αυτούς φαίνεται τους έκαναν τόπο για να μπούνε μέσα, γιατί ήταν γραμματείς. Ήταν από τους άρχοντες του λαού. Πώς μπήκαν όμως μέσα εκεί, για ποιον σκοπό; Χμμ…Οι αιώνιοι κατάσκοποι, κατασκοπεύοντες τον Κύριό μας και τις κινήσεις Του και τα λόγια Του. Και όπως απεδείχθη. Αλλ΄ όμως και αυτοί κατεσκοπεύοντο από το άγρυπνο και πανταχού παρόν μάτι του Θεού. Λέγει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων: «Ήρθες εδώ στη συντροφιά μας που κάνομε την κατήχησιν, να μας κατασκοπεύσεις;». Το ρήμα «κατασκοπεύω» το χρησιμοποιεί και ο Απόστολος Παύλος: «Ήρθαν μερικοί να μας κατασκοπεύσουν την ελευθερία μας», λέει ο Απόστολος Παύλος. «Ή νομίζεις –ξαναγυρίζω στον άγιο Κύριλλο Ιεροσολύμων- ότι κι εσύ ήρθες μεν να μας κατασκοπεύσεις, αλλά σε κατασκοπεύει και ο Θεός».
Και λέγει τότε, χωρίς να μιλήσουν αυτοί καθόλου. «Τι είναι αυτοί οι λογισμοί που σκεφτήκατε;». Τι πράγματι είχαν σκεφτεί; «Αυτός», λέει, «ο άνθρωπος βλασφημεί», είπαν μέσα τους ο καθένας, για τον Ιησούν. «Ποιος μπορεί να αφήσει αμαρτίες, παρά μόνον ο Κύριος, ο Θεός; Τί οὗτος οὕτω λαλεῖ βλασφημίας; Τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός;». Αν το θέλετε είχαν δίκιο, από μίαν άποψη. Γιατί πράγματι μόνον ο Θεός συγχωρεί αμαρτίες. Γιατί η αμαρτία έχει μίαν μεταφυσικήν διάστασιν. Ό,τι να κάνω στον πλαϊνό μου, στον Θεό αποτείνεται. Και συνεπώς ο Θεός πρέπει να συγχωρήσει. Αυτό είναι αληθές. Αλλά… όλα αυτά πότε; Αν ο Ιησούς δεν ήταν Θεός. Έπρεπε κι αυτοί να πιστέψουν, όπως και οι τέσσερις και ο παραλυτικός, ο πέμπτος, οπότε θα εδικαιολογείτο η ενέργεια του Χριστού. Αφού είναι Θεός; Βεβαίως δύναται να συγχωρεί αμαρτίες. Και τότε ο Κύριος τους ελέγχει. Τους ήλεγξε. Δεν μένει περιθώριο χρόνου πιο πολλά να σας πω.
Και στρεφόμενος προς τον παραλυτικόν, του λέγει: «Σοὶ λέγω, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου». Έτσι και έγινε. Οπότε η θεραπεία του παραλυτικού βεβαίωνε την άφεσιν των αμαρτιών. Ποιο είναι πιο μεγάλο; Αυτό ρώτησε στους γραμματείς ο Κύριος. Το ότι ένας άρρωστος σηκώνεται από το κρεβάτι του; Αν το θέλετε, έστω και όχι με έναν λόγον, αλλά με μίαν ενέργειαν. Με ενέσεις, με φάρμακα, με χρόνο, με εντριβές, δεν ξέρω τι, κι ένας παράλυτος γίνεται καλά από τους γιατρούς. Αυτό είναι το μεγάλο; Ή είναι το μεγάλο η άφεσις των αμαρτιών; Οπότε τι γίνεται εδώ; Επιβεβαιούται η άφεσις των αμαρτιών με το θαύμα της εγέρσεως του παραλυτικού. Και όπως λέει ο Θεοφύλακτος: «Διὰ τοῦ ἐμφανοῦς τὸ ἀφανὲς βεβαιώσας». Δηλαδή «εβεβαίωσε το αφανές –σου λέει: ‘’συγχωρούνται οι αμαρτίες’’, το βλέπω αυτό; Πού το βλέπω;- διὰ τοῦ ἐμφανοῦς. Δια της εγέρσεως από το κρεβάτι της παραλύσεως».
Αγαπητοί, θαυμαστά πράγματα είναι όλα αυτά. Και θα προσθέσει ο Κύριος: «Ἳνα εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἐπὶ τῆς γῆς ἁμαρτίας». Τι μεγαλύτερο θα μπορούσαμε να είχαμε από αυτό; Πόσο μας ξεκουράζει όταν συγχωρούνται οι αμαρτίες μας! Αλήθεια! Προνόμιο. Προνόμιο που δόθηκε στον άνθρωπο από τον Χριστόν.
«Ὥστε –μας λέγει ο ευαγγελιστής Μάρκος, μας καταχωρεί- ἐξίστασθαι πάντας καὶ δοξάζειν τὸν Θεὸν λέγοντας ὅτι οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν». «Όλοι έμειναν έκπληκτοι. Και να λένε, αφού δόξαζαν τον Θεόν: ‘’Πρώτη φορά βλέπομε τέτοιο πράγμα’’».
Η πίστις, αγαπητοί μου, στο Θεανθρώπινον πρόσωπον του Χριστού μάς παρέχει όλα αυτά τα προνόμια. Και δεν είναι μόνον αυτό. Κι ένα σωρό άλλα που ακολουθούν. Ας δοξάσομεν, λοιπόν, τον Άγιον Τριαδικόν Θεόν για ό,τι μας έχει δώσει. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_792.mp3
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ[: Εβρ. 1,10-2,3]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ, ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΣ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 23-3-1997]
[Β353] [έκδοσις β΄]
Η Εκκλησία μας, αγαπητοί μου, κατά την περίοδον της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, σαν αποστολικό ανάγνωσμα, χρησιμοποιεί την προς Εβραίους επιστολήν του Αποστόλου Παύλου. Ένα τμήμα από τη σημερινή αποστολική περικοπή, σας υπενθυμίζω, διαβάζοντάς την ξανά.: «Σὺ κατ᾿ ἀρχάς, Κύριε, τὴν γῆν ἐθεμελίωσας, καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σου εἰσιν οἱ οὐρανοί· αὐτοὶ ἀπολοῦνται, σὺ δὲ διαμένεις· καὶ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται, καὶ ὡσεὶ περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτούς, καὶ ἀλλαγήσονται· σὺ δὲ ὁ αὐτὸς εἶ, καὶ τὰ ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσι».
Ο σκοπός δε, είναι, όταν η Εκκλησία προβάλλει την προς Εβραίους επιστολή κατά την διάρκεια της Αγίας Τεσσαρακοστής, της Μεγάλης, ο σκοπός είναι να δείξει ότι ο Ιησούς, παρά την ταπεινή Του εμφάνιση και το πάθος Του, είναι Αυτός ο Ίδιος ο Κύριος και Δημιουργός του παντός. Θέλει ο ιερός συγγραφεύς να συγκρίνει το θεϊκό μεγαλείο με την ταπείνωση του Ιησού, για να δώσει ένα μέτρο της κενώσεως. Δηλαδή αυτό το «κατέβασμα», τρόπον τινά, βάζω την λέξη εντός εισαγωγικών, το «άδειασμα». Δεν άδειασε, ο Θεός να φυλάξει. Αλλά περιέκρυψε την θείαν φύσιν, και αυτό λέγεται «κένωσις», δηλαδή ένα είδος –ξαναλέγω την λέξη εντός εισαγωγικών- ένα είδος «αδειάσματος». Και πάντα βέβαια θα είναι όλη αυτή η υπόθεσις ένα απροσπέλαστο μυστήριο. Πώς ο Θεός φθάνει να κενώσει τον εαυτόν Του και να έρθει τόσο ταπεινά στο σχήμα ενός ανθρώπου, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος εις την προς Φιλιππησίους επιστολή του.
Ο Απόστολος Παύλος, ο φερόμενος ως συγγραφεύς της προς Εβραίους επιστολής, χρησιμοποιεί προς τούτο για να καταδείξει ότι είναι ο αιώνιος Θεός Λόγος, χρησιμοποιεί επτά γραφικά επιχειρήματα, να προβάλει τον Ιησούν ως τον Θεόν Λόγον. Διότι το θέμα είναι «Ποιος είναι ο Ιησούς Χριστός;». Ποιος είναι; Ποία είναι η ταυτότητά Του; Ο Απόστολος Παύλος εδώ θέλει να δείξει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Θεός Λόγος, είναι το δεύτερον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος.
Και όπως μάλιστα γράφει αρχίζοντας την προς Εβραίους επιστολή του: «Πάλαι ὁ Θεὸς(:Από παλιά –δηλαδή- ο Θεός) λαλήσας πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως τοῖς πατράσιν ἐν τοῖς προφήταις, ὅμως ἐπ᾿ ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν τούτων –«έσχατες ημέρες» και ως προς τον ιερόν συγγραφέα που γράφει αυτά, αλλά και ως προς την… αν το θέλετε, και ως προς την Ιστορία, γενικώς την Ιστορία και του ανθρώπου και του σύμπαντος- ἐλάλησεν ἡμῖν ἐν υἱῷ(:ομίλησε σε μας, ἐν υἱῷ, δια του Υιού –Και Αυτός είναι ο Ιησούς Χριστός. Αυτόν που οι Εβραίοι συνέλαβαν και εσταύρωσαν. Αλλά και ανεστήθη. Αυτόν ο Πατήρ), ὃν ἔθηκε κληρονόμον πάντων, δι᾿ οὗ -όπως συνεχίζει στην προς Εβραίους να γράφει- καὶ τοὺς αἰῶνας ἐποίησεν». Αυτός κληρονόμος είναι πάντων, όλου του ακτίστου και κτιστού κόσμου, ορατού και αοράτου. Κτιστού, ορατού και αοράτου. Όλων των αγίων αγγέλων και ολοκλήρου της Δημιουργίας. Και όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, «για λογαριασμό του Οποίου έγιναν όλα». Από τον Ίδιον έγιναν όλα και για λογαριασμό του Οποίου έγιναν όλα. Είναι ασύλληπτο. «Ο Οποίος υπάρχει», όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, στην προς Εβραίους, «ἀπαύγασμα τῆς δόξης καὶ χαρακτὴρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ». Εννοείται του Πατρός. «Και Αυτόν τον Υιόν τώρα ο Πατήρ, ως Πρωτότοκον, εισαγάγει στην οικουμένη», λέγει στην προς Εβραίους ο Παύλος. Και η εισαγωγή Του δεν είναι τίποτα άλλο, παρά αυτή η ίδια η Ενανθρώπησις. Δηλαδή τα έκανε όλα, και τώρα Τον εισαγάγει τον Υιόν εις την Δημιουργίαν, για να γίνει ορατός.
Ένα μικρό παράδειγμα μου ήρθε στο μυαλό. Όπως μια γυναίκα, καλή νοικοκυρά, φτιάχνει το σπίτι της, το περιποιείται, το φροντίζει κι αφού τα τελειώσει όλα, μόλις χτυπήσει η πόρτα της με τους επισκέπτας, τότε εμφανίζεται η κυρία μέσα στο σπίτι της. Αυτό είναι τώρα εδώ. Αφού τα πάντα εδημιούργησε ο Θεός Λόγος, τώρα εμφανίζεται μέσα εις την Δημιουργία Του. Πώς εμφανίζεται μέσα εις την Δημιουργία Του. Πώς εμφανίζεται; Τον εισαγάγει ο Πατήρ. Όπως ακριβώς, θα λέγαμε, κάνομε μία σύσταση, δηλαδή συστήνουμε. Κάποια στιγμή, επανέρχομαι στο προηγούμενο παράδειγμα, μπορεί να συστήσει η κυρία του σπιτιού κάποιον επισκέπτη της. Και να πει: «Από δω ο κ. τάδε ή η κ. τάδε». Αυτό θα πει «εἰσαγάγει ὁ Πατὴρ τὸν Υἱόν». Είναι, όμως, η περίπτωσις της Ενανθρωπήσεως. Και δεν είναι τι άλλο παρά αυτή η εισαγωγή με δύο βεβαιώσεις, τουλάχιστον ό, τι γνωρίζομε από την Αγία Γραφή. Κατά την Βάπτισιν: «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, στον Οποίον έχω ευδοκήσει. Αυτόν να ακούτε». Και το δεύτερον στη Μεταμόρφωση: «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, στον Οποίον εγώ έχω ευδοκήσει· Αυτόν να ακούτε. Αὐτοῦ ἀκούετε». Βλέπετε, λοιπόν, ότι εισάγεται εις την Δημιουργίαν ο Υιός, ο Δημιουργός του παντός και συστήνεται από τον Πατέρα.
Έτσι, για να δειχθεί αυτό, ο Θεός Πατήρ αποτείνεται προς τον Υιόν Θεόν. Ο Πατήρ είναι Θεός, ο Υιός είναι Θεός, το Πνεύμα το Άγιον είναι Θεός. Ένας είναι ο Θεός. Τρία τα πρόσωπα. Μη βάλετε στο μυαλό σας ουδέν παράδειγμα ανάλογον, είτε μηχανικόν, είτε ηθικόν, είτε ηλεκτρικόν, είτε φυσικόν. Μη βάλετε κανένα παράδειγμα στο μυαλό σας. Είναι ο Πατήρ Θεός, ο Υιός είναι Θεός, το Πνεύμα το Άγιον είναι Θεός. Τρία πρόσωπα. Ένας είναι ο Θεός. Είναι αυτό το βαθύτατον και απροσπέλαστον και εις το διηνεκές απροσπέλαστον μυστήριον της θεότητος. Ωστόσο, ο Θεός Πατήρ αποτείνεται προς τον Υιόν Θεόν, εις τον 101ον Ψαλμόν, όπως το βρίσκομε ανάμεσα στους στίχους 25ον και 27ον. Και λέγει –θεοπνευστότατα- ο Δαβίδ. Το λέγει ο Πατήρ αυτό προς τον Υιόν: «Σὺ κατ᾿ ἀρχάς, Κύριε, τὴν γῆν ἐθεμελίωσας, καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί· αὐτοὶ ἀπολοῦνται(:χάνονται ή δύνανται να χαθούν), σὺ δὲ διαμένεις(:Εσύ δεν χάνεσαι) · καὶ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται (:τα πάντα μπορούν να παλιώσουν, όπως ένα ρούχο), καὶ ὡσεὶ περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτούς, καὶ ἀλλαγήσονται (:και τότε, σαν παλτό, σαν χιτώνα, θα γυρίσεις την Δημιουργία μέσα-έξω)». Όπως παλιά κάνανε στα κουστούμια τους οι άνθρωποι, δεν είχαν λεφτά να αγοράζουν κάθε χρόνο κουστούμι, το γύριζαν μέσα-έξω και το έκαναν καινούριο κουστούμι. Αυτό θα πει «ἑλίξεις αὐτούς». Είναι δε από το «εἰλητάριον». Το βιβλίον αυτό ήταν τυλιχτάρι και έπρεπε να το γυρίσομε από την άλλη μεριά, γιατί κι από το πίσω μέρος είχε γραμμένα. «Ἑλίξεις αὐτούς». Ποιους; Τους ουρανούς. Το σύμπαν. «Καὶ ἀλλαγήσονται (:Και όλα θα αλλαχθούν). Σὺ δὲ ὁ αὐτὸς εἶ (:Συ είσαι ο Ίδιος. Δεν αλλάζεις) καὶ τὰ ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσι». Δηλαδή «θα παρατείνεσαι πάντοτε».
Και όλα αυτά για να αντιληφθούμε, αγαπητοί, ότι τόσο η κένωσις όσο και το πάθος του Ιησού Χριστού είναι εκούσια, είναι θεληματικά. Γιατί αυτά τα λέγει ο Πατήρ εις τον Υιόν! Αυτά που σας διάβασα. Και έτσι προβάλλεται εδώ η απέραντη, η ασύλληπτη αγάπη του Θεού για την Δημιουργία Του και δια τον άνθρωπον.
Αυτό το παρατιθέμενον χωρίον δείχνει Ποιος είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Γιατί συνήθως εμείς οι Χριστιανοί έχομε πάρα πολύ φτωχή, ταπεινή αντίληψη περί του Κυρίου μας. Λυπάμαι, λυπάμαι… Διότι θα έπρεπε να είχαμε γνώση, όση, εννοείται, πρέπει να έχομε, όση είναι δυνατή να έχομε. Γι’αυτό ο Απόστολος Παύλος κατ’ επανάληψιν σημειώνει στους Χριστιανούς στις επιστολές του να έχουν την επίγνωσιν του Ιησού Χριστού. Και «ἐπίγνωσις» θα πει να έχουν γνώση βαθιά και αληθή. Όση είναι δυνατόν σε ένα κτίσμα, που είναι βέβαια ο άνθρωπος. Αλλά εάν αγνοούμε, που είναι μεγάλη δυστυχία και που λέει ο Απόστολος στους Κορινθίους, «για ντροπή σας το λέγω, μερικοί έχουν αγνωσίαν Θεού», γιατί δεν μπορούσε να χωνέψει το μυαλό τους την ανάσταση των νεκρών. «Για ντροπή σας το λέγω». «Προς ἐντροπὴν ὑμῖν λέγω, ἀγνωσίαν γὰρ Θεοῦ τινες ἔχουσι», σημειώνει στους Κορινθίους. Πρέπει να αποκτήσομε την γνώσιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Μη μου πείτε εκείνο το ανόητον «Πίστευε καί μή ἐρεύνα». Μη μου το πείτε. Δεν είναι γραμμένο αυτό πουθενά. Αλλά πρέπει να ερευνούμε όχι με την έννοια της αμφιβολίας, αλλά με την έννοια του μεγαλείου του βάθους και του ύψους και πλάτους του Ιησού Χριστού. Μ’ αυτήν την έννοια.
Έτσι, ταυτόχρονα μπορούμε να πούμε, για κείνους που κατανοούν, ότι ο Ιησούς Χριστός, αφού είναι Αυτός που είναι, είναι η μεγάλη μας παρηγορία και η μεγάλη μας καύχηση. Είναι η όντως εν Κυρίω καύχησις. Αυτόν έχομε για Κύριόν μας;
Έτσι, επιτρέψατε να δούμε, όσο είναι τούτο δυνατόν μέσα στα στενά όρια ενός χρόνου κηρύγματος, να δούμε αυτό το χωρίον που σας διάβασα.
«Κατ᾿ ἀρχάς, Κύριε, τὴν γῆν ἐθεμελίωσας». Σας υπενθυμίζω για τρίτη φορά: Αποτείνεται ο Πατήρ εις τον Υιόν. Όπως, επί παραδείγματι, σε εκείνον τον άλλον τον ψαλμόν, τον 109ον: «Κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου». Εδώ ποιος ομιλεί; Ο Πατήρ. Πού αποτείνεται; Εις τον Υιόν. Έχομε κι άλλα σημεία μες στην Αγία Γραφή, που ο Πατήρ αποτείνεται εις τον Υιόν.
Επανέρχομαι. «Σὺ κατ᾿ ἀρχάς, Κύριε, τὴν γῆν ἐθεμελίωσας». «Συ, Κύριε», λέγει, «κατ’ αρχάς εθεμελίωσας την γην». Αυτό το «Συ» παρουσιάζει τον Θεόν Πατέρα να λαλεί προς κάποιον, προς κάποιον να αποτείνεται. Οι πιο κάτω δε ιδιότητες, που θα δούμε, αρμόζουν σε πρόσωπο με θείους χαρακτήρες. Και Αυτός είναι ο μετέπειτα Ενανθρωπήσας Θεός Λόγος, ο Μεσσίας, ο Ιησούς Χριστός. Αποτείνεται ο Πατήρ προς τον Υιόν, ως προς Δημιουργόν του παντός! Προ της Ενανθρωπήσεως. Και είναι πρόσωπον. Είναι ο Θεός Λόγος, επαναλαμβάνω. Ο Πατήρ αποκαλεί τον Υιόν, πώς; Τον αποκαλεί «Κύριον». Ό,τι προηγουμένως σας είπα. Δεν πειράζει αν επαναλαμβάνω μερικά πράγματα. Ο Πατήρ Κύριος, ο Υιός Κύριος, το Πνεύμα το Άγιον, Κύριον. Δεν λέμε εις το Σύμβολο της Πίστεως: «Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ Κύριον, τὸ ζωοποιοῦν». Κύριος το Πνεύμα το Άγιον. Αυτό δε το «Σύ» που ομιλεί ο Πατήρ εις τον Υιόν, εκφράζει ακόμη πρόσωπον. Δεν αποτείνομαι στην καρέκλα και στο βουνό να πω: «Σύ». Σημαίνει, λοιπόν, εδώ πρόσωπον. Και πράγματι είναι πρόσωπον ο Υιός.
«Κατ᾿ ἀρχάς τὴν γῆν», λέει, «ἐθεμελίωσας». Αυτό το «κατ᾿ ἀρχάς» εννοεί τον χρόνον της Δημιουργίας. Όταν λέμε «κατ᾿ ἀρχάς» πάντοτε εννοούμε αυτό που αρχίζει, αυτό που είναι χρόνος. Και ο χρόνος είναι ταυτόχρονος με την Δημιουργία. Δεν προηγείται ο χρόνος και έπεται η Δημιουργία. Ούτε προηγείται η Δημιουργία -ο χώρος δηλαδή- και ακολουθεί ο χρόνος. Και από φυσικής πλευράς μάς είναι ακατανόητον, από φυσική, επιστημονικής πλευράς και λογικής, μας είναι ακατανόητη η ύπαρξη του χρόνου χωρίς τον χώρον και αντίστροφα. Διότι ο χρόνος εκφράζεται με τον χώρο. Καθετί που συμβαίνει μες στον χώρο, καθορίζει τον χρόνο. Έτσι λοιπόν, «κατ᾿ ἀρχάς τὴν γῆν ἐθεμελίωσας», σημαίνει και χρόνος και χώρος, «τὴν γῆν ἐθεμελίωσας». Είναι ταυτόσημο με εκείνο το «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν». «Ἐν ἀρχῇ». Μπαίνει ο χρόνος και ο χώρος.
Χώρος και χρόνος, λοιπόν, νοούνται πάντοτε μαζί. Είναι αδιανόητο και στην ανθρωπίνη λογική να κατανοήσει κάτι το χωριστό. Γιατί; Γιατί η ανθρωπίνη λογική έχει δομηθεί, κτιστεί, με βάση τα δεδομένα της φύσεως, του χώρου και του χρόνου. Μπορείτε να αντιληφθείτε τον εαυτόν σας – αφού καταλαμβάνομε χώρο- μπορείτε να αντιληφθείτε τον εαυτό σας έξω από τον χώρο; Αδιανόητο πράγμα. Η λογική, λοιπόν, είναι φτιαγμένη κατά τέτοιον τρόπον που ακριβώς να μας λέγει έτσι ώστε ο άνθρωπος να μην μπορεί να κατανοήσει κάτι για τον εαυτό του έξω από τον χώρο και τον χρόνο.
Ακόμη, αυτός ο χρόνος, λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος, «οὐχὶ νῦν ἀλλ’ ἄνωθεν». Δηλαδή δεν εννοεί τώρα τον χρόνον τον τωρινό. Αλλά τότε. Όταν θεμελιώθηκαν αυτά. Και Εκείνος που τα εθεμελίωσε ήταν έξω και από τον χώρο και από τον χρόνο. Επιτρέψατέ μου ένα παράδειγμα, ενός ξένου είναι, το θυμάμαι από έφηβος αυτό το παράδειγμα, που το είχα διαβάσει: Όπως, λέγει, ο ζωγράφος βάζει μεν την σφραγίδα του στον μουσαμά που ζωγραφίζει, την νοοτροπία της τέχνης, την δεξιότητά του, βάζει μεν την σφραγίδα της τέχνης του στον μουσαμά που ζωγραφίζει, αλλά ταυτόχρονα είναι έξω από τον μουσαμά του.
Είναι πολύ χαρακτηριστικό το παράδειγμα αυτό. Ο Θεός Λόγος δημιουργεί τα πάντα, αλλά είναι ταυτόχρονα έξω και από τον χώρο και από τον χρόνο. Λέγει ο Οικουμένιος: «Ἵνα μὴ ἀκούσας ἀνωτέρω -αυτό το ἀνωτέρω θα πει «κάτι που είναι προτινό»– ὅταν εἰσαγάγῃ τὸν πρωτότοκον εἰς τὴν οἰκουμένην, νομίσεις ὡς δώρημα εἶναι τὴν οἰκουμένην (:μην νομίσεις– λέει- ότι τώρα ο Πατήρ δίνει σαν δώρο την οικουμένη εις τον Υιόν) ὕστερον δοθεῖσαν παρὰ τοῦ Πατρὸς τῷ Υἱῷ. Αὐτὸν δείκνυσιν νῦν δημιουργὸν αὐτῆς -Αργότερα, ναι. Πότε δίδει ο Πατήρ στον Υιόν την Δημιουργία ολόκληρη; Όταν Ενηνθρώπησε ως άνθρωπος. Όταν λέγει ο ίδιος ο Κύριος – στα ευαγγέλια είναι-: «Όλα είναι δικά μου. Όλα χαρίστηκαν από μένα». Τα πάντα. Πότε; Στην ανθρωπίνη φύση του Υιού και Λόγου του Θεού. Τότε όμως; Τότε δεν χαρίζει ο Πατήρ στον Υιόν. Ο Υιός είναι ο Δημιουργός, ο Ίδιος). Οὐκ ἐπ’ ἐσχάτων ἀλλ’ ἄνωθεν».
Αντιλαμβανόμεθα, λοιπόν, Ποιος είναι ο Ιησούς Χριστός; Αυτόν που… -ο Εβραίος δεν θα το έλεγε ποτέ, την λέξη που θα πω- υβρίζομεν, απιστούμε, λέμε ό,τι χειρότερο. Ο Εβραίος δεν θα ‘λεγε ποτέ την λέξη «ὑβρίζω». Αλλά θα έλεγε την λέξη «εὐλογῶ». Και έχει αντίθετο χαρακτήρα. «Τι», λέει, «έκανε αυτός ο άνθρωπος;». Τίθεται το ερώτημα στην Παλαιά Διαθήκη. -«Είναι ένοχος». -«Γιατί;». -«Ηὐλόγησε τον Θεόν». Θα έλεγε κανείς … «ηὐλόγησε»; Εννοεί: «ύβρισεν τον Θεόν». Μας θυμίζει, λοιπόν, τον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή. Ότι «χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν». Τίποτα δεν έχει γίνει απ’ ό,τι έχει γίνει. Και τον Παύλο που λέγει στην ίδια επιστολή: «Ὃν ἔθηκε κληρονόμον πάντων». «Τον κατέστησε κληρονόμο όλων». Αλλά με την ανθρωπίνη φύση, το ξαναλέγω. «Δι’ οὗ (:δια του Οποίου Υιού) καὶ τοὺς αἰῶνας ἐποίησεν». Ο Πατήρ δημιουργεί δια του Υιού, τον χρόνον, τους αιώνας, ε; Εν Αγίω Πνεύματι. Το Πνεύμα το Άγιον συντηρεί την Δημιουργία. Και ο Θεός Λόγος τώρα την γην εθεμελίωσε, δηλαδή κατεσκεύασε, την κατέστησε εδραίαν, αμετακίνητον, κάτω από τους νόμους που ο Ίδιος έθεσε.
Ποιοι «οὐρανοί»; «Καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σου εἰσιν οἱ οὐρανοί». Ποιοι «οὐρανοί»; Το σύμπαν όλο! Το στερέωμα. Ο έναστρος ουρανός. Η ατμόσφαιρα που μας περιβάλλει. Δημιουργός, δηλαδή, του υλικού κόσμου όλου. Και είναι Αυτός που ενεφανίσθη εις την Καινήν Διαθήκην ως Ιησούς Χριστός. Είναι ο Εμμανουήλ του Ησαΐου. Μαζί μας ο Χριστός. Μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός. Αυτός είναι. Και που είναι, θα λέγαμε, ένας Θεός Δημιουργός και των πνευμάτων και πάσης σαρκός. Και των ψυχών και των αγίων αγγέλων, των πάντων. Αφού Σεραφείμ Τον περιστοιχίζουν στον θρόνο Του, όπως βλέπει ο Ησαΐας. Χερουβίμ κρατούν τον θρόνον. Ποιον θρόνο; Του Υιού.
Έτσι λοιπόν εδώ είναι Δημιουργός και των πνευμάτων και της ύλης. Βλέπετε πουθενά την διαρχία; Που έλεγαν οι φιλόσοφοι και μέχρι σήμερα το λένε, ότι υπάρχει διαρχία· ο Θεός του καλού και ο Θεός του κακού. Δεν υπάρχει διαρχία. Είναι ο Δημιουργός των πνευμάτων και πάσης σαρκός, όπως λέμε σε μία κηδεία σε μία ευχή. Η διαρχία προϋποθέτει πόλεμον και αντιθέσεις. Δεν υπάρχει πόλεμος ανάμεσα στην ύλη και στα πνεύματα. Έτσι ο Θεός Λόγος είναι Δημιουργός και του ουρανού και της γης, και των ορατών και των αοράτων. «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν». «Ἐν ἀρχῇ». «Ἐποίησεν». Ναι. Δεν απέρρευσε η Δημιουργία. Ούτε είναι τμήμα της θεότητος. Αλλά εξωτερική προβολή του Θεού. «Ἐποίησεν». «Ἐποίησεν» που σημαίνει κτίσμα. Και όχι κάτι το άκτιστον. Ό,τι βλέπομε και ό,τι ακόμη δεν βλέπομε. Όπως και οι άγιοι άγγελοι. Και το σύμπαν είναι έργο των χειρών του Θεού Λόγου, δηλαδή της ενεργητικής δυνάμεως του Θεού, αλλά και της θαυμαστής επιμελείας Του. Δεν έρχεται σε αντίθεση με το «εἶπε, καὶ ἐγενήθησαν». Όχι. Κι εκείνο το άλλο που γράφει η Γραφή: «Λαβών χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, ἐποίησε τὸν ἄνθρωπον». Όχι. Είναι γενικός χαρακτηρισμός ότι τα πάντα είναι έργα των ιδικών Του χειρών. Ότι όλα προήλθαν από τον Θεό. Όχι από κάποιον άλλον.
«Αὐτοὶ ἀπολοῦνται, Σὺ δὲ διαμένεις». Αυτό το «ἀπολοῦνται» τονίζεται σε αντίθεση με το «Σὺ δὲ διαμένεις». Δηλαδή αναλλοίωτος μένει ως ποιητής, ως Δημιουργός, όπως λέγει ο Ζιγαβηνός. Ακόμη το «ἀπολοῦνται», «χάνονται», δύναται να εννοηθεί ως επιστροφή στο μηδέν. Ή ακόμη και ως φθορά. Ή ως αλλαγή από του σχήματος που έχει κάτι. Ο Θεός δεν επιστρέφει τίποτα εις το μηδέν, παρότι τα πάντα εκ του μηδενός έκανε. Δεν επιστρέφει τίποτε. Αλλάζει, ξεκαινουργώνει, αλλά δεν γυρίζει πίσω εις το μηδέν απολύτως τίποτε. Δεν εκμηδενίζει. Ούτε ο διάβολος θα εκμηδενιστεί. Ούτε οι αμαρτωλοί. Τίποτα. Εδώ αυτοί οι στίχοι τονίζουν την αλλαγή του σχήματος και την ανακαίνισιν από την φθορά. Φθείρεται το σύμπαν; Αυτή η επιστήμη, αγαπητοί μου, μας το επιβεβαιώνει αυτό. Είναι ο γνωστός «θερμικός θάνατος του σύμπαντος». Όσοι έχετε λίγο κοιτάξει την Φυσική, θα το ξέρετε αυτό. Δηλαδή τι είναι ο «θερμικός θάνατος του σύμπαντος»; Η επί του αυτού επιπέδου ενέργεια του σύμπαντος. Η θάλασσα έχει τρομακτική ενέργεια, αλλά είναι επί του αυτού επιπέδου. Και δεν μπορεί να αποδοθεί. Αυτό, λοιπόν, λέγεται «θερμικός θάνατος του σύμπαντος».
Αυτός ο αποκαλυπτικός λόγος, ότι το σύμπαν φθείρεται, πρέπει να κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται ανασφάλεια: «Πού βρίσκομαι;». Πόσο θυμίζει εκείνο το «Οὐ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». «Γυρεύομε την μελλοντική». Αλλά και πόσο παρήγορο είναι για τον πιστό ότι ο Χριστός μένει στον αιώνα αναλλοίωτος. Εκείνος τα έκανε όλα αυτά. Αν εγώ είμαι εις τον Χριστόν, τι έχω να πάθω; «Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας». Και όταν λέμε Χριστός, υπονοούμε και την ανθρωπίνη φύση μαζί.
Και ποια θα είναι η τύχη του σύμπαντος; Αυτού του σύμπαντος, ποια θα είναι η τύχη; Συνέχεια, σε εκείνο που σας διάβασα: «Καὶ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται, καὶ ὡσεὶ περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτούς, καὶ ἀλλαγήσονται». «Όλα θα παλιώσουν», λέει, «σαν ιμάτιο. Εσύ, όμως, θα τα αλλάξεις, όπως το παλτό που γίνεται μέσα-έξω». Λυπάμαι, αγαπητοί μου, ο χρόνος είναι… πω, τρέχει ο χρόνος, είχα να σας πω μαρτυρίες από την Γραφή, πώς θα αλλάξει ο κόσμος. Αλλά δεν έχομε χρόνο. Λυπούμαι.
Αγαπητοί. Αυτός είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός· που θα ζήσομε τα πάθη Του στο τέλος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, όταν θα Τον βλέπομε κρεμάμενον επί του Σταυρού. Όταν θα ζούμε την αιματηρή Του πορεία μέσα στην Ιστορία. Διωκόμενοι και εμείς και θλιβόμενοι σαν σώμα Χριστού. Η γνώση μας του Ποιος όμως είναι ο Κύριος Ιησούς, είναι για μας μία μεγίστη παρηγορία. «Παραμυθία δὲ οὐ μικρά -λέγει ο Θεοφύλακτος– τοῖς ἐνταῦθα κακουμένοις πιστοῖς (:δεν είναι μικρή παρηγορία για μας που κατοικούμε εδώ στη γη και κακουχούμεθα) τὸ γνῶναι (:το να γνωρίζομε) ὅτι οὐκ ἔσται οὕτω τὰ πράγματα, ἀλλὰ μεταβολὴν λήψεται (:όλα θα πάρουν μεταβολή τα πράγματα)».
Αγαπητοί μου, ο Ίδιος ο Κύριος είπε: «Ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι -είπε στην Αποκάλυψη- οὔτε πένθος, οὔτε κραυγή, οὔτε πόνος, οὐκ ἔσται ἔτι. Ὅτι τὰ πρῶτα ἀπῆλθον (:τὰ πρῶτα, το πρώτο σχήμα πέρασε). Καὶ εἶπε ὁ καθήμενος ἐπὶ τῷ θρόνῳ· ἰδού -λέει στην Αποκάλυψη- καινὰ ποιῶ πάντα». «Να, όλα τα κάνω καινούρια».
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_711.mp3
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ [: Μάρκ.2,1-2]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 15-3-1998]
[Β372]
Μας διηγείται, αγαπητοί μου, ο Ευαγγελιστής Μάρκος, που ακούσαμε στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, ότι «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς Καπερναούμ καὶ ἠκούσθη ὅτι εἰς οἶκόν ἐστι. Καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοί, ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν· καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον».
Με ένα χαριτωμένο και ζωηρό και σύντομο τρόπο, μας περιγράφει ο ευαγγελιστής Μάρκος την είσοδον του Ιησού εις την Καπερναούμ. Και συγκεκριμένα, ότι επήγε σε ένα σπίτι, προφανώς φιλικόν, κι εκεί άρχισε να ομιλεί τον λόγον του Θεού. Μόλις το έμαθαν οι κάτοικοι ή οι περίοικοι, έσπευσαν να τον ακούσουν. Το πλήθος ήταν τόσο πολύ, ώστε, όπως σημειώνει ο Ευαγγελιστής Μάρκος, ώστε όχι μόνον το σπίτι εγέμισε, που βέβαια τα σπίτια τότε ήταν κάπως μικρά, αλλά και η αυλή μέχρι την αυλόθυρα και έξω στον δρόμο. Πλήθος κόσμου, στο άκουσμα ότι έφθασε ο Ιησούς στην πόλη και ότι βρίσκεται σε εκείνο το συγκεκριμένο σπίτι.
Τέσσερις φίλοι ενός παραλύτου ανδρός τον έφεραν επάνω σε ένα κρεβάτι για να τον θεραπεύσει ο Κύριος. Αλλά το πλήθος ήταν τόσο, που ήταν αδύνατον να περάσουν μέσα εις το σπίτι. Τότε, η πίστις και η αγάπη αυτών των τεσσάρων συνοδών, βρήκε τον τρόπο. Πέρασαν σε ένα γειτονικό σπίτι, ανέβηκαν στη στέγη του, από κει πέρασαν στη στέγη του σπιτιού που ήταν ο Κύριος, απεστέγασαν την στέγη, δηλαδή βγάλαν τα κεραμίδια -προφανώς δεν υπήρχε ταβάνι- και κατέβασαν με σχοινιά τον παραλυτικό μπροστά εις τον Κύριον. Και ο Κύριος εθαύμασε την πίστιν αυτών των τεσσάρων ανδρών και τους είπε έναν επαινετικόν λόγον και αφού συγχώρησε και τις αμαρτίες του παραλύτου, του λέγει: «Σήκω επάνω, πάρε το κρεβάτι σου, το ξύλινο κρεβάτι που σε μετέφεραν και πήγαινε στο σπίτι σου».
Έχομε εδώ, αγαπητοί μου, δύο περιστατικά. Το ένα είναι η εξαγγελία του λόγου του Θεού. Τι έκανε ο Κύριος όταν εισήλθε σ’ αυτό το σπίτι; Λέγει ότι «ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον» του Θεού. Το άλλο ποιο είναι το περιστατικό; Είναι η θεραπεία του παραλυτικού.
Μπροστά σ’ αυτά τα δύο περιστατικά, θα μας επιτραπεί να κάνομε μίαν ιεράρχησιν. Εκ των δύο τούτων, τι είναι πιο ανώτερο; Δηλαδή η θεραπεία του παραλυτικού ή του ότι ο Κύριος ελάλει τον λόγον του Θεού; Εκ των δύο, κάνοντας, επαναλαμβάνω, ιεράρχησιν των δύο αυτών περιστατικών, ποιο είναι ανώτερο; Το ερώτημα δεν είναι ούτε αφελές, βέβαια ούτε και περιττό. Και τούτο διότι από την οπτική γωνιά που βλέπουν οι άνθρωποι τον Χριστιανισμόν, θα κρίνουν και την ιεράρχησιν αυτών των δύο. Να πουν ποιο είναι πρώτο και ποιο είναι δεύτερο. Από την οπτική γωνιά που υπάρχουν, κρίνοντες τον Χριστιανισμόν. Είναι το θέμα πάρα πολύ σπουδαίο. Αν θεωρήσουμε, αν θεωρηθεί, θεωρήσουν οι άνθρωποι τον Χριστιανισμό σαν ένα κοινωνισμό, θα μας πουν ότι …το πρώτο, η θεραπεία είναι εκείνη, του παραλυτικού, που προέχει, είναι πάνω απ΄όλα, σαν μια πράξη κοινωνικώς αγαθή. Αν πάλι δουν τον Χριστιανισμό σαν διδασκαλία που ανοίγει τον δρόμον για την σωτηρία, θα κρίνουν ότι ο λόγος του Θεού έχει την προτεραιότητα. Και το σπουδαίον είναι ότι μέσα στους αιώνες, μέχρι σήμερα, οι άνθρωποι παραμένουν σ’ αυτές τις δύο οπτικές θεωρήσεις. Οι μεν έτσι βλέπουν· κοινωνικά τον Χριστιανισμό. Οι δε έτσι βλέπουν· σωτηριολογικά τον Χριστιανισμόν. Κι αυτό το βλέπομε καθημερινά και εις αυτήν την ζωήν μας και αύριο και μεθαύριο έτσι θα είναι.
Πολλοί ζητούν από την Εκκλησία, μάλιστα ειδικά στην εποχή μας, να κάνει κοινωνικόν έργον ευρέος φάσματος. Επί παραδείγματι να κτίζει φιλανθρωπικά ιδρύματα, να οικοδομεί νοσοκομεία, να αναλαμβάνει την παιδεία, να συνδράμει τους πτωχούς κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ. Που όλα αυτά ουσιαστικά ανήκουν εις την πολιτεία και την οργάνωσή της. Ζητούν, δηλαδή, πολλοί από την Εκκλησία έναν ακτιβισμόν. Επειδή αυτή η λέξις πολύ χρησιμοποιείται, γι’αυτό σας την είπα, δεν είναι ελληνική. Από το ‘’act’’ που θα πει πράξις. Δηλαδή ζητούν από την Εκκλησία να έχει μίαν κοινωνικήν πράξιν. Και λέγεται… ζητούν έναν ακτιβισμόν. Έτσι, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που χωρίς οι ίδιοι που ζητούν να αντιλαμβάνονται τα πράγματα, απογυμνώνουν την Εκκλησία από το σωτηριολογικό της έργο.
Αν το θέλετε, αν και δεν είναι δόκιμη η λέξις, από το μεταφυσικό της στοιχείο- λέγω δεν είναι δόκιμη η λέξις «μεταφυσικόν» γιατί ανήκει εις την φιλοσοφίαν αυτή η λέξις. Δηλαδή αφαιρούν από την Εκκλησία εκείνο που ανήκει εις τον ουρανόν. Και σου λέει: «Εδώ, στη γη, πράξη». Αυτό θα πει Χριστιανισμός. Οτιδήποτε άλλο δεν τους ενδιαφέρει. Ό,τι κι αν πιστεύουν οι άνθρωποι αυτοί, μπορεί ακόμη να μην πιστεύουν καν εις τον Χριστόν, δέχονται όμως το Ευαγγέλιο, το βάρος εκεί το θέτουν. Στον ακτιβισμόν, στην πράξη. Μην πάτε μακριά. Στο Κρεμλίνο, στη Ρωσία, κατά την διάρκεια του Κομμουνισμού, υπήρχε εις την μετώπην κάποιας πύλης της εισόδου του Κρεμλίνου: «Ὁ μὴ ἐργαζόμενος μηδὲ ἐσθιέτω». Είναι του Αποστόλου Παύλου αυτό. Αυτός που δεν εργάζεται, ούτε να τρώει. Γιατί απλούστατα ο σοσιαλισμός απαιτούσε την εργασίαν: «Δεν μπορείς, κύριε, να ζητάς ψωμί να φας, όταν δεν εργάζεσαι». Αυτό τους ταίριαξε. Το πήραν. Το έβαλαν στην πύλη τους πάνω. Επίστευαν εις τον Χριστιανισμόν; Όχι. Δεν τους ενδιέφερε ο Χριστός. Μάλιστα, αν ανοίγαμε, τότε, γιατί όχι και τώρα, την ρωσική εγκυκλοπαίδεια εις το λήμμα Ιησούς Χριστός», θα βρίσκαμε: «Μυθικόν πρόσωπον, που…»! κ.τ.λ.- τρεις αράδες έχει η ρωσική εγκυκλοπαίδεια περί του Ιησού Χριστού. Βλέπετε ότι δεν τους ενδιέφερε το πρόσωπον του Ιησού Χριστού. Πολύ δε παραπάνω περί ουρανού, περί Βασιλείας, περί σωτηρίας, περί, περί, περί… Τους ενδιέφερε αυτή η φράσις. Ξαναλέγω, του Αποστόλου Παύλου. Την γράφει εις τους Κορινθίους, συγνώμη, προς Θεσσαλονικείς. Οπότε αυτό τους ενδιέφερε. Αυτό πήραν. Τι έκαναν εδώ δηλαδή; Χώρισαν τον Χριστό από κάτι που αναφέρεται σε θέμα κοινωνικό. Δεν θα λείψουν μέχρι που να τελειώσει ο κόσμος, εκείνοι που θεωρούν την Εκκλησία ως υπόθεση ακτιβιστική. Δηλαδή να ενδιαφέρεται για όλα εκείνα που προανέφερα.
Εδώ πρόκειται για ένα λάθος. Ένα λάθος πολύ μεγάλο. Δεν προηγείται εδώ το θαύμα. Γιατί εδώ τι έκανε ο Χριστός; Εθεράπευσε έναν παράλυτον άνθρωπον. Θα λέγαμε, απέδωσε εις την κοινωνίαν υγιή έναν άνθρωπο, ο οποίος πρώτα δεν θα μπορούσε να αποδώσει εργασία εις την κοινωνία. Έτσι συνεπώς εδώ έχομε κάτι πολύ σπουδαίο. Αλλά βλέπουν αυτό και όχι την ευαγγελική διδασκαλία. Θέλετε ακόμη; Και εκείνο το όποιο είπε ο Χριστός…Τι; Ο έπαινος στους τέσσερις για την πίστη τους και στον παραλυτικό που του είπε: «Σου συγχωρούνται οι αμαρτίες». «Μπα, ψιλά πράγματα, τι μας ενδιαφέρει αυτό; Τι θα πει ‘’συγχωρούνται οι αμαρτίες’’; Χέρια θέλομε εργατικά, να αποδώσεις κοινωνικά».
Αν προηγείτο το θαύμα, τότε ο Κύριος θα έπρεπε να θεραπεύσει, δηλαδή το πρώτιστον, το πρώτο, το θαύμα, θα ‘πρεπε τότε ο Κύριος να θεραπεύσει όλους τους ασθενείς που υπήρχαν στην Παλαιστίνη. Κάτι που δεν το έκανε. Αν προηγείτο το θαύμα, ο κοινωνισμός, θα έπρεπε ο Κύριος να αναστήσει όλους τους νεκρούς. Όπως ξέρομε, ποιους ανέστησε; Τρεις νεκρούς. Τον Λάζαρο, τον γιο της χήρας της Ναΐν και εκείνο το κοριτσάκι το δωδεκαετές του Ιαείρου κ.τ.λ. Αυτό όμως δεν έγινε. Θα έπρεπε ακόμη να αφήσει παραγγελία εις την Εκκλησίαν να κάνουν το ίδιο και οι μαθηταί Του. Δηλαδή τι; Να χορταίνουν ψωμί τους ανθρώπους, να θεραπεύουν τις αρρώστιες τους κ.ο.κ.
Αλλά, αγαπητοί μου, το θαύμα της θεραπείας του παραλύτου δεν προέχει στον Χριστιανισμόν. Αν έγινε εκείνη τη στιγμή, σε συνδυασμό με την ομιλία του Χριστού, που έλεγε τον λόγο του Θεού, αυτό δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα στοιχείο – ποιο; Το θαύμα- ένα στοιχείο επιβεβαιώσεως της διδασκαλίας Του. Ότι «Εγώ είμαι ο Μεσσίας». Αυτό ήθελε να πει ο Ιησούς Χριστός.
Θέλετε ακόμη και κάτι άλλο; Τι είπε εις τον παραλυτικό; «Σου συγχωρούνται οι αμαρτίες». Δεν μου λέτε, η συγχώρηση των αμαρτιών φαίνεται πουθενά; Το να πεις στον άλλον «σου συγχωρούνται οι αμαρτίες», τι στοιχείον φανερόν έχεις; Ουδέν. Πώς θα έπρεπε, λοιπόν, να γίνει φανερή η συγχώρησις των αμαρτιών του ανθρώπου αυτού; Με το να του πει «σήκω επάνω εσύ, ο παράλυτος, πάρε στον ώμο σου το ξύλινο κρεβάτι σου και πήγαινε σπίτι σου». Δηλαδή; Γιατί γόγγυσαν κάποιοι Φαρισαίοι, οι κατάσκοποι του Ιησού Χριστού, κάτι Γραμματείς… όπου πήγαινε ο Χριστός, από πίσω, από πίσω, να έχουν για να κατηγορήσουν. «Μπα», λέγει, «αυτός; Ποιος έχει το δικαίωμα να συγχωρεί αμαρτίες παρά μόνον ο Θεός». Και ο Χριστός λέει: «Σου συγχωρούνται οι αμαρτίες. Θέλετε να μάθετε Ποιος είμαι; Σήκω από το κρεβάτι σου, τέκνον –που του είπε- και περπάτα. Αυτός είμαι Εγώ. Ο Θεός». Γιατί ο Θεός εγείρει νεκρούς, εγείρει αρρώστους και μάλιστα με έναν λόγον μόνον. Άρα λοιπόν η βεβαίωσις της συγχωρήσεως των αμαρτημάτων του ανθρώπου αυτού ποια ήτο; Ήτο με το να του πει: «Σήκω επάνω».
Και για να ξαναγυρίσω, αγαπητοί μου, ανάμεσα στα δυο, ποιο δηλαδή; -το θαύμα και ο λόγος του Θεού. Πώς θα έπρεπε να βοηθηθεί ο άνθρωπος αυτός, οι άνθρωποι να καταλάβουν ότι ο λόγος του Θεού είναι ο σωστός, ο πρέπων, εκείνον τον οποίον πρέπει να ακούσουν; Βλέποντας το θαύμα.
Έτσι ο Κύριος ήλθε στον κόσμον αρνητικώς μεν, όπως μας λέει ο Απόστολος Πέτρος, να λύσει τα έργα του διαβόλου. «Εἰς τοῦτο», λέει, «ἐλήλυθεν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἵνα λύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου». Θετικώς δε, να διδάξει για την Βασιλεία του Θεού. Αυτό είναι το πρώτο. Το καταλάβαμε, αγαπητοί μου; Αυτό είναι το πρώτο. Και ο δρόμος ανοίχτηκε, για την σωτηρία, με τα «ποιητικά της σωτηρίας μας» και με τους σταθμούς που διακρίνουν την πορεία του Ιησού Χριστού στη ζωή Του. Όπως είναι η Σταύρωσις, η Ανάστασις, η Ανάληψις και του ότι εκάθισε στα δεξιά του Θεού Πατρός.
Ο Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας αποκαλεί αυτά τα στοιχεία «ποιητικά της σωτηρίας μας». Επαναλαμβάνω, γιατί πιθανώς να σας έφυγε γρήγορα. Ποια είναι τα «ποιητικά»; Εκείνα που κάνουν, προσφέρουν τη σωτηρία μας. Ακούσατε την Λειτουργία σήμερα του Μεγάλου Βασιλείου; Εκείνες οι θαυμάσιες ευχές τι είναι; Έκθεσις πίστεως. Στον Πατέρα αποτείνεται: «Συ, που έστειλες τον Υιόν Σου εις τον κόσμον, για να σώσει εμάς, που ξεπέσαμε στον Παράδεισον», κ.τ.λ. κ.τ.λ. Τι έκανε εδώ ο Μέγας Βασίλειος, ο συντάκτης αυτής της Θείας Λειτουργίας και που απλώς την διακόσμησε ο Μέγας Βασίλειος. Γιατί και ο Ιερός Χρυσόστομος βρήκαν την Θεία Λειτουργία. Η Θεία Λειτουργία είναι αρχαία. Είναι από τους Αποστόλους. Έτσι, σ’ αυτήν την έκθεση τι αναφέρεται; Παν ό,τι αναφέρεται εις τα ποιητικά της σωτηρίας μας: «Είδαμε την Ανάστασή Σου, είδαμε την Σταύρωσή Σου», κ.τ.λ.
Είδατε πουθενά, είπαμε τις ευχές εκφώνως, ακούσατε πουθενά ότι ήρθε ο Χριστός να κάνει θαύματα; Ούτε σε μία προτασούλα δεν ακούστηκε αυτό. Διότι αν έκανε ο Χριστός θαύματα ή δεν έκανε, αυτό δεν έχει καμία σημασία για τη δική μου τη σωτηρία· που είμαι ένας άνθρωπος, δύο χιλιάδες χρόνια μετά τον Χριστό. Τι έχει, όμως, σημασία και σωτηρία για μένα, τον άνθρωπο της όποιας εποχής; Το ότι ο Χριστός Ενηνθρώπησε, Εσταυρώθη, Ανεστήθη, Ανελήφθη, εκάθισε στα δεξιά του Θεού Πατρός. Πώς κάθισε; Ως άνθρωπος. Όχι ως Θεός. Γιατί ως Θεός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα. Δεν υπάρχουν δεξιά και αριστερά του Θεού Πατρός. Ως άνθρωπος εκάθισε εις τα δεξιά του Θεού Πατρός. Με άλλα λόγια η δική μου, η ανθρωπίνη φύσις, η συγκεκριμένη, αυτός που είμαι, θα ανέβω μια μέρα εκεί να καθίσω. Αυτό θα πει «σωτηρία». Μετά την ανάσταση των νεκρών. Αυτά, λοιπόν, περιγράφονται και αναφέρονται εις την Θεία Λειτουργία.
Σκοπός ακόμη της Ενανθρωπήσεως, αγαπητοί, ήταν η αποκάλυψις του Θεού· που θα εγίνετο με την διδασκαλία. Διότι είχε αγνοηθεί ο Θεός. Μην ξεχνάτε ότι ο Αδάμ και η Εύα, εγνώριζαν τον αληθινό Θεό. Και μάλιστα Εκείνος που τους ομίλει εις τον Παράδεισον, εάν δεν το ξέρατε, θεμελιώσατέ το καλά μες στην ψυχή σας, στη γνώση σας, ήταν ο Θεός Λόγος. Αυτός τους εδημιούργησε, δηλαδή με βουλήν του Αγίου Τριαδικού Θεού, αλλά ως πράξη, ο Λόγος δημιουργεί τους Πρωτοπλάστους, όπως και όλα τα πράγματα. Και όταν εφοβήθηκαν οι Πρωτόπλαστοι, άκουσαν, λέει, τα βήματα του Θεού Λόγου– εδώ μια ανθρωποπαθή έκφραση έχομε, είναι εκείνο που λέει ωραιότατα το τροπάριον της Κασσιανής, για μία πόρνη γυναίκα, ότι… εθροήθη η γυναίκα αυτή, όταν άκουσε εκείνα τα βήματα ο Αδάμ και η Εύα, τώρα, αυτά λέγει τα βήματα από τα πόδια αυτά, έρχεται αυτή η πόρνη γυναίκα να τα πλύνει. Για να δείτε ποια είναι η ταυτότητα του Ιησού Χριστού. Ναι.
Έτσι, αγαπητοί μου, ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, μας λέγει ότι ο Υιός δεν ηνείχετο να καταφρονείται, είναι εις την έκτην Κατήχησή του, στην 11η παράγραφο, ότι δεν ηνείχετο, λέγει, να καταφρονείται ο Πατήρ και να τιμώνται τα ζώα, η φύσις, οι δαίμονες. Όλα, λέγει κάποιος σύγχρονος, ετιμώντο σαν θεοί, ακόμη και ο Νείλος ποταμός, και ο κροκόδειλος κ.τ.λ. εις την Αίγυπτον, πλην του αληθινού Θεού. Δεν ηνείχετο ο Υιός και ήλθε εις τον κόσμον αυτόν. Είναι απλώς ένας λόγος. Είναι πολλοί οι λόγοι. Για να διορθώσει αυτήν την διαστροφήν, που επεκράτησε εις τον άνθρωπον. Λίγο πιο κάτω, αγαπητοί μου, από τους απογόνους του Αδάμ, ο αληθινός Θεός ξεχάστηκε. Και οι άνθρωποι έπεσαν εις την ειδωλολατρίαν, διότι ελάτρευαν εκείνο που έβλεπαν μπροστά τους, την φύσιν. «Ο ήλιος», φερειπείν, «με ζωογονεί. Να, λοιπόν, ο θεός μου. Ο ήλιος». Αυτό που δέχονται και οι Μασόνοι. Οι ταλαίπωροι, οι φτωχοί, οι πάμπτωχοι, με τον πανθεϊσμό τους, που λατρεύουν τον Μεγάλο Αρχιτέκτονα του Σύμπαντος, τον Μ.Α.Τ.Σ. Που είναι ο ήλιος. Ο ήλιος είναι! Για να μην πω ότι πιο πίσω, πιο πίσω, εις τις μυήσεις που καθιστούν, που κάνουν εις τους μυουμένους είναι ο διάβολος.
Αντιλαμβανόμεθα, λοιπόν, θα έλεγα, πόσο σπουδαία τώρα είναι η διδασκαλία. Να μας φανερωθεί ο αληθινός Θεός. Και η έκφρασις «ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον» κατ’ ουσίαν ελάλει και δια τον εαυτόν Του, διότι είναι ο Λόγος του Θεού. Υιός και Λόγος του Θεού. Αποκαλύπτει δηλαδή ο Ιησούς Χριστός εις τους ανθρώπους, τον Άγιον Τριαδικόν Θεόν. Γι’αυτό, ο λόγος του Θεού έρχεται πάντοτε πρώτος. Και μετά ακολουθούν όλα εκείνα που ο Χριστός μάς εχάρισε. Ελπίζω να το κατανοήσαμε.
Και το κοινωνικό έργο είναι σπουδαίο. Δεν έχομε καμίαν αντίρρησιν. Αλλά δεν μπορεί όμως να αντικαταστήσει τον λόγον του Θεού. Δεν μπορούμε να πούμε… πάμε τώρα σε ένα νοσοκομείο να διακονήσομε, άσε το κήρυγμα, δεν μας χρειάζεται. Όχι, αγαπητοί μου. Θυμηθείτε ο Απόστολος Πέτρος, όταν καθιερώθηκαν τα τραπέζια της αγάπης, οι Χριστιανοί εγίνοντο πολλοί· κατά χιλιάδες στα Ιεροσόλυμα και υπήρχε δυσκολία εκεί, και μάλιστα κάποιοι γογγυσμοί και δεν ξέρω τι. Αλλά έπρεπε να γίνουν και τα τραπέζια αυτά. Και είπαν στους Αποστόλους και στον Απόστολο Πέτρο: «Τι θα γίνει;». Και είπε ο Απόστολος Πέτρος: «Δεν είναι καλό να αφήσομε τον λόγο του Θεού και … διακονεῖν τραπέζας. Και να διακονούμε τα τραπέζια. Να πάμε να ψωνίσομε, τα οικονομικά μας, τα έτσι, τα αλλιώς. Διαλέξτε», λέγει, «επτά διακόνους, που να έχουν το Πνεύμα του Θεού· αυτοί θα αναλάβουν την διακονία των τραπεζών. Εμείς, ελεύθεροι όντες, θα κηρύσσομε τον λόγον του Θεού». Το βλέπει κανείς ολοκάθαρα αυτό.
Αν γίνει καμία διαστροφή, τότε τα πράγματα δεν είναι καλώς τοποθετημένα. Και ποτέ δεν πρέπει να παρασύρεται ο λαός από τα θαύματα ή την λεγομένην «κοινωνικήν δικαιοσύνην». Προσέξτε· ή την λεγομένην «κοινωνικήν δικαιοσύνην». Ύστερα, στο κάτω κάτω της Γραφής, στην διδασκαλία του Ευαγγελίου, τι μας λέγει; Τι μας λέει ο Χριστός Ότι… δεν πειράζει αν σε αδικήσουν. Δεν θα ‘θελα να πω ότι δεν πρέπει να υπάρξει κοινωνική δικαιοσύνη. Είναι εκείνο που ακριβώς λέει η Παλαιά Διαθήκη: «Δικαιοσύνην μάθετε οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς». Είναι κακό να μην υπάρχει δικαιοσύνη επί της γης. Αλλά δεν αποτελεί το κύριο σημείον. Οι πρώτοι Χριστιανοί ήσαν οι άνθρωποι που εδικαιούντο; Και γενικά, οι Χριστιανοί μέσα στην Ιστορία, είναι οι άνθρωποι που δικαιούνται; Ε, δεν δικαιώνονται. Συνεπώς; Δεν είναι το πρωτεύον αυτό. «Με αδίκησες ή με δικαίωσες». Δεν έχει και πολλή σημασία. Όλοι οι μάρτυρες δεν αδικήθηκαν; Όταν τους αφαιρέθηκε η ζωή τους; Δεν έχει και πολλή σημασία αυτό. Βέβαια, μακάρι να υπάρχει. Αλλά εδώ ιεραρχούμε τα πράγματα. Θα πάμε και στα νοσοκομεία. Θα δούμε και τον αδελφό τον φτωχό, τον σακάτη. Ναι. Αλλά δεν αποτελούν αυτά τα πρώτα.
Βλέπομε στην ευαγγελική περικοπή ότι ο κόσμος έσπευσε να ακούσει τον λόγο του Θεού. Γράφει ο Ματθαίος: «Καὶ ἐγένετο ὅτε συνετέλεσεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς λόγους τούτους -εννοεί την επί του Όρους ομιλία- ἐξεπλήσσοντο (:έτριβαν τα μάτια τους από έκπληξη) οἱ ὄχλοι ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ· ἦν γὰρ διδάσκων αὐτοὺς ὡς ἐξουσίαν ἔχων, καὶ οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς». Αλήθεια, τι είλκυσεν τα πλήθη να θέλουν να ακούν τον λόγον του Θεού; Είδατε; «Ὡς ἐξουσίαν ἔχων». «Προσέφερε τον λόγο του Θεού με αυθεντία». Κι αν προσφέρεται ο λόγος του Θεού με αυθεντία, τότε αναμφισβήτητα ελκύει. Ο Κύριος μάς έδωσε τον λόγο Του. Αυτός σώζει.
Μένει για μας… τι μένει για μας; Η προθυμία να ακούσομε και να βιώσομε τον λόγο του Θεού. Όπου υπάρχει ο σωστός λόγος του Θεού, εκεί υπάρχει και κάθε ευλογία. Κάθε άλλη ευλογία. Έρχονται ημέρες, αγαπητοί, και πολλάκις σας ειδοποίησα και σας ξαναειδοποιώ ότι δεν θα ακούεται πάντοτε ο λόγος του Θεού. Κι αν ακούεται, θα είναι νοθευμένος. Θα έχει βάλει ο διάβολος την δική του την ουρά σ’ αυτόν τον λόγο. Δεν θα είναι του Θεού. Και όσοι θα τον διδάσκουν θα είναι ψευδοπροφήται και ψευδοδιδάσκαλοι. Για μας, διδάσκει η Γραφή και οι Πατέρες, να φεύγομε μακριά από τους ψευδοπροφήτες. Ναι, αγαπητοί, δεν είναι ανάγκη να προφητεύσει κανείς για τον ερχομό αυτών των δυσκόλων ημερών. Απλούστατα, ο νοθευμένος λόγος ήδη έχει δώσει το στίγμα του. Είναι όλες οι αιρέσεις, με κορυφαίαν τον Οικουμενισμόν. Τον Οικουμενισμό. Χτυπάει την πόρτα μας. Μπήκε από την πόρτα μας! Μας λέγουν ότι πρέπει να κάνομε ανοίγματα εμείς, οι Ορθόδοξοι, για να βοηθήσομε τάχα τους Ορθοδόξους και αλλοθρήσκους, και τους Μουσουλμάνους ακόμη. Καλό θα ήταν όλα αυτά αν γινόταν έτσι. Αλλά δεν είναι έτσι. Μάλλον το αντίστροφο συμβαίνει. Θέλουν, θέλουν να καταστρέψουν τον Χριστιανισμό και την Ορθοδοξία μας.
Βέβαια, θα μένει πάντα το λείμμα. Θα πει «το υπόλοιπον». Πάντα θα υπάρχουν οι σωστοί Χριστιανοί. Έτσι μας λέγουν οι Γραφές. «Θα μείνει το λείμμα». Τα ανοίγματα προς έναν κόσμον που δεν διατίθεται να σωθεί είναι θανάσιμα.
Μη παύσουμε να ακούμε, χωρίς σταματημό, αγαπητοί, τον ορθόδοξο λόγο του Θεού. Και να τον βιώνομε. Χωρίς την βίωσή του, θα είναι για μας έωλος και υφάρπαστος. Θα τον χάσομε. Πολλοί ταγοί της Εκκλησίας μας, θα σταθούν προδόται του λόγου του Θεού. Αφήσατέ τους στον δρόμο τον δικό τους και μην τους ακολουθείτε. Πορεύονται στην απώλεια. Πλανώντες και πλανώμενοι. Και να το γνωρίζετε ότι κι αν τους υποδειχθεί το αληθές, δεν θα το ακολουθήσουν. Γιατί είναι άμοιροι Αγίου Πνεύματος. Ήδη θα έχουν βλασφημήσει κατά του Αγίου Πνεύματος και θα επικρατεί σ’ αυτούς το πνεύμα της πλάνης.
Αγαπητοί, ο λόγος του Θεού είναι το ύδωρ το ζων, που δροσίζει, που αφθαρτίζει, που αθανατίζει. Όλοι, με αισθήματα διψασμένου, ας τρέχομε προς αυτόν τον γνήσιον λόγον του Θεού και τότε θα έχομε σωθεί.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_749.mp3
Τὴν περασμένη Κυριακὴ ἀκούσαμε τὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀναφέρεται στὴ θαυμαστὴ ἰσχὺ ποὺ ἔχει καὶ ἡ μεγάλη καὶ δυναμικὴ παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ναθαναὴλ ἀμφισβητοῦσε τὰ λόγια τοῦ ἀποστόλου Φιλίππου πῶς εἶχε ἐμφανιστεῖ στὸν κόσμο καὶ ἀπὸ πολλούς ἀναμενόμενος Μεσσίας, στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ τοῦ ἀπὸ Ναζαρέτ. Ὁ Ναθαναὴλ ὅμως, μὲ τὸ ποὺ βρέθηκε κατὰ πρόσωπο μὲ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, ἀμέσως τὸν ἀναγνώρισε καὶ τὸν ὁμολόγησε ὡς Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ ὡς Βασιλιᾶ τοῦ Ἰσραήλ. Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο μᾶς μιλάει γιὰ τίς μεγάλες προσπάθειες καὶ τὸν ἀγῶνα ποὺ κατέβαλαν ἄνθρωποι μὲ πραγματικὴ πίστη γιὰ νὰ παρουσιαστοῦν μπροστὰ στὸν Κύριο.
Τέσσερις ἄνθρωποι μετέφεραν ἕναν συνάνθρωπο ἢ φίλο τους ποὺ ἦταν παραλυτικός. Τὸν μετέφεραν μὲ τὸ κρεβάτι του, ἀφοῦ ἦταν τόσο ἀδύνατος κι ἀβοήθητος, ὥστε δὲ θὰ μποροῦσε νὰ μεταφερθεῖ διαφορετικά. Μάταια ὅμως προσπαθοῦσαν νὰ περάσουν ἀνάμεσα ἀπὸ τὸ πυκνὸ πλῆθος καὶ νὰ πλησιάσουν τὸν Κύριο. Κι ἀφοῦ αὐτὸ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ κατορθώσουν, ἀνέβηκαν στὴν όροφή της οἰκίας, τὴν ἄνοιξαν, καὶ μὲ μεγάλη προσπάθεια κατέβασαν τὸ κρεβάτι ὅπου κείτονταν ὁ ἄρρωστος καὶ τὸ ἀκούμπησαν μπροστὰ στὰ πόδια τοῦ θαυματουργου Ἰατροῦ. Τόσο μεγάλη ἦταν ἡ πίστη τους στὸ Χριστό.
«Ἰδὼν δὲ Ἰησους τὴν πίστιν αὐτῶν λέγει τὸ παραλυτικὸ τέκνον, ἀφέωνταί σοὶ αἱ ἁμαρτίαι σοῦ» (Μάρκ. β’5). Οἱ ἁμαρτίες σου συγχωροῦνται, εἶπε ὁ Ἰησοῦς στὸν παραλυτικό. Ὁ Χριστὸς δὲν περίμενε ν’ ἀκούσει νὰ ἐκφράζεται μὲ λόγια ἡ πίστη τους. Τὴν εἶδε. Ἡ πνευματική Του ὅραση εἰσχώρησε στὰ μύχια τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς. Καὶ κεί, στὰ βάθη της, εἶδε τὴ μεγάλη τους πίστη. Μὲ τὰ σωματικά Του μάτια εἶδε τίς προσπάθειες καὶ τὸν ἀγῶνα τους νὰ φέρουν τὸν ἄρρωστο ἄνθρωπο μπροστά Του. Ἡ πίστη τους ἑπομένως ἦταν ὁλοφάνερη.
Ἡ ἀπιστία τῶν γραμματέων ποὺ παρευρίσκονταν στὸ γεγονὸς αὐτὸ ἦταν ἐπίσης ὁλοφάνερη στὸν Κύριο. «Τί οὗτος οὕτῳ λαλεῖ βλασφημίας; Τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ,εἶ μὴ εἰς ὁ Θεός;» (Μάρκ. β’8). Αὐτὸς βλασφημεῖ, ἔλεγαν μέσα τους. Ποιός ἄλλος, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Θεό, μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες;
Ὁ Κύριος «ἐπιγνούς το πνεύματι αὐτοῦ ὅτι οὕτως αὐτοὶ διαλογίζονται ἐν ἑαυτοῖς, εἶπεν αὐτοῖς: τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;» (Μάρκ. β’8). Ὁ Κύριος γνώριζε αὐτὰ ποὺ σκέφτονταν κι ἄρχισε νὰ τοὺς ἐπιτιμᾷ μὲ ἤρεμο τρόπο. Γιατί σκέφτεστε τέτοια πράγματα; Ὁ Κύριος διαβάζει τίς πονηρὲς καρδιὲς τὸ ἴδιο εὔκολα ποὺ διαβάζει καὶ τίς ἁγνές. “Ὅπως ἀναγνώρισε ἀμέσως τὴν ἁγνὴ καὶ καθαρὴ καρδιὰ τοῦ Ναθαναήλ, ποὺ δὲν εἶχε πονηριὰ καὶ δόλο, ἔτσι ἀναγνώρισε ἀμέσως τίς ἀκάθαρτες καρδιὲς τῶν γραμματέων, ποὺ ἦταν γεμᾶτες δόλο. Γιὰ νὰ τοὺς δείξει λοιπὸν πῶς ἔχει ἐξουσία τόσο στὰ σώματα ὅσο καὶ στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, τόσο νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες ὅσο καὶ νὰ θεραπεύει τὰ ἄρρωστα σώματα, ὁ Κύριος λέει στὸν παραλυτικό: «σοὶ λέγω, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἴκόν σου» (Μάρκ. βί1). Καὶ μπροστὰ σὲ τέτοιο ἐξουσιαστικὸ λόγο, ὁ ἄρρωστος ἄνθρωπος «ἠγέρθῃ εὐθέως, καὶ ἄρας τὸν κράβαττον ἐξῆλθεν ἐναντίον πάντων, ὥστε ἐξίστασθαι πάντας καὶ δοξάζειν τὸν Θεὸν λέγοντας ὅτι οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν» (Μάρκ. β12). “Ὁ παράλυτος ἄνθρωπος σηκώθηκε ἀμέσως, ἔβαλε τὸ κρεβάτι στὸν ὦμο του καὶ πέρασε μπροστὰ ἀπ’ ὅλους. Κι ὅλοι θαύμασαν καὶ δόξασαν το Θεὸ λέγοντας: τέτοια γεγονότα ποτέ μας δὲν εἴδαμε.
Ἄς δοῦμε τώρα πόσες θαυμαστὲς δυνάμεις φανερώνει διὰ μιᾶς ὁ Κύριος:
Διαβάζει τίς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ σὲ μερικὲς διακρίνει τὴν πίστη, ἐνῶ σὲ ἄλλες το δόλο.
Συγχωρεῖ στὴν ψυχὴ τίς ἁμαρτίες καὶ τὴν κάνει ὑγιῆ, καθαρὴ ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ἀρρώστιας καὶ τῆς ἀναπηρίας.
Ἀποκαθιστᾷ τὴν ὑγεία στὸ ἄρρωστο καὶ παραλυτικὸ σῶμα μὲ τὴ δύναμη τοῦ λόγου Του.
Πόσο μεγάλη, πόσο φοβερὴ καὶ πόσο θαυμαστὴ καὶ ζωοδότρα εἶναι ἡ παρουσία τοῦ ζῶντος Κυρίου!
Ἄς ἔρθουμε ὅμως κι ἂς σταθοῦμε μπροστὰ στὴν παρουσία τοῦ ζῶντος Κυρίου. Τὸ πιὸ σπουδαῖο πρᾶγμα στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας εἶναι νὰ προσεγγίσουμε μὲ πίστη τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου, νὰ τὴ νιώσουμε. Μερικὲς φορὲς ἔρχεται καὶ μᾶς ἀποκαλύπτεται ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. “Ἔτσι πῆγε στὴ Μάρθα καὶ τὴ Μαρία στὴ Βηθανία, ἔτσι ξαφνικὰ ἐμφανίστηκε στὸν ἀπόστολο Παῦλο στὸ δρόμο πρὸς τὴ Δαμασκό, σὲ ἄλλους ἀποστόλους στὴ θάλασσα τῆς Γαλιλαίας καὶ στὸ δρόμο πρὸς τοὺς Ἐμμαούς, στὴν οἰκία ὅπου μπῆκε «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν», στὴ Μαρία τὴ Μαγδαληνὴ στὸν κῆπο καὶ σὲ πολλοὺς ἁγίους σὲ ὄνειρα ἢ ὁράματα. Μερικὲς φορὲς παρουσίασαν οἱ ἀπόστολοι ἀνθρώπους στὸν Κύριο, ὅπως ὁ Ἀνδρέας ἔφερε τὸν Πέτρο κι ὁ Φίλιππος τὸ Ναθαναήλ. Οἱ διάδοχοι τῶν ἀποστόλων κι οἱ ἱεραπόστολοι ἔφεραν στὸ Χριστὸ χιλιάδες, ἑκατομμύρια ἀνθρώπους κι ἄλλες φορὲς ὁ ἕνας πιστὸς ἔφερνε τὸν ἄλλο. Ἀλλὰ καὶ ἄγνωστοι ἄνθρωποι μερικὲς φορὲς προσπάθησαν πολὺ μόνοι τους νὰ πλησιάσουν τὸν Κύριο, ὅπως στὴν περίπτωση τῶν τεσσάρων ποὺ ἄνοιξαν τὴν ὀροφὴ τοῦ σπιτιοῦ γιὰ νὰ φέρουν τὸν παραλυτικὸ φίλο τοὺς μπροστά Του.
Αὐτοὶ εἶναι οἱ τρεῖς τρόποι μὲ τοὺς ὁποίους οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ παρουσιαστοῦν στὸν Κύριο. Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε ἐμεῖς εἶναι νὰ προσπαθήσουμε πολὺ καὶ ν’ ἀγωνιστοῦμε γιὰ νὰ βρεθοῦμε μπροστά Του, ὥστε νὰ μᾶς βοηθήσει κι Ἐκεῖνος νὰ τὸν προσεγγίσουμε καὶ νὰ μᾶς φωτίσει. Πρέπει ν’ ἀκολουθήσουμε τοὺς τρεὶς αὐτοὺς τρόπους σὲ ἀντίθετη πορεία. Αὐτὸ σημαίνει πῶς πρέπει μὲ πίστη καὶ ζῆλο νὰ κάνουμε ὅ,τι μποροῦμε γιὰ νὰ βρεθοῦμε μπροστὰ στὸν Κύριο. Μετὰ ν’ ἀκολουθήσουμε τὴν κλήση καὶ τίς ἐντολὲς τῆς ἁγίας ἀποστολικῆς ‘Ἐκκλησίας, τῆς Ἐκκλησίας τῶν πατέρων καὶ τῶν διδασκάλων. Καὶ τελικά, ἀφοῦ θὰ ἔχουμε ἐκπληρώσει τοὺς δυὸ πρώτους ὅρους, θὰ πρέπει νὰ περιμένουμε μὲ πίστη κι ἐλπίδα στὸ Θεὸ νὰ μᾶς παρουσιαστεῖ, κι ἡ παρουσία Του νὰ μᾶς φωτίσει, νὰ μᾶς ἐνισχύσει, νὰ μᾶς θεραπεύσει καὶ νὰ μᾶς σώσει.
Τὸ μέγεθος τῶν προσπαθειῶν ποὺ πρέπει νὰ καταβάλουμε γιὰ ν’ ἀνοίξουμε τὸ δρόμο ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, φαίνεται ἀπὸ τὸ παράδειγμα τῶν τεσσάρων αὐτῶν ἀντρῶν. Δὲ δίστασαν ν’ ἀνέβουν στὴν ὀροφὴ τοῦ σπιτιοῦ, γιὰ νὰ κατεβάσουν καὶ νὰ παρουσιάσουν μπροστὰ στὸν Κύριο τὸν ἄρρωστο φίλο τους. Δὲν ἔκαναν πίσω οὔτε ἀπὸ ντροπὴ οὔτε ἀπὸ φόβο. Τὸ παράδειγμα αὐτὸ τοῦ μεγάλου ζήλου τους εἶναι ὅμοιο μὲ τὸ παράδειγμα τῆς χώρας ποὺ ζητοῦσε πιεστικὰ καὶ φορτικὰ ἀπὸ τὸν ἄδικο κριτὴ νὰ τὴ δικάσει καὶ νὰ τὴν προστατέψει ἀπὸ τὸν ἀντίδικό της (βλ. Λουκ. ἰη’1-5). Αὐτὸ σημαίνει πῶς πρέπει νὰ τηροῦμε τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου καὶ νὰ κραυγάζουμε μέρα καὶ νύχτα, ὡσότου μᾶς ἀκούσει. «κρούετε καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ζ7), εἶπε ὁ Κύριος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξήγηση ποὺ ἔχουν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ: «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν» (Ματθ. ἰα12).
Ὁ Κύριος ζητᾷ ἀπ’ ὅλους τοὺς πιστούς Του νὰ καταβάλουν κάθε προσπάθεια, νὰ ἐξαντλήσουν τὴ δύναμή τους, νὰ ἐργαστοῦν ὅσο κρατᾷ ἡ ἡμέρα, νὰ προσεύχονται ἀδιάλειπτα, νὰ ζητήσουν, νὰ κρούσουν, νὰ νηστέψουν καὶ νὰ κάνουν ἀμέτρητα ἔργα ἐλέους. Κι όλ’ αὐτὰ ὥστε ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν – ἡ μεγάλη, φοβερὴ καὶ ζωοποιὸς παρουσία τοῦ Θεοῦ – ν’ ἀνοιχτεῖ γι’ αὐτούς. «’Ἀγρυπνεῖτε οὔν ἐν παντὶ καιρῷ, εἶπε ὁ Κύριος, ἶνα,ἵνα καταξιωθῆτε… σταθῆναι ἔμπροσθεν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου» (Λουκ. κά’36). Νά ‘χετε προσοχὴ καὶ ἐγρήγορση στὴν καρδιά σας, γιὰ νὰ μὴν προσκολληθεῖ στὰ γήινα. Νά ‘χετε ἐγρήγορση στὶς σκέψεις σας, γιὰ νὰ μὴ σᾶς ὁδηγοῦν μακριὰ ἀπό το Θεό. Νὰ προσέχετε τὰ ἔργα σας, νὰ διπλασιάζετε τὰ τάλαντά σας, μὴν τὸ ἀφήσετε νὰ λιγοστέψουν ἢ νὰ ἐξαφανιστοῦν ἐντελῶς. Ν’ ἀγρυπνεῖτε διαρκῶς, ὥστε ὁ θάνατος νὰ μή σας βρεῖ ἀπροετοίμαστους καὶ ἀμετανόητους στὴν ἁμαρτία σας. Ἡ ὀρθόδοξη πίστη μας αὐτὴ εἶναι: ἐνεργός, προσευχητική, γρηγοροῦσα. ‘Ἀναλώνεται στὰ δάκρυα καὶ τοὺς ἀγῶνες. Καμιὰ ἄλλη πίστη δὲ ζητάει τέτοιον ἀγῶνα ἀπὸ τοὺς πιστοὺς γιὰ ν’ ἀξιωθοῦν νὰ σταθοῦν μπροστὰ στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος καὶ Σωτῆρας μας ζητάει τὸν ἀγῶνα αὐτὸν ἀπὸ τοὺς πιστούς. Ἡ Ἐκκλησία ἐπαναλαμβάνει τίς ἐντολές Του ἀπὸ αἰῶνα σὲ αἰῶνα, ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά, φέρνοντας σὰν παράδειγμα στοὺς πιστούς τους ἀπειράριθμους καὶ μεγάλους πνευματικοὺς ἀγωνιστὲς ποὺ τήρησαν το νόμο τοῦ Χριστοῦ κι ἀξιώθηκαν ν’ ἀποκτήσουν δόξα καὶ ἀνέκφραστη δύναμη τόσο στὸν οὐρανὸ ὅσο καὶ στὴ γῆ.
Δὲν πρέπει ὅμως ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ νὰ πέσουμε στὴν πλάνη καὶ νὰ νομίσουμε πῶς ἀπὸ μόνες τους ὅλες οἱ προσπάθειες τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὅλοι οἱ ἀγῶνες του μποροῦν νὰ τὸν σώσουν. Δὲν πρέπει νὰ πιστέψουμε πῶς ὁ ἄνθρωπος μὲ τίς προσπάθειες καὶ τὸν ἀγῶνα του θὰ μπορέσει μόνος του νὰ παραστεῖ μπροστὰ στὸ ζῶντα Θεό. “Ἄν ὁ Θεὸς δὲν τὸ θελήσει, κανένας θνητὸς δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ τὸ πρόσωπό Του. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ποὺ καθόρισε τὸν ἀγῶνα καὶ τίς προσπάθειες τοῦ ἀνθρώπου, λέει: «Ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρείοί ἐσμεν, ὅτι ὸ ώφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. ἴζ10). Καὶ σὲ κάποιο ἄλλο σημεῖο λέει: «Οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐὰν μὴ ὁ πατὴρ ὁ πέμψας με ἑλκύσει αὐτόν» (Ἰωάν. στ’44). Κι ἀλλοῦ πάλι: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ,οὗ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάν. ἰε’5). Κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιὰ τὸ ἴδιο θέμα: «Χάριτί ἐστε σεσωσμένοι» (Ἐφ. β’5).
Μετὰ ἀπ’ όλ’ αὐτὰ τί μποροῦμε νὰ ποῦμε; Μήπως πρέπει νὰ σκεφτοῦμε πῶς εἶναι μάταιοι ὅλοι οἱ ἀγῶνες κι οἱ προσπάθειες ποὺ κάνουμε γιὰ τὴ σωτηρία μας; Μήπως πρέπει νὰ τὰ ἐγκαταλείψουμε ὅλα καὶ νὰ περιμένουμε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, μὲ τὴ δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία ποὺ ἔχει, νὰ μᾶς παρουσιάσει ἐνώπιόν Τοῦ; Δὲ λέει ὁ προφήτης Ἠσαΐας πῶς «ὼς ράκος ἀποκαθημένης πᾶσα ἡ δικαιοσύνη ἡμῶν» (ξδ’6); Τί πρέπει νὰ κάνουμε τότε; Νὰ ἐγκαταλείψουμε κάθε προσπάθειά μας, ὅλους τοὺς ἀγῶνες μας; Μὰ τότε δὲ θὰ γίνουμε ἴδιοι μὲ τὸν ὀκνηρὸ δοῦλο, ποὺ ἔσκαψε καὶ ἔκρυψε τὸ τάλαντο ποὺ τοῦ ἐμπιστεύτηκε ὁ Κύριος στὴ γῆ, καὶ τὸν ὁποῖο ἐπέπληξε ὁ Κύριος μὲ τὰ λόγια, «πονηρὲ δοῦλε καὶ ὀκνηρέ!» (Ματθ. κέ’26);
Πρέπει νὰ σοβαρευτοῦμε καὶ ν’ ἀσκηθοῦμε στὴν τήρηση ὅλων τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου. Πρέπει νὰ καταβάλλουμε ὅ,τι εἶναι δυνατὸ ἀπὸ τὴν πλευρά μας, μὰ ἀνήκει στὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ νὰ εὐλογήσει τίς προσπάθειές μας καὶ νὰ μᾶς παρουσιάσει ἐνώπιόν Του. “Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔχει δώσει μιὰ πολὺ καλὴ ἐξήγηση πάνω σ’ αὐτὸ τὸ θέμα. Λέει: «Ἐγὼ ἔφύτευσα, Ἀπολλὼς ἐπότισεν, ἀλλ’ ὁ Θεὸς ηὔξανεν· ὥστε οὔτε ὁ φυτεύων ἐστὶ τί οὔτε ὁ ποτίζων, ἀλλ’ ὁ αὐξάνων Θεός» (Α ́κόρ. γ’6-7). “Ὅλα ἑπομένως ἐξαρτιῶνται ἀπὸ τὸ Θεό, ἀπὸ τὴ δύναμη, τὴ σοφία καὶ τὸ ἔλεός Του. Ἐμεῖς πρέπει νὰ φυτεύουμε καὶ νὰ ποτίζουμε. Δὲν πρέπει νὰ ἐγκαταλείψουμε τὰ καθήκοντά μας αὐτά, γιατί διαφορετικὰ θὰ κινδυνεύσουμε νὰ καταδικαστοῦμε στὸν αἰώνιο θάνατο.
Τὸ καθῆκον τοῦ γεωργου εἶναι νὰ σπέρνει καὶ νὰ ποτίζει. Ἀπό το Θεὸ ὅμως, ἀπὸ τὴ δύναμη, τὴ σοφία καὶ τὸ ἔλεὸς Τοῦ, ἐξαρτᾷται ἂν ὁ σπόρος θὰ ριζώσει ἢ ὄχι, ἂν θ’ ἀναπτυχθεῖ καὶ θὰ βγάλει καρπούς.
Εἶναι χρέος τοῦ ἐπιστήμονα νὰ ἔρευνα καὶ νὰ ψάχνει, μὰ ἀνήκει στὸ Θεό, στὴ δύναμη, τὴ σοφία καὶ τὸ ἔλεὸς Τοῦ, ἂν ἡ γνώση θὰ τοῦ ἀποκαλυφτεῖ ἢ ὄχι.
Εἶναι καθῆκον τῶν γονιῶν ν’ ἀναθρέψουν τὰ παιδιά τους καὶ νὰ τὰ μάθουν το φόβο τοῦ Θεοῦ, μὰ εἶναι στὴ δύναμη, τὴ σοφία καὶ τὸ ἔλεός Του ὁ χρόνος τῆς ζωῆς τους.
Εἶναι χρέος τῶν ἱερέων νὰ διδάσκουν, νὰ παρακαλοῦν, νὰ ἐπιτιμοῦν καὶ νὰ καθοδηγοῦν τοὺς πιστούς. Τὸ ἂν οἱ προσπάθειές τους θὰ καρποφορήσουν ὅμως εἶναι στὴ δύναμη, τὴ σοφία καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι καθῆκον ὅλων μας νὰ προσπαθήσουμε καὶ ν’ ἀγωνιστοῦμε γιὰ ν’ ἀξιωθοῦμε νὰ σταθοῦμε μπροστὰ στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ἀνήκει ὅμως στὴ δύναμη, τὴ σοφία καὶ τὸ ἔλεὸς Τοῦ ἂν θὰ μᾶς ἐπιτραπεῖ νὰ τὸν πλησιάσουμε.
Δὲν πρέπει ν’ ἀγωνιζόμαστε χωρὶς ἐλπίδα στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Εὔχομαι ὅλες μας οἱ προσπάθειες νὰ φωτίζονται ἀπὸ τὸ φὼς τῆς ἐλπίδας πῶς ὁ Κύριος εἶναι κοντά μας, δίπλα μας. Πῶς θὰ μᾶς δεχτεῖ μπροστὰ στὸ φὼς τοῦ προσώπου Του. Δὲν ὑπάρχει πιὸ βαθιὰ καὶ πιὸ ἀνεξάντλητη πηγὴ ἀπὸ τὸ ἔλεος τοῦ Θεου. Ὅταν ὁ Ἄσωτος Υἱὸς μετάνιωσε γιὰ τὴν τρομερὴ πτώση του στὸ ἐπίπεδο τῶν χοίρων, ὁ εὔσπλαχνος πατέρας ἔτρεξε νὰ τὸν συναντήσει, τὸν ἀγκάλιασε καὶ τὸν συγχώρεσε. Ὁ Θεὸς δὲν ἀποκάμει νὰ τρέχει γιὰ νὰ συναντήσει τὰ μετανιωμένα παιδιά Του. Ἁπλώνει τὸ χέρι Του σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ θέλουν νὰ γυρίσουν κοντά Του. «’Ἐξεπέτασα τὰς χείράς μου ὅλην τὴν ἡμέραν πρὸς λαὸν ἀπειθοῦντα καὶ ἀντιλέγοντα», εἶπε ὁ Κύριος γιὰ τοὺς Ἰουδαίους (Ἠσ. ξέ’2). “Ἄν ὁ Κύριος ἁπλώνει τὸ χέρι Τοῦ στοὺς ἀπειθοῦντες καί τους ἀντιλέγοντες, δὲ θὰ τὸ κάνει στὸν ὑπάκουο; Ὁ ὑπάκουος προφήτης Δαβὶδ λέει: «Προωρώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διαπαντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μοῦ ἔστιν, ἶνα μὴ σαλευθῶ» (Ψαλμ. ἰε’9). Σ’ ἐκείνους ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴ σωτηρία τους, καὶ Κύριος δὲν ἀρνεῖται τὴν παρουσία Του.
Δὲν πρέπει νὰ λογαριάζουμε μάταιες τίς προσπάθειές μας, ὅπως κάνουν οἱ ἄθεοι κι οἱ ἀπελπισμένοι ἄνθρωποι. Ἐμεῖς πρέπει ν’ ἀγωνιζόμαστε, νὰ καταβάλλουμε κάθε δυνατὴ προσπάθεια, καὶ ταυτόχρονα νὰ ἐλπίζουμε στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἰδιαίτερα τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς πρέπει νὰ διπλασιάζουμε τοὺς ἀγῶνες μας, ὅπως συνιστᾷ καὶ ἡ ἁγία Ἐκκλησία μας. Μακάρι τὸ δρόμο μας αὐτὸν νὰ τὸν φωτίζει τὸ παράδειγμα τῶν τεσσάρων ἀνθρώπων ποὺ σκαρφάλωσαν στὴν ὀροφὴ καὶ τὴν ἄνοιξαν, γιὰ ν’ ἀποθέσουν μπροστὰ στὰ πόδια τοῦ Κυρίου τὸν πέμπτο ἀπ’ αὐτούς, τὸ φίλο τους ποὺ ἔπασχε ἀπὸ παραλυσία. Ἄν τὸ ἕνα πέμπτο τῆς ψυχῆς μας εἶναι παράλυτο ἢ ἄρρωστο, ἂς σπεύσουμε μὲ τὰ ἄλλα ὑγιῆ τέσσερα πέμπτα στὸν Κύριο. Ἐκεῖνος θὰ θεραπεύσει τὸ ἄρρωστο κομμάτι ποὺ ἔχουμε μέσα μας. Ἄν κάποια ἀπὸ τίς αἰσθήσεις μας ἔχει σκανδαλιστεῖ μὲ τὸν κόσμο αὐτὸν κι αὐτὸ τὴν ἔκαμε ἀδύνατη κι ἄρρωστη, ἂς τρέξουμε στὸν Κύριο μὲ τίς ἄλλες τέσσερις ὑγιεῖς αἰσθήσεις. Ἐκεῖνος θὰ σπλαχνιστεὶ τὴν ἄρρωστη αἴσθησή μας καὶ θὰ τὴν θεραπεύσει.
Ὅταν ἕνα μέρος τοῦ σώματος ἀσθενεῖ, ὁ γιατρὸς συνιστᾷ δυὸ εἴδη θεραπείας: τὴ φροντίδα καὶ τὴν καλὴ σίτιση τοῦ ὑπόλοιπου σώματος, ὥστε τὸ ὑγιὲς μέρος νὰ δυναμώσει περισσότερο, νὰ γίνει πιὸ δυνατό, γιὰ νὰ μπορέσει ν’ ἀντισταθεῖ στὸ ἄρρωστο. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ τίς ψυχές μας. “Ἄν μέσα μας, στὸ νοῦ μας, ἔχουμε ἀμφιβολίες, ἂς προσπαθήσουμε μὲ τὴν καρδιὰ καὶ τὴν ψυχὴ νὰ ἐνισχύσουμε τὴν πίστη μας καὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου νὰ θεραπεύσουμε καὶ νὰ δυναμώσουμε τὸν ἄρρωστο νοῦ μας. Ἄν ἁμαρτήσαμε ἐπειδὴ ξεχάσαμε τὴν προσευχή, ἂς σπεύσουμε νὰ κάνουμε ἔργα ἐλέους γιὰ ν’ ἀποκαταστήσουμε τὴν προσευχητική μας διάθεση.
Ὁ Κύριος θὰ δεῖ τὴν πίστη μας, τίς προσπάθειες καὶ τὸν ἀγῶνα μας καὶ θὰ μᾶς ἐλεήσει. Ἐκεῖνος μὲ τὸ ἀμέτρητο ἔλεὸς Τοῦ θὰ μᾶς ἐπιτρέψει νὰ παρουσιαστοῦμε ἐνώπιόν Τοῦ, μπροστὰ στὴν ἀθάνατη καὶ ζωοδότρα παρουσία ἀπὸ τὴν ὁποία παίρνουν ζωή, ἐνισχύονται καὶ χαροποιοῦνται οἱ ἀναρίθμητες ἀγγελικὲς δυνάμεις κι ὁ στρατὸς τῶν ἁγίων. Στὸν Κύριο καὶ Σωτῆρα μας Ἰησοῦ Χριστὸ πρέπει ὁ αἶνος κι ἡ δόξα, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

