ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ - ΜΝΗΜΗ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ (14/6/2026)
Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Προς Ρωμαίους, κεφάλαιο Β΄, εδάφια 10-16
10 Δόξα δὲ καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν, ᾿Ιουδαίῳ τε πρῶτον καὶ ῞Ελληνι· 11 οὐ γάρ ἐστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ. 12 ὅσοι γὰρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καὶ ἀπολοῦνται· καὶ ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον, διὰ νόμου κριθήσονται. 13 Οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται. 14 Ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, 15 οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων 16 ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ Θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.
Ερμηνευτική απόδοση από τον μακαριστό Παν.Τρεμπέλα
10 Δόξα και τιμή και ειρήνη θα αποδοθεί σε κάθε άνθρωπο που εργάζεται το καλό, τόσο στον Ιουδαίο κατά πρώτο λόγο, όσο και στον ειδωλολάτρη. 11 Θα συμβούν τα ίδια στους Ιουδαίους και στους ειδωλολάτρες, διότι δεν χαρίζεται σε πρόσωπα ο Θεός. 12 Και γι’ αυτό όσοι αμάρτησαν χωρίς να έχουν λάβει γραπτό νόμο, αυτοί θα καταδικαστούν σε απώλεια χωρίς να έχουν κατήγορο τον νόμο αυτό. Και όσοι αμάρτησαν ενώ είχαν λάβει γραπτό νόμο, αυτοί θα κριθούν με βάση τον νόμο αυτό. 13 Διότι δίκαιοι ενώπιον του Θεού είναι όχι όσοι ακούν απλώς την ανάγνωση του θείου νόμου, αλλά όσοι τηρούν τον νόμο˙ αυτοί θα αναγνωριστούν δίκαιοι. 14 Διότι όταν κάποιοι από τους εθνικούς, που δεν έλαβαν από τον Θεό γραπτό νόμο, θεοσεβείς άνθρωποι, οδηγούμενοι από τον έμφυτο ηθικό νόμο, κάνουν ό,τι προστάζει ο γραπτός νόμος, οι άνθρωποι αυτοί, αν και δεν έχουν γραπτό νόμο, έχουν ως νόμο τον ίδιο τον εαυτό τους, δηλαδή τη συνείδησή τους. 15 Το έργο που κάνει ο νόμος να διαφωτίζει τους ανθρώπους να διακρίνουν το καλό απ’ το κακό, αυτό το έργο οι εθνικοί αυτοί αποδεικνύουν ότι το έχουν γραμμένο στις καρδιές τους. Και αυτό συμβαίνει όταν η συνείδησή τους δίνει μαρτυρία σε αυτούς για κάθε πράξη και οι εσωτερικοί τους λογισμοί αναμεταξύ τους κατηγορούν ή και καμιά φορά απολογούνται. 16 Και θα ανακηρυχθούν δίκαιοι οι τηρητές του νόμου την ημέρα που θα κρίνει ο Θεός τις απόκρυφες πράξεις των ανθρώπων, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο που κηρύττω. Και θα τις κρίνει διαμέσου του Ιησού Χριστού ως υπέρτατου Κριτή.
Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Κατά Ματθαίον, κεφ. Δ΄, εδάφια 18-22
18 Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ ᾿Ανδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς· 19 καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. 20 Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ. 21 Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, ᾿Ιάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν, καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. 22 Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ.
Ερμηνευτική απόδοση από τον μακαριστό Παν. Τρεμπέλα
18 Και ενώ περπατούσε κοντά στη θάλασσα της Γαλιλαίας, είδε δύο αδελφούς, τον Σίμωνα, τον οποίο κατόπιν ονόμασε Πέτρο, και τον Ανδρέα, τον αδελφό του, οι οποίοι έριχναν δίχτυα στη θάλασσα, διότι ήταν ψαράδες. 19 Και τους λέει: «Ακολουθήστε με, και θα σας κάνω ικανούς να ψαρεύετε αντί για ψάρια ανθρώπους. Αυτούς θα ελκύετε στη βασιλεία των ουρανών με τα πνευματικά δίχτυα του κηρύγματος». 20 Και αυτοί αμέσως άφησαν τα δίχτυα τους και Τον ακολούθησαν. 21 Και αφού προχώρησε πιο πέρα από εκεί, είδε άλλους δύο αδελφούς, τον Ιάκωβο, τον γιο του Ζεβεδαίου, και τον Ιωάννη τον αδελφό του, να ετοιμάζουν τα δίχτυα τους μέσα στο πλοίο μαζί με τον πατέρα τους Ζεβεδαίο. Και τους κάλεσε. 22 Και αυτοί αμέσως άφησαν το πλοίο και τον πατέρα τους και Τον ακολούθησαν.
KYΡΙΑΚΗ Β΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ [:Ρωμ. 2,10-16]
ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
«Δόξα δὲ καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ Ἓλληνι (:Δόξα και τιμή και ειρήνη θα αποδοθεί σε κάθε άνθρωπο που εργάζεται το καλό, στον Ιουδαίο πρώτα αλλά και στον ειδωλολάτρη Έλληνα)»[Ρωμ.2,10].
Ποιον «Ιουδαίο» εννοεί εδώ ο απόστολος Παύλος ή για ποιους «Έλληνες» μιλάει; Για αυτούς που έζησαν πριν από την ενανθρώπηση του Χριστού· γιατί ο λόγος του αποστόλου δεν έφθασε ακόμη στα χρόνια της χάριτος, αλλά μένει ακόμη στα προηγούμενα χρόνια, προκαθορίζοντας από μακριά και εξαφανίζοντας τη διαφορά του ειδωλολάτρη και του Ιουδαίου, ώστε, όταν το κάνει αυτό στον καιρό της χάριτος, να μη φανεί πια ότι επινοεί κάτι το νέο και ενοχλητικό. Εάν λοιπόν στα προηγούμενα χρόνια, όταν δεν έλαμψε ακόμη η τόσο μεγάλη χάρη, όταν τα πράγματα των Ιουδαίων ήταν σε όλους σεβαστά και ξακουστά και λαμπερά, δεν υπήρχε καμία διαφορά, ποιον λόγο θα μπορούσε να πει στη συνέχεια ύστερα από την τόσο μεγάλη φανέρωση της χάρης; Γι’ αυτό ακριβώς και με πολλή φροντίδα το ετοιμάζει αυτό· γιατί πραγματικά ο ακροατής, αφού μάθει ότι αυτό επικρατούσε στα προηγούμενα χρόνια, θα το παραδεχτεί αυτό πολύ περισσότερο μετά την πίστη.
«Ἓλληνες» όμως εδώ λέγει όχι τους ειδωλολάτρες, αλλά τους θεοσεβείς, εκείνους που πείθονταν στον φυσικό νόμο της συνειδήσεως, εκείνους που δεν τηρούσαν βέβαια τις εντολές που είχαν δοθεί από τον Θεό στους Ιουδαίους μέσω του μωσαϊκού νόμου, τηρούσαν όμως όλα αυτά που συντελούσαν στην ευσέβεια. Τέτοιοι άνθρωποι ήταν εκείνοι που ήταν μαζί με τον Μελχισεδέκ, τέτοιος ήταν ο Ιώβ, τέτοιοι ήταν οι Νινευίτες, τέτοιος ήταν ο Κορνήλιος. Ήδη λοιπόν υπονομεύει από πριν τη διαφορά της περιτομής και της ακροβυστίας και από πολύ νωρίτερα εξαφανίζει αυτή τη διαφορά, ώστε και χωρίς υποψία να κάμει αυτό και από άλλη ανάγκη να τους οδηγήσει σε αυτό το συμπέρασμα που επιθυμεί να τους διδάξει, πράγμα που πάντοτε είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύνεσης του αποστόλου. Εάν λοιπόν φανέρωνε αυτό στα χρόνια της χάριτος, θα φαινόταν πως ο λόγος ήταν πολύ ύποπτος, ενώ το να αλλάξει τον λόγο γι’ αυτούς με βάση το συμπέρασμα εκείνο, την ώρα που μιλούσε για την κακία και την πονηρία που επικρατούσε στον κόσμο, έκανε ανύποπτη τη διδασκαλία.
Και ότι θέλει αυτό και γι’ αυτό το παρουσίασε έτσι, είναι φανερό από εκεί· γιατί, εάν δεν προσπαθούσε να αποδείξει αυτό, ήταν αρκετό, λέγοντας, ότι «κατὰ δὲ τὴν σκληρότητά σου καὶ ἀμετανόητον καρδίαν θησαυρίζεις σεαυτῷ ὀργὴν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς καὶ ἀποκαλύψεως καὶ δικαιοκρισίας τοῦ Θεοῦ, ὃς ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ ἔργα αὐτοῦ (:και σύμφωνα με την σκληρότητά σου και την αμετανόητη καρδιά σου, που δεν συγκινείται από την τόση καλοσύνη του Θεού, μαζεύεις εναντίον του εαυτού σου θησαυρούς οργής, που θα εξαπολυθούν εναντίον σου την ημέρα που θα ξεσπάσει η θεία οργή και θα αποκαλυφθεί η δίκαια κρίση του Θεού)»[Ρωμ.2,5], να σταματήσει το θέμα αυτό· γιατί πραγματικά είχε ολοκληρωθεί. Επειδή όμως δεν ήταν τούτο το ζητούμενο για τον απόστολο Παύλο, να μιλήσει δηλαδή μόνο για τη μέλλουσα κρίση, αλλά και να δείξει ότι ο Ιουδαίος δεν έχει τίποτε περισσότερο από έναν τέτοιον Έλληνα, για να μην υπερηφανεύεται, προχωρεί στα επόμενα, και χρησιμοποιεί την τάξη. Πρόσεχε όμως. Φοβέρισε τον ακροατή, υπενθύμισε σε αυτόν τη φοβερή ημέρα, είπε πόσο κακό είναι να ζει κανείς μαζί με την πονηρία, έδειξε πως κανείς δεν αμαρτάνει από άγνοια ούτε χωρίς τιμωρία, αλλά και αν ακόμη δεν τιμωρηθεί τώρα, θα τιμωρηθεί οπωσδήποτε. Έτσι στη συνέχεια θέλει να αποδείξει πως η διδασκαλία του νόμου δεν ήταν από τα πολύ επείγοντα πράγματα, γιατί η κόλαση και η τιμή βρίσκονται στα έργα, και όχι στην περιτομή και την ακροβυστία.
Επειδή λοιπόν είπε πως οπωσδήποτε θα τιμωρηθεί ο Έλληνας και το θεώρησε αυτό σαν δεδομένο, και από αυτό απέδειξε ότι και θα τιμηθεί, ως περιττά πλέον φανέρωσε στη συνέχεια και τον μωσαϊκό νόμο και την περιτομή· διότι εδώ μάχεται ιδιαίτερα τους Ιουδαίους. Επειδή λοιπόν εκείνοι ήταν περισσότερο φιλόνικοι, πρώτα με το να έχουν από υπερηφάνεια την αξίωση να μην συναριθμούνται μαζί με αυτούς που προέρχονταν από τους εθνικούς· δεύτερο, με το να περιγελούν, εάν η πίστη εξαφανίζει όλα τα αμαρτήματα, γι’ αυτό κατηγόρησε πρώτα τους Έλληνες[βλ. Ρωμ.2,9: «Θλῖψις καὶ στενοχωρία ἐπὶ πᾶσαν ψυχὴν ἀνθρώπου τοῦ κατεργαζομένου τὸ κακόν, Ἰουδαίου τε πρῶτον καὶ Ἕλληνος(:Θλίψη και στεναχώρια, θα πέσει σε κάθε άνθρωπο που επιμένει να εργάζεται το κακό, τόσο στον Ιουδαίο κατά πρώτο λόγο, όσο και στον ειδωλολάτρη)»], για τους οποίους μιλάει, ώστε χωρίς υποψία και με παρρησία να φθάσει στους Ιουδαίους.
Έπειτα, αφού ήρθε ο λόγος στην εξέταση για την κόλαση, δείχνει πως όχι μόνο δεν ωφελείται καθόλου ο Ιουδαίος από τον μωσαϊκό νόμο, αλλά και επιβαρύνεται. Και αυτό το αποδεικνύει από τα προηγούμενα. Εάν λοιπόν ο Έλληνας είναι γι’ αυτό αναπολόγητος, επειδή δεν έγινε καλύτερος, παρά το ότι η συνείδηση και οι σκέψεις του τον οδηγούσαν σε αυτό, πολύ περισσότερο θα είναι ο Ιουδαίος, αφού πήρε μαζί με αυτά και τη διδασκαλία από τον μωσαϊκό νόμο που δεν εφάρμοσε. Αφού έπεισε λοιπόν τον Ιουδαίο ακροατή του εύκολα να δεχθεί τη σκέψη αυτή στα αμαρτήματα των άλλων, τον αναγκάζει στη συνέχεια και χωρίς τη θέλησή του να κάνει αυτό και στα δικά του αμαρτήματα.
Και για να γίνει εύκολα δεκτός ο λόγος, τον οδηγεί και στα πιο αγαθά, λέγοντας τα εξής: «Δόξα από τον Θεό, τιμή και έπαινος, ειρήνη και χαρά θα δοθεί σε καθένα, που εργάζεται το αγαθό, στον Ιουδαίο πρώτα αλλά και στον ειδωλολάτρη»· γιατί εδώ βέβαια, όσα καλά και αν έχει κανείς, τα έχει με πολλές ταραχές, και αν ακόμη είναι πλούσιος ή άρχοντας ή βασιλιάς. Και αν όχι προς άλλον, τουλάχιστο επαναστατεί προς τον εαυτό του πολλές φορές και στις σκέψεις του έχει πολύ πόλεμο. Εκεί όμως δεν συμβαίνει τίποτε τέτοιο, αλλά τα πάντα είναι γαλήνια και χωρίς ταραχή και έχουν τη γνήσια ειρήνη.
Αποδεικνύοντας λοιπόν από τα προηγούμενα ότι και εκείνοι που δεν είχαν νόμο, θα απολαύσουν τα ίδια, προσθέτει και ένα συλλογισμό, λέγοντας έτσι: «Οὐ γὰρ ἔστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ (:Θα συμβούν τα ίδια στους Ιουδαίους και στους ειδωλολάτρες, διότι δεν χαρίζεται σε πρόσωπα ο Χριστός )»[Ρωμ.2,11]· γιατί όταν λέγει ότι τιμωρείται και ο Ιουδαίος και ο Έλληνας, όταν αμαρτάνουν, δεν χρειάζεται συλλογισμούς· όταν όμως λέγει ότι και τιμάται ο Έλληνας, θέλει να κάνει αποδεικτικούς συλλογισμούς και στη συνέχεια χρειάζεται πλέον τεκμηρίωση· γιατί πραγματικά φαινόταν πως είναι θαυμαστό και παράδοξο, εάν εκείνος που δεν άκουσε ούτε τον νόμο ούτε τους προφήτες, τιμάται όταν εργάζεται τα αγαθά. Γι’ αυτό, πράγμα που είπα και πιο μπροστά, στα πριν από τη χάρη χρόνια γυμνάζει τις ακοές τους, για να προσθέσει ευκολότερα στη συνέχεια μαζί με την πίστη και τη συγκατάθεσή τους σε αυτά. Εδώ βέβαια γίνεται ιδιαίτερα ανύποπτος, επειδή ούτε το δικό του δεν προετοιμάζει.
Αφού λοιπόν είπε «δόξα δὲ καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ Ἓλληνι», πρόσθεσε: «οὐ γὰρ ἔστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ». Πω, πω, με πόση αφθονία νίκησε! Γιατί δείχνει, φέροντας τον λόγο σε παραδοξολογία, ότι δεν είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού το να μη γίνει έτσι· γιατί τότε το πράγμα θα ήταν αποτέλεσμα μεροληψίας, ενώ ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης. Και δεν είπε «εάν όμως δεν γίνει αυτό, ο Θεός είναι μεροληπτικός», αλλά με πιο σεμνό τρόπο εκφράστηκε: «Οὐ γὰρ ἔστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ». Δηλαδή ο Θεός δεν εξετάζει την ποιότητα των προσώπων, αλλά τη διαφορά των πράξεων. Λέγοντας αυτά, φανέρωσε ότι ο Ιουδαίος δεν διαφέρει από τον Έλληνα στις πράξεις, αλλά μόνο στα πρόσωπα.
Σε αυτά ήταν επόμενο να πει: «όχι λοιπόν, επειδή ο ένας είναι Ιουδαίος και ο άλλος Έλληνας, γι’ αυτό να τιμάται ο πρώτος και να περιφρονείται ο δεύτερος, αλλά και τα δύο γίνονται ανάλογα με τα έργα τους». Όμως δεν το εξέφρασε έτσι, γιατί θα προκαλούσε την οργή του Ιουδαίου, αλλά κάτι άλλο περισσότερο αναφέρει συγκρατώντας και ταπεινώνοντας παρακάτω το φρόνημά τους, ώστε να παραδεχθούν εκείνο. Και ποιο είναι αυτό; Τα επόμενα λόγια : «Ὅσοι γὰρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καὶ ἀπολοῦνται· καὶ ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον, διὰ νόμου κριθήσονται (:Και γι’ αυτό όσοι αμάρτησαν χωρίς να έχουν λάβει γραπτό νόμο, αυτοί θα καταδικαστούν σε απώλεια, χωρίς να έχουν κατήγορο τον μωσαϊκό νόμο σε αυτό. Και όσοι αμάρτησαν ενώ είχαν λάβει γραπτό νόμο, αυτοί θα κριθούν με βάση το νόμο αυτό)»[Ρωμ.2,12].
Εδώ λοιπόν, πράγμα που είπα παραπάνω, όχι μόνο δείχνει την ισοτιμία Ιουδαίου και Έλληνα, αλλά και πώς ο Ιουδαίος επιβαρύνεται πολύ από τη χορήγηση του νόμου· γιατί ο Έλληνας κρίνεται χωρίς τον νόμο. Το «χωρίς νόμο» εδώ δεν σημαίνει το πιο δυσάρεστο, αλλά το πιο μαλακό· δηλαδή δεν έχει τον νόμο ως κατήγορο· γιατί το «χωρίς νόμο», δηλαδή, χωρίς την κατηγορία του νόμου, σημαίνει καταδικάζεται μόνο από τους φυσικούς συλλογισμούς και την επιβαρυμένη συνείδηση που δεν άκουγε όσο ζούσε. Ο Ιουδαίος όμως κρίνεται με βάση τον μωσαϊκό νόμο, δηλαδή μαζί με τη φύση είναι και ο νόμος κατήγορος· γιατί όσο περισσότερο δέχτηκε τη φροντίδα, τόσο περισσότερο θα τιμωρηθεί, εφόσον υπήρξε απείθαρχος και αμετανόητος. Βλέπεις πώς παρουσίασε μεγαλύτερη την ανάγκη στους Ιουδαίους για να τρέξουν στη χάρη; Επειδή λοιπόν έλεγαν ότι δεν χρειάζονται τη χάρη, σωζόμενοι μόνο με τον νόμο, δείχνει πως αυτοί τη χρειάζονται περισσότερο από τους Έλληνες, αφού βέβαια πρόκειται να τιμωρηθούν περισσότερο.
Έπειτα πάλι προσθέτει άλλο συλλογισμό, για να υπερασπίσει αυτά που ειπώθηκαν: «Οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται(:Διότι δίκαιοι ενώπιον του Θεού είναι όχι όσοι ακούνε απλώς την ανάγνωση του θείου νόμου, αλλά όσοι τηρούν τον νόμο· αυτοί θα αναγνωριστούν δίκαιοι)»[Ρωμ.2,13]. Σωστά πρόσθεσε τη φράση «παρὰ τῷ Θεῷ(:ενώπιον του Θεού)»· γιατί μπροστά στους ανθρώπους ίσως μπορούν να φαίνονται αξιοσέβαστοι και να υπερηφανεύονται πολύ επειδή απλώς γνωρίζουν τον Νόμο, μπροστά στον Θεό όμως, εντελώς το αντίθετο, «αυτοί που τηρούν τον νόμο, αυτοί μονάχα θα αναγνωριστούν δίκαιοι και άξιοι αμοιβής από τον Θεό». Είδες πόση αφθονία επιχειρημάτων μεταχειρίζεται για να τρέψει τον λόγο αυτό στο αντίθετο; «Εάν λοιπόν έχεις την αξίωση να σωθείς εξαιτίας του νόμου που ακούς στις συναγωγές», λέγει, « θα σταθεί έτσι πρώτα από εσένα ο Έλληνας, επειδή φάνηκε πως έκανε πράξη όσα έχουν γραφεί».
«Και πώς είναι δυνατό ένας άνθρωπος», θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος, «χωρίς να ακούσει τον νόμο, να εκτελέσει τον νόμο με τις εντολές του Θεού;». «Είναι δυνατόν», απαντά ο Απόστολος Παύλος, «όχι μόνο αυτό, αλλά και το πολύ περισσότερο από αυτό· γιατί όχι μόνο χωρίς να ακούσει κανείς, μπορεί να εκτελέσει τον νόμο, αλλά και όταν τον ακούσει να μη συμβεί αυτό και να μην τον εφαρμόσει», πράγμα που αναφέρει πιο καθαρά ύστερα λέγοντας και με περισσότερη έμφαση: «Ὁ οὖν διδάσκων ἕτερον σεαυτὸν οὐ διδάσκεις;(:Εσύ λοιπόν που διδάσκεις τον άλλο, δεν διδάσκεις καλύτερα τον εαυτό σου; Εσύ που κηρύττεις στους άλλους να μην κλέβουν, κλέβεις😉»[Ρωμ.2,21].Εδώ όμως πρώτα αποδεικνύει το προηγούμενο.
«Ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος(:Διότι όταν κάποιοι από τους εθνικούς, που δεν έλαβαν από τον Θεό γραπτό λόγο, θεοσεβείς άνθρωποι, οδηγούμενοι από τον έμφυτο ηθικό νόμο κάνουν ό,τι προστάζει ο γραπτός νόμος, οι άνθρωποι αυτοί αν και δεν έχουν γραπτό νόμο, έχουν ως νόμο τον ίδιο τον εαυτό τους, δηλαδή τη συνείδησή τους)»[Ρωμ,2,14]. «Δεν απορρίπτω τον νόμο», λέγει, «αλλά και από εδώ δικαιώνω τους εθνικούς». Είδες πώς υπονομεύοντας τη δόξα του ιουδαϊσμού, δεν δίνει καμία αφορμή εναντίον του ότι προσβάλλει τον νόμο, αλλά το αντίθετο, αποδεικνύει τα πάντα έτσι, ώστε να τον εξυψώνει και να τον παρουσιάζει μεγάλο; Και όταν λέγει «φύσει» εννοεί «με τις σκέψεις που είναι έμφυτες μέσα στη συνείδηση του κάθε ανθρώπου» και αποδεικνύει ότι άλλοι είναι καλύτεροι από αυτούς, και το πιο σπουδαίο, γι’ αυτό είναι καλύτεροι, επειδή δεν έλαβαν νόμο, ούτε έχουν αυτόν, με τον οποίο οι Ιουδαίοι νομίζουν πως βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από αυτούς.
«Γι’ αυτό ακριβώς», λέγει, «είναι αξιοθαύμαστοι, επειδή δεν χρειάστηκαν νόμο και εκτέλεσαν όλες τις εντολές του νόμου, χαράζοντας στις διάνοιές τους τα έργα και όχι τα γράμματα». Γιατί αυτό λέγει: «Οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων- ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ Θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ(:Το έργο που κάνει ο νόμος να διαφωτίζει τους ανθρώπους να διακρίνουν το καλό από το κακό, αυτό το έργο οι εθνικοί αποδεικνύουν ότι το έχουν γραμμένο στις καρδιές τους. Και αυτό συμβαίνει όταν η συνείδησή τους δίνει μαρτυρία σε αυτούς για κάθε πράξη, και οι εσωτερικοί τους λογισμοί αναμεταξύ τους κατηγορούν ή και καμιά φορά απολογούνται. Και θα αναδειχθούν δίκαιοι οι τηρητές του νόμου την ημέρα που θα κρίνει ο Θεός τις απόκρυφες πράξεις των ανθρώπων σύμφωνα με το ευαγγέλιο που κηρύττω. Και θα τις κρίνει διαμέσου του Ιησού Χριστού ως υπέρτατου κριτή»[Ρωμ.2,15-16].Βλέπεις πως πάλι παρουσίασε την ημέρα εκείνη και την έφερε κοντά, τρομάζοντας τον νου τους και δείχνοντας πως πρέπει να τιμώνται περισσότερο αυτοί που, χωρίς να έχουν νόμο, φρόντισαν να πραγματοποιήσουν τις εντολές του νόμου;
Για εκείνο όμως που μπορούμε να θαυμάσουμε ιδιαίτερα τη σύνεση του αποστόλου, αυτό αξίζει να πούμε τώρα. Γιατί αφού με την απόδειξη έδειξε ότι ο Έλληνας είναι ανώτερος από τον Ιουδαίο, δεν το αναφέρει αυτό στην ανακεφαλαίωση και στο συμπέρασμα των σκέψεών του, για να μην ερεθίσει τον Ιουδαίο. Για να κάνω όμως πιο καθαρό αυτό που είπα, θα αναφέρω τα ίδια τα λόγια του αποστόλου. Αφού είπε «Γιατί όχι όσοι ακούνε τον νόμο, αλλά όσοι τον εκτελούν, θα αναγνωριστούν δίκαιοι», ήταν επόμενο να πει: «γιατί όταν οι εθνικοί, που δεν έχουν νόμο, κάνουν από τη φύση όσα ορίζει ο νόμος, είναι πολύ καλύτεροι από αυτούς που διδάσκονται από τον νόμο». Δεν λέγει όμως αυτό, αλλά σταματάει μέχρι τον έπαινο των Ελλήνων, και δεν συνεχίζει τον λόγο κάνοντας σύγκριση πρώτα, για να δεχθεί τουλάχιστο έτσι τα λεγόμενα ο Ιουδαίος.
Γι’ αυτό βέβαια δεν ομίλησε έτσι όπως ανέφερα προηγουμένως, αλλά πώς; «Γιατί όταν οι εθνικοί, που δεν έχουν νόμο, κάνουν από τη φύση όσα ορίζει ο νόμος, αυτοί χωρίς να έχουν νόμο, είναι οι ίδιοι νόμος στους εαυτούς τους. Αυτοί αποδεικνύουν πως έχουν γραμμένο στις καρδιές τους το έργο του νόμου, όταν η συνείδησή τους δίνει μαρτυρία σε αυτούς»· γιατί είναι αρκετή αντί του νόμου η συνείδηση και το λογικό. Με τα λόγια αυτά έδειξε πάλι πως ο Θεός έκανε τον άνθρωπο ικανό για την εκλογή της αρετής και την αποφυγή της κακίας.
Και μην απορήσεις, αν ο απόστολος Παύλος αποδεικνύει αυτό και μια και δυο και πολλές φορές· γιατί του ήταν πάρα πολύ αναγκαίο αυτό το σπουδαίο πράγμα για εκείνους που έλεγαν: «Γιατί λοιπόν ήρθε τώρα ο Χριστός; Και πού ήταν οι εκδηλώσεις της μεγάλης Του πρόνοιας τον προηγούμενο καιρό;». Και αυτούς λοιπόν αποκρούοντας παρεμπιπτόντως τώρα δείχνει πως και στα προηγούμενα χρόνια και πριν από τη χορήγηση του μωσαϊκού νόμου το ανθρώπινο γένος απολάμβανε όλη την πρόνοια του Θεού · γιατί πραγματικά εκείνο που μπορούσε από τον Θεό να γίνει γνωστό, ήταν φανερό σε αυτούς, και γνώριζαν ποιο ήταν το καλό και ποιο ήταν το κακό, με τα οποία έκριναν τους άλλους.
Γι’ αυτό ακριβώς τους κατηγορούσε και έλεγε ότι «ἐν ᾧ γὰρ κρίνεις τὸν ἕτερον, σεαυτὸν κατακρίνεις (:ακριβώς επειδή γνωρίζεις πόσο οργίζεται ο Θεός εναντίον της αμαρτίας, γι’ αυτό είσαι αναπολόγητος άνθρωπε μου, που γίνεσαι δικαστής των άλλων, οποιοσδήποτε και αν είσαι· διότι με την πράξη σου αυτή να κατακρίνεις τον άλλο, καταδικάζεις τον εαυτό σου)»[Ρωμ. 2,1]. Στην περίπτωση των Ιουδαίων όμως, μαζί με αυτά που ειπώθηκαν, ορίστηκε και ο νόμος, όχι μόνο το λογικό, ούτε η συνείδηση.
Για ποιο λόγο όμως αναφέρει το «όταν κατηγορούν οι σκέψεις ή απολογούνται»; Γιατί, αν έχουν γραπτό νόμο και αποδεικνύουν το έργο του, τι μπορεί να κατηγορήσει στη συνέχεια η σκέψη; Αλλά δεν λέγει πια για εκείνες μόνο το «όταν κατηγορούν», αλλά και για ολόκληρη τη φύση· γιατί τότε παρουσιάζονται και οι σκέψεις μας, άλλες για να κατηγορήσουν και άλλες για να απολογηθούν, και δεν χρειάζεται άλλον κατήγορο ο άνθρωπος σε εκείνο το δικαστήριο.
Στη συνέχεια αυξάνοντας τον φόβο δεν είπε «τα αμαρτήματα των ανθρώπων», αλλά «τις απόκρυφες πράξεις των ανθρώπων». Επειδή λοιπόν είπε: «Φαντάζεσαι εσύ, που κατακρίνεις εκείνους που κάνουν τέτοια έργα και όμως κάνεις και εσύ αυτά, ότι θα αποφύγεις την κρίση του Θεού;», για να μη δεχθείς τέτοια κρίση, όμοια με αυτήν που εκφέρεις και ο ίδιος, αλλά για να δεις ότι η κρίση του Θεού είναι πολύ ακριβέστερη από τη δική σου, συμπλήρωσε: «τις απόκρυφες πράξεις των ανθρώπων» και πρόσθεσε «σύμφωνα με το ευαγγέλιο που κηρύττω, με τον Ιησού Χριστό»· γιατί οι άνθρωποι δικάζουν τις φανερές πράξεις μόνο. Μολονότι βέβαια μιλούσε παραπάνω για τον Πατέρα μόνο, αλλά επειδή στη συνέχεια τους μαλάκωσε με τον φόβο, πρόσθεσε και τον λόγο για τον Χριστό. Και όχι μόνο αυτόν, αλλά και εδώ, αφού μνημόνευσε τον Πατέρα, τότε τον πρόσθεσε. Και την αξία όμως του κηρύγματος εξυψώνει με αυτά· «διότι το ίδιο το κήρυγμα», λέγει, «διακηρύσσει αυτά που προκαταβολικά φανέρωσε η φύση».
Είδες ότι με σύνεση οδήγησε αυτούς και τους προσκάλεσε στο ευαγγέλιο και τον Χριστό, και υπέδειξε ότι τα ανθρώπινα δεν σταματούν μέχρι εδώ, αλλά προχωρούν πιο πέρα; Αυτό και προηγουμένως το έκανε, λέγοντας «Μαζεύεις εναντίον σου θησαυρούς οργής κατά την ημέρα της οργής», και εδώ πάλι: «Θα κρίνει ο Θεός τις απόκρυφες πράξεις των ανθρώπων». Ο καθένας, λοιπόν, γνωρίζοντας τη συνείδησή του και αναλογιζόμενος τα αμαρτήματά του, ας ζητάει τις ευθύνες με ακρίβεια από τον εαυτό του για να μην κατακριθούμε τότε μαζί με όλο τον κόσμο· γιατί είναι φοβερό το δικαστήριο εκείνο, φρικτό το βήμα, οι ευθύνες είναι γεμάτες τρόμο, τρέχει ποταμός φωτιάς.«Ἀδελφὸς οὐ λυτροῦται, λυτρώσεται ἄνθρωπος;(:Όμως και αυτοί θα αντικρίσουν το θάνατο· διότι από τον θάνατο και ο πιο αγαπημένος τους αδελφός δεν μπορεί να τους εξαγοράσει και να τους ελευθερώσει. Πώς είναι λοιπόν δυνατό να τους ελευθερώσει οποιοσδήποτε άλλος άγνωστος άνθρωπος; Κανένας δεν μπορεί να εξαγοράσει την ζωή του από τον Θεό, δίνοντας Του κάποια προσφορά για να εξιλεωθεί απέναντι Του και να παρατείνει έτσι την ζωή του)»[Ψαλμ.48,8].
Θυμήσου λοιπόν αυτά που λέγονται στο ευαγγέλιο, τους αγγέλους που τρέχουν γύρω-γύρω να περισυνάξουν κάθε άνθρωπο για να γίνει η τελική κρίση, τον νυμφώνα που αποκλείεται για όσους δεν έχουν καθαρό ένδυμα, τις λαμπάδες που δεν σβήνουν, τις δυνάμεις που σύρουν στα καμίνια. Και εκείνο να σκεφτείς, ότι αν κάποιου από εμάς φανερώθηκε σήμερα κάποιο κρυφό πράγμα μπροστά στην εκκλησία μόνο, πώς δε θα ευχόταν να εξαφανιστεί μάλλον και να τον καταπιεί η γη, παρά να έχει τόσους μάρτυρες για την κακία του;
Τι λοιπόν θα πάθουμε τότε, όταν θα παρουσιάζονται όλα μπροστά στην οικουμένη σε τέτοιο λαμπρό και επίσημο θέατρο, και ενώ γνωστοί και άγνωστοι σε μας θα τα βλέπουν όλα καθαρά; Αλλά αλίμονο, από πού αναγκάζομαι να σας φοβερίσω; Από την υπόληψη των ανθρώπων, ενώ πρέπει να το κάμω αυτό από τον φόβο του Θεού και της καταδίκης Του. Ποιοι λοιπόν, πες μου, θα είμαστε τότε, όταν ενώ θα μας δέσουν και θα τρίζουν τα δόντια, θα μας οδηγήσουν στο σκότος το εξώτερο; Ή καλύτερα, τι θα κάνουμε, πράγμα που είναι πιο φοβερό από όλα, όταν θα έρθουμε σε σύγκρουση με τον Θεό; Γιατί, εάν κάποιος έχει αίσθηση και νου, ήδη υπέμεινε και τη γέεννα, όταν θα παρουσιαστεί μπροστά στον Θεό· επειδή όμως δεν παθαίνει αυτό, γι’ αυτό απειλούσε με τη φωτιά της κόλασης· γιατί πραγματικά έπρεπε να υποφέρουμε, όχι όταν τιμωρούμαστε, αλλά όταν αμαρτάνουμε.
[…]Ας σταματήσουμε λοιπόν στο εξής να βαδίζουμε προς τους γκρεμούς και ας συνέλθουμε και αφού αναλογιστούμε όλα αυτά, ας αναπέμψουμε δόξα στον Θεό με τα έργα μας, γιατί δεν είναι αρκετή η δόξα με τα λόγια, για να απολαύσουμε τη δική Του δόξα, την οποία εύχομαι να επιτύχουμε όλοι μας, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον οποίο στον Πατέρα και συγχρόνως στο Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα, η δύναμη και η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-ad-romanos.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην Προς Ρωμαίους επιστολήν, ομιλία ΣΤ΄[επιλεγμένα αποσπάσματα], πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1984, τόμος 16Β, σελίδες 443-459 και 468-469.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
Liddell & Scott, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007),
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ[:Ματθ. 4, 18-22]
ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
«Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφόν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς.καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων.οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ(:Ενώ λοιπόν περπατούσε κοντά στη θάλασσα της Γαλιλαίας, είδε δυο αδελφούς· τον Σίμωνα, τον οποίο κατόπιν ονόμασε Πέτρο, και τον Ανδρέα τον αδελφό του, οι οποίοι έριχναν δίχτυα στη θάλασσα, διότι ήταν ψαράδες. Και τους λέει: ‘’Ακολουθήστε με και θα σας κάνω ικανούς να αλιεύετε αντί για ψάρια ανθρώπους· αυτούς θα τους ελκύετε στη βασιλεία των ουρανών με τα πνευματικά δίχτυα του κηρύγματος’’. Και αυτοί αμέσως άφησαν τα δίχτυα τους και Τον ακολούθησαν)»[Ματθ.4,18-20].
Βέβαια ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει ότι διαφορετικά προσκλήθηκαν αυτοί οι δύο μαθητές από τον Κύριο. Επομένως, είναι φανερό ότι η παραπάνω πρόσκληση που τους απηύθυνε ο Κύριος και που αναφέρει εδώ ο ευαγγελιστής Ματθαίος είναι η δεύτερη στη σειρά. Αυτό επίσης μπορεί να το διαπιστώσει κανείς από πολλά σημεία. Στο ευαγγέλιο του Ιωάννη λοιπόν αναφέρεται ότι ο Ανδρέας και ο Πέτρος προσκλήθηκαν για πρώτη φορά, προτού κλειστεί στη φυλακή ο Ιωάννης ο Βαπτιστής[βλ. Ιω.1,35-36: «Τῇ ἐπαύριον πάλιν εἱστήκει ὁ Ἰωάννης καὶ ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο, καὶ ἐμβλέψας τῷ Ἰησοῦ περιπατοῦντι λέγει· ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. καὶ ἤκουσαν αὐτοῦ οἱ δύο μαθηταὶ λαλοῦντος, καὶ ἠκολούθησαν τῷ Ἰησοῦ(:Την άλλη μέρα ο Ιωάννης στεκόταν πάλι στο συνηθισμένο μέρος που κήρυττε, και μαζί του ήταν και δύο από τους μαθητές του. Και αφού παρατήρησε με ευλάβεια τον Ιησού, που τη στιγμή εκείνη περπατούσε, είπε: “Αυτός είναι το Αρνίο που παρέδωσε ο Θεός Πατέρας του να θυσιαστεί για χάρη μας”. Οι δύο μαθητές τον άκουσαν να το λέει αυτό και ακολούθησαν τον Ιησού)»],ενώ εδώ στον Ευαγγελιστή Ματθαίο αναφέρεται ότι προσκλήθηκαν μετά τη φυλάκιση του Ιωάννη του Βαπτιστή[Ματθ. 4,12: «Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι Ἰωάννης παρεδόθη, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν(:Όταν άκουσε ο Ιησούς ότι ο Ιωάννης παραδόθηκε στη φυλακή κατά διαταγή του βασιλιά Ηρώδη Αντύπα, αναχώρησε από την Ιουδαία και πήγε στη Γαλιλαία)» –βλ. παραπάνω Ματθ. 4,18-19: «Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφόν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς. καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων»].
Επίσης, στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο ο Ανδρέας καλεί τον Πέτρο[Ιω. 1,41-42: «ἦν Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου εἷς ἐκ τῶν δύο τῶν ἀκουσάντων παρὰ Ἰωάννου καὶ ἀκολουθησάντων αὐτῷ. εὑρίσκει οὗτος πρῶτος τὸν ἀδελφὸν τὸν ἴδιον Σίμωνα καὶ λέγει αὐτῷ· εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν· ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον Χριστός· καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν (:Ο ένας από τους δύο αυτούς μαθητές που άκουσαν από τον Ιωάννη τα όσα είπε για τον Ιησού και Τον ακολούθησαν, ήταν ο Ανδρέας, ο αδελφός του Σίμωνος Πέτρου. Πριν όμως ακόμη βρει ο άλλος μαθητής τον αδελφό του, βρίσκει ο Ανδρέας πρώτος τον αδελφό του τον Σίμωνα και του λέει: “Βρήκαμε τον Μεσσία”-όνομα που στα ελληνικά σημαίνει Χριστός-. Και ενώ είχε αρχίσει πια να νυχτώνει, τον έφερε την ίδια αυτή μέρα στον Ιησού)»], εδώ όμως και τους δύο τους καλεί ο Χριστός.
Και ο μεν Ιωάννης λέγει στο Ευαγγέλιό του ότι όταν είδε ο Ιησούς τον Σίμωνα να έρχεται προς Αυτόν του είπε: «Σὺ εἶ Σίμων ὁ υἱὸς Ἰωνᾶ, σὺ κληθήσῃ Κηφᾶς, ὃ ἑρμηνεύεται Πέτρος(:Εσύ είσαι Σίμωνα, ο υιός του Ιωνά· εσύ, επειδή θα γίνεις στερεός στην πίστη σαν πέτρα, θα ονομαστείς Κηφάς, όνομα το οποίο στην ελληνική γλώσσα ερμηνεύεται Πέτρος)»[Ιω.1,43], ενώ ο Ματθαίος λέγει ότι έφερε ήδη το όνομα αυτό ο μαθητής αυτός [Ματθ. 4,18: «Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφόν αὐτοῦ(:Και ενώ περπατούσε κοντά στη θάλασσα της Γαλιλαίας, είδε δυο αδελφούς, τον Σίμωνα, τον οποίο κατόπιν ονόμασε Πέτρο, και τον Ανδρέα τον αδελφό του, οι οποίοι έριχναν δίχτυα στη θάλασσα, διότι ήταν ψαράδες)»].
Αλλά και από τον τόπο όπου κλήθηκαν και από πολλά άλλα σημεία μπορεί κανένας να αντιληφθεί αυτό και ακόμη από το γεγονός ότι υπάκουσαν εύκολα και πρόθυμα στην πρόσκληση και από το ότι εγκατέλειψαν τα πάντα· διότι ήδη είχαν προπαιδευτεί καλά. Επίσης στον ευαγγελιστή Ιωάννη φαίνεται ότι ο Ανδρέας ερχόταν στην οικία στην οποία διέμενε ο Ιησούς, και άκουγε πολλά από Αυτόν[πρβλ. Ιω. 1,39-40: «Τί ζητεῖτε; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· ῥαββί· ὃ λέγεται ἑρμηνευόμενον διδάσκαλε· ποῦ μένεις; λέγει αὐτοῖς· ἔρχεσθε καὶ ἴδετε. ἦλθον οὖν καὶ εἶδον ποῦ μένει καὶ παρ᾿ αὐτῷ ἔμειναν τὴν ἡμέραν ἐκείνην· ὥρα ἦν ὡς δεκάτη (:”Τι θέλετε και τι ζητάτε από μένα;”. Κι εκείνοι του είπαν: “Ραββί (που σημαίνει Διδάσκαλε), πού μένεις, για να σε επισκεφτούμε και να μιλήσουμε μαζί σου;” Και Αυτός τους είπε: “Ελάτε τώρα και δείτε πού μένω”. Ήλθαν λοιπόν και είδαν πού μένει και έμειναν κοντά Του την ημέρα εκείνη. Η ώρα μάλιστα που συνάντησαν τον Ιησού οι δύο μαθητές ήταν περίπου δέκα από την ανατολή του ηλίου, δηλαδή τέσσερις το απόγευμα)»], ενώ στον ευαγγελιστή Ματθαίο αναφέρεται ότι μόλις άκουσαν έναν απλό λόγο, αμέσως Τον ακολούθησαν[Ματθ.4,20: «Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ(:Και αυτοί αμέσως άφησαν τα δίχτυά τους και Τον ακολούθησαν)»].
Βέβαια ήταν φυσικό, μολονότι Τον είχαν ακολουθήσει από την αρχή, να Τον εγκαταλείψουν στη συνέχεια, όταν είδαν τον Ιωάννη να φυλακίζεται και τον Ιησού να αναχωρεί και να επανέλθουν στην εργασία τους. Έτσι, λοιπόν, τους βρήκε να ψαρεύουν. Ο δε Ιησούς, ούτε όταν πρώτα θέλησαν να φύγουν τούς εμπόδισε, ούτε πάλι όταν έφυγαν, τους άφησε οριστικά. Υποχώρησε μεν όταν αυτοί απομακρύνθηκαν, έρχεται όμως εκ νέου για να τους κάνει πάλι δικούς Του μαθητές. Αυτός είναι ένας σπουδαιότατος τρόπος αλιείας.
Πρόσεξε επίσης την πίστη και την υπακοή τους· διότι αν και βρίσκονταν στο μέσο της εργασίας τους(γνωρίζετε βέβαια πόσο απαιτητική είναι η αλιεία), όταν άκουσαν την προτροπή του Κυρίου δεν ανέβαλαν, ούτε και το μετέθεσαν για αργότερα, ούτε είπαν: «Να επιστρέψουμε στο σπίτι και να συνεννοηθούμε με τους δικούς μας», αλλά αφού εγκατέλειψαν τα πάντα, Τον ακολούθησαν, όπως ο Ελισσαίος ακολούθησε κάποτε τον προφήτη Ηλία.
Πραγματικά αυτού του είδους την υπακοή ζητεί από μας για τη μετάνοιά μας ο Χριστός, ώστε να μην αναβάλλουμε ούτε για ελάχιστο χρονικό διάστημα, ακόμα και αν, όπως κρίνουμε, μας κατεπείγει κάτι από τα πλέον απαραίτητα προς το ζην. Γι’ αυτό και κάποιον άλλον που Τον πλησίασε και ζήτησε να πάει πρώτα να θάψει τον πατέρα του, μήτε αυτό δεν τον άφησε να κάμει, δείχνοντας ότι από όλα πρέπει να προτιμούμε να Τον ακολουθήσουμε και να γίνουμε μαθητές Του [Μτθ.8,21-22: «Ἕτερος δὲ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, ἐπίτρεψόν μοι πρῶτον ἀπελθεῖν καὶ θάψαι τὸν πατέρα μου. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἀκολούθει μοι, καὶ ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς(:Και ένας άλλος από τους μαθητές Του του είπε: “Κύριε, δώσε μου την άδεια πρώτα να φύγω, να πάω να θάψω τον πατέρα μου, και μετά θα σε ακολουθήσω παντού”. Και ο Ιησούς, προβλέποντας ότι η επιστροφή του μαθητή στο σπίτι του θα τον έριχνε σε σοβαρές κληρονομικές φροντίδες και διαμάχες που θα ψύχραιναν το ζήλο του, του είπε: “Ακολούθησέ με, και άφησε τους συγγενείς σου, οι οποίοι, ενώ φαίνονται ζωντανοί, λόγω της απιστίας τους είναι πνευματικώς νεκροί, να θάψουν τους νεκρούς που είναι δικοί τους, διότι και αυτοί πέθαναν μέσα στην απιστία”)»].
Εάν πάλι θεωρείς ότι Τον ακολούθησαν επειδή ήταν μεγάλη η υπόσχεση, και πάλι τους θαυμάζω γι’ αυτό και ακόμη περισσότερο, επειδή παρόλο που δεν είχαν δει ακόμα κανένα θαυματουργικό σημείο, πίστεψαν σε μια τόσο μεγάλη υπόσχεση και όλα τα άλλα τα έθεσαν σε δεύτερη μοίρα προκειμένου να Τον ακολουθήσουν. Πραγματικά, με όποια λόγια αλιεύτηκαν οι ίδιοι, πίστεψαν ότι με αυτά θα μπορούσαν κι άλλους να αλιεύσουν και να τους οδηγήσουν στη σωτηρία των ψυχών τους.
Και σε αυτούς μεν αυτήν την υπόσχεση έδωσε, σε εκείνους όμως που ήταν μαζί με τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη τίποτα παρόμοιο δεν είπε, διότι η υπακοή αυτών που πρώτους κάλεσε(δηλαδή του Ανδρέα και του Πέτρου),είχε προετοιμάσει πλέον και αυτούς. Εξάλλου πολλά είχαν ακούσει και προηγουμένως γι’ Αυτόν.
Πρόσεξε επίσης πώς κάνει σε μας σαφή υπαινιγμό και για τη φτώχεια του Ιακώβου και του Ιωάννη· τους βρήκε να διορθώνουν και να ράβουν τα δίχτυά τους[Μτθ.4,21: «Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῷ καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν(:Και αφού προχώρησε πιο πέρα από εκεί, είδε άλλους δύο αδελφούς, τον Ιάκωβο, τον γιο του Ζεβεδαίου, και τον Ιωάννη τον αδελφό του, να ετοιμάζουν τα δίχτυα τους μέσα στο πλοίο μαζί με τον πατέρα τους Ζεβεδαίο. Και τους κάλεσε)»]. Τόσο μεγάλη ήταν η φτώχεια τους, ώστε να διορθώνουν τα χαλασμένα, επειδή δεν μπορούσαν να αγοράσουν άλλα.
Δεν ήταν βέβαια κι αυτό τότε μικρή απόδειξη της αρετής τους, το ότι δηλαδή υπέφεραν αγόγγυστα τη φτώχεια τους, το ότι αποκτούσαν την τροφή τους με τίμιο μόχθο, το ότι είχαν μαζί τους και τον γέρο πατέρα τους και τον περιποιούνταν[πρβλ. παραπάνω, Ματθ. 4,21-22:«Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῷ καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν, καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ(:Και αφού προχώρησε πιο πέρα από εκεί, είδε άλλους δύο αδελφούς, τον Ιάκωβο, τον γιο του Ζεβεδαίου, και τον Ιωάννη, τον αδελφό του, να ετοιμάζουν τα δίχτυα τους μέσα στο πλοίο μαζί με τον πατέρα τους Ζεβεδαίο. Και τους κάλεσε. Και αυτοί αμέσως άφησαν το πλοίο και τον πατέρα τους και τον ακολούθησαν)»].
Αφού λοιπόν τους έκανε μαθητές Του, τότε αρχίζει να θαυματουργεί ενώπιόν τους, βεβαιώνοντας με τα έργα Του ό,τι είχε πει γι’ Αυτόν ο Βαπτιστής Ιωάννης. Βρισκόταν αδιάκοπα στις συναγωγές και με την πράξη Του αυτή τους δίδασκε ότι δεν είναι κάποιος αντίθετος, ούτε πλάνος, αλλά έχει έρθει με το θέλημα του Θεού, κατόπιν κοινής Τους συμφωνίας. Και συχνάζοντας στις συναγωγές, δεν κήρυττε μόνο, αλλά και πολλά θαύματα επιτελούσε[βλ. Ματθ. 4,23-25: «Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ. καὶ ἀπῆλθεν ἡ ἀκοὴ αὐτοῦ εἰς ὅλην τὴν Συρίαν, καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας ποικίλαις νόσοις καὶ βασάνοις συνεχομένους, καὶ δαιμονιζομένους καὶ σεληνιαζομένους καὶ παραλυτικούς, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς· καὶ ἀπῆλθεν ἡ ἀκοὴ αὐτοῦ εἰς ὅλην τὴν Συρίαν, καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας ποικίλαις νόσοις καὶ βασάνοις συνεχομένους, καὶ δαιμονιζομένους καὶ σεληνιαζομένους καὶ παραλυτικούς, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς· καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ ὄχλοι πολλοὶ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας καὶ Δεκαπόλεως καὶ Ἱεροσολύμων καὶ Ἰουδαίας καὶ πέραν τοῦ Ἰορδάνου(:Και περιόδευε ο Ιησούς όλη τη Γαλιλαία διδάσκοντας στις συναγωγές τους, όπου κάθε Σάββατο μαζεύονταν οι Εβραίοι για να ακούσουν την ανάγνωση της Αγίας Γραφής και να προσευχηθούν. Και κήρυττε εκεί το χαρμόσυνο άγγελμα ότι πλησίαζε ο χρόνος της πνευματικής βασιλείας, που θα έφερνε στους ανθρώπους την απολύτρωση και τη χαρά. Και θεράπευε κάθε είδους ασθένεια και αδιαθεσία στον λαό. Διαδόθηκε λοιπόν η φήμη του σε όλη τη Συρία. Και έφεραν μπροστά Του όλους όσους υπέφεραν από διάφορες αρρώστιες και κατέχονταν από βασανιστικές ασθένειες, δαιμονισμένους και σεληνιασμένους και παραλύτους, και τους θεράπευε. Τότε Τον ακολούθησαν πολλά πλήθη λαού από τη Γαλιλαία και από τις δέκα ελληνικές πόλεις που είχαν κτιστεί κυρίως στην ανατολική όχθη του Ιορδάνη, καθώς επίσης και από τα Ιεροσόλυμα και την Ιουδαία και τη χώρα που εκτείνεται πέρα από τον Ιορδάνη ποταμό)»].
Πραγματικά σε κάθε περίπτωση κατά την οποία συμβαίνει κάτι το νέο και παράδοξο και εισάγεται κάποιος νέος τρόπος ζωής, συνηθίζει ο Θεός να κάνει θαύματα, προσφέροντας εγγύηση της δυνάμεώς Του προς εκείνους που πρόκειται να δεχτούν τους νόμους Του. Έτσι λοιπόν όταν επρόκειτο να πλάσει τον άνθρωπο, δημιούργησε όλον τον κόσμο και τότε του έδωσε εκείνο τον νόμο μέσα στον παράδεισο. Και όταν επρόκειτο να νομοθετήσει στον Νώε, πάλι μεγάλα θαύματα έκαμε, με τα οποία αναδημιουργούσε όλη την πλάση και τη φοβερή εκείνη θάλασσα την έκανε να κυριαρχεί επί της γης για ένα ολόκληρο χρόνο και με όλα αυτά, μέσα σε τόσο χαλασμό διέσωσε τον δίκαιο εκείνο. Και στα χρόνια του Αβραάμ έδωσε πολλά σημεία της δυνάμεώς Του, όπως είναι η νίκη κατά τον πόλεμο, η πληγή κατά του Φαραώ και η απαλλαγή από τους κινδύνους. Και όταν επίσης επρόκειτο να θεσπίσει τους νόμους στους Εβραίους, έδειξε πρώτα τα θαυμαστά εκείνα και μεγάλα σημεία [στο όρος Σινά] και έπειτα τους έδωσε τον Νόμο.
Έτσι λοιπόν κι εδώ θέλοντας να δώσει έναν ανώτερο τρόπο ζωής και να τους πει όσα ποτέ δεν είχαν ακούσει μέχρι εκείνη τη στιγμή, επιβεβαιώνει τους λόγους με την επιτέλεση των θαυμάτων. Επειδή δηλαδή δεν γινόταν αντιληπτή με τις αισθήσεις η κηρυττόμενη Βασιλεία, αυτήν την αφανή, με τα ορατά σε όλους θαύματα την καθιστά φανερή. Και πρόσεξε την απλότητα του Ευαγγελιστή, ο οποίος δεν μας διηγείται χωριστά κάθε περίπτωση όσων θεραπεύονταν, αλλά με τρόπο συνοπτικό μας ενημερώνει για τα αναρίθμητα θαύματα. «Καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας ποικίλαις νόσοις καὶ βασάνοις συνεχομένους, καὶ δαιμονιζομένους καὶ σεληνιαζομένους καὶ παραλυτικούς, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς(:Διαδόθηκε λοιπόν η φήμη Του σε όλη τη Συρία. Κι έφεραν μπροστά Του όλους όσους υπέφεραν από διάφορες αρρώστιες και κατέχονταν από βασανιστικές ασθένειες, δαιμονισμένους και σεληνιασμένους και παραλύτους, και τους θεράπευε)»[Ματθ.4,24]. «Του έφεραν», λέει, «όλους όσοι ταλαιπωρούνταν από κάθε λογής ασθένειες και βασανίζονταν, δαιμονισμένους και σεληνιαζομένους και παραλυτικούς και τους θεράπευσε».
Αλλά γεννιέται το ακόλουθο ερώτημα: για ποιον λόγο από κανέναν από όσους θεραπεύτηκαν δεν ζήτησε την πίστη, ούτε είπε αυτό που έπειτα φανερά έλεγε: «Πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;(:Πιστεύετε ότι έχω τη δύναμη να κάνω αυτό που μου ζητάτε;)»[Ματθ.9,28]; Επειδή δεν είχε δώσει ακόμα απόδειξη της δυνάμεώς Του. Εξάλλου και μόνο το γεγονός ότι προσέρχονταν μόνοι τους και έφερναν ασθενείς κοντά στον Χριστό, δεν αποδεικνύει τυχαία πίστη· διότι τους έφερναν από μακριά, πράγμα το οποίο δεν θα έκαναν αν δεν πίστευαν πολύ οι ίδιοι.
Ας Τον ακολουθήσουμε λοιπόν κι εμείς· γιατί έχουμε πολλές ασθένειες της ψυχής κι αυτές θέλει πρώτα να θεραπεύσει· διότι γι’ αυτό αποκαθιστά τις σωματικές ασθένειες, για να απομακρύνει τα ψυχικά νοσήματα από την ψυχή μας. Ας έρθουμε λοιπόν κοντά Του και τίποτα βιοτικό ας μην Του ζητήσουμε παρά μόνο συγχώρηση των αμαρτιών μας· την παραχωρεί και τώρα αν τη ζητούμε σοβαρά. Τότε βέβαια είχε φτάσει η φήμη Του ως τη Συρία[Ματθ. 4,24: «Καὶ ἀπῆλθεν ἡ ἀκοὴ αὐτοῦ εἰς ὅλην τὴν Συρίαν, καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας ποικίλαις νόσοις καὶ βασάνοις συνεχομένους, καὶ δαιμονιζομένους καὶ σεληνιαζομένους καὶ παραλυτικούς, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς»(:Διαδόθηκε λοιπόν η φήμη Του σε όλη τη Συρία. Κι έφεραν μπροστά Του όλους όσους υπέφεραν από διάφορες αρρώστιες και κατέχονταν από βασανιστικές ασθένειες, δαιμονισμένους και σεληνιασμένους και παραλύτους, και τους θεράπευε)»],ενώ τώρα έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη την οικουμένη. Κι εκείνοι έτρεχαν προς Αυτόν, όταν άκουγαν μόνο πως θεράπευσε δαιμονισμένους· εσύ όμως που έχεις περισσότερες και μεγαλύτερες αποδείξεις για τη δύναμή Του, γιατί δεν σηκώνεσαι να τρέξεις σ’ Αυτόν; Και εκείνοι άφησαν και πατρίδα και φίλους και συγγενείς· εσύ όμως δεν θέλεις μήτε το σπίτι σου να αφήσεις, για να πας κοντά Του και να λάβεις πολύ περισσότερα; Και μήτε που ζητώ αυτό από σένα. Άφησε μόνο την κακή συνήθεια και μένοντας στο σπίτι σου μαζί με τους δικούς σου θα μπορέσεις εύκολα να σωθείς.
Τώρα αν έχουμε μια σωματική πάθηση, κάνουμε τα πάντα και καταφεύγουμε σε κάθε μέσο προκειμένου να απαλλαγούμε από αυτήν. Αν όμως η ψυχή μας είναι σε κακή κατάσταση, αναβάλλουμε και βραδύνουμε να κάνουμε κάτι. Γι’ αυτό ακριβώς δεν γλυτώνουμε ούτε από τα σαρκικά παθήματα, επειδή εμείς θεωρούμε τα αναγκαία ως πάρεργα και τα πάρεργα ως αναγκαία και ενώ αφήνουμε την πηγή των κακών, θέλουμε να καθαρίσουμε τα ρυάκια· διότι το ότι βέβαια αιτία των σωματικών ασθενειών είναι η κακία της ψυχής το δήλωσε και εκείνος ο άνθρωπος στη Βηθεσδά που ήταν για τριάντα οκτώ χρόνια παράλυτος [βλ. Ιω.5,1-18], καθώς και εκείνος ο παράλυτος της Καπερναούμ, που τον κατέβασαν από τη στέγη ενώπιον του Ιησού για να τον θεραπεύσει [βλ. Λουκ.5,17-26].Αντίστοιχα το δήλωσε αυτό και ο Κάιν πριν απ’ αυτούς[Γέν.4,8 κ.εξ.].Αλλά και από πολλές άλλες περιπτώσεις μπορεί ο καθένας να το διαπιστώσει αυτό.
Ας αφανίσουμε λοιπόν την πηγή των κακών και τότε θα στερέψουν όλα τα ρεύματα των ασθενειών. Δεν είναι μόνο η παράλυση ασθένεια, αλλά και η αμαρτία· και η δεύτερη μάλιστα είναι πολύ πιο σοβαρή ασθένεια από την πρώτη, τόσο μάλιστα, όσο ανώτερη είναι από το σώμα η ψυχή. Ας έρθουμε λοιπόν και τώρα κοντά Του και ας Τον παρακαλέσουμε να σφίξει την ψυχή μας που έχει παραλύσει και αφού αφήσουμε κάθε βιοτική μέριμνα, ας φροντίζουμε μόνο για τα πνευματικά. Εάν με δύναμη προσηλωθείς στα πνευματικά, τότε φρόντιζε και για τα γήινα. Μήτε πάλι να αδιαφορείς για την αμαρτία σου, επειδή δεν αισθάνεσαι πόνο· γι’ αυτό ακριβώς να στενάζεις περισσότερο, επειδή δεν αισθάνεσαι οδύνη για τις αμαρτίες σου· διότι αυτό δεν συμβαίνει επειδή δεν δαγκώνει η αμαρτία, αλλά επειδή είναι αναίσθητη η ψυχή που αμαρτάνει. Σκέψου λοιπόν ότι όσοι αισθάνονται τα δικά τους αμαρτήματα στενάζουν χειρότερα από αυτούς που τους φονεύουν ή τους καίνε, πόσα κάνουν και πόσα υποφέρουν, πόσους θρήνους και οδυρμούς κάνουν, για να απαλλαγούν από την πονηρή συνείδηση που τους τύπτει. Δεν θα το έκαναν αυτό, αν δεν ένιωθαν σφοδρό ψυχικό πόνο.
Εκείνο λοιπόν που είναι το καλύτερο είναι να μην αμαρτάνουμε καθόλου, ύστερα όμως από αυτό, το να συναισθανόμαστε την αμαρτία και να διορθωνόμαστε· διότι αν μας λείπει αυτό, πώς θα παρακαλέσουμε τον Θεό και θα ζήσουμε τη συγχώρηση των αμαρτιών μας, εμείς που καθόλου δεν δίνουμε καμία σημασία σε αυτά; Πραγματικά, όταν εσύ, που αμάρτησες, δεν θέλεις μήτε αυτό να αναγνωρίσεις, ότι δηλαδή αμάρτησες, για ποια αμαρτήματα θα παρακαλέσεις τον Θεό; Για εκείνα που δεν γνωρίζεις; Και πώς θα γνωρίσεις το μέγεθος της ευεργεσίας; Εξομολογήσου λοιπόν ξεχωριστά μία μία τις αμαρτίες σου στον πνευματικό σου πατέρα, για να μάθεις για ποιες παίρνεις συγχώρηση[για αυτές μονάχα δηλαδή που ομολογείς], για να νιώσεις ευγνωμοσύνη προς τον Ευεργέτη σου.
Εσύ όμως όταν εξοργίσεις κάποιον άνθρωπο, και φίλους και γείτονες και θυρωρούς παρακαλείς και χρήματα ξοδεύεις και χάνεις πολλές ημέρες να πηγαίνεις να τον βρίσκεις και να παρακαλείς και αν μια και δύο και αμέτρητες φορές σε αποκρούσει ο θυμωμένος, δεν ησυχάζεις, αλλά μεγαλώνει η αγωνία σου και πληθαίνεις τις παρακλήσεις. Όταν όμως προκαλούμε την οργή του Θεού των όλων, αδρανούμε και ησυχάζουμε και αδιαφορούμε και διασκεδάζουμε και μεθούμε και εκτελούμε όλες τις συνηθισμένες μας πράξεις. Πότε θα μπορέσουμε να Τον εξιλεώσουμε; Και πώς με αυτή μας την συμπεριφορά δεν θα Τον εξοργίσουμε περισσότερο; Πιο πολύ από την αμαρτία Τον κάνει να αγανακτεί περισσότερο και να οργίζεται η απουσία της λύπης για την αμαρτία. Γι’ αυτό αξίζει να κατεβούμε μέσα στη γη και μήτε τον ήλιο να αντικρίζουμε μήτε να αναπνέουμε καθόλου, γιατί παρόλο που έχουμε έναν τόσο διαλλακτικό Κύριο, Τον θυμώνουμε και αφού Τον θυμώνουμε, τουλάχιστο δεν μετανοούμε. Παρόλο που Εκείνος κι όταν θυμώνει, δεν μας μισεί ούτε μας αποστρέφεται, αλλά θέλει να μας επαναφέρει κοντά Του έστω και με τον τρόπο αυτό· γιατί αν μας ευεργετούσε αδιάκοπα και εμείς Τον υβρίζαμε, περισσότερο θα Τον περιφρονούσαμε. Για να μη γίνει αυτό, μας αποστρέφεται προσωρινά, για να μας έχει κοντά Του παντοτινά.
Ας έχουμε θάρρος λοιπόν στην φιλανθρωπία Του και ας επιδείξουμε μετάνοια με ενδιαφέρον πριν φτάσει η ημέρα εκείνη του θανάτου μας κι έπειτα, που η μετάνοια δεν θα μπορεί να μας ωφελήσει πλέον. Τώρα όλα είναι στο χέρι μας· τότε όμως η απόφαση είναι μόνο στο χέρι του δικαστού. Ας προσπέσουμε λοιπόν στον φιλάνθρωπο Κύριό μας και ας εξομολογηθούμε στον πνευματικό μα[ πρβ. Ψαλμ. 94,2: « Προφθάσωμεν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐν ἐξομολογήσει(:Ας τρέξουμε να Τον προϋπαντήσουμε και να εμφανιστούμε μπροστά Του, με δοξολογίες και ας Τον υμνήσουμε με ψαλμούς και αλαλαγμούς)»], ας κλάψουμε κι ας θρηνήσουμε.
Αν μπορέσουμε να καταπραΰνουμε τον δικαστή πριν από την δίκη(:την ημέρα της κρίσεως)και μας συγχωρέσει τα αμαρτήματά μας, τότε δεν θα χρειαστεί μήτε να μπούμε στο δικαστήριο. Όπως πάλι αν δεν γίνει αυτό, θα ακούσει την απολογία μας μπροστά σε ολόκληρη την οικουμένη, που θα είναι παρούσα και δεν έχουμε καμιά ελπίδα για συγχώρηση· διότι κανένας από εκείνους που δεν πήραν άφεση για τα αμαρτήματά τους εδώ στη γη, όταν φτάσει εκεί, δεν θα μπορέσει να αποφύγει τις ευθύνες του γι’ αυτά. Αλλά όπως οι φυλακισμένοι εδώ με τις αλυσίδες τους οδηγούνται στο δικαστήριο, έτσι και όλες οι ψυχές όταν φύγουν από εδώ βεβαρημένες με όλες τις σειρές των αμαρτημάτων τους, οδηγούνται στο φοβερό βήμα. Πραγματικά η παρούσα ζωή δεν διαφέρει καθόλου από μια φυλακή. Αλλά όπως στο κτίριο της φυλακής όταν εισέλθουμε, τους βλέπουμε όλους αλυσοδεμένους, έτσι και τώρα όταν εξέλθουμε από τη φαινομενική και εισχωρήσουμε μέσα στη ζωή καθενός και μέσα στην ψυχή του, θα τη βρούμε δεμένη με αλυσίδες χειρότερες από τις σιδερένιες.
Για όλα αυτά ας παρακαλέσουμε τον Λυτρωτή των ψυχών μας, ώστε και τα δεσμά μας να σπάσει, και τον σκληρό αυτόν φύλακα να απομακρύνει και αφού μας απαλλάξει από το φορτίο των σιδερένιων αλυσίδων, ας κάμει το φρόνημά μας ελαφρότερο και από το φτερό. Και παρακαλώντας Τον, ας Του φέρουμε και τα δικά μας δώρα, ζήλο και διάθεση καλή και προθυμία αγαθή. Έτσι θα επιτύχουμε και μάλιστα σε σύντομο χρόνο να απαλλαγούμε από τα κακά που μας κατέχουν και να αντιληφθούμε σε ποια κατάσταση βρισκόμαστε προηγουμένως και να αποκτήσουμε την ελευθερία που μας αρμόζει. Αυτήν μακάρι να επιτύχουμε όλοι μας με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στον οποίο μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα και η δύναμη στους αιώνες. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΙΔ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1978, τόμος 9, σελίδες 440-459.
Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 64, σελ. 34-41.
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[:Ρωμ.2,10]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«Δόξα καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 10-7-1983]
(Β94)
«Δόξα καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν». Αυτό, αγαπητοί μου, μας παραγγέλλει σήμερα ο Απόστολος Παύλος εις την προς Ρωμαίους επιστολήν του. Μία θέσις επικαιροτάτη και πάντοτε σημαντική δια την συντήρησιν μίας κοινωνίας ανθρώπων. Εις αυτήν την θέσιν βεβαίως δεν υπάρχει ευχετική διάθεσις του Αποστόλου. Ότι δηλαδή «ας υπάρχει δόξα και ας υπάρχει τιμή και ειρήνη σε καθέναν που εργάζεται το αγαθόν». Αλλά καθορίζει, τρόπον τινά, μία λειτουργία, έναν νόμο, που υπάρχει εις αυτόν τούτον τον άνθρωπο. Και πραγματικά είναι η σχέσις του αγαθού ή του κακού ως προς την λειτουργικότητα του ιδίου του ανθρώπου. Δηλαδή η δομή της ανθρώπινης υπάρξεως, που δεν είναι παρά η ψυχή και το σώμα, είναι τέτοια ώστε να λειτουργεί αρμονικώς, ευρύθμως, μόνο με την παρουσία του αγαθού. Αντιθέτως, με την παρουσία του κακού, αυτή η ευρυθμία της ανθρωπίνης κατασκευής διαλύεται. Χάνεται κυριολεκτικά. Είναι λοιπόν ένας, ούτως ειπείν, νόμος το αγαθόν, βιολογικός και ψυχολογικός. Δεν παίρνω την σχέση την μεταφυσική, την σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, αυτήν την στιγμή που σας ομιλώ. Αλλά παίρνω μόνο ποια είναι η σχέσις αυτών των ιδίων των μερών ή μελών της ανθρωπίνης υπάρξεως από βιολογικής και ψυχολογικής πλευράς, με την παρουσία του αγαθού ή του κακού. Γιατί λέγει ο ίδιος ο Απόστολος λίγο πιο πάνω: «Θλῖψις καί στενοχωρία παντί τῷ ἐργαζομένῳ τό κακόν». «Θλίψις, πίεση, ζούληγμα και στενοχωρία για καθέναν που εργάζεται το κακόν». Αντιθέτως: «Δόξα δέ καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν».
Θα πρέπει, αγαπητοί μου, πραγματικά να προσέξομε αυτήν την θέσιν, που ο λόγος του Θεού, δια γραφίδος Αποστόλου Παύλου μας αποκαλύπτει. Θα πρέπει πάρα πολύ, πραγματικά. Παρατηρούμε ότι ο Θεός κατασκεύασε τον άνθρωπον να μην αμαρτάνει. Και συνεπώς η ζωή του ανθρώπου εξαρτάται από την ζωή του Θεού. Εάν ο άνθρωπος, κατά κάποιον τρόπο, αμαρτήσει ή συνεχίζει να αμαρτάνει, αποκόπτεται από τον Θεό και η ζωή η δική του αποκόπτεται οπωσδήποτε από την ζωή του Θεού. Αλλά ο άνθρωπος δεν είναι αυτοζωή. Μόνον ο Θεός είναι αυτοζωή. Και συνεπώς αποκοπτόμενος ο άνθρωπος δια του κακού και όχι δια της εργασίας του αγαθού, νεκρούται ή διαλύεται. Λέγει πολύ ωραία ένας ψαλμικός στίχος: «Ἀποστρέψαντός δέ σου τό πρόσωπον ταραχθήσονται». «Όταν Εσύ ο Θεός, η αυτοζωή, γυρίσεις το πρόσωπό σου -ανθρωπομορφική έκφρασις- τότε τα πάντα, που παίρνουν ζωή από Σένα, όλα θα ταραχθούν, όλα θα αισθανθούν ότι έχασαν τα νερά τους· γιατί τα πάντα από Σένα εξαρτώνται και δεν έχουν από μόνα τους την ζωήν».
Αλλά ας δούμε από πιο κοντά, αγαπητοί μου, το χωρίο αυτό του Αποστόλου Παύλου, το τόσο πολύτιμο, το οποίον σε κάθε στιγμή πειρασμού μας, θα πρέπει να το ανακαλούμε εις την μνήμην μας. Όταν μας τυχαίνει ένας πειρασμός δια να πράξομε το κακόν, τότε αμέσως να ενθυμούμεθα και να λέμε: «Δόξα καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν». Και θα αποκρούομε τον πειρασμόν εκείνον, ο οποίος έρχεται να μας ξετινάξει και να μας διαλύσει πραγματικά.
Όταν λέγει εδώ ο Απόστολος Παύλος ότι είναι δόξα και τιμή και ειρήνη στον καθένα που εργάζεται το αγαθόν, μας κάνει εντύπωση αυτό το «παντί». Δηλαδή στον κάθε ένα. Πράγματι, υπάρχει μία καθολικότης του πράγματος. Δεν είναι κάτι το οποίον αφορά μόνο κάποια κατηγορία ανθρώπων. Αλλά όλους τους ανθρώπους όλων των εποχών και κάθε πολιτικής, θα λέγαμε, καταστάσεως, αν είναι αυτοί οι άνθρωποι. Οπουδήποτε κι αν βρίσκονται. Εξάλλου αν παρακολουθήσατε την όλη περικοπή, αναφέρεται εις τον «Ἰουδαῖον» και εις τον «Ἕλληνα». Και «Ἰουδαῖος» είναι εκείνος που έχει τον νόμο του Θεού, ο δε «Ἕλλην» δεν είναι βέβαια ο «Ἕλλην» με τη γεωγραφική σημασία της λέξεως, αλλά με την έννοια της θρησκείας. Δηλαδή την ειδωλολατρικήν, δηλαδή ο ειδωλολάτρης. Ο άνθρωπος ο οποίος δεν έχει τον νόμο του Θεού, αλλά έχει τον νόμο της συνειδήσεως. Έχει δηλαδή αυτήν ταύτην την φύσιν, όπως ο Θεός τον κατεσκεύασε, που είναι η εικόνα του Θεού ο κάθε άνθρωπος και που ο Θεός ετοποθέτησε μέσα στον κάθε άνθρωπο τον άγραφο νόμον Του. Και εάν ο άνθρωπος δεν διεστράφη, τότε ο άγραφος αυτός νόμος διατηρείται μέσα εις την καρδιά και καθοδηγεί τον άνθρωπο. Έτσι θα λέγαμε ότι είναι για κάθε άνθρωπο αυτή η θέσις, ότι πρέπει να τηρεί το αγαθόν. Οποιοσδήποτε κι αν είναι· μικρός και μεγάλος, πολιτισμένος και απολίτιστος, της οποιασδήποτε εποχής.
«Παντὶ», λοιπόν, «τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν». Σας κάνει εντύπωση ότι ενώ μιλήσαμε και είπαμε ότι ο Θεός έβαλε τον νόμο Του μέσα στις καρδιές των ανθρώπων, που είναι άγραφος από ανθρωπίνης πλευράς; Σας κάνει εντύπωση που λέγει εδώ «παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν»; Εάν είναι δηλαδή μία έμφυτος κατάστασις, τότε γιατί θα πρέπει να εργαστώ το αγαθόν; Έμφυτος είναι τι; Ο νόμος του Θεού που καθορίζει το τι είναι καλόν και το τι είναι κακόν. Αλλά εγώ θα πρέπει να δουλέψω πάνω πρώτα στην εκλογή του καλού ή του κακού και κατόπιν να αρχίσω να εργάζομαι πάνω στο αγαθόν. Διότι η αναχώρησίς μου από τον Παράδεισον στο πρόσωπο του Αδάμ και της Εύας, μου καθιστά στον παρόντα κόσμο και εις την παρούσα ζωή δύσκολον το αγαθόν. Ενώ θα ήτο πολύ εύκολον, εάν ήμουν μέσα εις τον Παράδεισον. Τώρα που βγήκα από τον Παράδεισον, για μένα τον άνθρωπο είναι δύσκολο το αγαθόν. Θα πρέπει λοιπόν να δουλέψω.
Εξάλλου, δεν είναι δυνατόν να έχει αξία το αγαθόν, από την στιγμή που θα μου δοθεί ως ένα προσόν, για το οποίο δεν θα έχω δουλέψει. Αν, επί παραδείγματι, είμαι υψηλός ή κοντός, αυτό δεν είναι δικό μου θέμα. Αν είμαι έξυπνος ή όχι, αν έχω κάποιες καλλιτεχνικές ικανότητες ή όχι, αυτά είναι προσόντα. Αυτά είναι προσόντα. Δεν έχω να επαινεθώ. Εάν είμαι έξυπνος άνθρωπος, γιατί να καυχηθώ; Γιατί να μου δώσει ο Θεός αμοιβήν; Εκείνος με έκανε έξυπνον. Αλλά εάν έχω αρετήν, επειδή μπαίνει το στοιχείον της εργασίας, μπαίνει το στοιχείον του κόπου, τότε έχω τον έπαινον. Και αυτό έχει πάρα πολλή σημασία και αξία. Δηλαδή, με άλλα λόγια, αγαπητοί μου, το αγαθόν δεν είναι υπόθεσις τυχαία. Είναι υπόθεσις πραγματικής δουλειάς. Πρέπει, συνεπώς, να καταβάλομε τον κόπο μας, την επιμέλειά μας και το ενδιαφέρον μας.
Μην ξεχνάτε ότι ο Θεός όταν ετοποθέτησε τους πρωτοπλάστους εις τον Παράδεισον τούς είπε να εργάζονται. Τι να εργάζονται; Τον κήπον; Μα ο κήπος ήτο αυτοφυής. Ακόμη δεν υπήρχε ανάγκη καν υδρεύσεως. Λέγει σαφώς η Αγία Γραφή ότι ανήρχετο νερό, λέγει, πηγή και επότιζε τον κήπον. Τι έπρεπε να κάνει ο άνθρωπος; Ω, αγαπητοί μου, να εργαστεί τις αρετές. Κι επειδή οι πρωτόπλαστοι δεν εργάστηκαν τις αρετές, δεν επρόσεξαν, που τους είπε ο Θεός να προσέξουν, δηλαδή δεν καλλιέργησαν την προσοχήν, δεν εφρόντισαν περί της ψυχής των, να βάλουν μάντρα, γιατί ο Παράδεισος είναι η ψυχή μας, είναι ακριβέστερα η ύπαρξίς μας, αυτός είναι ο Παράδεισος του Θεού. Δεν είπε ο Κύριος ότι «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστίν»; «Είναι μέσα σας».
Και πήραν την εντολή να εργάζονται τον Παράδεισον και να φυλάττουν τον Παράδεισον. Δηλαδή τον εαυτό τους να τον φυλάττουν από το κακό και από τον διάβολο. Και από την αμαρτία. Και να δουλεύουν, θετικώς τώρα, τις εντολές του Θεού. Και τότε, ποιες ήταν οι εντολές του Θεού; Οι εντολές του Θεού ήταν: να εργάζονται. Εντολή ήταν. Να φυλάττουν. Εντολή ήταν. Και να νηστεύουν. Δεν θα φάτε από τον καρπόν αυτόν. Τρεις εντολές. Δεν εδούλεψαν τις εντολές, δεν εργάστηκαν το αγαθόν και απώλεσαν τον Παράδεισον. Και εξήλθον του Παραδείσου. Έφυγε η Χάρις του Θεού. Βεβαίως ήτο τοπικός Παράδεισος. Μη νομίσετε ότι κάνω απλή μεταφορά και τα πράγματα είναι συμβολικά και μεταφορικά. Ήταν πραγματικός Παράδεισος. Αλλά ο καθαυτό πραγματικός Παράδεισος, πέραν από την τοπική του διάσταση, είναι αυτός ούτος ο άνθρωπος! Και απώλεσε ο άνθρωπος την χάρη του Θεού. Πρέπει τώρα να δουλέψει, να εργαστεί, και πολύ πιο σκληρά απ’ ό,τι την πρώτη φορά, πριν χάσει τον Παράδεισον.
Εάν, λοιπόν, λέγει ο Απόστολος, εργαστεί ο καθένας το αγαθόν, τότε σε αυτόν θα είναι δόξα, τιμή, ειρήνη. Τι είναι αυτή η δόξα; Εννοείται, βέβαια, η δόξα του Θεού. Σημειώσατε ότι με τον πλεονασμόν του κακού πια στον κόσμον, το αγαθόν όχι μόνον δεν τιμάται αλλά και διώκεται. Και συνεπώς ο αγαθός άνθρωπος, ο άνθρωπος που εκτελεί το αγαθόν, βεβαίως για μία στιγμή δεν έχει δόξα. Αλλά η δόξα αναφέρεται στον ουρανό. Είναι η θεία δόξα. Είναι εκείνη που θα στεφανώσει αυτός ο Χριστός τον κάθε εργάτη του αγαθού. Όμως, όχι ολιγότερον, παρότι είπα ότι διώκεται το αγαθόν εις τον κόσμον αυτόν, θα σας έλεγα ότι παρά ταύτα, παρά ταύτα και εις τον παρόντα κόσμον το αγαθόν δοξάζεται· διότι ίχνη της εικόνος του Θεού στους ανθρώπους υπάρχουν. Και δεν μπορεί παρά το αγαθόν στα μάτια των ανθρώπων να στέκεται πάντοτε αγαθόν. Και να δοξάζουν τους εργάτας του αγαθού.
Όμως σας λέγω ότι δεν θα αναζητήσομε την δόξα εις τον παρόντα κόσμον. Αλλά εις τον ουρανόν. Και η δόξα πρέπει να αναζητηθεί. Αν αναζητήσομε την δόξα στον παρόντα κόσμο, είμεθα κενόδοξοι· γιατί ο παρών κόσμος φεύγει, απέρχεται. Το σχήμα του κόσμου τούτου περνάει. Και συνεπώς πού θα στηρίξομε την δόξα μας; Σε κάτι που περνά; Να γιατί η δόξα, η αναζήτηση μιας τέτοιας δόξης είναι κενο-δοξία(το κε-με έψιλον). Άδειο πράγμα. Αντιθέτως, δεν μας είπε ο Θεός να μην κυνηγήσομε την δόξα. Αλλά όχι την επίγεια. Αλλά την ουρανία. Και μας είπε έναν δρόμο. Και ο δρόμος αυτός είπε, είναι το αγαθόν. «Θέλεις δόξα; Μπράβο· Εγώ θα σε δοξάσω. Κι Εγώ δοξασμένος είμαι. Και θα’ χεις την δική μου την δόξα. Θέλεις λοιπόν; Ναι. Κοίταξε, θα την τοποθετήσεις εκεί που μένει. Στον ουρανό. Θα επαναλάβω. Τον δρόμο; Άκουσέ τον ποιος είναι. Το αγαθόν. Θα διαπράξεις το αγαθόν. Τραχύς ο δρόμος του αγαθού, δύσκολος. Ζητά πολλή υπομονή, πολλή φροντίδα, πολύ κόπο. Αλλά αυτός είναι ο δρόμος. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Και γεμάτος πειρασμούς ο δρόμος αυτός».
Έρχεται ο διάβολος και σου λέγει και οι κακοί άνθρωποι, οι πονηροί άνθρωποι: «Κουτός είσαι· τον δρόμον αυτόν διαλέγεις; Υπάρχουν άλλοι δρόμοι εύκολοι». Μπορείς, αδελφέ μου, να αντέξεις τον πειρασμό που θα σου πει το κακόν; Θα σου πει: «Υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι εύκολοι». Αυτόν τον δρόμον τον υπέδειξε ο διάβολος στους πρωτοπλάστους. «Θεοί θέλετε να γίνετε; Θεοί θα γίνετε. Α, θεοί, ε; Λοιπόν εγώ θα σας πω έναν εύκολον τρόπον. Όχι με την υπακοή στον Θεό αλλά με την παρακοή στο θέλημα του Θεού. Φάτε λοιπόν τον καρπόν. Παραβείτε την εντολή». Είδατε; Ο εύκολος δρόμος του κακού. Είναι μεγάλος ο πειρασμός. Κι αυτός ο πειρασμός στον οποίον υπέπεσαν και υπέκυψαν οι πρωτόπλαστοι, γιατί δεν θα υποπέσομε εμείς; Κι εκείνοι δεν είχαν στο ενεργητικό τους την αμαρτία. Ούτε την κλίση κανενός προπατορικού αμαρτήματος. Έχομε εμείς. Είμαστε ισχυρότεροι εκείνων; Είναι δύσκολος, λοιπόν, ο δρόμος. Είναι πολύ δύσκολος.
Αλλά όταν λέγει «δόξα», συνεπώς δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτό που είναι και ο προορισμός μας. Αν ερωτήσετε: «Ποιος είναι ο προορισμός μας»; Να δοξαστούμε. Δηλαδή να μην πεθάνομε ποτέ και να είμεθα μέσα στην δόξα του Θεού. Εις τους αιώνας των αιώνων.
«Δόξα καὶ τιμὴ παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν», λέγει ο Απόστολος. Μάλιστα. Αυτή η τιμή αγαπητοί μου είναι… ω, η τιμή! Όλοι οι άνθρωποι ξέρετε, θα ήθελαν να έχουν τιμή. Αλλά δεν θα πρέπει κι εδώ να διαλέξομε την γήινη τιμή αλλά την θεία τιμή· που οι άγγελοι θα σκύψουν μπροστά μας. Όχι οι άνθρωποι. Οι άγγελοι, ε; Οι άγγελοι. Μπορείτε να φανταστείτε πως οι άγγελοι έσκυβαν μπροστά στους αγίους; Ω αυτή η τιμή! Αυτή η τιμή είναι κάτι που φανερώνεται με εκείνο που λέγει ο 8ος ψαλμός: «Δόξῃ καί τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν». «Με δόξα και τιμή, Κύριε, εστεφάνωσες τον άνθρωπο». Αυτό που θα πει ο Μένανδρος αργότερα, ο Έλληνας, ο Μένανδρος, θα πει: «Ὡς χαρίεν ἐστί ἄνθρωπος ὅταν ἄνθρωπος ᾖ». «Τι χαριτωμένο πλάσμα είναι ο άνθρωπος, όταν είναι άνθρωπος!». Είδατε; «Δόξῃ καί τιμῇ», με δόξα και τιμή εστεφάνωσες, δίκην στεφάνου εστεφάνωσες τον άνθρωπο. Τι ωραίο πράγμα η δόξα και η τιμή! Θα μου πείτε βέβαια· εδώ «τιμή» θα πει ό,τι λέμε: «τιμώ έναν άνθρωπο». Ναι ακριβώς αυτό είναι. Να τιμηθώ, να με εκτιμήσουν. Και θα με εκτιμήσουν μόνον δια της οδού του αγαθού. Του τραχέος δρόμου του αγαθού.
Και ειρήνη. «Δόξα καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν». Αυτή η ειρήνη είναι το μέγιστον αγαθόν, είναι ο καρπός. Θέλετε ακόμη; Είναι ο δείκτης, η παρουσία της ειρήνης ή η απουσία της ειρήνης, είναι ο δείκτης της δομής του ανθρώπου, που σας είπα στην αρχή της ομιλίας μου. Δηλαδή, σου λείπει η ειρήνη; Αισθάνεσαι διάλυση. Έχετε αισθανθεί, όταν σας λείπει η ειρήνη, τι αισθάνεσθε; Όλα τα μέλη διαλύονται. Κατ’ αρχάς υπάρχει διάλυση ανάμεσα στην ψυχή και στο σώμα. Υπάρχει μία σύγκρουσις. Κι έπειτα υπάρχει μία διάλυσις ανάμεσα στις δυνάμεις της ψυχής -νοήσεως, βουλήσεως και συναισθήματος- και ανάμεσα στα μέλη τα ίδια του σώματος. Ο άνθρωπος κυριολεκτικά τινάζεται στον αέρα, διαλύεται πραγματικά. Συνεπώς η ειρήνη είναι ένας καρπός· καρπός πάλι, όταν θα βαδίσει ο άνθρωπος τον δρόμο της αρετής, τον δρόμο του αγαθού.
Αλλά εδώ πρέπει να σας πω, τόσην ώρα μιλάω για το αγαθό, τι είναι αυτό το αγαθό; Ποιο είναι; Αυτό το αγαθό, αγαπητοί μου, δεν είναι μία αφηρημένη έννοια· διότι όλοι οι άνθρωποι λίγο πολύ το αγαθό το καταλαβαίνουν. Έχουνε μία εικόνα του αγαθού. Ο μικρός και ο μεγάλος, ο πολιτισμένος και ο απολίτιστος. Ξέρετε όμως πόσος υποκειμενισμός έχει μπει; Και ξέρετε ακόμη αυτό το αγαθόν όπως το θεωρούμε, δεν είναι παρά μία σκιά. Έστω κι αν έχομε σωστή εικόνα του αγαθού. Είναι μία σκιά. Είναι μία αντανάκλασις, ένας απόηχος. Αλλά όταν μιλάμε για μία αντανάκλαση, έχομε έναν ήλιο από πίσω. Όταν μιλάμε για έναν απόηχον, έχομε μία πηγή ήχου πίσω. Ποια είναι αυτή η πηγή του φωτός, η πηγή του ήχου; Είναι όχι κάτι αφηρημένο, αλλά κάτι το συγκεκριμένο. Είναι ένα πρόσωπο, είναι ο Ιησούς Χριστός. Ο Ιησούς Χριστός είναι η πηγή του αγαθού.
Όταν λοιπόν λέγει «παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν», θα μπορούσαμε να πούμε ότι ποια είναι η σχέση μας με το πρόσωπον του Ιησού Χριστού, την πηγή του αγαθού; Τι στάση έχομε πάρει εμείς απέναντι στον Χριστόν; Διότι πραγματικά ο Ιησούς Χριστός είναι το αρχέτυπό μας. Βάσει του σχεδίου Χριστός, της Θεανθρωπίνης Του φύσεως, κατασκευάστηκε ο άνθρωπος. Και τώρα, εάν ο Χριστός είναι η πηγή του αγαθού, εγώ πρέπει να ανακλώ το αγαθόν. Για να έχω αρμονική σύνδεση. Να συντονίζομαι ούτως ειπείν, εις το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αν δεν τηρώ το αγαθόν, τότε, ή αγνοώ τον Ιησούν Χριστον, τότε δεν είναι δυνατόν να έχω το αγαθόν. Και δεν μπορεί το αγαθό από μόνο του να με σώσει. Δεν είναι δυνατόν. Δεν έχω ειρήνη. Δεν έχω τα αγαθά που μου είπε προηγουμένως ο λόγος του Θεού. Ούτε δόξα, ούτε τιμή. Το καταλάβατε αυτό;
Ξέρετε σήμερα σε τι μεγάλο βαθμό προσπαθούν οι άνθρωποι να βρουν το αγαθόν έξω από τον Ιησούν Χριστόν; Το υπογραμμίζω αυτό. Προσέξατέ το, αγαπητοί μου. Διότι αν μιλήσουμε και σταθούμε έξω από τον Ιησούν Χριστόν ως προς την εργασία του αγαθού, ακούστε τι υπάρχει. Προσέξτε. Δεν μιλάνε όλοι σήμερα για το αγαθό; Όλοι μιλάνε. Ακούστε όμως τι υπάρχει. Το άγχος, η βία και η αλλοτρίωσις. Αυτά είναι σημάδια ότι ο άνθρωπος δεν έχει ειρήνη. Σήμερα οι πιο πολλοί άνθρωποι έχουν άγχος. Σήμερα οι άνθρωποι υφίστανται την βία κάποιων άλλων. Και σήμερα οι άνθρωποι έχουν αλλοτριωθεί πλέον, έχουν αποξενωθεί. Και από τον ίδιο τον εαυτό τους. Δεν μιλάω πια για τον Θεό, γιατί από εκεί είναι η πηγή του κακού, αλλοτριώθηκαν και με τους άλλους ανθρώπους, αποξενώθηκαν, αλλά και με τον εαυτό τους αποξενώθηκαν. Τον βλέπουν τον εαυτό τους και τους είναι σαν κάτι το ξένο. Τον σιχαίνονται τον εαυτό τους, τον αηδιάζουν τον εαυτό τους. Αυτά είναι στοιχεία που δείχνει ότι δεν υπάρχει ούτε δόξα, ούτε τιμή, ούτε ειρήνη. Γιατί; Δεν δουλεύουν το αγαθόν; Πόσα ανθρωπιστικά συνθήματα έχομε περί αγαθού; Στα σχολειά μας, από δω, από κει, μαθαίνομε περί αγαθού. Το αγαθόν δεν είναι αφηρημένον, δεν είναι αφηρημένη έννοια. Το αγαθόν είναι συγκεκριμένο. Είναι ο Ιησούς Χριστός. Γι’ αυτόν τον λόγο παθαίνομε αυτά. Είναι ταλαίπωροι εκείνοι οι οποίοι δεν μπορούν να το καταλάβουν αυτό. Και η εποχή μας έχει πολλούς τέτοιους ταλαίπωρους ανθρώπους. Ας το προσέξομε.
Αλλά και κάτι άλλο. Έξω του Ιησού Χριστού, το αγαθόν παραπαίει. Παραπαίει μέσα σε αυτούς τους μαιάνδρους της ανθρωπίνης λογικής και της ανθρωπίνης καρδίας. Ο καθένας μέσα του ψάχνει και φτιάχνει ένα καλούπι αγαθού, όπως το καταλαβαίνει και όπως το αισθάνεται. Κι εκεί παλεύει μέσα σε αυτό το αυτοκατασκεύαστον, θα λέγαμε, αγαθόν. Όλα αυτά, έξω του Ιησού Χριστού. Θέλετε να σας πάρω ένα παράδειγμα; Ακούσατέ το. Είναι πάρα πολύ χαρακτηριστικό. Σήμερα δεν υπάρχει μου φαίνεται ούτε το πιο μικρό παιδάκι στο σχολείο που να μην άκουσε την λέξη «υπαρξιακός», «υπαρξισμός» κ.ο.κ. Τι είναι αυτό που λέμε υπαρξισμός; Ο υπαρξισμός είναι από την έννοια της υπάρξεως. Αυτό που λέμε «υπάρχω». Προσέξτε, υπάρχω. Είναι λοιπόν μία φιλοσοφική, θα λέγαμε, οπτική γωνιά, που βλέπει την ύπαρξη του ανθρώπου. Αυτή η οπτική γωνιά λέγεται υπαρξισμός. Προσέξτε όμως τώρα. Ο υπαρξισμός δεν προσπαθεί να ερμηνεύσει την ύπαρξη, να μου πει τι είμαι. Αλλά προσπαθεί να βρει το με ποιον τρόπο θα πραγματώσω αυτό που είμαι. Φερειπείν, είμαι εγώ που είμαι. Υπάρχω σε αυτόν τον κόσμο. Τώρα, πώς μπορώ να ζήσω ευτυχισμένα; Δηλαδή να πραγματώσω, να καταξιώσω την ίδια μου την ύπαρξη. Αυτό λέγεται «υπαρξισμός». Λοιπόν, προσέξτε, παρακαλώ. Όλοι τα έχουν ακούσει αυτά, κυκλοφορούν ευρύτατα, δεν θα ΄θελα να δυσκολέψω τις σκέψεις σας, αλλά θα ‘θελα να σας πω, αυτά που ακούτε κάθε μέρα να σας τα βάλω σε κάποια σειρά. Ακούσατε:
Υπάρχει ο υπαρξισμός ο αρνητικός που οδηγεί όχι στον Θεό. Και υπάρχει και ο υπαρξισμός που οδηγεί στον Θεό. Το Ευαγγέλιον δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας οδηγός υπαρξιακός. Μας λέγει πώς να ζήσουμε. Αλλά και σήμερα φιλόσοφοι που μιλάνε για την ύπαρξη και είναι διάχυτες οι ιδέες τους, ιδία στον δυτικόν κόσμον, διάχυτες, μας μιλάνε πώς να ζήσουμε. Εξάλλου τι είναι ο πολιτισμός; Πώς να ζήσει αυτή η ύπαρξίς μου. Αλλά, λέγει, χωρίς Θεό. Προσέξτε· χωρίς Θεό. Γιατί μου βγάζεις τον Θεό; «Γιατί ο Θεός», λέγει, «με δεσμεύει. Και δεν είμαι ελεύθερος να κάνω ό,τι θέλω. Δεν μου χρειάζεται λοιπόν ο Θεός». Έχομε συνεπώς δύο κατευθύνσεις. Ο υπαρξισμός στη μέση. Από δω που οδηγεί στον Θεό και ο άλλος ο υπαρξισμός που οδηγεί στην αθεΐα. Για να δούμε εκεί που οδηγούμεθα στην αθεΐα, ποια είναι τα αποτελέσματα; Δηλαδή υπαρξισμός χωρίς Χριστόν. Έχομε τον μηδενισμόν, έχομε τον αναρχισμόν και στο τέλος την καταστροφήν της υπάρξεως. Αυτή η ίδια η ύπαρξις, ενώ αναζητούσε πώς θα ζήσει, στο τέλος να καταστρέφεται. Κλασική εικόνα τα ναρκωτικά. Ζητώ να ζήσω την ζωή μου, αυτό θα πει «την ύπαρξή μου», να ζήσω την ζωή μου, παίρνω ναρκωτικά και αυτοκαταστρέφομαι. Αντιθέτως η άλλη πορεία. Ο υπαρξισμός που οδηγεί στον Θεό, οδηγεί στον Χριστό. Τι πετυχαίνει; Ανόρθωση της εικόνος του Θεού. Είναι ο πεσμένος άνθρωπος και σηκώνεται η εικόνα του Θεού. Ακόμα έχω οργάνωση αυτών των ανθρωπίνων δυνάμεών μου και συνοχή. Νους, καρδία και βούλησις, ψυχή και σώμα, είναι οργανωμένα μέσα μου, συγκροτημένα. Έχω όχι διαλυμένη αλλά οργανωμένη προσωπικότητα. Τρίτον, έχω σεβασμό και διάσωση της ανθρωπίνης υπάρξεως. Όταν λέμε «ο Χριστιανισμός σώζει», «Ήρθα να σας σώσω», λέει ο Χριστός, τι είναι αυτό «να σας σώσω»; Ακριβώς αυτό. Να σώσει την ύπαρξη.
Όλα αυτά αγαπητοί μου, ξεκινούν από το πώς βλέπω το αγαθόν. Ναι, πώς βλέπω το αγαθόν, αλλά τελικά τι θα διαλέξω; Ένα αυτόνομο αγαθό, ένα αγαθό που δεν έχει καμία σχέση με τον Θεό ή το αγαθό που έχει σχέση με τον Θεό και είναι ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός; Αν διαλέξω ένα αγαθό ανθρωπιστικό, απ’ αυτά που σερβίρει η εποχή μας, θα φθάσω στον μηδενισμό. Και στην καταστροφή της υπάρξεως. Αν διαλέξω το αγαθόν που είναι Αυτός ούτος ο Χριστός, τότε διασώζω την ύπαρξή μου. Και τότε για ‘μένα θα ίσχυε αυτό που λέγει – αθάνατη πια θέση, ο λόγος του Θεού: «Δόξα καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν».
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας και επιμέλεια:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_192.mp3
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[: Ματθ. 4,18-23]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«ΕΞΑΡΤΗΣΙΣ ΚΑΙ ΕΞΑΡΤΗΣΕΙΣ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 28-6-1992]
(Β263)
Καθώς, αγαπητοί μου, ανοίγει η εκκλησιαστική περίοδος του ευαγγελιστού Ματθαίου, η Εκκλησία μας, παρουσιάζει την ωραία εκείνη εικόνα που ο Κύριος αναζητά τους πρώτους Του μαθητάς παρά την λίμνην της Τιβεριάδος. Εκεί βρήκε τα πρώτα δύο ζεύγη αδελφών, που τους κάλεσε κοντά Του. Ήταν ο Πέτρος και ο Ανδρέας, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης. Ήταν ένα όμορφο πρωινό στην ακρολιμνιά. Εκεί, στα ήσυχα νερά της λίμνης, είδε το πρώτο ζεύγος, «βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς». Ρίχνοντας το δίχτυ τους στη θάλασσα· γιατί ήσαν αλιείς. Και τους λέγει: «Δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Και εκείνοι «εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ». Κι εκείνοι αμέσως, αφού άφησαν τα δίχτυα τους, τον ηκολούθησαν. Και αφού προχώρησε λίγο πιο πέρα ο Κύριος, είδε το δεύτερο ζεύγος αδελφών. Τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη. Λέγει τότε και σ’ αυτούς να Τον ακολουθήσουν. «Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ». Εκείνοι δε αμέσως, αφού άφησαν το πλοίο και τον πατέρα τους, Τον ηκολούθησαν.
Οι πρώτοι άφησαν τα δίχτυα τους και Τον ακολουθούν. Οι δεύτεροι άφησαν πλοίο και πατέρα και ακολούθησαν τον Ιησούν. Μένομε, αγαπητοί μου, έκπληκτοι, που τόσο οι πρώτοι, όσο και οι δεύτεροι, άφησαν ευθέως, αμέσως, ό,τι τους συνέδεε και ακολουθούν τον Χριστόν. Τους χαρακτηρίζει εκείνο το «ευθέως», τους χαρακτηρίζει μία ανεξαρτητοποίησις με ό,τι ήσαν δεμένοι. Με πρόσωπα και με πράγματα. Είναι εκπληκτικόν. Και μένουν στην εξάρτηση του Ιησού, χωρίς όρους και συμφωνίες.
Αυτήν την απόρριψη των εξαρτήσεων και τη μετάβαση σε μία νέα εξάρτηση, αγαπητοί μου, θα δούμε σήμερα. Οι μαθηταί, σαν ψαράδες το επάγγελμα – ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς- για να μη θεωρηθεί ότι απλώς έκαναν το χόμπι τους, δηλαδή ήσαν ερασιτέχνες, πήγαν στη λίμνη εκεί, για να ψαρέψουν. Ήσαν επαγγελματίαι. Ζούσαν. Ήταν η δουλειά τους. Οι μαθηταί, λοιπόν, σαν ψαράδες επαγγελματίαι και σαν άνθρωποι, είχαν τη δική τους οικογένεια· όπως ο Πέτρος. Είχε πενθερά, μας σημειώνει κάπου αλλού το Ευαγγέλιο. Ή ήσαν άγαμοι ακόμη, όπως ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, στην πατρική τους οικογένεια, με τον πατέρα τους και τη μητέρα τους και τα τυχόν άλλα τους αδέλφια. Πάντως ευρίσκοντο στον χώρον των νομίμων και φυσικών εξαρτήσεων.
Πράγματι, κάθε άνθρωπος που έρχεται εις τον κόσμον, από τη στιγμή που παίρνει διαστάσεις υπάρξεως μέσα σε αυτά τα σπλάχνα ακόμη της μάνας του, μπαίνει στην εξάρτηση του χώρου και του χρόνου. Ο άνθρωπος κατ’ ανάγκην είναι χωροχρονικός. Δύο δεσμά που μπαίνουν αμέσως στην κάθε ύπαρξη και από τα οποία δεσμά του χώρου και του χρόνου, είναι αδύνατον να απαλλαγεί κάθε ύπαρξις, φυσικά και αυτός ο άνθρωπος. Έτσι γεννιέται ο άνθρωπος και κατοπινά μπαίνει σε ένα πολύπλοκο δίκτυο εξαρτήσεων, αλληλεξαρτήσεων. Άνθρωποι με ανθρώπους, κοινωνικά, έχομε μίαν εξάρτησιν κοινωνικά και άνθρωποι με περιβάλλον βιολογικά. Αναπνέομε τον αέρα, χωρίς αέρα δεν μπορούμε να ζήσουμε, εξαρτώμεθα από τον αέρα, το οξυγόνο του αέρος, ακόμη από το νερό, από τις τροφές, από τον ήλιο… Γενικά εξαρτώμεθα. Από τη βαρύτητά μας επάνω στη Γη κ.ο.κ. Και αυτή η Γη μας ακόμη, εξαρτάται από τον δικό μας τον ήλιο. Πώς κινείται η Γη μας; Κινείται περί τον ήλιον, εξαρτώμενη απ’ αυτόν. Αλλά και ο ήλιος ο δικός μας ανήκει στον δικό μας τον Γαλαξία. Αν λογαριάσει κανείς, ότι υπάρχουν, όσα είδαμε τουλάχιστον μέχρι σήμερα, κάπου διακόσια εκατομμύρια Γαλαξίαι. Και κάθε Γαλαξίας έχει εκατομμύρια και δισεκατομμύρια ηλίους. Το ένα εξαρτάται από το άλλο. Και αυτές όλες οι εξαρτήσεις είναι εντελώς, εντελώς φυσικές εκ κατασκευής. Έτσι ο Θεός έκανε τα πράγματα, γιατί έτσι ήθελε να κάνει τα πράγματα. Να έχουν μια αλληλεξάρτησιν. Δεν υπάρχει τίποτε, μα απολύτως τίποτε εις τον κόσμον αυτόν, ανεξάρτητον. Ούτε ένα ηλεκτρόνιον. Δεν λέγω άτομον της ύλης. Ούτε ένα ηλεκτρόνιον δεν έχει, θα λέγαμε, ανεξαρτησία. Τα πάντα εξαρτώνται. Ένα μόνο δεν εξαρτάται. Ο Θεός. Ο Θεός είναι έξω από όλα αυτά. Είναι ανεξάρτητος ο Θεός.
Μέσα λοιπόν σε αυτές τις δαιδαλώδεις αλληλεξαρτήσεις, ο Θεός θέλει να πετυχαίνεται η κοινωνία των όντων και όλα τα όντα μαζί, την κοινωνία με τον Θεό, διά των χειρών του ανθρώπου. Είδατε προηγουμένως στη Θεία Λειτουργία; Εσηκώσαμε το άγιο ποτήριον και το άγιο δισκάριον προς της τελεσιουργήσεως του μυστηρίου και του είπαμε, εσείς Του είπατε του Θεού, δια στόματος ιερέως: «Τά σά ἐκ τῶν σῶν Σοι προσφέρομεν». Σεις το είπατε, με τα χέρια του ιερέως και το κάνατε. Γιατί εσείς φτιάξατε το κρασί και το πρόσφορο. Και προσφέρει ο ιερεύς με τα χέρια, τα δικά του είναι, αλλά τα δικά σας χέρια, εις τον Θεόν την κτίσιν. Έτσι βλέπει κανείς ότι πραγματικά όλα τα όντα μαζί πρέπει να τύχουν μιας κοινωνίας με τον Θεό, δια των χειρών του ανθρώπου.
Ο άνθρωπος προσφέρει, ως ιερεύς, την κτίσιν στον Θεό. Προσέξατέ το. Πας άνθρωπος. Είναι εκείνο που λέγει και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη, ότι ο Θεός τον λαόν Του τον έκανε να είναι «ἱερεῖς καί βασιλεῖς». Το γνωστόν βασίλειον ἱεράτευμα. Δεν είναι βέβαια της ώρας να πούμε τι σημαίνει για τον κάθε πιστό που βαπτίζεται, ότι είναι ιερεύς της Δημιουργίας. Και ιερεύς του εαυτού του στον Θεό. Προσφέρει στον Θεό. Όταν λέει στην προς Ρωμαίους ο απόστολος Παύλος: «Να προσφέρετε θυσίαν ζώσαν και ευάρεστον εις τον Θεόν. Την λογικήν», λέγει, -δηλαδή πνευματικήν- «λατρεία στον Θεό». Τι είναι; Η καθαρότητα του εαυτού σας. Είναι εκπληκτικό αυτό, αγαπητοί μου. Έτσι ζούσε ο Αδάμ στον Παράδεισο. Προσφέροντας την κτίσιν. Εξηρτημένος από την φύσιν, διότι έτρωγε, έπινε, ανέπνεε. Ωστόσο προσφέρει στον Θεό την κτίσιν ως ιερεύς της Δημιουργίας. Είναι μεγαλειώδες. Έτσι το θέλει ο Θεός. Και ξαναλέγω: είναι μεγαλειώδες.
Ο Αδάμ όμως με την παραδοχή που έκανε με τον διάβολο, αμέσως πέρασε από τον χώρον των θείων και φυσικών και νομίμων εξαρτήσεων, στον χώρο της δαιμονικής εξαρτήσεως. Κι από δω αρχίζει μία περιπέτεια δαιμονικών αλληλεξαρτήσεων. Η φύσις δαιμονοκρατείται με την πτώση του Αδάμ και ο άνθρωπος εξαρτάται πλέον από μίαν δαιμονοκρατουμένη κτίση. Έχουν πολλή σημασία αυτά. Αρχίζει η ιστορία των παθών εις τον άνθρωπον. Ο άνθρωπος αρχίζει να σωριάζει στον εαυτό του ή καλύτερα, να τον εθίζει στα πάθη. Και τα πάθη δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο χρονισμός συγκεκριμένων αμαρτημάτων. Αν πω ψέματα και ξαναπώ, έκανα αμαρτία. Και ξαναπώ και ξαναπώ, τότε αυτή η αμαρτία γίνεται πάθος, γίνεται εθισμός. Και έχω μία ροπή, χωρίς κανείς να με προκαλεί, να λέγω ψέματα εκεί που θα ήταν περιττό να πω ψέματα. Γιατί; Γιατί αυτό έγινε πάθος. Έτσι, αγαπητοί μου, όλα τα αμαρτήματα, εάν χρονίσουν, γίνονται πάθη. Τα πάθη πλέον όμως επιβάλλουν την εξάρτηση στον άνθρωπο.
Εδώ είναι που γίνεται ο άνθρωπος ένα τραγικόν πρόσωπον. Εξάρτησις από τα πάθη αφύσικος και παράνομος. Δηλαδή και παρά φύσιν και παρά νόμον. Αυτό θα πει αφύσικος και παράνομος. Ο άνθρωπος γίνεται δούλος των παθών. Δεν διστάζει με τον τρόπον αυτόν, όχι μόνον τις εντολές του Θεού να παραβεί –παράνομος– αλλά και αυτούς τους φυσικούς νόμους να παραβεί και λέγεται «παρά φύσιν άνθρωπος». Να αναφέρω τι σημαίνει παρά φύσιν άνθρωπος; Είναι φοβερό. Κάπου ο Δανιήλ αναφέρεται εις τον Αντίχριστον και λέγει εκεί ότι θα καταργήσει νόμον, τον νόμον και την φύσιν. Δεν είναι όμως της ώρας αυτό. Απλώς έκανα έναν υπαινιγμό.
Τώρα ο άνθρωπος, μετά την πτώση του, τι κάνει; Αναζητά την ηδονή. Την ηδονή εν ευρεία εννοία. Άμεσα. Εκείνη η οποία με τη σειρά της η ηδονή επιβάλλει την εξάρτηση από αυτήν του ανθρώπου. Τον κάνει δούλο τον άνθρωπο η ηδονή. Η ιστορία της ηδονής ξεκίνησε από τον Παράδεισο. Όταν η Εύα είδε ότι ο καρπός ήταν ωραίος, λέγει να τον βλέπεις, και γλυκύς να τον τρως. Μέχρι τότε, δεν έβλεπε η Εύα τον καρπόν; Πώς τώρα ξυπνά μία άλλη επιθυμία; Όπως λέγει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης στον μεγάλο του Κανόνα: αυτή η «παράλογος ἐπιθυμία, ἡ παράλογος βρώσις». Τι είναι λοιπόν αυτό; Απ΄τη στιγμή που ο άνθρωπος δοκιμάζει, αφού ξεκινάει από κει η αναζήτηση της ηδονής, της ευχαρίστησης πάντα, ξαναλέγω, εν ευρεία εννοία, επέρχεται η οδύνη. Εφεξής, ηδονή και οδύνη, θα πηγαίνουν πλάι πλάι. Έκτοτε ο άνθρωπος την αναζητά, παρ’ ότι γνωρίζει την οδύνη, αναζητά την ηδονή και με τον τρόπον αυτόν εδημιούργησε τον ευδαιμονισμό· που είναι ο υπ’ αριθμόν ένα εχθρός του πνευματικού βίου. Λέει ο Ιερός Χρυσόστομος ότι «ὁ εὐδαιμονισμός διώκει μηδενός διώκοντος». Ότι ο ευδαιμονισμός διώκει όχι όπως ο Νέρων και ο Διοκλητιανός. Εκεί οι Χριστιανοί πραγματικά εχαλυβδώνοντο και αντιστέκονταν και γίνονταν μάρτυρες. Ο ηδονισμός, η ευημερία, παραλύει τον άνθρωπον και παραδίδεται εις το κοσμικόν φρόνημα. Γι΄αυτό λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος ψυχολογικότατα και αληθινότατα ότι όλη αυτή η ιστορία είναι η χειρότερη για τον άνθρωπο.
Ακόμη ο ευδαιμονισμός αναζητείται στον πλούτον. Δηλαδή στα πολλά αγαθά, δηλαδή σε εκείνα που είναι παραπάνω από τις ανάγκες μας. Εκείνο το ξεπέρασμα, που λέγει ο Απόστολος «ἔχοντες δὲ διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα». Με αυτά τα πολλά αγαθά γεννιέται η αλαζονεία του βίου, δηλαδή είναι μία επίδειξις και μια προβολή ενός νομιζομένου υπάρχοντος και υπερέχοντος εγώ. «Εγώ είμαι εγώ!». Αναζητείται ακόμη μέσα εις τον ευδαιμονισμό, ένας πληθωρικός πολιτισμός και μάλιστα τεχνικός. Αναζητείται ακόμη η ικανοποίησις του γενετησίου ενστίκτου. Με όλο το ρεπερτόριο των διαστροφών. Επέρχεται κορεσμός και αναζητούμε νέους τρόπους ικανοποιήσεως, που είναι ο χώρος των παρεκτροπών, των διαστροφών. Αυτό έκαναν οι Σοδομίται. «Ἐπλήσθησαν ἄρτου», λέει η Γραφή. Δηλαδή χόρτασαν. Χόρτασαν, είχαν πολλά αγαθά. Και αναζητούσαν να βρουν σε νέους τρόπους την ηδονή.
Το κάπνισμα, ναι, προσέξτε, το κάπνισμα, το κάπνισμα είναι ηδονιστικόν. Γι΄αυτό και δεν μπορεί ο άνθρωπος να το κόψει. Διεγείρει το νευρικό σύστημα. Και αφήνει μνήμη επάνω στο νευρικό σύστημα. Κι αν το΄κοψες, αδελφέ μου, κάποια φορά, υπάρχει μεγάλη πιθανότης να το ξαναθυμηθείς. Γιατί απλούστατα είναι ναρκωτικόν. Και όπως δόθηκε ο χαρακτηρισμός «κοινής αποδοχής». Ναρκωτικόν κοινής αποδοχής. Ναι. Το κάπνισμα λοιπόν μπορεί να χαρακτηριστεί το σήμα κατατεθέν του ηδονιστικού πολιτισμού μας. Δεν είναι υπερβολή. Διότι το κάπνισμα άνοιξε τον δρόμο· τον δρόμο στα ναρκωτικά· που αποτελούν πλέον την κορωνίδα του πράγματος. Κανείς δεν έπεσε στα ναρκωτικά εάν προηγουμένως δεν έμαθε να καπνίζει. Είναι η πρόσβασις. Είναι η γέφυρα.
Μάλιστα αυτές τις ημέρες, χθες, προχθές, είχαμε την ημέρα κατά των ναρκωτικών. Ας θεωρηθούν κι αυτά που λέμε, μία μικρή, σπουδαιοτάτη όμως, με θεολογικό υπόβαθρο, συμβολή εις την προσπάθεια αυτή, γιατί έχω παρατηρήσει ότι κάνομε μνεία των πραγμάτων, εισηγούμεθα μύριες μεθόδους, εκτός από κείνη την σπουδαία, την τρανή. Να βάλομε στα παιδιά μας τον φόβο του Θεού. Και την μη αναζήτηση της ηδονής, μ’ αυτήν την ευρεία έννοια.
Έτσι, κάπνισμα και ναρκωτικά, δημιουργούν φοβερές εξαρτήσεις στον άνθρωπο. Φοβερές. Να κάνω περιγραφή; Δεν κάνω. Μπορεί και με τα μάτια σας να είδατε τους ανθρώπους θύματα, ιδίως νέους, αυτών των καταστάσεων. Ξέρετε ότι στην Ελλάδα, από τον μαθητόκοσμο έχομε 27.000 μαθητάς, αγόρια και κορίτσια, που παίρνουν ναρκωτικά; Το ακούσατε καλά; Εικοσιεφτά χιλιάδες μαθητάς έχομε. Δεν σας ανησυχεί αυτό; Δεν μπορείτε να σκεφτείτε ότι ένα παιδί σας, ένα εγγόνι σας, μπορεί να είναι μέσα σε αυτόν τον αριθμό; Κι επειδή είπαμε αυτόν τον σύνδεσμο της ηδονής με την οδύνη, γι΄αυτό σήμερα βλέπομε άπειρα θύματα που ξεκινούν από την ηδονή και εξαρτώμενοι από αυτήν, ζουν την πιο φοβερή οδύνη, την πιο τραγική οδύνη. Μέχρι τον θάνατο! Και οι εξαρτήσεις αυτές δημιουργούν την πιο στυγνή τυραννία.
Και ο άνθρωπος θα μένει πάντοτε καταδικασμένος σε αυτές τις δαιμονικές, πώς αλλιώς να το πούμε, τις δαιμονικές εξαρτήσεις; Τα ναρκωτικά ποιος τα έφτιαξε; Ο Θεός, αγαπητοί μου. Είναι υπεύθυνος ο Θεός; Άπαγε. Τα σταφύλια που κάνουν κρασί, ποιος τα δημιούργησε; Ο Θεός. Αν υπάρχουν μέθυσοι, φταίει ο Θεός; Άπαγε της βλασφημίας! Είναι η δαιμονική υπόδειξις: «Φάε αυτό». Μα ο Θεός δεν το έκανε γι’ αυτό να το φας. Όλα τα πράγματα δεν δοκιμάζονται. Έχουν ποικίλους σκοπούς, αν το θέλετε, αποτελούν, αν το θέλετε, αποτελούν και σκοπόν να μην είχαν, που έχουν σκοπόν, και σκοπόν να μην είχαν, αποτελούν το δένδρο της γνώσεως καλού και κακού, που σου λέει ο Θεός: «Απ’ αυτό δεν θα δοκιμάσεις». Βλέπετε ότι μέσα στην Ιστορία συνεχίζει η παρουσία του δένδρου του καλού και του κακού;
Αλλά πάντα θα μένουν έτσι τα πράγματα; Όχι, αγαπητοί μου. Γι΄αυτό ήλθε ο Υιός του Θεού. Να σπάσει αυτές τις αφύσικες εξαρτήσεις και να μας ξαναφέρει στη φυσική και θεϊκή εξάρτηση. Ο Χριστός μάς ξαναγύρισε στο μέτρο της χρήσεως της κτίσεως. Μόνο ό,τι είναι φυσικόν, ευλογείται. Ό,τι είναι αφύσικον, δεν ευλογείται. Ο γάμος ευλογείται· αλλά όχι η πορνεία. Η λήψη τροφής ευλογείται. Γιατί έτσι κατασκευαστήκαμε. Θυμηθείτε όταν ανέστησε την κόρη του Ιαείρου και είπε: «Δώσατέ της να φάει». Εκείνος που την ανέστησε, δεν θα μπορούσε να τη δυναμώσει άνευ τροφής; Όχι· έτσι τα κατασκεύασε ο Θεός. Αλλά ωστόσο δεν είναι ευλογημένη η γαστριμαργία. Μας είπε να αγαπάμε τους γονείς μας και τα παιδιά μας και τους άλλους ανθρώπους. Αλλά όχι πιο πάνω από τον Θεό. Έβαλε μία ιεράρχηση. Μας έδωσε μια ωραία φύση, που μπορούμε να την εκμεταλλευόμεθα, αλλά όχι να την καταχρώμεθα. Ή να την καταστρέφομε ή να την θεοποιούμε. Με τον τρόπον αυτόν ο Κύριος μας έβγαλε από τη δαιμονική και παράνομη εξάρτηση σε μία φυσική και νόμιμη. Και όχι μόνον ο Χριστός μας ελευθέρωσε από την αφύσικη και δαιμονική εξάρτηση, αλλά και κάτι πολύ περισσότερο, ασύλληπτα περισσότερο. Ήλθε να σπάσει τα δεσμά του καθηλωμένου Προμηθέα από τον Καύκασον της φθοράς και του θανάτου. Γιατί; Γιατί μετά την κοινήν ανάστασιν, δεν θα υπάρχει φθορά. Φθορά θα πει μεταβολή σωματική. Τρώγω, πεινώ, κοιμάμαι, κουράζομαι. Και λέγει ο Παύλος ότι «Ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην(την κοιλίαν, γράφει στους Κορινθίους στην Α΄επιστολή του) καὶ ταῦτα (τα βρώματα, τα φαγητά) καταργήσει». Γιατί; Δεν θα υπάρχει πλέον η φθορά. Καταργείται και ο θάνατος. Φθορά και θάνατος, καταργούνται αυτά. Κοιλία λοιπόν και θάνατος, είναι οι δύο ακαταμάχητοι εχθροί που νικώνται. Και από τους οποίους εχθρούς τώρα, έχομε πλήρη εξάρτηση.
Αυτά μας έφερε ο Κύριος. Ήρθε να σπάσει λοιπόν τους δεσμούς του κακού και των εξαρτήσεων. Παρατηρούμε ότι όταν ο Κύριος κάλεσε τα δύο ζεύγη των αδελφών, Πέτρον, Ιάκωβον, Ιωάννην και Ανδρέα, τους είπα λίγο ανάποδα, αυτοί άφησαν κάποιες φυσικές και νόμιμες και ευλογημένες εξαρτήσεις. Ψαράδες ήσαν. Τι ωραίο επάγγελμα! Είχαν οικογένειες. Τον πατέρα τους, τη μάνα τους είχαν… Άφησαν όμως τα σύνεργά τους, συγνώμη ήσαν εξαρτώμενοι από όλα αυτά. Αλλά εδώ έχομε κάτι καταπληκτικό με τους μαθητάς αυτούς, τα δύο ζεύγη των μαθητών. Να δημιουργούν μία προοδευτική απεξάρτηση ακόμη κι από αυτές τις φυσικές και ευλογημένες εξαρτήσεις, για να μεταφερθούμε σε μία και μόνη εξάρτηση, τον Χριστό. Τα άφησαν όλα. Τα δίχτυα, το πλοίο και τον πατέρα, το επάγγελμα, τα άφησαν όλα. Ο Κύριος τους είπε: «Ελάτε να σας κάνω αλιείς ανθρώπων». Αυτό έκαναν οι μαθηταί. Δηλαδή απηλλάγησαν από τις εξαρτήσεις, θα το πω άλλη μία φορά, τις φυσικές και νόμιμες και ευλογημένες, για να δεχθούν μία άλλη εξάρτηση. Έτσι ο Κύριος, ξαναγυρίζει τον άνθρωπο στην πρώτη, την αρχέγονη, την παραδεισία εξάρτηση.
Αγαπητοί, η σημερινή ευαγγελική περικοπή, με μία εικόνα τόσο απλή και φυσική, μας έδειξε πώς πρέπει να κινούμεθα. Και πρώτα πρώτα πρέπει να σπάσουμε κάθε δαιμονική εξάρτηση. Τα πάθη πρέπει να φύγουν. Μετά να σπάσομε, όσο τούτο είναι επιτρεπτό φυσικά, γιατί ζούμε εις τον παρόντα κόσμο, κάθε φυσική εξάρτηση, πραγμάτων και προσώπων· που μπορούν να μας εμποδίσουν στο παρακάτω βήμα. Η νηστεία, σκεφτήκατε ποτέ ότι είναι μία άσκησις που προσπαθεί να μας απαλλάξει, να μας κάνει περισσότερο ανεξάρτητους του φαινομένου που λέγεται κοιλία και γαστριμαργία; Η ξενιτεία, δηλαδή το να πω, θα βρεθώ μακριά από τους ανθρώπους μου και την πατρίδα μου. Κάποτε μπορεί να είναι τροπική. Αλλά κυρίως είναι τοπική. Πρέπει να είναι και τροπική και τοπική, αν το θέλετε. Τι είναι παρακαλώ η ξενιτεία; Μία θαυμασία άσκησις απεξαρτητοποιήσεως.
Αλλά δεν σταματούμε εδώ. Πρέπει να προχωρήσουμε στην όσο το δυνατόν περισσότερα μας εξάρτηση από την Κύριον. Το καθημερινό μάννα που έπεφτε στην έρημο, το ενθυμείσθε; Αυτό θέλει να διδάξει. Δεν έριχνε μάννα ο Κύριος για πολλές μέρες. Κάθε μέρα. Σήμερα. Όποιος μάζευε περισσότερο, σκουλήκιαζε την άλλη μέρα. Πλην το μάννα της Παρασκευής πριν το Σάββατο. Εκείνο δεν σκουλήκιαζε. Γιατί; Ήθελε αυτό να διδάξει ο Κύριος. Ότι ο άνθρωπος πρέπει να μένει ανεξάρτητος ακόμη και από τη φυσική του τροφή! Θα σου τη δώσει ο Κύριος. Θα σου τη δώσει. Γιατί εκεί πρέπει, εκεί πρέπει να έχεις την εξάρτησή σου. Τι είπε ο Κύριος εις τον διάβολον; Είναι γραμμένο στο Δευτερονόμιο: «Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος». Και όλη αυτή η διαδικασία, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία διαρκής πορεία προς την ελευθερία. Η δε ελευθερία, όπως την θέλει το Ευαγγέλιον. Εξάλλου, αυτό σημαίνει, αγαπητοί, απελευθέρωσις και σωτηρία. Και ο Χριστός γι΄αυτό λέγεται Λυτρωτής και Σωτήρας.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
http://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_531.mp3
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[:Ρωμ.2,10-16]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«ΤΑ ΚΡΥΠΤΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 9-6-1991]
(Β247)
(β΄έκδοσις)
Στη σημερινή αποστολική περικοπή, σεβασμιώτατε, αγαπητοί μου αδελφοί, ο απόστολος Παύλος αναφέρεται στην κρίση του Θεού, που θα είναι τόσο για τους Ιουδαίους, όσο και δια τους εθνικούς. Εκείνοι που έλαβαν τον νόμον, οι Ιουδαίοι και εκείνοι οι εθνικοί, οι ειδωλολάτραι, που είχαν έμφυτον τον ηθικόν νόμον, τον νόμον της συνειδήσεώς των. Και τούτο γιατί ο Θεός είναι παντογνώστης, αλλά και απροσωπόληπτος. Και ο Θεός βλέπει το εσωτερικόν του κάθε ανθρώπου, διότι τίποτα δεν υπάρχει σκιασμένο στα μάτια του Θεού. Όλα είναι γυμνά και τετραχηλισμένα. Και συνεπώς στην κρίση Του θα σταθεί δίκαιος.
Γι’αυτό σημειώνει ο απόστολος Παύλος ότι «ὁ Θεὸς κρινεῖ (:θα κρίνει) τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ». Ότι, δηλαδή, ο Θεός θα κρίνει εκείνα τα οποία δεν φαίνονται στους άλλους ανθρώπους. Ενίοτε και εις τους αγγέλους. Εκείνα τα οποία ο άνθρωπος σκέπτεται, επιθυμεί, αλλά και ακόμη και ενεργεί μακριά από τα μάτια των άλλων ανθρώπων, «σύμφωνα», λέγει ο απόστολος, « με το Ευαγγέλιον που κηρύττω, ότι δηλαδή ο Ιησούς Χριστός θα έλθει να κρίνει τον κόσμον».
Ώστε υπάρχουν κρυπτά εις τους ανθρώπους; Βεβαίως υπάρχουν κρυπτά! Διότι ο άνθρωπος είναι ένας μικρός, κλειστός κόσμος, ορατός μόνον εις τον Θεόν. Ενώπιον του Οποίου, όπως ήδη σας είπα, πάσα φύσις είναι γυμνή και τετραχηλισμένη. Δηλαδή «τετραχηλισμένη» θα πει φανερωμένη. Και το λέγει αυτό ο προφήτης Ησαΐας, αλλά και εις την προς Εβραίους το αναφέρει και το καταγράφει ο απόστολος Παύλος. Κι αυτό δείχνει την ύπαρξιν της ελευθερίας και της προαιρέσεως και της ευθύνης. Διότι αλλιώτικα, πώς θα μπορούσε να κρίνει ο Θεός; Εάν δεν υπήρχε ελευθερία, προαίρεσις και ευθύνη; Υπευθυνότης; Και ακόμη κρίνει διότι βλέπει και τα έξω και τα έσω.
Μέσα σ’ αυτόν, λοιπόν, τον κλειστόν χώρον, που λέγεται άνθρωπος, απεργάζεται το καλόν και το κακόν, το αγαθόν και το πονηρόν. Μέσα εις αυτόν τον χώρον. Πόσοι είμεθα εδώ; Ο καθένας έχει τον δικό του τον κόσμον. Κλειστός, απαραβίαστος, σε βαθμό που μπορεί ο άνθρωπος να υποστεί μαρτύριον και θάνατον και να μην ανοίξει τον εσωτερικό του κόσμο. Τι σκέπτομαι εγώ τώρα; Που σας βλέπω. Τι σκέπτεσθε εσείς που με βλέπετε; Κανείς δεν μπορεί αυτό να το ξέρει. Μόνος κλειδούχος είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Εγώ κρατώ το κλειδί του εσωτερικού μου κόσμου. Μέσα εκεί δύναμαι να απεργασθώ ό,τι θέλω! Και σκέψεις και επιθυμίες και αποφάσεις. Ώστε, λοιπόν, αυτός ο κλειστός, ανθρώπινος κόσμος, κατά τον Παύλον λέγεται «τὰ κρυπτὰ τοῦ ἀνθρώπου». Τα κρυπτά. Και αυτά «τὰ κρυπτὰ τοῦ ἀνθρώπου», εν ημέρα Κρίσεως, θα αποκαλυφθούν. Θα αποκαλυφθούν παρά την θέληση του ανθρώπου. Διότι Εκείνος που μας έκανε να έχομε κρυπτόν κόσμον, συνεπώς Αυτός που κρατάει το ύψιστον κλειδί, Αυτός θα μας ανοίξει τα κρυπτά, θέλομε δεν θέλομε. Διότι εκεί θα μάθομε, εάν από τον κόσμον αυτόν δεν το μάθομε, ότι ο Κύριος των πάντων είναι Αυτός ο Θεός.
Έτσι μπορούμε να δούμε, αγαπητοί, αυτήν την όλη θέση του κρυπτού κόσμου. Στην Παλαιά Διαθήκη εντέλλεται ο Θεός, στο «Δευτερονόμιον», 15,9: «Πρόσεχε σεαυτῷ (:Πρόσεχε τον εαυτό σου), μὴ γένηται ῥῆμα κρυπτὸν ἐν τῇ καρδίᾳ σου ἀνόμημα». «Πρόσεξε. Μη δημιουργηθεί, γίνει, κάτι κρυφό και βρώμικο, κάτι που να είναι παράνομο. Πρόσεξέ το». Πάνω, εξάλλου, σ’ αυτήν την εντολή στηρίζεται και το έργον της καθάρσεως της καρδίας, τόσο σαν συντήρηση, όσο και σαν θεραπεία. Η κάθαρση της καρδιάς.
Και πρώτα η καρδιά, σαν κρυπτός χώρος που εργάζεται ο άνθρωπος το κακόν. Μέσα στην καρδιά αυτή ο άνθρωπος εργάζεται το μυστήριον της ασεβείας, της απιστίας, της αθεΐας και της ανομίας. Τι είναι εκείνο που, κάποτε δύο αδέλφια, κάποτε δίδυμα τα αδέλφια, από τον ίδιο πατέρα και την ίδια μάνα, με τα ίδια κύτταρα, τι είναι εκείνο που κάνει τον ένα ευσεβή και τον άλλο ασεβή; Τον έναν ένθεον και τον άλλον άθεον; Είναι η προαίρεσις. Και πού είναι αυτή; Είναι εις τα βάθη της καρδιάς. Και αποτελεί ακριβώς αυτό το γιατί ο ένας έτσι και γιατί ο άλλος έτσι, αποτελεί μυστήριον. Είναι το μυστήριον το κεκρυμμένον εις τα βάθη της καρδιάς, το οποίον, επαναλαμβάνω, μόνος ο Θεός βλέπει.
Και ο Θεός, όπως βλέπομε, αποκαλύπτει αυτά τα κρυπτά, πρώτα της ασεβείας του Ισραήλ, του ισραηλιτικού λαού. Είναι κάτι που όταν δει κανείς πολλά σημεία στην Αγία Γραφή, τον πιάνει τρόμος. Θυμηθείτε -συγνώμη που κάνω αυτό το πρωθύστερο, όταν ο Αδάμ και η Εύα παρέβησαν την εντολήν του Θεού, ήτο παρών ο Θεός; Ήτο. Αοράτως παρών. Σε λίγο όμως -όχι ακριβώς σε λίγο, η παράβαση πρέπει να συνέβη κάπου το μεσημέρι. Γιατί; Γιατί το μεσημέρι; Είναι η ώρα που πεινάει ο άνθρωπος. Και δια να επιτύχει ο διάβολος καλύτερα το σχέδιό του, διάλεξε αυτήν την ώρα· που θα πεινούσαν οι πρωτόπλαστοι, για να τους πει να φάνε τον καρπόν που ο Θεός είπε: «Όχι».
Πέρασαν μερικές ώρες. Κατά το δειλινόν, εκεί πια που ο ήλιος βασίλευε, έρχεται ο Θεός. Και μάλιστα αν θέλετε να ξέρετε, χαρά μου να το λέγω, ότι είναι το δεύτερον Πρόσωπον της Αγίας Τριάδος. Είναι ο Θεός Λόγος, που και εδημιούργησε και επισκέπτεται τον Αδάμ και την Εύα και ο μετέπειτα ενανθρωπήσας. «Αδάμ, πού είσαι;». Εκείνος κρύφτηκε. Και ο Κύριος ερωτά: «Μήπως έφαγες από τον καρπόν που σου είπα να μη φας;». Ο Κύριος εγνώριζε. Αλλά μπαίνοντας μέσα στον ανθρώπινο διάλογο, έπρεπε να διατηρηθούν, να υπάρξουν τα ανθρώπινα σχήματα. Γι’αυτό ερωτά. Όχι διότι είχε ανάγκη να ερωτήσει ο Θεός, για να μάθει. Αλλά για να αναπτύξει, πάντα σε ανθρώπινες διαστάσεις, αυτόν τον διάλογον. «Μήπως τούτο;».
Ο Θεός γνωρίζει λοιπόν. Γνωρίζει τα πάντα. Ό,τι σκεφτόμαστε και ό,τι πράττομε. Εξάλλου και ο Κάιν τι έκανε; Νόμισε ότι δεν τον βλέπει ο Θεός, όταν εφόνευσε τον αδελφό του, τον Άβελ. Και του λέγει ο Θεός: «Κάιν, τι είναι αυτό που έκανες;». Αλλά κατοπινά και τον Ισραήλ ελέγχει ο Θεός. Διότι, θα σας φανεί παράξενο, ένας λαός είναι συγκροτημένος κατά τέτοιον τρόπον που να υπάρχουν εκείνοι που διοικούν και εκείνοι που διοικούνται. Εκείνο με το οποίο διοικούν είναι ο νόμος. Οι μεν είναι φύλακες του νόμου, οι διοικούντες, ο δε λαός είναι τηρητής του νόμου. Ο Θεός έτσι έκανε την κοινωνικήν δομήν. Έτσι το θέλει.
Όμως, αγαπητοί μου, προσέξτε κάτι. Υπάρχουν εποχές που οι άρχοντες εκτρέπονται. Και βρίσκονται σε καταστάσεις ανεπίτρεπτες. Και οι ταλαίπωροι -είναι εποχές θρησκευτικής παρακμής- και οι ταλαίπωροι νομίζουν ότι ο Θεός δεν τους βλέπει. Αλλά και εις τον χώρον της πολιτείας, έξω, θα λέγαμε, από τους νόμους του Θεού, κάτι ανάλογο συμβαίνει. Κι όμως, το μάτι του Θεού που βλέπει τα πάντα, σε οποιονδήποτε χώρο κι αν κινείται ο άνθρωπος, τον βλέπει και τον κρίνει.
Ακούστε, λοιπόν, ένα τμήμα, μία περικοπή από τον προφήτη Ιεζεκιήλ. Σας παραπέμπω να πάτε να το μελετήσετε αυτό το κομμάτι. Είναι στο 8ον κεφάλαιον. Από εκεί εγώ σταχυολογώ μερικά σημεία και σας τα αποδίδω σε μετάφραση: «Και μου είπε: Σε μένα τον προφήτη, τον Ιεζεκιήλ, μου είπε ο Θεός. «Υιέ ανθρώπου, σκάψε». Και έσκαψα. Και να μία πόρτα. Κι ο Κύριος μου είπε: «Μπες μέσα και δες τις παρανομίες που αυτοί διαπράττουν εδώ». Και μπήκα. Και είδα, και να, τα ‘’μάταια’’ – «μάταια» λέγεται η ειδωλολατρία- και βδελυρά είδωλα, ζωγραφισμένα ολόγυρα σε όλες τις πλευρές -Ξέρετε δε, πού ήταν αυτή η αίθουσα; Κάτω από τον ναό του Σολομώντος. Αλλά όραμα όμως-. Εβδομήντα άνδρες από τους πρεσβυτέρους του Ισραήλ, κι ο καθένας κρατούσε στο χέρι του θυμιατό, και θυμίαζε τα είδωλα και το θυμίαμα ανέβαινε προς τα πάνω. Και τότε μου είπε ο Κύριος: «Βλέπεις, υιέ ανθρώπου, τι κάνουν οι πρεσβύτεροι του ισραηλιτικού λαού, ο καθένας μέσα στον απόκρυφο κοιτώνα του; Γιατί είπαν: ‘’Ο Κύριος δεν μας βλέπει -Και συνεπώς μπορούμε να ειδωλολατρήσομε. Στα μάτια του λαού, θα βρεθούμε σε δοξολογίες, σε λειτουργίες, σε επίσημες παραστάσεις. Σπίτι μας; Μόνοι μας; Θα στραφούμε στην ειδωλολατρία μας’’. Και τούτο γιατί είπαν -λέγει ο Θεός-: ‘’Ο Κύριος δεν μας βλέπει’’». Είναι η κρυφή λατρεία του σατανά· που κρυφά, εκεί στην κρυφή λατρεία του σατανά, κρυφά εγκαταλείπεται ο Θεός. Τι νομίζετε ότι είναι, αγαπητοί μου, κάθε μασονική στοά; Τι νομίζετε, αγαπητοί μου, κάθε άντρον της μαγείας ότι είναι; Ο τόπος της λατρείας του σατανά. Και θα έλεγε ο Θεός: «Κοίταξε, κοιτάξτε, αυτοί κρυφά τι τελεσιουργούν, τι πράττουν, τι κάνουν».
Ακόμη και εις αυτόν τον κρυπτόν χώρον της καρδιάς εργάζεται ο άνθρωπος την ποικίλη ανομία. Εκεί εργάζεται την πονηρά επιθυμία της σαρκός. Εκεί απεργάζεται όλα τα σχέδια και τις πλεκτάνες, για να δολιώσει τον συνάνθρωπό του. Εκεί απεργάζεται, εις τα κρυπτά της καρδίας του και τα σχέδια τα φονικά, της εξοντώσεως των άλλων ανθρώπων. Εκεί, λοιπόν, και οι λογισμοί οι πονηροί. Εκεί οι ανήθικοι, εκεί οι άδικοι λογισμοί. Εκεί και οι κρυπτές αποφάσεις του κακού.
Αλλά, όμως, μέσα στην Ιστορία έχομε αρκετά παραδείγματα που βλέπομε τα κρυπτά του ανθρώπου να τα αποκαλύπτει ο Θεός. Τι να σας πω; Ο Χριστός έβλεπε, παρακαλώ, την καρδιά του Ιούδα; Βεβαίως. Πολύ πρώιμα έλεγε εις τους μαθητάς Του ότι «Κάποιος θα με παραδώσει». Ακόμη ακόμη από τον χορτασμό των πεντακισχιλίων. Από κει το είχε πει για πρώτη φορά ο Κύριος, όπως μας τα περιγράφει ο ευαγγελιστής Ιωάννης. Και όταν ο Ιούδας τον πρόδωσε, ο Χριστός είπε: «Εγώ δεν σας διάλεξα; Ήξερα ποιους διάλεξα». Κι όταν διάλεγε τον Ιούδα, έβλεπε την προδοσία. Τι λέγω; Ο Υιός του Θεού έβλεπε την προδοσία πριν καν γίνει ο κόσμος, το σύμπαν ολόκληρο. Διότι η Ιστορία, που είναι μέσα στον χρόνο, αλλά ο Θεός είναι έξω από τον χρόνο, τα βλέπει όλα. Πολύ παραπάνω, ο Θεός γνωρίζει, πριν εγώ γίνω, αν θα σωθώ ή δεν θα σωθώ. Όχι καθορίζοντας την πορεία της ζωής μου.
Γιατί θα ‘λεγε κάποιος: «Τότε ο Ιούδας δικαιούται». Όπως μερικοί ανόητοι θέλησαν να δικαιώσουν τον Ιούδα. Όχι, αγαπητοί μου. Όπως ο αστρονόμος γνωρίζει πότε θα γίνει έκλειψις… Αν θέλετε πείτε σε έναν αστρονόμο και σήμερα μάλιστα με τα μέσα που έχομε, τα κομπιούτερς, μέσα σε 1000 χρόνια, σ’ αυτό το σημείο της γης που βρισκόμεθα, πόσες φορές θα γίνει έκλειψη ηλίου. Βάζει μπροστά το κομπιούτερ και πολύ γρήγορα σας λέει: «Τότε, τότε, τότε». Ερωτώ: «Αυτές οι εκλείψεις του ηλίου, μες στα χίλια χρόνια, θα γίνουν γιατί το είπε ο αστρονόμος; Ή γιατί ο ήλιος θα εξέλειπε, δηλαδή θα είχε την έκλειψιν και έτσι ο αστρονόμος βλέπει τι θα γίνει;». Αυτό είναι. Ο Θεός βλέπει… ο άνθρωπος ελευθέρως τι θα κάνει. Δεν καθορίζει ο Θεός τον άνθρωπο τι θα κάνει. Δεν είναι πιόνι. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος. Και συνεπώς τα κρυπτά της καρδίας του τού ανήκουν. Γι’ αυτό και τα αποκαλύπτει ο Θεός, γι’αυτό και τιμωρεί ο Θεός. Γι’αυτό ακριβώς έρχεται να πει ο απόστολος Παύλος: «Μὴ συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους(:Μη γίνετε συγκοινωνοί με τα έργα τα άκαρπα, τα έργα τα σκοτεινά). Τὰ γὰρ κρυφῆ γινόμενα ὑπ᾿ αὐτῶν αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν(:Γιατί αυτά που γίνονται κρυφά απ΄αυτούς, είναι αισχρόν και να τα πεις, όχι να τα πράξεις, ακόμη και να τα πεις, να τα αναφέρεις, να τα περιγράψεις)».
Λέγει ωραιότατα ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων ότι το κάθε κακό είναι γραμμένο και το βλέπει ο Θεός. Είναι γραμμένο πού; Στα πεπραγμένα του ανθρώπου. Να τι λέγει στην 15η Κατήχησή του: «Ἀγωνιάσωμεν, ἀδελφοί, μὴ Θεὸς ἡμῶν καταγνῷ(:μήπως –λέγει- μας κατηγορήσει ο Θεός), ὃς ἐξετάσεως ἢ ἐλέγχων οὐ χρείαν ἔχει πρὸς κατάγνωσιν(:δεν έχει ανάγκη από ανάκριση και από πληροφορίες για να μας κατηγορήσει). Μὴ εἴπῃς ὅτι νυκτὸς ἐπόρνευσα ἢ ἐμάγευσα ἢ ἕτερόν τι ἔπραξα, καὶ ἄνθρωπος οὐ παρῆν ἐκεῖ(: Μην πεις: ‘’Νύχτα έκανα την πορνεία’’)». Είναι μάλιστα, κάτι ανάλογο με εκείνο που λέγει η «Σοφία Σολομώντος»: «Κλείστηκα στο σπίτι μου, έκλεισα το φως, έκλεισα τις πόρτες μου, σκοτάδι υπάρχει, δεν με βλέπει κανείς και επιτελώ στο κρεβάτι μου την μοιχεία». Εκεί αναφέρεται στην μοιχεία. Και λέγει στη συνέχεια η «Σοφία Σολομώντος»: «Ανόητε άνθρωπε! Ὀφθαλμοὶ Κυρίου, μυριοπλάσιοι ἡλίου». Τα μάτια του Κυρίου είναι μύριες φορές πιο λαμπερά από τον ήλιο. Και σε βλέπουν. Μην πεις: «Σκοτάδι και δεν βλέπει». «Καὶ ἄνθρωπος οὐ παρῆν ἐκεῖ», λέγει ο άγιος Κύριλλος. «Και ότι ο άνθρωπος δεν είναι παρών». «Ἀνάγραπτός σου ἐστὶν πᾶσα πλεονεξία, ἀνάγραπτός σου ἐστὶν πᾶσα πορνεία, ἀνάγραπτός σου πᾶσα ἐστὶν ἐπιορκία καὶ βλασφημία καὶ φαρμακεῖα καὶ κλοπὴ καὶ φόνος(:Όλα είναι γραμμένα. Και κάθε σου επιορκία –δηλαδή αθέτησις όρκου- και βλασφημία και μαγεία και κλοπή και φόνος. Όλα είναι γραμμένα. Τα βλέπει ο Θεός. Δεν θα ξεφύγεις)».
Και μάλιστα, το σπουδαίον είναι ότι όλα αυτά γίνονται φανερά πολλές φορές από την παρούσα ζωή. Αλλά οπωσδήποτε κατά την ημέρα της Κρίσεως. Λέγει ο Κύριος στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον: «Οὐδὲν κρυπτὸν ὃ οὐ γνωσθήσεται». «Κανένα κρυφό δεν υπάρχει που να μην γίνει γνωστό και φανερό». Και όπως γράφει ο Απόστολος στην Α΄ Κορινθίους: «Ὃς (:ο Οποίος Θεός) καὶ φωτίσει τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους καὶ φανερώσει τὰς βουλὰς τῶν καρδιῶν». «Θα ρίξει προβολέα και όλα τότε μες στην καρδιά θα γίνουν φανερά. Και όπως λέγει και η «Σοφία Σειράχ»: «Ἀποκαλύψει Κύριος τὰ κρυπτά σου καὶ ἐν μέσῳ συναγωγῆς καταβαλεῖ σε (:και μάλιστα ανάμεσα σε ανθρώπους θα σου φανερώσει τα κρυπτά). Ὅτι οὐ προσῆλθες φόβῳ Κυρίου(:Διότι δεν προσήλθες με τον φόβο του Θεού) καὶ ἡ καρδία σου πλήρης δόλου (:και η καρδιά σου, γεμάτη από δόλο)».
Λέγει δε και ένας ψαλμικός στίχος: «Εσύ τα έκανες κρυφά, αλλά Εγώ θα σε θεατρίσω!». Όσες φορές διαβάζω αυτόν τον Ψαλμό, αγαπητοί μου, με πιάνει φρίκη. Με πιάνει φρίκη. Δηλαδή, κάνω κάτι κρυφό, δεν με βλέπει κανένας. Θα το βγάλει στη φόρα ο Θεός… Και μόνο να φοβηθούμε και να ντραπούμε την Ιστορία, είναι αρκετό. Πολύ δε περισσότερο να φοβηθούμε την ημέρα της Κρίσεως. Είναι ο 49ος Ψαλμός: «Σὺ δὲ ἐμίσησας παιδείαν καὶ ἐξέβαλες τοὺς λόγους μου εἰς τὰ ὀπίσω(: Συ εμίσησες – λέει- την παιδείαν, δηλαδή την θείαν παιδαγωγίαν. Και πήρες τα λόγια μου και τα ‘βαλες από πίσω σου. Δηλαδή, με περιφρόνησες). Εἰ ἐθεώρεις κλέπτην, συνέτρεχες αὐτῷ(:Αν έβλεπες κάποιον κλέφτη, πήγαινες κι εσύ μαζί του), καὶ μετὰ μοιχοῦ τὴν μερίδα σου ἐτίθεις(:και μαζί με τον μοιχό φίλο σου, την παρέα σου, κι εσύ πήγαινες στην ίδια πράξη). Τὸ στόμα σου ἐπλεόνασε κακίαν(:το στόμα σου γέμισε από κακία), καὶ ἡ γλῶσσά σου περιέπλεκε δολιότητας(:η γλώσσα σου –κοιτάξτε το ρήμα- περιέπλεκε. Είναι όλη αυτή η περιπλοκή και οι μηχανές και οι δολοπλοκίες που κάνουν οι άνθρωποι για να βλάψουν τον άλλον)». Λέει κι άλλα. Τα αποσιωπώ. «Ταῦτα ἐποίησας, καὶ ἐσίγησα(:Αυτά έκανες κι εγώ έκλεισα το στόμα μου –λέγει ο Θεός. Εσίγησα. Έως πότε όμως;). Ἐλέγξω σε καὶ παραστήσω κατὰ πρόσωπόν σου τὰς ἁμαρτίας σου(:αλλά θα σε ελέγξω και θα παρουσιάσω τις αμαρτίες σου κατά πρόσωπό σου. Δηλαδή θα σε θεατρίσω. Θα σε θεατρίσω για τις αμαρτίες τις οποίες έκανες)».
Πότε, όμως, οι κρυφές αμαρτίες δεν θα ‘ρθουν εις την επιφάνειαν; Ακούστε. Μόνο όσες εξομολογηθούμε. Οι αμαρτίες οι εξομολογημένες μετά ειλικρινείας, ούτε εις τον παρόντα κόσμον, θα γίνουν φανερές, ούτε εις τον μέλλοντα αιώνα και κόσμο θα γίνουν φανερές. Γι’αυτό λέγει ο Ψαλμωδός: «Μακάριοι (:Ευτυχισμένοι) ὧν ἀφέθησαν αἱ ἀνομίαι καὶ ὧν ἐπεκαλύφθησαν αἱ ἁμαρτίαι». «Ευτυχισμένοι εκείνοι που αφέθηκαν οι αμαρτίες τους, οι ανομίες τους και καλύφτηκαν οι αμαρτίες τους». Μα, σας είπα: Υπάρχει τίποτα για τα μάτια του Θεού καλυμμένο; Δεν υπάρχει. Μόνο ένα υπάρχει καλυμμένο. Ό,τι συγχωρεθεί. Αυτό το διαλύει ο Θεός. Θα ήθελα να ρωτήσω: Μας συμφέρει να εξομολογούμεθα; Μας συμφέρει;
Είναι, όμως, και τα κρυπτά της καρδίας τα αγαθά. Όχι μόνο τα κακά. Είναι, όπως λέγει ο Απόστολος Πέτρος: «ὁ κρυπτὸς τῆς καρδίας ἄνθρωπος ἐν τῷ ἀφθάρτῳ τοῦ πραέος καὶ ἡσυχίου πνεύματος, ὅ ἐστιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πολυτελές». «Ο άνθρωπος που κρύβει μέσα του τον θησαυρό της πίστεως και της πραότητος και της ειρήνης. Αυτός ο εσωτερικός κόσμος, αυτός ο κρυπτός κόσμος, είναι», λέγει, «ενώπιον των οφθαλμών του Θεού, το αληθινά πολυτελές». Και όπως λέγει ο Κύριος στο κατά Ματθαίον: «Καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ». Βλέπει την νηστεία σου και ό,τι άλλο. Το βλέπει. Κρυφά, να επιτελείται και να τελεσιουργείται στην ψυχή σου. Θα το κάνει φανερό. Πώς θα το κάνει φανερό; Θα το κάνει φανερό με χαρίσματα. Θα σου δώσει χαρίσματα, τα οποία, πώς θα το κάνομε, δεν κρύβονται.
Γι΄αυτό πάλι λέγει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων: «Θάρσησον(:Πάρε θάρρος), ἔργασαι(:δούλεψε), μόνον ἀγώνισαι προθύμως(:πρόθυμα να αγωνιστείς). Οὐδὲν γὰρ ἀπόλλυται(:Γιατί τίποτα δεν χάνεται).Ἀνάγραπτός ἐστί σου πᾶσα προσευχὴ καὶ ψαλμῳδία(:Είναι γραμμένη και η κάθε σου προσευχή και κάθε σου ψαλμωδία), ἀνάγραπτός ἐστι πᾶσα ἐλεημοσύνη(:και κάθε σου ελεημοσύνη κι αυτή είναι γραμμένη), ἀνάγραπτός ἐστι πᾶσα νηστεία (:κι αυτή είναι γραμμένη, η νηστεία σου), ἀνάγραπτός ἐστι πᾶς ὁ διαφυλαχθεὶς γάμος καλῶς(:είναι γραμμένος και ο τίμιος ο γάμος, που φυλάχτηκε και δεν πήγες στη μοιχεία), ἀνάγραπτός ἐστιν ἐγκράτεια διὰ θεὸν τελεσθεῖσα (:γραμμένη είναι και η εγκράτεια που έγινε για την αγάπη του Θεού)».
Αγαπητοί, σεβασμιώτατε και αγαπητοί μου αδελφοί, αναφέρει ο άγιος Κλήμης Ρώμης εις τα λεγόμενα «Λόγια του Χριστού», δεν έχω χρόνο να σας αναλύσω πιο πολύ, το πότε έρχεται η Βασιλεία του Θεού. Είναι από τα προφορικά λόγια που δεν γράφτηκαν στα ευαγγέλια· διασώθηκαν προφορικώς. Και ο Κύριος απήντησε: «Ὅταν ἔσται τὸ ἔξω ὡς τὸ ἔσω, τὴν ψυχήν, λέγει, τὸ ἔσω, τὸ δὲ ἔξω τὸ σῶμα, λέγει (: Όταν, λέει, το από μέσα είναι ίδιο με το έξω. Η ψυχή ίδια με το σώμα). Ὃν τρόπον οὖν σου τὸ σῶμα φαίνεται, οὕτως καὶ ἡ ψυχή σου δῆλος ἔστω ἐν τοῖς καλοῖς ἔργοις». Να μην έχεις κρυφά. Δηλαδή ο εσωτερικός σου κόσμος να είναι διαυγής, καθαρός. Να το πω με μια σύγχρονη έκφραση: Πρόσεξε, άνθρωπε, μη δημιουργήσεις υποσυνείδητο. Μόνο συνείδηση. Μην απωθείς στο υποσυνείδητο τα βρώμικα πράγματα. Και τούτο γιατί ο Θεός, «είναι ο Θεός ο αιώνιος των κρυπτών γνώστης», όπως λέγει εκεί στο βιβλίο της Σωσάννας στον Δανιήλ. Και εν ημέρα κρίσεως, όλα θα αποκαλυφθούν. Κι όταν γνωρίζομε, έχομε επίγνωση της αποκαλύψεως των κρυπτών μας, θα φροντίσομε όχι να μην έχομε, για να μην αποκαλυφθούν, αλλά γιατί δεν πρέπει να έχομε. Γιατί το έσω πρέπει να είναι ίδιο με το έξω. Να είμεθα εκείνο που είπε ο Κύριος δια τον Ναθαναήλ: «Να, ένας άνθρωπος που δεν έχει δόλο».
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_500.mp3
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[: Ματθ. 4,18-23]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«ΟΙ ΕΠΟΠΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 21-6-1998]
(Β378)
Το πρώτο ξεκίνημα, αγαπητοί μου, του Ενανθρωπήσαντος Θεού Λόγου, όπως είδαμε να μας περιγράφει στη σημερινή ευαγγελική περικοπή ο ευαγγελιστής Ματθαίος. Ένα ξεκίνημα απόλυτα φυσικό και ανθρώπινο και ταυτόχρονα θείο και υπερφυσικό.
Ο Κύριος περιπατεί εις τον αιγιαλόν της λίμνης της Τιβεριάδος και εκεί εις την ακρολιμνιά, δύο αδέλφια ψαράδες, ο Πέτρος και ο Ανδρέας, ασχολούνται με την ψαρική και το καΐκι τους. Βέβαια προηγήθηκε ένα κήρυγμα του Κυρίου στα πλήθη, μια θαυμαστή αλιεία και μάλιστα εις το καΐκι του Πέτρου και του Ανδρέα και σε ένα ακόμη ζευγάρι αδέλφια, τον Ιάκωβον και τον Ιωάννην.
Με πολλή λιτότητα μας περιγράφει ο ευαγγελιστής Ματθαίος τα εξής: «Περιπατῶν ὁ Ἰησοῦς παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς. Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς». Δηλαδή: «Περιπατώντας», λέει, «ο Κύριος παρά την θάλασσαν της Γαλιλαίας, είδε δύο αδέλφια. Πήγε λίγο πιο κάτω, είδε άλλα δύο αδέλφια και τους εκάλεσε».
Εξέρχεται, βλέπετε, ο Κύριος για να εκλέξει τους δώδεκα μαθητάς Του. Και αποτείνεται στα δύο ζεύγη των αδελφών. Ασφαλώς ο Κύριος θα είδε στη λίμνη κι άλλους ψαράδες. Αλλά αποτείνεται και σε ένα δεύτερο ζεύγος ψαράδων. Επισημαίνει αυτούς τους τέσσερις ψαράδες. Γιατί δεν απετάνθηκε σε άλλους; Και γιατί απετάθη εις αυτούς τους τέσσερις μόνο; Τι μπορούσε να βλέπει σ’ αυτούς ο Κύριος; Ασφαλώς το βάθος της αγαθής των προαιρέσεως. Και ο Κύριος δεν αστόχησε. Έβλεπε, λοιπόν, και ως Θεός. Όχι μόνον ως άνθρωπος. Αλλά και ως Θεός.
Αυτό που προηγουμένως σας είπα, ότι ήταν ένα ξεκίνημα απόλυτα φυσικό και ανθρώπινο, και ταυτόχρονα θείο και υπερφυσικό. Αργότερα, όταν θα αναφερθεί εις τον Ιούδα τον προδότη, θα πει: «Οὐκ ἐγὼ ὑμᾶς τοὺς δώδεκα ἐξελεξάμην;». «Εγώ», λέγει, «δεν σας εξέλεξα εσάς τους δώδεκα;». «Καὶ εἷς ἐξ ὑμῶν εἷς διάβολός ἐστιν». «Και ένας από σας είναι διάβολος». Και εννοούσε τον Ιούδα τον Ισκαριώτη. Ακόμη, θα μας σημειώσει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «Ἐγώ οἶδα οὓς ἐξελεξάμην». «Εγώ γνωρίζω ποιους έχω διαλέξει». Και ακόμη θα μας σημειώσει ο ίδιος ευαγγελιστής: «Οὐχ ὑμεῖς μὲ ἐξελέξατε, ἀλλ’ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς». «Δεν με διαλέξατε εσείς Εμένα, αλλά Εγώ διάλεξα εσάς». Κι εδώ φαίνεται η υπερφυσική γνώσις του Ιησού Χριστού. Έτσι εκλέγει σαν άνθρωπος και εκτιμά την ανθρώπινη προαίρεση σαν Θεός.
Ώστε, λοιπόν, μας βλέπει ο Χριστός. Μας γνωρίζει ο Χριστός. Μας εποπτεύει. Και φυσικά δεν λαθεύει. Κι αν απήλθε στον ουρανό και μας είπε ότι μαζί μας θα είναι έως της συντελείας του αιώνος, όλες τις ημέρες της Ιστορίας, έως ότου παρέλθει ο κόσμος και έως εκεί πάλι μας εποπτεύει, μας βλέπει. «Εγώ είμαι», λέγει, «μαζί σας».
Βλέπει στα δύο ζεύγη των μαθητών, αγαπητοί, τόσο την αγαθή τους προαίρεση, όσο και την προθυμία τους. Αλλά και εις τα άλλα δύο ζεύγη το ίδιο. Που άφησαν πατέρα, δίχτυα, καΐκια και Τον ακολούθησαν με ολοκληρωτική προσφορά. Αυτό μας καταπλήσσει.
Μήπως ο Θεός, όμως, προσωποληπτεί; Αποτείνεται εις αυτούς τους τέσσερις, δείχνοντας μίαν προσωποληψίαν; Όχι βέβαια. Κι εμάς ο Θεός μάς καλεί. Ναι, κι εμάς. Τόσο στη σωτηρία μας, εφόσον «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν», όσο και σε ειδικά όργανα διακονίας. Ζηλεύεις τον Ιερό Χρυσόστομο, πάτερ Αθανάσιε; Μπορείς να φθάσεις, άμα θέλεις. Τι έκανες για να φθάσεις; Ζηλεύεις τον Α, τον Β, τον Γ, τον Δ Πατέρα της Εκκλησίας μας; Μπορείς κι εσύ να γίνεις. Γιατί δεν έγινες; Δεν προσωποληπτεί, λοιπόν, ο Θεός. Εμείς δεν προσφέρομε τον εαυτόν μας σωστά. Αν μου πείτε ότι έδωσε ειδικά χαρίσματα εις αυτούς…Και ποιος σας είπε ότι ο Θεός δίνει έτσι κατά τρόπον περίεργον, σπάταλον τα χαρίσματά Του; Είδε την προαίρεσή σου; Είδε τον κόπο σου; Θα σου δώσει χαρίσματα! Θα σου δώσει χαρίσματα. Εργάστηκες λοιπόν; Δεν προσωποληπτεί ο Θεός. Αλλά δίδει εκεί που βλέπει ότι θα αξιοποιηθούν εκείνα τα οποία θα δώσει.
Αλλά όλοι, δυστυχώς, δεν έχουν προετοιμάσει τον εαυτό τους για μια τέτοια διακονία. Τι λέγω διακονία; Εδώ ούτε για την ίδια τους την σωτηρία δεν έχουν φροντίσει. Οι μαθηταί; Ω, οι μαθηταί! Αν θέλετε να ρίξομε μια ματιά σ’ αυτούς… ιδιωτικά ετοίμαζαν τον εαυτό τους, πρώτιστα με την προσεκτική τους ζωή. Ύστερα με την μελέτη και με την προσευχή. Έχομε ένα μικρό δείγμα. Όταν ο Φίλιππος βρήκε τον φίλο του, τον Ναθαναήλ, τι του είπε; «Εκείνον τον οποίον έγραψε ο Μωυσής και οι προφήται, δηλαδή τον Μεσσία, τον βρήκαμε». Πού Τον βρήκαν; Τον βρήκαν πρώτα πρώτα στις Γραφές. Τα γνωρίσματα του Μεσσίου τα βρήκαν στις Γραφές. Οι άρχοντες, φύσει-θέσει, έπρεπε να γνωρίζουν τα γνωρίσματα του Μεσσίου. Και όχι μόνον δεν τα εγνώριζαν, γιατί δεν μελετούσαν τον λόγον του Θεού. Γιατί, νομίζετε σήμερα, δεσποτάδες και αρχιερείς μελετούν τον λόγο του Θεού; Αν μελετούσαν τον λόγον του Θεού, δεν θα ‘σερναν σαν σκυλάκι την Εκκλησία στον Οικουμενισμό ή δεν ξέρω πού αλλού! Αν μελετούσαν. Αν μελετούσαν. Ναι! Κάποτε, θυμάμαι εδώ και σαράντα χρόνια, ο αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι(Canterbury), Αγγλικανός, συμμετείχε σε μία προσπάθεια να αμνηστευτούν οι ομοφυλόφιλοι. Και είπα πολύ απλά: «Μα δεν άνοιξε την Αγία Γραφή να διαβάσει ότι δεν πρόκειται περί ασθενείας αλλά πρόκειται περί αμαρτίας; Εκεί δεν διάβασε τίποτε;». Ιδού. Αυτό είναι το πράγμα.
Λοιπόν μελετούσαν οι υποψήφιοι μαθηταί του Χριστού, χωρίς να ξέρουν ότι θα χρηματίσουν μαθηταί του Χριστού. Πού να το φανταστούν! Πού να φανταστούν μία τόσο μεγάλη τιμή. Λοιπόν, μελετούσαν τις Γραφές, για Εκείνον που έγραψε ο Μωυσής και οι προφήται. Και είχαν μάθει τα χαρακτηριστικά του Μεσσίου. Και είχαν μάθει ακόμα ότι ο Μεσσίας είναι παθητός. Ότι θα εσταυρούτο. Πρόσεξαν οι άρχοντες του λαού για τον Μεσσία ότι θα ήτο παθητός; Όπως ακριβώς ο γάιδαρος, με συμπαθάτε, όταν δει ένα αυλάκι με νερό, κοντοστέκεται. Και μετά -το φοβάται ο γάιδαρος το νερό- και μετά δίνει έναν πήδο και περνάει το ποταμάκι. Αυτό ‘κάναν οι άρχοντες. Όπου έβρισκαν σημείο ότι ο Ιησούς, ο Μεσσίας είναι παθητός, κοντοστεκόντουσαν κι αμέσως το ξεπερνούσαν. Κατάντημά τους. Γιατί; Γιατί άλλα πράγματα προσανατόλιζαν την σκέψη τους. Ότι ο Μεσσίας είναι εθνικός λυτρωτής! Εθνικός λυτρωτής. Και θα τους δώσει να φάνε με χρυσά κουτάλια. Εκεί πήγαινε το μυαλό τους. Κι όταν βλέπανε τον Μεσσία παθητόν, στην Γραφή, στον Ησαΐα, σας είπα, εκεί, με ένα πήδημα το ξεπερνούσαν. Κι όταν είδαν τον Ιησούν επί του Σταυρού: «Τι είδους Μεσσίας είναι αυτός, ο οποίος ήδη επί του Σταυρού πάσχει;». Βλέπετε, παρακαλώ; Έκαναν σωστή μελέτη; Σίγουρα όχι.
Ενώ οι μαθηταί, όχι μελετούσαν τις Γραφές, τις έβλεπαν σωστά αλλά και προσδοκούσαν. Μάλιστα έχομε και μιαν άλλη αποκάλυψη κάπου. Εκείνη η προφήτις η Άννα, η θαυμαστή, εκείνη, γυναίκα, η χήρα, κόντευε τα 100 της χρόνια, με τον Συμεών, εκείνον τον θαυμάσιον άνθρωπο, τον δίκαιο, τον Θεοδόχον, όπως τον λέμε, που εκράτησε στην αγκαλιά του το νήπιον «Ιησούς», ξέρετε τι; Έχει μία παρατήρηση εκεί ο ευαγγελιστής Λουκάς. Ξέρετε τι παρατήρηση; Ότι η Άννα έλεγε και σε όσους εκείνους είχαν σωστή αντίληψη περί Μεσσίου στα Ιεροσόλυμα, ότι ο Μεσσίας ήλθε. Εκείνοι που είχαν σωστή αντίληψη περί Μεσσίου. Ναι παρακαλώ. Αυτό θα πει «μελετάω σωστά». Και έτσι προετοίμαζε ο κάθε μαθητής το εαυτού σκεύος, για να σταθεί εύχρηστος καιρῷ τῷ δέοντι εις τον Κύριον.
Ακόμη, καλεί ο Θεός, αλλά όλοι, δυστυχώς, δεν ανταποκρίνονται. Όχι μόνο στη δική Του διακονία, αλλά ούτε, όπως ήδη σας είπα, και στην προσωπική τους σωτηρία. Δεν ακούν. Εκείνος ο ταλαίπωρος Δημάς, συνεργάτης του Παύλου, συνεργάτης ενός Παύλου…: «Δημᾶς γάρ με ἐγκατέλιπεν ἀγαπήσας τὸν νῦν αἰῶνα, καὶ ἐπορεύθη εἰς Θεσσαλονίκην». Στην πατρίδα του δηλαδή.
Εποπτεύει, λοιπόν, ο Κύριος κάθε προαίρεση και κάθε ενέργεια εκείνων που θα Του αφοσιωθούν. Και τους εποπτεύει προ καταβολής κόσμου!!! Το ακούσατε; Πριν θεμελιωθεί ο κόσμος, τους εποπτεύει. Μα, ακόμη δεν ήρθαν εις το προσκήνιον της Ιστορίας. Πώς, λοιπόν, προ καταβολής κόσμου, πριν ακόμη καν γίνει η Δημιουργία ολόκληρη, τους γνωρίζει, τους εποπτεύει, τους βλέπει; Ακούστε τι σημειώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης εις το βιβλίον της Αποκαλύψεως: «Και προσκυνήσουσιν -εννοείται τον Αντίχριστον, γράφει στο 13ο κεφάλαιό του- αὐτὸν πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς, ὧν οὐ γέγραπται τὸ ὄνομα ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς ζωῆς τοῦ ἀρνίου τοῦ ἐσφαγμένου ἀπὸ καταβολῆς κόσμου». «Δεν είναι γραμμένοι», λέει, «στο βιβλίον της ζωής του αρνίου, που είναι σφαγμένον προ καταβολής κόσμου»!. Προορισμένος, οὕτως εἰπεῖν, οἰκείᾳ βουλήσει, ο Θεός Λόγος να ενανθρωπήσει και να δώσει τον εαυτό Του για τους ανθρώπους και εκείνοι οι οποίοι θα ήσαν γραμμένοι στο βιβλίον της ζωής, προ καταβολής κόσμου! Μην πείτε, λοιπόν, ότι αυτά είναι γραμμένα και συνεπώς από τα γραμμένα κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει. Είναι ένα πολύ πολύ πρόχειρο και επιπόλαιο επιχείρημα, ότι «Αφού είναι γραμμένα… πώς; Έχω καμίαν, τάχα, ευθύνη;». Απλώς, αγαπητοί μου, είναι τα ονόματα γραμμένα με βάση την προαίρεση που θα έδειχναν όταν θα έλθουν στο προσκήνιο της Ιστορίας.
Εποπτεύει και τα έθνη. Έστω κι αν αυτά δεν γνωρίζουν τον αληθινό Θεό. Γιατί όλα Του ανήκουν. Και τούτο γιατί είναι κι αυτά μέσα στο πρόγραμμα, αν το θέλετε, της Θείας Προνοίας.
Βλέπομε εδώ ότι ο Θεός, κατά τρόπον ανθρωπομορφικόν, λέγει για τα Σόδομα. Είναι οι τρεις άνδρες και λέγουν μεταξύ των στον Αβραάμ: «Καταβὰς οὖν ὄψομαι –δεν είπε «καταβάντες»· γιατί Ένας είναι ο Θεός. Αυτή η περίφημη περικοπή-, εἰ κατὰ τὴν κραυγὴν αὐτῶν τὴν ἐρχομένην πρός με συντελοῦνται, εἰ δὲ μή, ἵνα γνῶ». «Έφθασε», λέει, μήνυμα στον ουρανό ότι αυτοί οι άνθρωποι κάνουν αυτήν την αμαρτία, την ομοφυλοφιλία. Εγώ –λέει ο Θεός, ανθρωπομορφικά, προσέξτε, δηλαδή σαν να μιλάει άνθρωπος- δεν πίστεψα στ’ αυτιά μου και κατέβηκα να δω, έτσι είναι;». Δεν πιστεύει ούτε ο Θεός σε τέτοια που επινοούν αμαρτωλά πράγματα οι άνθρωποι.
Το ίδιο και με την Νινευί, την πρωτεύουσα των Ασσυρίων. Κι επειδή είδε την προαίρεσή τους, έστειλε τον Ιωνά να κηρύξει κήρυγμα μετανοίας. Αγαπητοί μου, να μην πολυπραγμονώ, ενήστευσε ολόκληρη η πόλις, ακόμη ενήστευσαν και τα υποζύγιά τους. Βλέπετε;
Ο Θεός, λοιπόν, εποπτεύει τα έθνη. Έτσι ο Θεός κοιτάζει τους ανθρώπους των Εθνών, πώς ζουν, τι αμαρτίες κάνουν, φανερές ή κρυφές, τι γράφουν -για να ‘ρθω στην εποχή μας- τι γράφουν οι εφημερίδες, τι φωτογραφίες δημοσιεύουν οι εφημερίδες, τι θεατρικά έργα παίζονται, τι διδάσκουν στα σχολεία κ.λπ. κ.λπ. Κι έρχεται να κρίνει κάθε πόλη και κάθε λαό, απ΄ ό,τι ο Κύριος βλέπει. Κι όπως λέγει ο Ψαλμωδός στον 65ον Ψαλμό του: «Οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ἐπὶ τὰ ἔθνη ἐπιβλέπουσιν». «Τα μάτια», λέει, «του Θεού επιβλέπουν, βλέπουν μετ’ ακριβείας εις τα έθνη».
Και μία ακόμη ωραία εικόνα του Ψαλμωδού, που μας λέγει, πώς ο Θεός βλέπει τα πάντα. Είναι στον 13ο Ψαλμό. Λέγει: «Κύριος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἰδεῖν εἰ ἔστι συνιὼν ἢ ἐκζητῶν τὸν Θεόν». Σαν να είναι ένα πάτωμα ο ουρανός και ανοίγει μία καταπακτή, ένα παράθυρο και από κει, λέει, διέκυψεν ο Κύριος, προσέξτε, πάντα ανθρωπομορφικά, δηλαδή έσκυψε να δει τι γίνεται πάνω στη Γη. Αν υπάρχει κανείς που να έχει μυαλό, αν είναι «συνιών», κι αν υπάρχει, τουλάχιστον, «ἐκζητῶν τὸν Θεόν». Να είναι, δηλαδή, στην έρευνά Του. Και όχι σε μία νωχελή αδιαφορία του. Είδατε; «Τοῦ ἰδεῖν». Για να ιδεί. Ωραία εικόνα, πραγματικά, αυτή.
Ο Χριστός, λοιπόν, αγαπητοί μου, μας βλέπει. Και στην προσευχή μας, μας βλέπει και στην μελέτη μας, και στις αναζητήσεις μας και εις τον αγώνα μας. Μας βλέπει. Τι είπε στον Ναθαναήλ ο Χριστός; «Πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε». «Πριν σε φωνάξει», λέγει, «ο φίλος σου ο Φίλιππος, σε είδα κάτω από την συκιά». Τι έκανε εκεί κάτω από την συκιά; Πρέπει να ήταν αρκετά μακριά ο Ιησούς Χριστός, αρκετά-αρκετά μακριά, κι αυτή η συκιά πρέπει να ήταν μέσα σε ένα οικόπεδο, σε μία μάντρα, ντουβάρι γύρω γύρω. Γι’αυτό εξεπλάγη ο Ναθαναήλ. Τι έκανε εκεί, ξέρετε, ο Ναθαναήλ; Έκανε την προσευχή του. «Εγώ», λέει, «σε είδα, εκεί». Γιατί; Πού την έκανε; Εις Εκείνον που σε λίγο θα τον συναντήσει. Βλέπετε;
Ο Χριστός μάς βλέπει και στην Εξομολόγηση. Το ακούσατε; Άραγε αληθεύομε στην εξομολόγηση; Εξομολογούμεθα ειλικρινά; Κρύβομε κι από τον πνευματικό; Να τον εξαπατήσομε; Γιατί πολλοί νομίζουν ότι πρέπει να υφαρπάξουν την ευχήν της συγχωρήσεως. Φτωχοί άνθρωποι! Ο ιερεύς δεν είναι παντογνώστης. Με βάση εκείνα που του λες, θα κανονίσει. Ο Χριστός θα είναι Εκείνος που θα σε συγχωρήσει· ή δεν θα σε συγχωρήσει. Προσπαθείς να υποκλέψεις την ευχή εις την εξομολόγηση, κρύπτοντας ή αλλοιώνοντας το περιεχόμενο της εξομολογήσεώς σου;
Πολλοί λέγουν: «Πράγματι με βλέπει ο Χριστός;». Να η απάντησις. Ακούστε τι λέγει ο Ψαλμωδός: «Καὶ εἶπαν -αυτοί οι κάποιοι-· οὐκ ὄψεται Κύριος(:ο Κύριος δεν βλέπει). Σύνετε δή, ἄφρονες ἐν τῷ λαῷ· καί, μωροί, ποτὲ φρονήσατε(: Ελάτε –λέει- να βάλετε μυαλό, σεις οι άρχοντες, σεις, όποιοι είσαστε). Ὁ φυτεύσας τὸ οὖς οὐχὶ ἀκούει;(:Αυτός που φύτευσε τα αυτιά όχι μόνον εις τους ανθρώπους, μα και στις μύγες και στα κουνούπια, δεν ακούει;). Ἢ ὁ πλάσας τὸν ὀφθαλμὸν οὐχὶ κατανοεῖ;(:ή Εκείνος που έκανε τα μάτια, –όχι μόνον στους ανθρώπους, θα επαναλάβω, και στις μύγες και στα κουνούπια, και μάλιστα λέει ένας λογοτέχνης μας, ο Στρατής Μυριβήλης, αν, λέγει, μία μύγα θα μπορούσε να ξέρει πώς βλέπει ο άνθρωπος, ενώ αυτή βλέπει πολύ διαφορετικά, γιατί έχει δύο πελώρια σύνθετα μάτια, όπως και η μέλισσα, με μερικές χιλιάδες μάτια, θα ‘σκαζε στα γέλια! Έτσι λέει ο Στρατής Μυριβήλης- Αυτός, λοιπόν, που κατασκεύασε το μάτι, Αυτός δεν βλέπει;)». Είναι νομίζω ένα λογικότατον επιχείρημα.
Ο Χριστός βλέπει, ακόμα, αγαπητοί μου, και τους πειρασμούς μας. Και αν αυτοί οι πειρασμοί είναι έξωθεν, έρχονται απέξω, γιατί και ο άνθρωπος γεννά πειρασμούς στον εαυτό του, αυτό έχει πολύ μεγάλη παρηγορία: «Δεν βλέπει ο Κύριος τι πειρασμό περνάω;». Λέγει εις τον ἂγγελον της Εφέσου, στο βιβλίον της «Αποκαλύψεως». «Ἂγγελος» είναι ο επίσκοπος. «Οἶδα τὰ ἔργα σου καὶ τὸν κόπον σου καὶ τὴν ὑπομονήν σου». «Γνωρίζω τα έργα σου, γνωρίζω τον κόπο σου, γνωρίζω και την υπομονή σου». Και θα πει ακόμη και εις τον άγγελον της Σμύρνης: «Οἶδά σου τὰ ἔργα καὶ τὴν θλῖψιν καὶ τὴν πτωχείαν». «Γνωρίζω τα έργα σου και πόσο σε στενοχωρούν οι άνθρωποι -αυτό θα πει θλίψις- αλλά βλέπω και την πτωχεία σου». Όλα αυτά γιατί; Γιατί όπως λέγει ο 7ος Ψαλμός, είναι ο Χριστός ο Κύριος, ο «ἐτάζων καρδίας καὶ νεφροὺς». «Εξετάζει», λέει, «καρδίας και νεφρούς». Η «καρδία» εθεωρείτο η έδρα των σκέψεων. Δεν λέω πιο πολλά γιατί θα αργήσω. Οι δε «νεφροί» η έδρα των επιθυμιών και των ενεργειών. Δηλαδή σε ξέρει, σε βλέπει. Άνθρωπε, σε βλέπει.
Ο Χριστός μάς εποπτεύει ακόμη, αγαπητοί, και στις πιο μικρές λεπτομέρειες της ζωής μας. Έκανες καλά τον σταυρό σου; Σε είδε. Δεν έκανες καλά τον σταυρό σου αλλά επιπόλαια; Κι αυτό το είδε.
Κάποτε κλήθηκε σε ένα δείπνο ο Κύριος, από κάποιον Φαρισαίον. Και εκεί, μας σημειώνει ο ευαγγελιστής Λουκάς, τούτο το καταπληκτικό. Πήγε σε μια γωνιά ο Κύριος, μέχρι να έρθουν όλοι οι καλεσμένοι «ἐπέχων πῶς τὰς πρωτοκκλησίας ἐξελέγοντο». «Έβλεπε και παρατηρούσε πώς ο καθένας διάλεγε την πρώτη θέση». «Να τρέξω, να πιάσω την πρώτη θέση». Τας πρωτοκαθεδρίας. Και κατόπιν είπε εκείνη την περίφημη παραβολή, «όταν σε καλέσουν», λέει, «σε δείπνο μην τρέξεις να πιάσεις την πρώτη θέση» κ.τ.λ. κ.τ.λ.
Έτσι νομίζομε, αγαπητοί, ότι ο Χριστιανισμός είναι τήρησις μόνον μερικών βασικών εντολών και όχι άρωμα ζωής. Αγαπητοί, πώς μας βλέπει τον καθένα μας ο Θεός; Πώς μας βλέπει στην καθημερινότητα της ζωής μας; Στο σπίτι, στον δρόμο, στην εργασία, στις ποικίλες ιδιωτικές μας υποθέσεις;
Μας εποπτεύει ακόμη, πώς σκεπτόμαστε, πώς μιλούμε, πώς ενεργούμε, με κάθε μας κίνηση. Ξέρετε τι κέρδος θα είχαμε εάν είχαμε αυτήν την αίσθηση; Δεν θα αμαρτάναμε. Να το μέγα κέρδος. Ακόμη και θα συγκινούμεθα όταν θα αισθανόμαστε ότι ο Κύριος μάς βλέπει σε μια καλή μας προσπάθεια.
Η «Σοφία Σειράχ» έχει μία χαρακτηριστική περικοπή πάνω σ’ αυτό το θέμα. Είναι, αγαπητοί, εις το 23ον κεφάλαιον. Θα σας την πω σε μετάφραση, σε απόδοση: «Ποιος με βλέπει; Σκοτάδι γύρω μου υπάρχει -λέγει ο άνθρωπος- και τα ντουβάρια με καλύπτουν. Κανείς δεν με βλέπει. Τι έχω να φοβηθώ; – Κι εκεί μάλιστα αναφέρεται στο θέμα της μοιχείας-. Και όμως, τα μάτια του Κυρίου είναι μυριοπλάσια φωτεινότερα του ηλίου και πέφτουν σε όλους τους τρόπους ζωής των ανθρώπων και παρατηρούν σε απόκρυφα μέρη. Πριν ακόμη δημιουργηθούν τα πάντα, είναι γνωστά στον Κύριον, όπως είναι γνωστά και μετά που έχουν γίνει».
Ο Κύριος, λοιπόν, μας βλέπει. Ο Κύριος μάς εποπτεύει. Ο Κύριος περιπολεί και το σώμα μας και την ψυχή μας. Έτσι ο αμαρτωλός να ανησυχήσει, για να διορθωθεί. Αλλά και ο φοβούμενος τον Κύριον, να χαρεί. Τίποτα δεν αγνοεί ο Θεός. Ούτε την ελεημοσύνη μας, ούτε την υπομονή μας, ούτε την σωφροσύνη μας, ούτε την μετάνοιά μας, ούτε ένα μας δάκρυ. Όλα τα εποπτεύει ο Θεός. Και τα καλά και τα κακά. Ναι, αγαπητοί μου, όλα τα βλέπει ο Θεός.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_762.mp3
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[: Ματθ. 4,18-23]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«ΚΛΗΣΙΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 12-6-1988]
(Β197)
Μετά την Βάπτισή Του, αγαπητοί μου, ο Κύριος στον Ιορδάνη από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, ξεκινά για το δημόσιο, σωτήριον έργον Του. Η πρώτη κίνησίς Του ήτο να καλέσει έναν μικρό όμιλο μαθητών, που αυτοί θα Τον βοηθούσαν εις το έργον που ανελάμβανε. Θα Τον πλαισίωναν, θα άκουγαν την διδασκαλία Του, θα Τον βοηθούσαν στις σχέσεις Του με τον όχλον, το πλήθος, θα εγίνοντο μάρτυρες του προσώπου Του και των γεγονότων που θα το χαρακτήριζαν το πρόσωπό Του και θα εστέλλοντο από τον Κύριο εις τις εσχατιές της γης, για να κηρύξουν το Ευαγγέλιον της αγάπης του Θεού και της σωτηρίας. Αυτό το Ευαγγέλιον, που τελεσιουργήθηκε από τον Ενανθρωπήσαντα Λόγον του Θεού.
Έτσι ο Κύριός μας, ένα πρωινό, αγαπητοί μου, παρά την λίμνην της Τιβεριάδος, ξεκινά για την κλήση των πρώτων Του μαθητών. Σημειώνει ο ιερός Ευαγγελιστής Ματθαίος: «Εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα, τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν, τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ και λέγει αὐτοῖς: δεῦτε ὀπίσω μου. Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. Οἱ δὲ ἠκολούθησαν αὐτῷ».
«Καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς». Σε αυτήν ακριβώς την κλήσιν, αγαπητοί μου, θα μείνομε κι εμείς σήμερα, γιατί μας εντυπωσιάζει το γεγονός πώς ο Θεός φθάνει να καλέσει τον άνθρωπον. Και καλεί τον κάθε άνθρωπον, της κάθε εποχής, είτε μικρός είναι στην ηλικία, είτε μεγάλος, είτε εύσημος, είτε άσημος. Με σκοπό πάντοτε για να τον σώσει.
Αλλά λέμε: «καλώ», «καλεί ο Θεός τον άνθρωπον». Τι σημαίνει «καλώ»; Σημαίνει ότι υπάρχει μία απόστασις ανάμεσα στον καλούντα και εις τον καλούμενον· γιατί αλλιώτικα δεν θα είχε νόημα η κλήσις. Σημαίνει, λοιπόν, ότι υπάρχει μία απόσταση και αυτή την απόστασιν η κλήσις, εάν τύχει ανταποκρίσεως, τότε το κενόν αυτό, η απόστασις αυτή, συμπληρούται.
Όταν ο Θεός δημιούργησε τους πρωτοπλάστους, δεν υπήρχε καμία απόστασις μεταξύ του Θεού και των πρωτοπλάστων. Και, συνεπώς, δεν υπήρχε καμία ανάγκη κλήσεως. Όταν, όμως, ο Αδάμ αμάρτησε, έρχεται τότε ο Θεός και τον καλεί: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;».«Αδάμ, πού είσαι;». Ήταν κλήσις αποκαταστάσεως. Ήταν κλήσις μετανοίας. Πάντως ήταν μία κλήσις εξαφανίσεως της αποστάσεως ανάμεσα στον καλούντα Θεόν και εις τον καλούμενον Αδάμ. Αλλά τότε, κατά δυστυχίαν, δεν υπήρξε ανταπόκρισις εκ μέρους του Αδάμ προς τον καλούντα Θεόν. Και ο Θεός τώρα αφήνει την επανάληψιν της κλήσεως δια τα έσχατα της Ιστορίας. «Τοὺς δὲ ἐσχάτους καιροὺς ἔστειλεν ὁ Θεὸς τὸν Υἱὸν Αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον…» κ.λπ.
Και αυτή η κλήσις θα εγίνετο με την Ενανθρώπηση του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος. Και θα ήτο κλήσις παγκοσμία. Και όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης: «Ὁμότιμος ἐπὶ πάντας ἡ κλῆσις. Οὔτε ἀξίας, οὔτε ἡλικίας, οὔτε τὰς κατὰ τὰ ἔθνη διαφορὰς διακρίνουσα». «Μία κλήση που δεν ξεχώριζε ούτε ανάμεσα στις ηλικίες, ούτε ανάμεσα στις αξίες, ούτε ανάμεσα εις τα έθνη». Μία δηλαδή «ὁμότιμος», δηλαδή μία ισότιμος, δηλαδή μια κλήση που θα απετείνετο προς όλους τους ανθρώπους.
Μέσα από τον προχριστιανικό κόσμο είχε καλέσει ο Θεός τον Αβραάμ. Και η κλήσις του Αβραάμ ήταν ένα προοίμιον της κλήσεως όλων των ανθρώπων. Ένα προοίμιον. Τον καλεί, τον στέλνει σε μία άλλη γη και ο Αβραάμ ζει μέσα εις τον χώρον της πίστεως. Προοίμιον, σας είπα, της κλήσεως όλων των ανθρώπων και τύπος. Λέγει ο άγιος Ιουστίνος: «Ὁ Χριστὸς διὰ τῆς ὁμοίας κλήσεως ἐκάλεσεν αὐτόν –τον Αβραάμ δηλαδή- καὶ ἡμᾶς». «Με την ομοία κλήση».
Θα λέγαμε, όμως, και θα τολμούσαμε να πούμε ότι η δική μας η κλήσις, μετά Χριστόν πια, από τον Χριστό, αν θέλετε, είναι ανωτέρα από την κλήση του Αβραάμ· διότι είναι αισθητοτέρα. Ο Αβραάμ δεν είδε τον Θεό με τα μάτια του, όπως Τον είδαμε εμείς όταν ενηνθρώπησε. Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, ότι η κλήσις η δική μας είναι ανωτέρα από την κλήση του Αβραάμ. Άλλο ότι ο Αβραάμ είναι μέγας, διότι ανταποκρίθηκε στην εποχή του και ανταποκρίθηκε με στοιχείο μιας πολύ μεγάλης πίστεως. Και αυτή η πίστις του Αβραάμ τον κάνει να είναι γενάρχης της πίστεως και, συνεπώς, αρχηγός όλων εκείνων που θα εδέχοντο την κλήση του Υιού του Θεού δια της πίστεως.«Καί ἐπίστευσεν», λέγει, «Ἀβραὰμ τῷ Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην». «Πίστεψε και αυτή η πίστις τού λογαριάστηκε σαν αρετή, και, μάλιστα, κορυφαία αρετή». Γι’ αυτό και τα τέκνα του Αβραάμ, όχι τα κατά σάρκα, όσα θέλουν, ναι, αλλά όσα εκείνα θα πίστευαν εις την κλήσιν αυτήν, λέγονται «τέκνα του Αβραάμ». Είναι τέκνα της πίστεως. Είναι τέκνα της διαθήκης της πίστεως. Και όχι της διαθήκης του νόμου.
Θα λέγαμε ότι οι Εβραίοι, με την εμφάνισιν του Κυρίου μας μέχρι σήμερα, που δεν επίστευσαν εις τον Χριστόν, ουσιαστικά δεν είναι τέκνα του Αβραάμ. Είναι μόνον κατά σάρκα, που αυτό δεν έχει και πολλή σημασία· διότι έμειναν στη διαθήκη του νόμου και δεν πέρασαν εις την διαθήκην της πίστεως και συνεπώς ο Αβραάμ είναι ο γενάρχης της πίστεως και εμείς είμεθα ο λαός της πίστεως και, συνεπώς, είμεθα τέκνα του Αβραάμ. Γι’ αυτό είχε πει και ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ότι «ο Θεός είναι ικανός και δυνατός να εγείρει, δηλαδή να σηκώσει τέκνα εις τον Αβραάμ». Δηλαδή «να απορρίψει εσάς, που είστε κατά σάρκα παιδιά του Αβραάμ, και να βγάλει καινούργια παιδιά του Αβραάμ». Και εννοούσε την Εκκλησία, εννοούσε τον καινούργιο λαό, τον λαό της Καινής Διαθήκης, τον λαό της πίστεως. Όπως λέγει πάλι ο άγιος Ιουστίνος: «Τῆς κλήσεως τῆς καινῆς καὶ αἰωνίου διαθήκης, τουτέστιν τοῦ Χριστοῦ». Αυτή η καινούρια διαθήκη, η αιωνία διαθήκη, η διαθήκη της πίστεως.
Και η κλήσις αυτή γίνεται και πραγματοποιείται από μόνη την αγάπη του Θεού. Γιατί ο Θεός καλεί; Ποιο είναι το ελατήριον του Θεού; Έχει κάποιο «διάφορον» ο Θεός; Έχει κάποιο συμφέρον; Υπάρχει στον Θεό ιδιοτέλεια; Όχι, αγαπητοί. Ο Θεός είναι ανιδιοτελής. Ο Θεός είναι χωρίς ανάγκες. Ο Θεός δεν θέλει και δεν έχει ανάγκη από ολόκληρη την δημιουργία Του τίποτα. Όταν ο Θεός ζητά τη μετοχή στη ζωή Του, τη μετοχή της κτίσεως στη ζωή την δική Του, είναι γιατί θέλει να καταστήσει την κτίση Του μακαρία, ευτυχισμένη.
Γι’ αυτό λοιπόν η κλήσις που κάνει ο Θεός στον άνθρωπο είναι με κίνητρο μόνη και μοναδική την αγάπη. Γι’ αυτό λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής στην πρώτη του επιστολή: «Ἡμεῖς ἀγαπῶμεν αὐτόν, ὅτι αὐτὸς πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς».«Τον αγαπούμε, ανταποκρινόμεθα εις την κλήσιν Του, γιατί Αυτός πρώτος μας έχει αγαπήσει». Και όπως λέγει στη συνέχεια: «Ἡ κλῆσις ἡμῶν, ὡς ποτέ μὴ οὖσα, νῦν δὲ ἐπιγενομένη, προηγουμένην ἔχει τὴν βούλησιν καὶ κατὰ τὴν εὐδοκίαν τοῦ θελήματος γέγονεν», σημειώνει ο Μέγας Αθανάσιος. Δηλαδή «η κλήση μας, που ήταν ανύπαρκτη, τώρα όμως είναι υπαρκτή, έχει σαν προηγούμενό της το θέλημα του Θεού· και κατά την ευδοκία του θελήματός Του έχει γίνει αυτή η κλήση μας».
Και ο Πατήρ, από αγάπη, στέλνει τον Υιό στον κόσμον για να μας καλέσει. Και ο Υιός γίνεται άνθρωπος και φθάνει μέχρι του Σταυρού, για να μας συγκινήσει σε αυτήν την κλήση. Γιατί τη θεωρεί παμμεγίστη. Διότι με αυτήν σώζεται ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος που πια πορώθηκε στην αμαρτία. Ο άνθρωπος που ίσως θα απέρριπτε την κλήσιν· και την απορρίπτει. Πάμπολλοι άνθρωποι απορρίπτουν την κλήση του Θεού. Αλλά ανεβαίνει μέχρι του Σταυρού, για να συγκινήσει τον άνθρωπον.
Έχω ακούσει ανθρώπους, αγαπητοί μου, να αισθάνονται χαρά γιατί ο Χριστός ανέβηκε στον Σταυρό… «Έτσι… Έτσι… Γιατί…. έτσι! Καλά σου έκαναν και σε σταύρωσαν». Αντιλαμβάνεστε ότι εδώ υπάρχει μια φοβερά πωρωμένη ψυχή. Εκείνο το στοιχείον που χρησιμοποιεί ο Θεός για να συγκινήσει, γίνεται στοιχείον περισσοτέρας και περισσοτέρας και βαθυτέρας και χαώδους σκληρύνσεως. Είναι φοβερό, είναι ακατανόητο, είναι παράλογο. Και μόνο ό,τι είναι δαιμονικό είναι παράλογο.
Και λέγει ωραιότατα ένα μικρό τροπάριο από τα Εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής, είναι από την Α΄ Στάση: «Ἐπὶ γῆς κατῆλθες ἵνα σώσῃς Ἀδάμ, καὶ ἐν γῇ μὴ εὑρηκώς τοῦτον, Δέσποτα, μέχρις ᾍδου κατελήλυθας ζητῶν». «Ήλθες», λέγει, «στη γη, για να σώσεις τον Αδάμ. Δεν τον βρήκες, όμως, να ζει εις την ζωήν αυτήν επάνω στη γη και κατέβηκες εις τον Άδην για να τον συναντήσεις εκεί, για να τον αναζητήσεις». Και ένα δεύτερο τροπάριο, της Β΄ Στάσεως απ’ τα Εγκώμια. Λέγει: «Ἔπτηξεν (:δηλαδή μαζεύτηκε) Ἀδὰμ Θεοῦ βαίνοντος ἐν Παραδείσῳ (: όταν περπατούσε ο Θεός εις τον Παράδεισον, κρύφτηκε ο Αδάμ), χαίρει δὲ πρὸς ᾍδην φοιτήσαντος, πεπτωκὼς ποτέ, καί νῦν ἐξεγερθείς». «Τώρα, όμως, ο Αδάμ χαίρει, που έρχεται κάτω εις τον Άδην, για να τον σηκώσει αυτόν τον πεσμένον».
Και πώς μας κάλεσε ο Θεός; Εδώ θέλω να προσέξετε. Μας εκάλεσε «ἐν ἐλευθερίᾳ». Είναι χαρακτηριστική η παρατήρησις ενός πατρός της Εκκλησίας μας, του Τίτου Βόστρων, που λέγει –προσέξτε, παρακαλώ, πολύ- ότι η έννοια της κλήσεως προϋποθέτει την έννοιαν της ελευθερίας. Διότι σε μια κλήση προϋποτίθεται ή η άρνησις ή η κατάφασις. Εάν σε καλεί ο Θεός, μπορείς να πεις ή το «ναι» ή το «όχι». Έτσι, λοιπόν, αυτομάτως μπαίνει το στοιχείον της ελευθερίας, με την είσοδον της κλήσεως. Και το λέγει ως εξής: «Τὸ δόγμα τῆς προαιρέσεως ὁμολογεῖται διὰ τοῦτο καὶ ἡ κλῆσις». Πώς ομολογείται το δόγμα της προαιρέσεως; Δηλαδή της ελευθερίας; Όταν γίνει η κλήσις. Έχομε κλήση; Έχομε ελευθερία. Και από τη στιγμή που ο Θεός καλεί, προϋποθέτει την ελευθερίαν. Αυτό είναι πολύ θεμελιώδους σημασίας, αγαπητοί μου.
Είναι εκείνο που θα γράψει ο Απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του, εκείνη την περικοπή που είναι τόσο παρεξηγημένη, ιδίως από τον προτεσταντικόν κόσμον: «Τοῖς ἀγαπῶσι –λέει- τὸν Θεὸν (:εκείνους που αγαπάνε τον Θεόν) πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν(: όλα τους βγαίνουν συνεργούς στο καλό. – Σε ποιους όμως; Προσέξτε τώρα:) τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς οὖσι(: αυτοί που είναι κλητοί, δηλαδή καλεσμένοι, αλλά κατά πρόθεσιν. Δηλαδή γιατί οι ίδιοι θα το ήθελαν να είναι κλητοί)· ὅτι οὓς προέγνω (: γιατί εκείνους που προγνώρισε), καὶ προώρισε – Εδώ είναι το λάθος των ερμηνευτών της Δύσεως. Ότι δηλαδή προορίζει ο Θεός. Απόλυτος προορισμός. Λάθος! -· οὓς δὲ προώρισε (: εκείνους δε που προόρισε), τούτους καὶ ἐκάλεσε (: αυτούς και κάλεσε) καὶ οὓς ἐκάλεσε, τούτους καὶ ἐδικαίωσεν(: κι εκείνους που κάλεσε, αυτούς δικαίωσε) οὓς δὲ ἐδικαίωσε, τούτους καὶ ἐδόξασε (: και εκείνους που δικαίωσε, αυτούς και τελικά δόξασε)».
«Να λοιπόν», θα πουν εκείνοι που δεν καταλαβαίνουν καλά, θα πουν: «Ορίστε. Βλέπεις; Εκείνους τους οποίους προγνώρισε, δηλαδή εκείνους που τους προόρισε, αυτούς και καλεί». Λάθος, αγαπητοί μου. Αν έπρεπε να το δούμε το χωρίον αυτό αντίστροφα, να πάμε από το τέλος προς την αρχή, ακούσατε:. «Εδόξασε αυτούς που εδικαίωσε. Εδικαίωσε αυτούς που εκάλεσε. Εκάλεσε αυτούς που προόρισε. Προόρισε αυτούς που προγνώρισε». Πώς τους προγνώρισε; Και προγνώρισε αυτούς που ήσαν «κατὰ πρόθεσιν κλητοί». Αυτοί που ήθελαν. Όταν κάποτε στο μέλλον, θα τους καλούσε ο Θεός, θα λέγανε το «ναι». Πώς τους βλέπει ο Θεός; Προ καταβολής κόσμου. Πριν γίνει ο κόσμος, βλέπει τις προθέσεις εκείνων που θα δεχθούν κι εκείνων που δεν θα δεχθούν. Όπως είδε και την πρόθεσιν του Ιούδα. Είδε και την πρόθεσιν του Πέτρου και του Ιωάννου κ.λπ.
Γι’αυτό, αγαπητοί, γράφει ακόμη στους Γαλάτας ο Απόστολος Παύλος: «Ὑμεῖς γὰρ (: Εσείς δηλαδή) ἐπ’ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε, ἀδελφοί». Δηλαδή ελεύθερα κληθήκαμε. Ελεύθερα κληθήκαμε, να ζήσομε μέσα στον χώρον της αληθινής ελευθερίας. Συνεπώς τρόπος και περιεχόμενον, πάντοτε, είναι η ελευθερία εις την κλήσιν που μας κάνει ο Θεός. Και το τονίζομε αυτό, γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος έχει μία ευαισθησία στο θέμα της ελευθερίας, έστω και αν αυτή που ζητά είναι κακοποιημένη και αμφίβολη. Εξάλλου, καλούμενοι, στη δική μας την προαίρεση δεν είναι να σταθούμε εκλεκτοί ή όχι; Κλητός και εκλεκτός. Κλητός, γιατί καλούμαι από τον Θεό. Στο χέρι μου είναι, στην προαίρεσή μου είναι, στην ελευθερία μου είναι να γίνω τώρα τι; Εκλεκτός. Ή να μη γίνω εκλεκτός. Απόδειξη ότι ο Κύριος καλεί πάντας, γιατί «πάντας θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν», που λέγει ο Απόστολος Παύλος. Εντούτοις, σημειώνει ο Κύριος και την εξής πραγματικότητα: «Πολλοὶ εἰσὶν οἱ κλητοί, ὀλίγοι δὲ οἱ ἐκλεκτοί». Πολλοί. Το «πολλοί» θα πει πάντες. Είναι οι καλεσμένοι. Αλλά οι εκλεκτοί είναι λίγοι. Γιατί; Προϋποθέτει την ελευθερία. Αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Έτσι, ο Θεός αγαπητοί μου, γνωρίζει την προαίρεση του καθενός προ καταβολής κόσμου. Εκείνο το χωρίον, η φρασούλα ότι «ο Κύριος», λέει, «είδε δύο αδελφούς». Είδε. Αυτό το «είδε» θα μου πείτε βέβαια ότι είναι ιστορικό. Ναι. Ήρθε εκεί στην παραλία, είδε δύο αδέρφια…- τα είχε δει πιο μπροστά ο Κύριος, τους είχε δει από καταβολής κόσμου. Δεν τους προόρισε· αλλά τους είδε. Είδε ότι είχαν αυτήν την αγαθήν προαίρεσιν, τους καλεί ελευθέρως και ελευθέρως εκείνοι αποδέχονται. Εν αντιθέσει με τον πλούσιον νεανίσκον, ο οποίος κλήθηκε από τον Κύριον… «Θέλεις», λέει, «την αιώνιον ζωήν; Ακολούθησέ με». Εκείνος είπε: «Χμ… Δύσκολα πράγματα». Κι έφυγε… Για να καταλάβομε, να νιώσομε την έννοια της ελευθερίας.
Και η κλήσις του Θεού είναι γεγονός πια. Πώς, όμως, μπορούμε, αγαπητοί μου, να αποδεχθούμε αυτήν την κλήσιν του Θεού; Θέλει κάποιες προϋποθέσεις. Ε, λοιπόν, ο Απόστολος Παύλος μας προδιαγράφει μέσα στις επιστολές του αυτούς τους όρους, αυτές τις προϋποθέσεις για να τύχομε μιας καταξιωμένης κλήσεως. Να αξιοποιήσομε αυτήν την κλήση μας. Και θα παρακαλέσω, γρήγορα θα σας τα πω, γιατί τέλειωσε και η ώρα, να καταλάβομε αυτές τις βασικές προϋποθέσεις.
Πρώτα πρώτα πρέπει να καταλάβομε ότι κληθήκαμε. Μπορεί κάποιος να πει: «Εγώ ποιος είμαι;». Λέει στην Α΄ προς Κορινθίους: «Βλέπετε τὴν κλῆσιν ὑμῶν (: Προσέξτε, λέει, την κλήση σας), ἀδελφοί, ὅτι οὐ πολλοὶ σοφοὶ κατὰ σάρκα, οὐ πολλοὶ δυνατοί, οὐ πολλοὶ εὐγενεῖς (:είναι άνθρωποι απλοί, άνθρωποι κατά κόσμον άγνωστοι και τιποτένιοι· κατά κόσμον. Κι όμως κληθήκατε στο να πιστέψετε και να κληρονομήσετε την Βασιλεία του Θεού)». Έτσι, λοιπόν, πρώτη προϋπόθεσις είναι ότι πρέπει να πιστέψω ότι είμαι κι εγώ ένας κλητός, ένας καλεσμένος, ανεξάρτητα από τα εξωτερικά μου προσόντα, αν είμαι εύσημος ή άσημος, μορφωμένος ή αμόρφωτος, μικρός ή μεγάλος, γιατί απλούστατα είμαι άνθρωπος, εικόνα του Χριστού. Αυτό πρέπει να το νιώσω, να το αποδεχθώ. Είναι εκείνο αν θέλετε, που λέει στη σχετική παραβολή στον δούλον: «Ἀνάγκασον εἰσελθεῖν». Ο άλλος έχει τους ενδοιασμούς του, τους δισταγμούς του. «Μα εμένα με καλεί;». Ναι. Γι΄αυτό λέει εκεί «Ἀνάγκασον εἰσελθεῖν».
Δεύτερον. Πρέπει να υπάρξει μία σταθερότητα στην αποδοχή της κλήσεώς μας, χωρίς κλυδωνισμούς. Λέγει ο Απόστολος Πέτρος στην δευτέρα του επιστολή: «Ἀδελφοί, σπουδάσατε βεβαίαν ὑμῶν τὴν κλῆσιν καὶ ἐκλογὴν ποιεῖσθαι (: Φροντίστε, λέγει, να την κάνετε στερεά, σταθερά –αυτό θα πει «βεβαία»– την κλήσιν σας και την εκλογήν σας). Ταῦτα γὰρ ποιοῦντες οὐ μὴ πταίσητέ ποτε (: αν λέγει, έχετε σταθερότητα εις την κλήσιν σας… -‘’Με κάλεσε ο Θεός, θα ανταποκριθώ!’’-· ποτέ δεν θα αμαρτήσετε). Οὕτω γὰρ πλουσίως ἐπιχορηγηθήσεται ὑμῖν ἡ εἴσοδος εἰς τὴν αἰώνιον βασιλείαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν καὶ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ». «Έτσι, θα επιχορηγηθεί, θα σας δοθεί, όχι τσιγγούνικα, πλούσια, η είσοδός σας στην Βασιλεία του Θεού». Έτσι μια φορά δεχθήκαμε, θα λέγαμε, άπαξ απεδέχθημεν την κλήση του Θεού, ποτέ· δεν πρέπει να την προδώσομε. Θυμηθείτε τον Ιούδα. Επρόδωσε την κλήση του. Θυμηθείτε τον Δημά, τον συνεργάτη του Παύλου. Επρόδωσε την κλήση του.
Τρίτον. Πρέπει να φανούμε άξιοι μιας τόσο μεγάλης θεϊκής κλήσεως. Λέγει στους Εφεσίους: «Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς ἐγὼ ὁ δέσμιος ἐν Κυρίῳ, ἀξίως περιπατῆσαι τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθητε». «Άξια», λέει, «να πολιτευθείτε την κλήση με την οποία έχετε κληθεί». Και πρώτο κίνητρο αυτής της κλήσεως της αξίως πραγματουμένης, είναι η φιλοτιμία. Ακούστε: «Ποιος με κάλεσε; Ο Θεός με κάλεσε. Εγώ τι; Δεν θα ανταποκριθώ;». Είναι η φιλοτιμία. Λέει ο Απόστολος Παύλος για τον εαυτό του: «Φιλοτιμούμεθα εὐάρεστοι αὐτῷ εἶναι» λέει στην Β΄ προς Κορινθίους. Φιλοτιμούμεθα. «Να είμεθα ευάρεστοι στον Θεό, ευχάριστοι, αρεστοί στον Θεό». Γιατί; Γιατί Ένας Θεός μας κάλεσε! Είναι μικρό αυτό; Κι αυτή η φιλοτιμία, αγαπητοί μου, εκφράζεται με την τήρηση των εντολών, με την αγάπη σε Εκείνον που μας κάλεσε. Οι τέσσερις μαθηταί εκεί εις τον αιγιαλόν της λίμνης δεν πρόδωσαν ποτέ τους αυτήν τους την αγάπη. Έστω κι αν για μια στιγμή ο Πέτρος εσαλεύθη και οι άλλοι μαθηταί για μια στιγμή εγκατέλειψαν τον Κύριον, όταν παρεδόθη εις τους Ιουδαίους, ήταν γιατί ακόμα δεν είχαν το Πνεύμα το Άγιον. Μα εμείς με το βάπτισμά μας το επήραμε το Πνεύμα το Άγιον! Συγχωρείται να εγκαταλείπομε τον Κύριον;
Τέταρτον. Η κλήσις του Θεού πρέπει να είναι κλήσις αγία, γιατί Άγιος είναι ο Θεός. Και συνεπώς πρέπει να είναι κλήσις αγιασμού. Λέγει στους Θεσσαλονικείς ο Απόστολος: «Οὐ γὰρ ἐκάλεσεν ἡμᾶς ὁ Θεὸς ἐπὶ ἀκαθαρσίᾳ, ἀλλ’ ἐν ἁγιασμῷ». «Δεν μας κάλεσε για να ζούμε μέσα στη βρωμιά της αμαρτίας, αλλά μέσα στον αγιασμό». Και αυτός ο αγιασμός, αγαπητοί μου, εννοείται τόσο με την ευρεία, όσο και με τη στενή έννοια. Με την στενή έννοια, ακούστε και θα εκπλαγείτε. Για να δείτε πόσο μακριά έχει φύγει η εποχή μας από το κριτήριον του Ευαγγελίου: «Τοῦτο γάρ ἐστι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἁγιασμὸς ὑμῶν (:Αυτό, λέει, είναι το θέλημα του Θεού· ο αγιασμός σας. Τι;) ἀπέχεσθαι ὑμᾶς ἀπὸ τῆς πορνείας (:μακριά από την ανηθικότητα), εἰδέναι ἕκαστον ὑμῶν τὸ ἑαυτοῦ σκεῦος κτᾶσθαι ἐν ἁγιασμῷ καὶ τιμῇ, μὴ ἐν πάθει ἐπιθυμίας (:ο καθένας να μάθει να κρατά το ‘’σκεῦος’’ του. «Σκεῦος» είναι το σώμα. Ἐν ἁγιασμῷ. Μακριά από πορνικές, ομοφυλοφιλικές, γενικά ανήθικες πράξεις. Μακριά!). Και ακόμη: «Μὴ ἐν πάθει ἐπιθυμίας … τὸ μὴ ὑπερβαίνειν καὶ πλεονεκτεῖν ἐν τῷ πράγματι τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ». «Να μην είσαι πλεονέκτης, να θες να υπερβείς το θέμα… ό,τι είσαι και να προβείς εις την πορνείαν, να προβείς εις την μοιχείαν».
Εν ευρεία δε εννοία αυτός ο αγιασμός είναι κατά τον Απόστολον Πέτρον: «Κατὰ τὸν καλέσαντα ὑμᾶς Ἅγιον καὶ αὐτοὶ ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε (:‘’ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ’’, σε ολόκληρη την συμπεριφορά σας να είσαστε άγιοι, κατά τον καλέσαντα Άγιον Θεόν) διότι γέγραπται (είναι γραμμένο)· ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι».
Πέμπτον. Έχομε ακόμα την κλήσιν μετοχής στα παθήματα του Χριστού. Κληθήκαμε να γίνομε μέτοχοι των παθημάτων του Χριστού. Και αυτή η κλήσις είναι κορυφαία και μόνον δια τους εκλεκτούς. «Ἀγαθοποιοῦντες καὶ πάσχοντες – λέει ο Απόστολος Πέτρος- ὑπομενεῖτε· εἰς τοῦτο γὰρ ἐκλήθητε, ὅτι καὶ Χριστὸς ἔπαθεν ὑπὲρ ἡμῶν». Σε τι κληθήκαμε; Γιατί έπαθε ο Χριστός, να πάθουμε κι εμείς. Είναι η μετοχή μέσα στα πάθη του Χριστού. Είναι αυτό που θα γράψει ο Απόστολος Παύλος: «Ἀνταναπληρῶ τὰ ὑστερήματα τῶν παθημάτων τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ σαρκί μου, ὑπὲρ τοῦ σώματος αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἡ Ἐκκλησία».
Και τέλος, έκτον, είναι η κλήσις δια το άνω βραβείον. Είναι αυτό που θα γράψει ο Απόστολος Παύλος στους Φιλιππησίους: «Κατὰ σκοπὸν διώκω ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Δεν θα είχε νόημα, αγαπητοί μου, η κλήσις του Θεού στον άνθρωπο, αν δεν υπήρχε αυτό το άνω βραβείον. Και αυτό το άνω βραβείον είναι η Βασιλεία του Θεού. «Ἀδελφοί –λέει στους Εβραίους- ἅγιοι, ἐπουρανίου κλήσεως μέτοχοι». Μέτοχοι επουρανίου κλήσεως.
Αγαπητοί μου, γράφοντας ο Απόστολος Πέτρος την δευτέρα του επιστολή, την καθολική, αναφερόμενος σ’ αυτήν την βεβαίαν, την σταθεράν κλήσιν, τι λέγει: «Διὸ οὐκ ἀμελήσω ἀεὶ ὑμᾶς ὑπομιμνῄσκειν περὶ τούτων… διεγείρειν ὑμᾶς ἐν ὑπομνήσει». «Δεν θα παύσω», λέγει, «όσο ζω, να σας υπενθυμίζω την κλήση σας. Να σας υπενθυμίζω Ποιος σας κάλεσε και ποιοι πρέπει να είσαστε». Αλλά αυτή η διαρκής υπόμνησις της κλήσεως, πρέπει να γίνεται, αγαπητοί μου, κι από μας. Το βάπτισμά μας ήταν η κλήση μας να γίνομε μέτοχοι της Βασιλείας του Θεού. Ο Κύριος κάποτε κάλεσε τους μαθητάς Του να σωθούν και να γίνουν απόστολοί Του. Έκτοτε, όλους τους ανθρώπους καλεί. Άλλον για να τον αποστείλει και άλλον για να τον διακονήσει. Όλους, όμως, για να μας σώσει. Ας κάνομε, λοιπόν, βεβαίαν αυτήν μας την κλήση και ας πολιτευόμεθα άξια της κλήσεως που μας κάλεσε ο Χριστός.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_400.mp3
Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε (Πόποβιτς)
ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ «ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ
ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΚΛΙΣΗ, ΚΑΜΙΑ ΕΚΧΩΡΗΣΗ.
ΑΚΡΙΒΕΙΑ!
Εν ονόματι της Εκκλησίας και των θεανθρωπίνων αγιασμάτων και αληθειών δεν μπορεί να λάβει χώρα κανένας συμβιβασμός. Η αποστολική και αγιοπατερική πιστότητα σε κάθε δικό της, αποτελεί τον κορυφαίο κανόνα στην σχέση μας έναντι της Εκκλησίας. Η πιστότητα σημαίνει ακρίβεια. Κανενός είδους αμαρτίες δεν επιτρέπεται να ευλογούνται, κανενός είδους πράγματα, τα οποία θα κατέλυαν την Αλήθεια, την Παν-αλήθεια της Εκκλησίας, το θεανθρώπινο είναι της, δεν πρέπει να γίνονται. Στην Εκκλησία τα πάντα είναι θεανθρώπινα: το είναι, η ζωή, τα μέσα, ο στόχος, η αθανασία, η αιωνιότητα. Εδώ δεν χωρεί καμία «οικονομία», καθαρά ανθρώπινη, ουμανιστική και χομινιστική, γιατί τούτο θα αποτελούσε αποχώρηση από την θεανθρώπινη Αλήθεια της Εκκλησίας, από την θεανθρώπινη αποστολικότητα, αγιότητα, ενότητα και καθολικότητά της.
Αυτήν την θεανθρώπινη αλήθεια και πραγματικότητα, αποστολικώς, θεόσοφα ομολογεί ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο οποίος δηλώνει: «Οι ορθόδοξοι απορρίπτουμε την κάθε αίρεση και αποδεχόμαστε όλες τις αναγνωρισμένες Οικουμενικές Συνόδους και Τοπικές Συνόδους, όπως και τους οριζόμενους από αυτές κανόνες. Γιατί δεν είναι πλήρως, αλλά κατά το ήμισυ ορθόδοξος εκείνος ο οποίος θεωρεί πως κατέχει την ορθή πίστη και δεν καθοδηγείται από τους θείους κανόνες»[Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,25, PG99,989Α]. «Υπάρχουν οι θείοι νόμοι και κανόνες, που καθοδηγούν τον κάθε ευσεβή άνθρωπο, σε αυτούς δεν πρέπει να προσθέσουμε, ούτε και να αφαιρέσουμε κάτι»[ Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,27, PG99,996Α]. Υποστηρίζοντας την ομολογιακή του μάχη, ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης γράφει: «Δεν είμαστε έκπτωτοι της Εκκλησίας του Θεού. Αν και υπόλογοι για πολλές άλλες αμαρτίες, εντούτοις αποτελούμε ένα σώμα με αυτήν –την Εκκλησία- ανατραφήκαμε με τα θεία δόγματα και πασχίζουμε να τηρήσουμε τους κανόνες και τις διαταγές της»[Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,28, PG99,997D].
Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
«Είμαστε κατά πάντα ορθόδοξοι, απορρίπτουμε την κάθε αίρεση και αποδεχόμαστε κάθε αναγνωρισμένη σύνοδο οικουμενική και τοπική, και τηρούμε με ακρίβεια τους προβλεπόμενους από αυτές κανόνες και διατάξεις. Επειδή δεν τηρεί επακριβώς τον λόγο της αληθείας εκείνος ο οποίος θεωρεί πως κατέχει την ορθή πίστη και δεν καθοδηγείται από τους θείους κανόνες. Εκτός τούτου, ασπαζόμαστε και την νόμιμη, κατά καιρούς, χρησιμοποιουμένη εκ μέρους των αγίων, οικονομία»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 30, PG 99, 1005D].
«Ο Βασιλέας σύναψε παράνομο γάμο, γάμο μοιχείας. Εκείνοι που δεν υποτάσσονται στον Κύριο, το ονομάτισαν αυτό παραβίαση των νόμων και του Ευαγγελίου, σωτηριοφόρο για την Εκκλησία του Θεού δια της οικονομίας» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 34, PG 99, 1024A].«Επιτρέποντας τον παράνομο γάμο του βασιλέως και δικαιολογώντας τη μοιχεία χάριν της οικονομίας, δεν έγινε τίποτε άλλο από την αλλοίωση της αληθείας, ονομάζοντάς την ‘’οικονομία’’. Το να προτάσσεις την επιθυμία του βασιλέως στο θέλημα του Θεού, αυτό είναι η κατάλυση της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Με τον τρόπο αυτόν επιτελείται η εκ του Αντιχρίστου κατάλυση του κόσμου· ως εκ τούτου εκείνο που σε αυτά ο σατανάς ονόμασε ‘’οικονομία’’, δικαιολογημένα χαρακτηρίζεται πρόδρομος του Αντιχρίστου» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 34, PG 99, 1025BC]. «Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των θείων κανόνων και του Ευαγγελίου του Χριστού, είναι το ίδιο. Εξ αυτού και ο Μέγας Βασίλειος και οι όμοιοί του Άγιοι δέχθηκαν αυτούς τους κανόνες ως αποστολικούς και τους τηρούσαν, μην αλλοιώνοντάς τους στο παραμικρό, παρά συμπληρώνοντάς τους κατά τις ανάγκες» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 36, PG 99, 1037AB]. «Οι καταπατητές αυτών των θείων κανόνων θεωρούν την καταπάτησή τους ιερή οικονομία»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 36, PG 99, 1033C]. «Δεν είναι επιτρεπτό ούτε στην τοπική Εκκλησία μας ούτε σε άλλη, να πράξουν οτιδήποτε αντίθετο με τους ορισθέντες νόμους και κανόνες»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 24, PG 99, 985D-988A].
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΤΡΙΑΔΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ
Ο Άγιος Θεόδωρος θεοσόφως θεωρεί και ομολογεί: «Η Εκκλησία βρίσκεται ἐν τῇ Ἀληθείᾳ και στη βίωση αυτής και στο κήρυγμά της και στην ομολογία της. Η Εκκλησία του Θεού μπορεί να συγκροτείται ακόμη και από τρεις ορθοδόξους πιστούς»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 39, PG 99, 1049B]. Ο Άγιος Θεόδωρος, άγιος θεανθρωπίνης πίστεως χερουβικώς φλεγομένης, παρέμεινε πάντοτε πιστός έως τέλους στη θεανθρώπινη αλήθεια και ποτέ και για κανέναν λόγο δεν εξετράπη από την αυστηρή ακρίβειά της»[Μιχαήλ μοναχού, Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ὁσίου πατρὸς ἡμῶν καὶ Ὁμολογητοῦ Θεοδώρου τοῦ τῶν Στουδίων ἡγουμένου, PG 99, 157C]. «Αφού δόθηκε ολοκληρωτικά στον Κύριον Ιησού Χριστό, ποτέ δεν υποχώρησε στις συγκυρίες, ούτε προσέγγισε τις εξουσίες του κόσμου έστω το παραμικρό»[ Μιχαήλ μοναχού, ό.π., PG 99, 157D-160A]. Ο ατρόμητος Ομολογητής απευθύνθηκε στον μοιχό βασιλέα λέγοντας: «Βασιλιά, πρέπει να μετανοήσεις για την τελεσθείσα αμαρτία και να μην αφήσεις το κακό χωρίς γιατρειά». Στον εικονομάχο βασιλέα αποστολικά και χωρίς φόβο λέει: «Βασιλιά, πώς τόλμησες να διαταράξεις και να συγκλονίσεις την Εκκλησία του Χριστού, η οποία πορεύεται εν ειρήνη;[…]. Τα της Εκκλησίας ανήκουν στους ιερείς και στους διδασκάλους, ενώ στον βασιλέα ανήκουν οι εξωτερικές, πολιτικές υποθέσεις» [Μιχαήλ μοναχού, ό.π., PG 99, 173D· 176A· 181D]
ΕΥΧΕΣΘΕ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ
Η Εκκλησία αποτελεί τη σάρκωση και την εικόνα της Παναλήθειας, ήτοι του Θεού Λόγου. Αυτός είναι ο ευαγγελισμός της (Παν-ευαγγελισμός). Το Ευαγγέλιο «οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον»[Γαλ. 1, 11], αλλά κατά τον Θεάνθρωπο. Αυτό οφείλουμε να ομολογούμε διά των ιερών μυστηρίων, δι’ αυτού και χάριν αυτού να ζούμε αθάνατα και αιώνια και αυτή είναι η ορθή πίστη, η των Αποστόλων, η αγιοπατερική, η θεανθρώπινη, η ορθόδοξη πίστη. Ό,τι αλλοιώνει, παραχαράσσει, σακατεύει αυτήν τη θεανθρώπινη πίστη είναι αίρεση.
Όλος σε τούτη την πίστη ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ομολογιακά αναφέρει: «Εμείς, στηριζόμενοι στην αποστολική διδασκαλία και σε εκείνη των αγίων Πατέρων μας, αφού και εκείνοι συμφώνως με τους Αποστόλους ομιλούν, αποφεύγομε την κοινωνία με τους αιρετικούς και με τους παρασυρομένους από αυτούς αποστάτες και τηρούμε την ακριβή πίστη, στην οποία στεκόμαστε «καὶ καυχώμεθα ἐπ’ ἐλπίδι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ»[ Ρωμ. 5, 2], τηρώντας τους κανόνες και όλες τις υπόλοιπες τελειοποιήσεις, ώστε να καταστούμε «τέλειοι καὶ ὁλόκληροι, ἐν μηδενὶ λειπόμενοι»[ Ιακ. 1, 4] — «καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ»[ Φιλιπ. 4, 7]»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Μικρὴ Κατήχησις 97, Ἔργα τ. 2, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 248].
«Ο κάθε ορθόδοξος κατά πάντα, σε κάθε του πράξη, αν όχι και σε λόγο, να αναθεματίζει τον κάθε αιρετικό»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 49, PG 99, 1088B.. «Ο ναός που βεβηλώθηκε από τους αιρετικούς δεν είναι ιερός ναός του Θεού, παρά ένα κοινό κτίσμα, όπως αναφέρει ο Μέγας Βασίλειος, επειδή ο ευρισκόμενος εν αυτώ άγγελος, ο παρών σε κάθε Εκκλησία, έφυγε από αυτόν. Εξ αυτού και η θυσία, που τελείται σε αυτόν δεν γίνεται δεκτή από τον Θεό»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 1, 80, PG 99, 1320Β].
«Ο Κύριος Ιησούς Χριστός απαγορεύει τους πολέμους, τις αιματοχυσίες και τους φόνους. Γι’ αυτό ούτε και τους αιρετικούς πρέπει να φονεύουμε. Και όχι μόνον δεν είναι επιτρεπτό να φονευθούν, αλλά δεν μας επιτρέπεται να ευχόμαστε το κακό τους. Αντιθέτως, πρέπει να ευχόμαστε υπέρ αυτών όπως ο Ίδιος ο Κύριος το κατέδειξε κατά την σταυρική Του θυσία,λέγοντας:«Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι”»[Λουκ.23,34]»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 2, 155 (Θεοφίλῳ τῆς Ἐφέσου), PG 99, 1484AC]. «Η Εκκλησία δεν εκδικείται με μάχαιρα»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 2, 155 (Θεοφίλῳ τῆς Ἐφέσου), PG 99, 1485C]. «Ναι, δεν ταιριάζει στην Εκκλησία του Θεού να εκδικείται με μαστιγώσεις, με διωγμούς και φυλακίσεις. Ο εκκλησιαστικός νόμος κανέναν δεν απειλεί, ούτε με ξίφος, ούτε με μαστίγιον»[Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολή 94 (Λέοντι ἀρωματοπράτῃ), στο Theodori Studitae Epistulae, τ. 2, ἐκδ. Fatouros, Βερολίνο 1992, σ. 215].
«Ο άρτος των αιρετικών δεν είναι σώμα του Χριστού» [Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολαί 2, 197 (Δωροθέῳ τέκνῳ), PG 99, 1597A]. «Για τους χριστιανούς είναι απαραίτητο να προσεγγίζουν ο ένας τον άλλο με αγάπη, ιδιαίτερα, όταν το σώμα του Χριστού (δηλ. η Εκκλησία) κόβεται από τον διάβολο με το ξίφος της αιρέσεως»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολή 338 (Κωνσταντίνῳ), στὸ Theodori Studitae Epistulae, τ. 2, εκδ. Fatouros, Βερολίνο 1992, σ. 479].
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΗ:
Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε(Πόποβιτς), Δογματική Ορθόδοξη φιλοσοφία της αληθείας, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, έκδοση 3η, 2022, σελίδες 674-678.
Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε(Πόποβιτς)
ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ «ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ
ΤΑ ΙΔΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Τα ιδιώματα της Εκκλησίας είναι αναρίθμητα, επειδή στην ουσία είναι τα ιδιώματα του Θεανθρώπου Χριστού και δι’ Αυτού τα ιδιώματα της Τρισηλίου Θεότητος. Ωστόσο, οι άγιοι και θεόσοφοι Πατέρες της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, καθοδηγούμενοι από το Πνεύμα το Άγιον, στο ένατο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως, τα συμπυκνώνουν σε τέσσερα: «Πιστεύω εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν». Αυτά τα ιδιώματα της Εκκλησίας, η ενότητα, η αγιότητα, η καθολικότητα και η αποστολικότητα, πηγάζουν από την ίδια τη φύση της και τον σκοπό της. Καθορίζουν, σαφώς και επακριβώς, τον χαρακτήρα της Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, δια του οποίου αυτή ως θεανθρώπινο καθίδρυμα και θεανθρωπίνη κοινωνία διαφέρει από κάθε ανθρώπινο καθίδρυμα και ανθρώπινη κοινωνία.
Η ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Όπως το Πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού είναι ένα και μοναδικό, έτσι και η Εκκλησία, που ιδρύθηκε δι’ Αὐτοῦ, ἐν Αὐτῷ καὶ ἐπ’ Αὐτοῦ, είναι μία και μοναδική. Η ενότητα της Εκκλησίας προέρχεται, αναπόφευκτα, από το ένα, το μοναδικό Πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού. Ο αδιαίρετα ένας και μοναδικός θεανθρώπινος οργανισμός πάντων των κόσμων, η Εκκλησία, σύμφωνα με όλους τους ουρανογήινους νόμους δεν μπορεί να διασπασθεί. Οποιαδήποτε διάσπασή της θα σήμαινε τον θάνατό της. Όντας ολόκληρη ἐν τῷ Θεανθρώπῳ είναι, πρωτίστως και κατά πάντα, θεανθρώπινος ζωντανός οργανισμός και κατόπιν θεανθρώπινο καθίδρυμα.
Στην Εκκλησία, τα πάντα είναι θεανθρώπινα: η ζωή, η πίστη, η αγάπη, το βάπτισμα, η ευχαριστία, όλη η ζωή της, όλη η αθανασία της, όλη η αιωνιότητά της, όλη η δομή της. Ναι! Σε αυτήν όλα είναι θεανθρώπινα, τα πάντα ένα, τα πάντα αδιαίρετα: και η χριστοποίηση και ο εξαγιασμός και η θέωση και η μεταμόρφωση και η τριαδοποίηση και η σωτηρία. Στην Εκκλησία, τα πάντα είναι οργανικώς και χαρισματικώς συνδεδεμένα, συγκροτώντας το ένα θεανθρώπινο σώμα υπό την μία Κεφαλή, τον Θεάνθρωπο Κύριο Ιησού Χριστό. Όλα τα μέλη της, αν και παραμένουν πάντοτε αυτοτελή, ελεύθερα και ακέραια πρόσωπα, ωστόσο είναι ενωμένα με τη μία Χάρη του Αγίου Πνεύματος δια των ιερών μυστηρίων και των αγίων αρετών, βρίσκονται σε οργανική ενότητα μεταξύ τους, αποτελούν ένα σώμα και ομολογούν μία πίστη, η οποία τα ενώνει μεταξύ τους και με τον Κύριο Ιησού Χριστό.
Οι χριστοφόροι Απόστολοι θεοπνεύστως ευαγγελίζονται την ενότητα και την μοναδικότητα της Εκκλησίας, στηριζόμενοι στην ενότητα και στη μοναδικότητα του Ιδρυτού της, του Θεανθρώπου Κυρίου Ιησού Χριστού και της θεανθρωπίνης Προσωπικότητός Του: «Θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός (:Διότι κανένας δεν μπορεί να βάλει άλλο θεμέλιο λίθο εκτός από εκείνον που έχει ήδη τεθεί και που βρίσκεται τώρα αμετακίνητος και άσειστος στην βάση της οικοδομής. Και ο θεμέλιος αυτός λίθος είναι ο Ιησούς Χριστός)»[Α΄Κορ. 3,11].
Τα ιερά μυστήρια και οι άγιες αρετές, με την χριστονοσταλγική και φιλόχριστο δύναμή τους, ενώνουν με τον Χριστό όλα τα μέλη της Εκκλησίας, όλων των λαών και όλων των εποχών· είναι «πάντες εἷς… ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ»[ βλ. Γαλ. 3,28: «Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ(:Δεν υπάρχουν πλέον διαφορές εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως και φύλου. Δεν υπάρχει διαφορά Ιουδαίου και Έλληνα, δεν υπάρχει διάκριση δούλου και ελεύθερου, δεν υπάρχει διάκριση άνδρα και γυναίκας. Διότι όλοι εσείς γίνατε ένας νέος άνθρωπος με την ένωσή σας με τον Ιησού Χριστό)» · πρβ. Κολ. 3,11·15: «Ὃπου οὐκ ἔνι Ἕλλην καὶ Ἰουδαῖος, περιτομὴ καὶ ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός(:Σ’ αυτόν το νέο άνθρωπο δεν υπάρχει διάκριση Έλληνα και Ιουδαίου, περιτμημένου Ισραηλίτη και απερίτμητου εθνικού, βάρβαρου και Σκύθη, δούλου και ελεύθερου, αλλά και εθνικότητα και καταγωγή και αξίωμα και τα πάντα είναι ο Χριστός, όπως και μέσα σ’ όλους τους πιστούς πάλι είναι ο Χριστός)» – «καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ βραβευέτω ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν, εἰς ἣν καὶ ἐκλήθητε ἐν ἑνὶ σώματι· καὶ εὐχάριστοι γίνεσθε(:Και η ειρήνη που δίνει ο Θεός ας επιστατεί κι ας κυριαρχεί μέσα στις καρδιές σας. Γι’ αυτήν την ειρήνη εξάλλου προσκληθήκατε, ώστε να γίνετε ένα σώμα. Προσπαθείτε ακόμη να γίνεστε και ευχάριστοι μεταξύ σας)»].
Αυτή η ενότητα των πιστών αρχίζει με το πρωταρχικό μυστήριο, το άγιο Βάπτισμα, προεκτείνεται και ενδυναμώνεται με τα υπόλοιπα μυστήρια, κορυφώνεται με την Θεία Ευχαριστία, η οποία πραγματώνει την τελειότερη ενότητα των πιστών και με τον Χριστό, αλλά και μεταξύ τους [βλ. Α΄Κορ. 10,16-17: «Τὸ ποτήριον τῆς εὐλογίας ὃ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐστι; τὸν ἄρτον ὃν κλῶμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν; ὅτι εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν· οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν(:Tο ποτήρι μπροστά στο οποίο ο Κύριος απήγγειλε την ευχαριστήρια δοξολογία και το οποίο εμείς καθαγιάζουμε με ευχαριστήρια προσευχή δεν είναι κοινωνία με του αίματος του Xριστού; O άρτος που τεμαχίζουμε στο μυστήριο της Θείας ευχαριστίας, δεν είναι κοινωνία με του σώματος του Xριστού; Kι επειδή είναι ένας ο ουράνιος αυτός άρτος , γι’ αυτό ένα ηθικό σώμα είμαστε οι πολλοί. Διότι όλοι από τον έναν άρτο μετέχουμε και ενωνόμαστε όλοι με αυτόν, και έτσι διαμέσου αυτού γινόμαστε ένα και μεταξύ μας)»· Α΄Κορ. 12,12: «Καθάπερ γὰρ τὸ σῶμα ἕν ἐστι καὶ μέλη ἔχει πολλά, πάντα δὲ τὰ μέλη τοῦ σώματος τοῦ ἑνός, πολλὰ ὄντα, ἕν ἐστι σῶμα, οὕτω καὶ ὁ Χριστός(:Διότι, όπως το ανθρώπινο σώμα είναι ένα και έχει πολλά μέλη, και όλα τα μέλη του ενός σώματος, αν και είναι πολλά, αποτελούν ένα σώμα, έτσι και ο Χριστός με το πλήθος των πιστών είναι ένα σώμα πνευματικό)»].
Η Εκκλησία, αν και μία κατά την ουσία της, είναι ταυτοχρόνως πολυπληθής κατά τα πρόσωπα. Είναι εικόνα και προτύπωση της Υπεραγίας Τριάδος: η ενότητα στην Τριαδικότητα και η Τριαδικότητα στην ενότητα. Και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Θεός Λόγος, έγινε άνθρωπος και έτσι δι’ Εαυτού εξομοίωσε την Εκκλησία με την Αγία Τριάδα. Ουσιαστικά, η Εκκλησία του Κυρίου Ιησού Χριστού αποτελεί την ακριβέστερη χαρισματικο-ενάρετη εικόνα της Υπεραγίας Τριάδος επί της γης, εξ ολοκλήρου γεμάτη με τις χαρισματικές θείες δυνάμεις της τριαδοποιήσεως και της θεανθρωποποιήσεως. Στην Εκκλησία γίνεται πραγματικότητα η Αρχιερατική προσευχή του Σωτήρος: «ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθώς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν… ἵνα ὦσιν ἓν καθώς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν, ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σύ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν(:Σε παρακαλώ για όλους αυτούς, για να είναι όλοι ένα με την αγάπη και την ομοφροσύνη που θα κυριαρχεί μεταξύ τους. Όπως εσύ, Πάτερ, είσαι ενωμένος με Εμένα κι εγώ ενωμένος με Εσένα, επειδή έχουμε και οι δύο την ίδια ουσία και φύση, έτσι σε παρακαλώ να είναι κι αυτοί ένα έχοντας κοινωνία και ένωση με μας… για να είναι μεταξύ τους ένα, όπως κι εμείς είμαστε ένα. Και η ενότητα αυτή θα συντελεσθεί με το να ζω εγώ μέσα στον καθένα απ’ αυτούς ξεχωριστά και να τους ενώνω σ’ ένα πνευματικό σώμα, καθώς και Συ ως φυσικός Πατέρας μου θα είσαι μέσα μου. Έτσι θα είναι τελειοποιημένοι, έχοντας τέλεια ομόνοια και αγάπη και ένωση μεταξύ τους)» [Ιω.17,21·22-23]. Τέτοια είναι η θεανθρωπίνη μοναδικότητα της πίστεως, τέτοια και η θεανθρωπίνη μοναδικότητα της Εκκλησίας, η οντολογία της πίστεως, η οντολογία της Εκκλησίας. Κατά πάντα και δια πάντα εξαρτώμενη η μία από την άλλη. Κατά πάντα και δια πάντα αμφότερες εξ ολοκλήρου του Θεανθρώπου, ἐν τῷ Θεανθρώπῳ και κατά τον Θεάνθρωπον.
Η ενότητα και η μοναδικότητα της Θεανθρωπίνης πίστεως είναι η βάση και το θεμέλιο ολόκληρης της Εκκλησίας του Χριστού. Σε αυτήν την πίστη, τα πάντα είναι ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Οποίος, ως Εκκλησία, ένωσε στο Πρόσωπό Του εσαεί τον ουρανό με την γη, τους αγγέλους με τους ανθρώπους και, το σημαντικότερο από όλα, τον Θεό με τον άνθρωπο. Είναι ιστορικά προφανές και αναμφίβολο ότι στην θεανθρώπινη πίστη εμπεριέχονται όλα τα θεανθρώπινα ιερά μυστήρια και οι άγιες αρετές που επιτελούν την χριστοποίηση, την θεανθρωποποίηση, την θέωση, την τριαδοποίηση και δι’ αυτών την σωτηρία μας. Από την πίστη, ως πρωταρετή, εκπηγάζουν όλες οι άγιες αρετές και όλα τα ιερά μυστήρια. Αυτές είναι που, δια του Θεανθρώπου, του σαρκωθέντος Θεού Λόγου, μας ενώνουν με την Τρισάγιο Θεότητα. Αυτή είναι για εμάς η τελειότερη και πληρέστερη ενότητα, η παν-ενότητα.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής ευαγγελίζεται την εξής θεανθρωπίνη αλήθεια: «Στην Εκκλησία, κατά την Θεία Πρόνοια, όλοι οι άνθρωποι γίνονται ως μία φύση και ως μία βούληση, συνενούμενοι Πνεύματι Αγίω με τον Θεό και μεταξύ τους»[Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον 2, PG90, 272CD]. Αυτή η αλήθεια είναι όλη παρούσα, όλη ζωντανή, όλη εμφανής, όλη ζωοποιός και αθάνατος στις ακολουθίες της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στον χαρισματικό-ενάρετο θεανθρώπινο βίο της. Η θεανθρώπινη πίστη του Χριστού προσφέρει στον άνθρωπο ό,τι του είναι απαραίτητο για την αιώνιο ζωή σε όλους τους θείους κόσμους.
Χωρίς αυτήν την πίστη, το ανθρώπινο ον είναι η φρίκη της φρίκης, η κατάρα της κατάρας. Με αυτήν την πίστη παραμένουμε και υπάρχουμε, αιωνίως, στην Εκκλησία του Σωτήρος. Αυτή είναι όλη εκ της Εκκλησίας και όλη ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Μια και μοναδική σε όλες τις διαστάσεις της, αυτή η πίστη είναι η παραδοθείσα «ἅπαξ τοῖς ἁγίοις» [Ιουδ. 1,3: «Ἀγαπητοί, πᾶσαν σπουδὴν ποιούμενος γράφειν ὑμῖν περὶ τῆς κοινῆς σωτηρίας, ἀνάγκην ἔσχον γράψαι ὑμῖν παρακαλῶν ἐπαγωνίζεσθαι τῇ ἅπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστει(: Αγαπητοί, ενώ είχα σφοδρό πόθο να σας γράψω για την κοινή σωτηρία, που σε όλους μας χάρισε ο Χριστός, αναγκάστηκα από τις περιστάσεις να σας γράψω για να σας προτρέψω να αγωνίζεστε με δύναμη υπέρ της πίστεως, η οποία δια του προφορικού κηρύγματος παραδόθηκε μία φορά για πάντα στους Χριστιανούς)»], με τον Θεάνθρωπο Κύριο Ιησού Χριστό και την θεανθρώπινη οικονομία Του της σωτηρίας, την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ο άγιος Ιωάννης Κασσιανός ευαγγελίζεται την θεία αλήθεια λέγοντας: «Αναμφιβόλως, εκείνος που δεν τηρεί την πίστη της Εκκλησίας, είναι εκτός Εκκλησίας»[Ιωάννου Κασσιανού, Περί της ενσαρκώσεως του Κυρίου, Κατά Νεστορίου 3,14, PL50,70Α].
Όπως ακριβώς, οι άγιοι Απόστολοι, έτσι και οι Πατέρες και οι Διδάσκαλοι της Εκκλησίας με θεοσοφία και χερουβικό ζήλο ομολογούν την ενότητα και την μοναδικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Έτσι εξηγείται αφενός η νοητή φλόγα του ζήλου των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας ενόψει ενδεχόμενων αποσχίσεων από την Εκκλησία και αφετέρου η αυστηρή τους στάση έναντι των αιρέσεων και των σχισμάτων. Από αυτήν την άποψη, οι Άγιες Οικουμενικές και Τοπικές Σύνοδοι είναι εξαιρετικής θεανθρωπίνης σημασίας. Σύμφωνα με το χριστοφόρο πνεύμα και την χριστοφόρο θέση τους η Εκκλησία δεν είναι μόνον μία, αλλά και μοναδική. Όπως δεν μπορούν να υπάρχουν πολλά σώματα εν Χριστώ, έτσι δεν μπορούν να υπάρχουν και πολλές Εκκλησίες. Κατά το θεανθρώπινο είναι της η Εκκλησία είναι μία και μοναδική, όπως ακριβώς και ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι Ένας και Μοναδικός. Συνεπώς ο διχασμός και η διαίρεση της Εκκλησίας ούτε υπήρξε, ούτε και θα υπάρξει· αυτό που υπήρξε και θα υπάρξει είναι η αποκοπή από το σώμα της, όπως η εκούσια αποκοπή του μη φέροντος καρπόν κλήματος από την Άμπελο του Κυρίου Ιησού Χριστού[ βλ. Ιω.15,1-6: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή, καὶ ὁ πατήρ μου ὁ γεωργός ἐστι. Πᾶν κλῆμα ἐν ἐμοὶ μὴ φέρον καρπόν, αἴρει αὐτό, καὶ πᾶν τὸ καρπὸν φέρον, καθαίρει αὐτό, ἵνα πλείονα καρπὸν φέρῃ. Ἢδη ὑμεῖς καθαροί ἐστε διὰ τὸν λόγον ὃν λελάληκα ὑμῖν. μείνατε ἐν ἐμοί, κἀγὼ ἐν ὑμῖν. καθὼς τὸ κλῆμα οὐ δύναται καρπὸν φέρειν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ἐὰν μὴ μείνῃ ἐν τῇ ἀμπέλῳ, οὕτως οὐδὲ ὑμεῖς, ἐὰν μὴ ἐν ἐμοὶ μείνητε. ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα. Ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν, ὅτι χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν. Ἐὰν μή τις μείνῃ ἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆμα καὶ ἐξηράνθη, καὶ συνάγουσιν αὐτὰ καὶ εἰς τὸ πῦρ βάλλουσι, καὶ καίεται (:Εγώ είμαι η κληματαριά η πραγματική και άφθαρτη και πνευματική. Εγώ θα αντικαταστήσω και θα ανακαινίσω την παλαιά άμπελο της συναγωγής ιδρύοντας την Εκκλησία μου, της οποίας θα είμαι η κεφαλή. Και ο Πατέρας μου είναι ο αμπελουργός. Κάθε άνθρωπος που σαν πνευματικό κλήμα είναι ενωμένος μαζί μου με την πίστη, όπως ένα κλαδί με τον κορμό, δεν παράγει, όμως, καρπούς αρετής, ο αμπελουργός Πατέρας μου τον αποκόπτει και τον αποχωρίζει από την κληματαριά. Και κάθε πνευματικό κλήμα που είναι καρποφόρο, το καθαρίζει και το κλαδεύει, για να αποδώσει περισσότερο καρπό. Εσείς τώρα είστε καθαροί. Και σας έχει καθαρίσει ο λόγος της αλήθειας που σας έχω πει και διδάξει. Είστε, λοιπόν, πνευματικά κλήματα, καθαρισμένα και ετοιμασμένα για να παραγάγετε καρπό. Μείνετε ενωμένοι μαζί μου, για να μείνω κι Εγώ ενωμένος με σας. Όπως το κλήμα δεν μπορεί να κάνει από μόνο του καρπό, εάν δεν μείνει προσκολλημένο στην κληματαριά, έτσι ούτε και σεις δεν θα καρποφορήσετε έργα αρετής και αγιότητος, εάν δεν μείνετε ενωμένοι μαζί μου. Εγώ είμαι η κληματαριά κι εσείς τα κλαδιά της. Εκείνος που μένει ενωμένος μαζί μου κι Εγώ μένω μέσα του, αυτός αποδίδει άφθονο και εκλεκτό καρπό. Διότι χωρίς Εμένα και χωρίς να έχετε τη ζωτική δύναμη που πηγάζει από Εμένα, δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε για τον εξαγιασμό σας και τη σωτηρία σας. Όποιος δεν μείνει ενωμένος μαζί μου, οπωσδήποτε θα πεταχθεί έξω όπως το άκαρπο και άχρηστο κλήμα. Και τότε θα ξεραθεί και δεν θα του μείνει κανένα ίχνος χάριτος και πνευματικής δυνάμεως και ζωής. Και τα πνευματικά κλήματα που ξεράθηκαν έτσι, τα μαζεύουν οι άγγελοι και τα ρίχνουν στη φωτιά της κολάσεως, κι εκεί καίγονται αδιάκοπα και ακατάπαυστα)»].
Στο πέρασμα του χρόνου αποσχίσθηκαν και εξέπεσαν από τη μία, μοναδική και αδιαίρετη Εκκλησία του Χριστού διάφοροι αιρετικοί και σχισματικοί, οι οποίοι έπαυσαν να είναι μέλη της και σύσσωμοι του Θεανθρωπίνου σώματός της. Έτσι, πρώτοι απ’ όλους, εξέπεσαν οι γνωστικοί, μετά οι αρειανιστές, οι πνευματομάχοι, οι μονοφυσίτες, οι εικονομάχοι, οι ρωμαιοκαθολικοί, οι προτεστάντες, οι ουνίτες και συνολικά όλοι εκείνοι που ανήκουν στην αιρετικο-σχισματική λεγεώνα.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε(Πόποβιτς), Δογματική Ορθόδοξη φιλοσοφία της αληθείας, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, έκδοση 3η, 2022, σελίδες 279-282.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

