ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ Ματθαίου (6/9/2026)
Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΔ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Β΄προς Κορινθίους, κεφάλαιο Α, εδάφια 21-24 και έως κεφάλαιο Β, εδάφια 1-4
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄: 21 Ὁ δὲ βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν εἰς Χριστὸν καὶ χρίσας ἡμᾶς Θεός, 22 ὁ καὶ σφραγισάμενος ἡμᾶς καὶ δοὺς τὸν ἀῤῥαβῶνα τοῦ Πνεύματος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν. 23 Ἐγὼ δὲ μάρτυρα τὸν Θεὸν ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ τὴν ἐμὴν ψυχήν, ὅτι φειδόμενος ὑμῶν οὐκέτι ἦλθον εἰς Κόρινθον. 24 Οὐχ ὅτι κυριεύομεν ὑμῶν τῆς πίστεως, ἀλλὰ συνεργοί ἐσμεν τῆς χαρᾶς ὑμῶν· τῇ γὰρ πίστει ἑστήκατε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄: 1Ἔκρινα δὲ ἐμαυτῷ τοῦτο, τὸ μὴ πάλιν ἐν λύπῃ ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς. 2 Εἰ γὰρ ἐγὼ λυπῶ ὑμᾶς, καὶ τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με εἰ μὴ ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ; 3 Καὶ ἔγραψα ὑμῖν τοῦτο αὐτό, ἵνα μὴ ἐλθὼν λύπην ἔχω ἀφ᾿ ὧν ἔδει με χαίρειν, πεποιθὼς ἐπὶ πάντας ὑμᾶς ὅτι ἡ ἐμὴ χαρὰ πάντων ὑμῶν ἐστιν. 4 Ἐκ γὰρ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας ἔγραψα ὑμῖν διὰ πολλῶν δακρύων, οὐχ ἵνα λυπηθῆτε, ἀλλὰ τὴν ἀγάπην ἵνα γνῶτε ἣν ἔχω περισσοτέρως εἰς ὑμᾶς.
Ερμηνευτική απόδοση από τον μακαριστό Παν. Τρεμπέλα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α: 21Εκείνος δε ο Οποίος δίδει την ακλόνητη και βέβαιη πεποίθηση σε μας μαζί με σας, ώστε να μένουμε πιστοί στον Χριστό και ο Οποίος μας έχρισε με το Άγιο Πνεύμα, είναι ο Θεός. 22 Αυτός και έβαλε την σφραγίδα Του επάνω μας, για να δείξει ότι είμαστε δικοί Του και έδωσε το Πνεύμα Του το Άγιο στις καρδιές μας ως προκαταβολή και εγγύηση για όλα όσα μας έχει υποσχεθεί. 23 Πρέπει δε να σας πω τούτο· ότι εγώ, επειδή σας λυπούμαι, δεν ήλθα ακόμη στην Κόρινθο, για να μη σας στενοχωρήσω με τις παρατηρήσεις μου και σε αυτό επικαλούμαι μάρτυρα τον Θεό, που βλέπει την ψυχή μου. 24 Δεν σας τα λέμε αυτά, διότι έχουμε εξουσία επάνω σε σας και στην πίστη σας, αλλά διότι είμαστε συνεργάτες στη δική σας χαρά. Άλλωστε εσείς στέκεστε στερεοί στην πίστη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄: 1 Σκέφτηκα δε μόνος μου και αποφάσισα τούτο· να μην έλθω προς εσάς λυπούμενος για τα σφάλματά σας, λυπώντας δε και σας με τις παρατηρήσεις, που είμαι αναγκασμένος να σας κάμω. 2 Η λύπη όμως, που θα σας προκαλέσω, αποβλέπει στο καλό σας, διότι εάν εγώ με τους ελέγχους σάς στενοχωρώ, ποιος είναι εκείνος, που με ευφραίνει, παρά αυτός που δέχεται τις παρατηρήσεις μου, λυπάται και μετανοεί για τα σφάλματά του και προχωρεί σε διόρθωση; 3 Και σας έγραψα αυτό τούτο ακριβώς σε προηγουμένη επιστολή και σας έκανα παρατηρήσεις, για να διορθωθείτε εν τω μεταξύ, ώστε, όταν θα έλθω, να μη δοκιμάσω λύπη από εκείνους, από τους οποίους έπρεπε μάλλον να δοκιμάζω χαρά. Είμαι δε βέβαιος για όλους σας ότι η δική μου χαρά είναι και χαρά όλων σας. 4 Είχα βέβαια λυπηθεί και εγώ πολύ, για τους ελέγχους που σας έκανα στην πρώτη επιστολή βαθύτατα θλιμμένος και με σφιγμένη την καρδιά και με πολλά δάκρυα, όχι για να καταβληθείτε από λύπη, αλλά για να γνωρίσετε την εξαιρετική αγάπη, την οποία έχω προς εσάς.
Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΔ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Κατά Ματθαίον, κεφάλαιο 22, εδάφια 2-14
2 ῾Ωμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἐποίησεν γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ. 3 καὶ ἀπέστειλεν τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν. 4 πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων, Εἴπατε τοῖς κεκλημένοις, ᾽Ιδοὺ τὸ ἄριστόν μου ἡτοίμακα, οἱ ταῦροί μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους. 5 οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον, ὃς μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὃς δὲ ἐπὶ τὴν ἐμπορίαν αὐτοῦ· 6 οἱ δὲ λοιποὶ κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν. 7 ὁ δὲ βασιλεὺς ὠργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσεν τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησεν.
8 τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐτοῦ, ῾Ο μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι· 9 πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους. 10 καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας οὓς εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων.
11 εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου· 12 καὶ λέγει αὐτῷ, Ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη. 13 τότε ὁ βασιλεὺς εἶπεν τοῖς διακόνοις, Δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἐκβάλετε αὐτὸν εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 14 πολλοὶ γάρ εἰσιν κλητοὶ ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.
Ερμηνευτική απόδοση από τον μακαριστό Παναγιώτη Τρεμπέλα
2 Η Βασιλεία των ουρανών μοιάζει με κάποιον άνθρωπο βασιλιά, ο οποίος έκανε εορτασμούς γάμου για τον γιο του. 3 Έστειλε, λοιπόν, τους δούλους του για να καλέσει αυτούς που είχαν προσκληθεί στον γάμο, αλλά εκείνοι δεν ήθελαν να έλθουν. 4 Έστειλε ξανά άλλους δούλους λέγοντας: «Πείτε στους καλεσμένους: ‘’Ιδού, ετοίμασα το μεσημεριανό μου τραπέζι. Οι ταύροι μου και τα θρεφτάρια είναι σφαγμένα, και όλα είναι έτοιμα. Ελάτε στον γάμο’’». 5 Αυτοί, όμως, αδιαφόρησαν κι έφυγαν, άλλος στο χωράφι του κι άλλος στην εμπορική του επιχείρηση. 6 Και οι υπόλοιποι, αφού έπιασαν τους δούλους του, τους κακοποίησαν και τους σκότωσαν.
7 Όταν τα άκουσε αυτά ο βασιλιάς εκείνος, θύμωσε, κι αφού έστειλε τα στρατεύματά του, εξολόθρευσε τους φονιάδες εκείνους και κατέκαψε την πόλη τους. (Έτσι τιμωρήθηκαν οι Ιουδαίοι και τα Ιεροσόλυμα, τους οποίους υπονοεί η παραβολή). 8 Τότε λέει στους δούλους του: «Το τραπέζι του γάμου είναι έτοιμο˙ οι καλεσμένοι, όμως, δεν ήταν άξιοι να πάρουν μέρος σε αυτό. 9 Πηγαίνετε, λοιπόν, στα σταυροδρόμια και τα τρίστρατα και όσους βρείτε εκεί, καλέστε τους στους γάμους. 10 Βγήκαν τότε εκείνοι οι δούλοι στους δρόμους και μάζεψαν όλους όσους βρήκαν, κακούς και καλούς, και γέμισε η αίθουσα του γάμου από ανθρώπους που κάθισαν στο τραπέζι. (Αυτό πραγματοποιήθηκε με την Εκκλησία, στην οποία κλήθηκαν και προσήλθαν οι ειδωλολάτρες που πίστεψαν).
11 Κι όταν μπήκε ο βασιλιάς για να δει τους καθισμένους στο τραπέζι, είδε εκεί κι έναν άνθρωπο που δεν φορούσε επίσημο ένδυμα γάμου. Δεν είχε, δηλαδή, μαζί με την πίστη και τον καρπό της πίστεως, δηλαδή τις αρετές. 12 Και του λέει: «Φίλε, πώς μπήκες εδώ μέσα χωρίς να έχεις ενδυμασία γάμου; Ήταν εύκολο να απευθυνθείς στην υπηρεσία μου και να σου δώσει μια τέτοια ενδυμασία». Κι αυτός τότε αποστομώθηκε. 13 Τότε ο βασιλιάς είπε στους υπηρέτες: «Δέστε τα χέρια και τα πόδια του και πάρτε τον και ρίξτε τον έξω, στο πιο βαθύ σκοτάδι, που είναι μακριά από τη Βασιλεία του Θεού. Εκεί οι άνθρωποι θα κλαίνε και θα τρίζουν τα δόντια τους. 14 Διότι πολλοί είναι οι καλεσμένοι στη Βασιλεία του Θεού, λίγοι όμως είναι οι εκλεκτοί, που έχουν τις αρετές και θα κληρονομήσουν τη Βασιλεία αυτή».
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[:Β΄Koρ. 1, 21-24 και 2,1-4]
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
[…]«Ὁ δὲ βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν εἰς Χριστὸν καὶ χρίσας ἡμᾶς Θεός, ὁ καὶ σφραγισάμενος ἡμᾶς καὶ δοὺς τὸν ἀῤῥαβῶνα τοῦ Πνεύματος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν(:Εκείνος δε ο Οποίος δίδει την ακλόνητη και βέβαιη πεποίθηση σε μας μαζί με σας, ώστε να μένουμε πιστοί στον Χριστό και ο Οποίος μας έχρισε με το Άγιο Πνεύμα, είναι ο Θεός. Αυτός και έβαλε την σφραγίδα Του επάνω μας, για να δείξει ότι είμαστε δικοί Του και έδωσε το Πνεύμα Του το Άγιο στις καρδιές μας ως προκαταβολή και εγγύηση για όλα όσα μας έχει υποσχεθεί)»[Β΄Κορ.1,21-22].
Πάλι από τα περασμένα επιβεβαιώνει τα μέλλοντα. Γιατί εάν Αυτός είναι που μας κρατά σταθερούς στην πίστη μας προς τον Χριστό, δηλαδή, Εκείνος που δε μας αφήνει να παρασαλευτούμε από την πίστη μας στον Χριστό, και είναι Αυτός που μας έχρισε και έδωσε στις καρδιές μας το Άγιο Πνεύμα, πώς δεν θα μας δώσει και την ρίζα και την πηγή, δηλαδή την αληθή γνώση για Αυτόν, τη μετάληψη του Αγίου Πνεύματος, πώς δεν θα μας δώσει τα όσα προέρχονται από αυτά; Γιατί, εάν εκείνα δίνονται για αυτά, πολύ περισσότερο Αυτός θα μας δώσει και εκείνα. Και εάν αυτά μας τα έδωσε ενώ ήμασταν εχθροί Του, πολύ περισσότερο θα μας τα χαρίσει εκείνα τώρα που γίναμε φίλοι Του. Γι’ αυτό δεν είπε απλώς «Πνεύμα», αλλά το ονόμασε «αρραβώνα», για να παίρνει από αυτό θάρρος για όλα. Γιατί, εάν δεν επρόκειτο να μας δώσει το παν, δεν θα δεχόταν να μας δώσει τον αρραβώνα, και να μας καταστρέψει έτσι χωρίς κανένα σκοπό.
Και πρόσεχε την ευγνωμοσύνη του Παύλου. «Γιατί», λέγει, «τι χρειάζεται να λέω ότι δεν ανήκει σε εμάς η αλήθεια των υποσχέσεων; Ακριβώς αυτό, το ότι παραμένετε εσείς αμετάτρεπτοι και σταθεροί, δεν οφείλεται σε μας, αλλά και αυτό είναι έργο του Θεού»· γιατί λέγει: «Ὁ δὲ βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν εἰς Χριστὸν καὶ χρίσας ἡμᾶς Θεός (:Εκείνος λοιπόν, ο Οποίος δίδει την ακλόνητη και βέβαιη πεποίθηση σε μας μαζί με σας, ώστε να μένουμε πιστοί στον Χριστό και ο Οποίος μας έχρισε με το Άγιο Πνεύμα, είναι ο Θεός)». Επομένως δεν είμαστε εμείς εκείνοι που σας στηρίζουμε· γιατί και εμείς έχουμε ανάγκη Εκείνου που στηρίζει. Ώστε κανένας από εμάς ας μην νομίζει ότι κινδυνεύει το κήρυγμα· Αυτός ανέλαβε το παν, σε Αυτόν ανήκει η φροντίδα του παντός.
Τι σημαίνει, όμως, η φράση «Εκείνος που μας έχρισε και μας σφράγισε»; Εκείνος που μας έδωσε το Πνεύμα, με το οποίο έχουμε και τα δύο, καθιστώντας συγχρόνως προφήτες και ιερείς και βασιλείς· γιατί αυτοί την παλιά εποχή χρίονταν. Εμείς όμως τώρα έχουμε όχι ένα, αλλά και τα τρία αξιώματα με υπεροχή· καθόσον και βασιλεία πρόκειται να απολαύσουμε, και ιερείς γινόμαστε προσφέροντας θυσία τα σώματά μας· γιατί λέγει: «Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, ἀδελφοί, διὰ τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ Θεοῦ, παραστῆσαι τὰ σώματα ὑμῶν θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ, τὴν λογικὴν λατρείαν ὑμῶν(:Σας παρακαλώ, λοιπόν, αδελφοί, και σας εξορκίζω εν ονόματι της στοργής και της ευσπλαχνίας, που δείχνει σε μας ο Θεός, να καταστήσετε και να παρουσιάσετε, σαν άλλοι ιερείς με θυσιαστήριο, τον εαυτό σας, τα σώματά σας, θυσία ζωντανή, αγία, ευάρεστη στον Θεό, η οποία αποτελεί έτσι την πράγματι ορθή και πνευματική λατρεία σας, άξια του λογικού σας)»[Ρωμ.12,1]· και μαζί με αυτά γινόμαστε προφήτες· διότι λέγει: «ἀλλὰ καθὼς γέγραπται, ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν(:Αλλά έγινε αυτό σύμφωνα με εκείνο που έχει γραφτεί στην Παλαιά Διαθήκη: “εκείνα που έχει ετοιμάσει ο Θεός από καταβολής κόσμου για εκείνους που Τον αγαπούν είναι τέτοια, τα οποία μάτι δεν είδε ποτέ και αυτί δεν έχει ακούσει και ανθρώπινος νους δεν έχει φανταστεί”)»[Α΄Κορ.2,9],αυτά έχουν φανερωθεί σε μας.
Και με άλλο τρόπο γινόμαστε βασιλείς, εάν θελήσουμε να εξουσιάσουμε τους παράλογους λογισμούς. Γιατί, το ότι ο παρόμοιος άνθρωπος γίνεται βασιλιάς και περισσότερο από εκείνον που φοράει το βασιλικό στέμμα, θα σας το κάνω φανερό τώρα. Εκείνος έχει πολλούς στρατιώτες, αλλά δεν είναι δυνατόν να αριθμήσουμε το άπειρο πλήθος των λογισμών που υπάρχουν μέσα μας. Και είναι δυνατόν να δούμε όχι μόνο πλήθος, αλλά και πολλούς μέσα στο πλήθος αυτό των λογισμών και στρατηγούς και ταξίαρχους και λοχαγούς και τοξότες και σφενδονίτες. Τι άλλο κάνει κάποιον βασιλιά; Τα ενδύματα; Αλλά και αυτός φοράει καλύτερη και ωραιότερη στολή, την οποία ούτε ο σκόρος την τρώει, ούτε ο χρόνος την εξαφανίζει· και έχει ποικιλόμορφο στεφάνι, το στεφάνι της δόξας και της ευσπλαχνίας του Θεού· γιατί λέγει: «Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον καὶ μὴ ἐπιλανθάνου πάσας τὰς ἀνταποδόσεις αὐτοῦ· τὸν εὐιλατεύοντα πάσας τὰς ἀνομίας σου, τὸν ἰώμενον πάσας τὰς νόσους σου·τὸν λυτρούμενον ἐκ φθορᾶς τὴν ζωήν σου, τὸν στεφανοῦντά σε ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς(:Να δοξολογείς, ω ψυχή μου, τον Κύριο και να μη λησμονείς ποτέ καμία από τις ευεργεσίες Του προς εσένα. Να δοξολογείς τον Θεό σου, ο Οποίος σου συγχωρεί όλες τις ανομίες, θεραπεύει όλες τις σωματικές και πνευματικές ασθένειές σου. Αυτόν, που λυτρώνει και απαλλάσσει την ζωή σου, πολλές φορές, από την φθορά του θανάτου και του άδη και περικοσμεί πάντοτε την κεφαλή σου, σαν με λαμπρό στεφάνι, με το πλήθος του ελέους και των οικτιρμών Του)»[ Ψαλμ.102,2-4]· και το στεφάνι της δόξας· γιατί λέγει: «Ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν(:Δημιούργησες τον άνθρωπο λίγο κατώτερο από τους αγγέλους, με δόξα όμως και τιμή τον έχεις στεφανώσει)»[ Ψαλμ.8,6]· και το στεφάνι των χαρίτων· γιατί λέγει: «Στέφανον γὰρ χαρίτων δέξῃ σῇ κορυφῇ καὶ κλοιὸν χρύσεον περὶ σῷ τραχήλῳ(:Διότι, εάν πρόθυμα δεχτείς την παιδαγωγία των γονέων σου, θα τιμηθείς, θα δεχτείς στο κεφάλι σου στεφάνι από τις χάριτες των αρετών και γύρω από τον λαιμό σου περιδέραιο χρυσό, ασυγκρίτως πολυτιμότερο από κάθε άλλο κόσμημα)»[Παροιμ.1,9]. Είδες ότι είναι πολύπλοκο και χαριέστερο αυτό το διάδημα;
[…] «Ἐγὼ δὲ μάρτυρα τὸν Θεὸν ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ τὴν ἐμὴν ψυχήν, ὅτι φειδόμενος ὑμῶν οὐκέτι ἦλθον εἰς Κόρινθον(:Πρέπει δε να σας πω τούτο: ότι εγώ, επειδή σας λυπούμαι, δεν ήλθα ακόμη στην Κόρινθο, για να μη σας στενοχωρήσω με τις παρατηρήσεις μου και σε αυτό επικαλούμαι μάρτυρα τον Θεό, που βλέπει την ψυχή μου)».
Τι λες, μακάριε Παύλε; Δεν πήγες στην Κόρινθο επειδή λυπάσαι αυτούς; Κάποια, λοιπόν, αντίφαση μάς αναφέρεις εδώ. Γιατί πιο πάνω έλεγες ότι γι’ αυτό δεν πήγες, επειδή δεν σκέπτεσαι όπως οι κοσμικοί άνθρωποι, ούτε είσαι κύριος του εαυτού σου, αλλά παντού μετακινείσαι κάτω από την εξουσία του Αγίου Πνεύματος· καθόσον λέγει ότι «δεν ήλθα στην Κόρινθο, επειδή σας λυπάμαι». Τι μπορούμε, λοιπόν, να πούμε; Ή ότι και αυτό ήταν απόφαση του Αγίου Πνεύματος, και θέλησε βέβαια αυτός να πάει, αλλά το Άγιο Πνεύμα τού υπαγόρευσε να μην πάει, προβάλλοντας την λύπη γι΄αυτούς, ή ομιλεί για κάποια άλλη επίσκεψή του εκεί, δηλώνοντας ότι, προτού γράψει την πρώτη επιστολή, θέλησε να πάει, αλλά συγκράτησε τον εαυτό του από αγάπη προς αυτούς, για να μη βρεθεί εκεί, ενώ ήταν αδιόρθωτοι. Φυσικό είναι ότι και μετά την δεύτερη επιστολή, όταν το Άγιο Πνεύμα δεν το εμπόδιζε πλέον, δεν πήγε με την θέλησή του για την ίδια αιτία. Και πολύ περισσότερο αυτό μπορούμε να υποπτευθούμε, ότι δηλαδή στην αρχή τον εμπόδιζε το Πνεύμα, αργότερα όμως και αυτός, αφού αναλογίστηκε ότι αυτό είναι καλύτερο, έμεινε. Εσύ όμως, σε παρακαλώ, πρόσεχε πώς πάλι θυμάται τον εαυτό του, πράγμα που δεν θα παύσω να το λέγω συνέχεια, παρουσιάζοντας τον εαυτό του από τα αντίθετα. Επειδή δηλαδή και αυτό φυσικό ήταν να το υποπτεύονται αυτοί και να λέγουν ότι «γι’ αυτό δε θέλησες να έρθεις, γιατί μας μίσησες» δείχνει το αντίθετο, ότι γι’ αυτό δεν θέλησε, επειδή αγαπούσε αυτούς.
Τι σημαίνει όμως «επειδή σας λυπάμαι»; «Άκουσα», λέγει, «ότι μερικοί από εσάς πόρνευσαν· δεν ήθελα, λοιπόν, να έρθω και να σας λυπήσω. Γιατί έπρεπε να έρθω εκεί και να εξετάσω το πράγμα, να δικάσω και να τιμωρήσω και να καταδικάσω πολλούς. Έκρινα λοιπόν προτιμότερο να απουσιάσω, και να σας δώσω την ευκαιρία να μετανοήσετε, παρά να παραβρεθώ εκεί και να εξετάσω το πράγμα και να εξοργιστώ περισσότερο». Καθόσον προς το τέλος της επιστολής το δήλωσε αυτό ξεκάθαρα, λέγοντας ότι φοβόταν «μὴ πάλιν ἐλθόντα με ταπεινώσῃ ὁ Θεός μου πρὸς ὑμᾶς καὶ πενθήσω πολλοὺς τῶν προημαρτηκότων καὶ μὴ μετανοησάντων ἐπὶ τῇ ἀκαθαρσίᾳ καὶ πορνείᾳ καὶ ἀσελγείᾳ ᾗ ἔπραξαν(:Φοβούμαι μήπως, όταν πάλι έλθω προς εσάς, με ταπεινώσει ο Θεός, όπως και προηγουμένως, και πενθήσω για πολλούς από εκείνους, που πιθανόν να έχουν αμαρτήσει πριν από τη νέα μου αυτή επίσκεψη και δεν έχουν μετανοήσει για την ακαθαρσία και την πορνεία και την ασέλγεια, που διέπραξαν)»[Β΄Κορ.12,21].
Αυτό, λοιπόν, δείχνει και εδώ, και ομιλεί βέβαια αυτός σαν να απολογείται, ψέγει όμως αυτούς σφοδρότατα και τους φοβίζει. Καθόσον υπαινίχτηκε ότι είναι υπεύθυνοι τιμωρίας και θα υποστούν κάποια τιμωρία, εάν δεν διορθωθούν γρήγορα, πράγμα που και αυτό το λέγει πάλι στο τέλος της επιστολής, ότι δηλαδή, «προείρηκα καὶ προλέγω, ὡς παρὼν τὸ δεύτερον, καὶ ἀπὼν νῦν γράφω τοῖς προημαρτηκόσι καὶ τοῖς λοιποῖς πᾶσιν, ὅτι ἐὰν ἔλθω εἰς τὸ πάλιν οὐ φείσομαι(:Σας το έχω παραγγείλει, σας το λέγω εκ των προτέρων και τώρα. Σας το προείπα αυτοπροσώπως την δεύτερη φορά και τώρα που είμαι απών σας το λέγω και γράφω προς εκείνους που είχαν αμαρτήσει προηγουμένως και είχαν δεχτεί ελέγχους από εμένα, όπως επίσης και σε όλους, που εν τω μεταξύ πιθανόν να παρασύρθηκαν στην αμαρτία και μένουν σε αυτήν, ότι, εάν ξαναέλθω, δεν θα διστάσω και δεν θα λυπηθώ κανένα)»[Β΄Κορ.13,2].Πλην όμως εκεί βέβαια το είπε σαφέστερα, ενώ εδώ, επειδή ήταν η αρχή της επιστολής, δεν το λέγει έτσι, αλλά πιο συγκρατημένα· και δεν αρκείται και σε αυτό, αλλά και αυτό ακόμα το θεραπεύει, χρησιμοποιώντας κάποια διόρθωση. Επειδή δηλαδή ο λόγος αυτός φαινόταν να δείχνει κάποια μεγάλη εξουσία( γιατί λυπάται κανείς εκείνους, τους οποίους έχει την εξουσία και να τιμωρήσει), καθιστώντας αυτό κάπως πιο ελαφρύ και επισκιάζοντας εκείνο που φαινόταν σκληρό, λέγει: «Οὐχ ὅτι κυριεύομεν ὑμῶν τῆς πίστεως(:Δεν σας τα λέμε αυτά, διότι έχουμε εξουσία επάνω σε σας και στην πίστη σας)». Δηλαδή, «δεν είπα γι’ αυτό, ότι δεν ήρθα επειδή σας λυπάμαι, σαν να σας εξαναγκάζω». Και δεν είπε «εσάς», αλλά «της πίστεώς σας», πράγμα που ήταν και πιο μαλακό και αληθέστερο. Γιατί εκείνον που δε θέλει να πιστέψει, ποιος μπορεί να τον εξαναγκάσει;
«ἀλλὰ συνεργοί ἐσμεν τῆς χαρᾶς ὑμῶν(:διότι είμαστε συνεργάτες στη δική σας χαρά)». «Επειδή», λέγει, «η χαρά σας είναι και δική μας, δεν ήρθα, για να μη σας λυπήσω και αυξήσω και τη δική μου λύπη, αλλά έμεινα, ώστε, αφού διορθωθείτε με την απειλή, να ευφρανθείτε. Γιατί όλα τα κάνουμε για τη δική σας χαρά, και γι’ αυτό τον σκοπό καταβάλλουμε μεγάλη φροντίδα, επειδή και εμείς οι ίδιοι συμμετέχουμε στη χαρά σας αυτή».
«Τῇ γὰρ πίστει ἑστήκατε(:Άλλωστε εσείς στέκεστε στερεοί στην πίστη)». Πρόσεχε πάλι που ομιλεί συγκρατημένα. Γιατί φοβάται να τους ψέξει πάλι, επειδή τους έψεξε αυστηρά στην πρώτη επιστολή και επέδειξαν κάποια μεταβολή και επρόκειτο αυτό να τους αναστατώσει, εάν, ενώ επέδειξαν κάποια μεταβολή, δέχονταν πάλι την ίδια επιτίμηση. Γι’ αυτό αυτή η επιστολή είναι πολύ πιο ηπιότερη από την πρώτη.
«Ἔκρινα δὲ ἐμαυτῷ τοῦτο, τὸ μὴ πάλιν ἐν λύπῃ ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς(:Σκέφτηκα δε μόνος μου και αποφάσισα τούτο· να μην έλθω προς εσάς επειδή λυπόμουν για τα σφάλματά σας, λυπώντας δε και σας με τις παρατηρήσεις, που είμαι αναγκασμένος να σας κάμω)».Το «πάλι» δείχνει ότι τότε λυπήθηκε, και θέλοντας να απολογηθεί, ψέγει αυτούς συγκαλυμμένα. Εάν και τότε τον λύπησαν και επρόκειτο πάλι να τον λυπήσουν, σκέψου πόση, φυσικό ήταν, αηδία να προξενήσει αυτό. Αλλά αυτό βέβαια δεν το λέγει, ότι «με λυπήσατε», αλλά με άλλο τρόπο μεθοδεύει τον λόγο, υπαινισσόμενος ακριβώς το ίδιο, και λέγοντας, ότι « γι’ αυτό δεν ήρθα, για να μη σας λυπήσω», πράγμα που έχει βέβαια την ίδια ισχύ με αυτό που είπα, αλλά είναι πολύ πιο εύκολα αποδεκτό.
«Εἰ γὰρ ἐγὼ λυπῶ ὑμᾶς, καὶ τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με εἰ μὴ ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ;(:Η λύπη όμως, που θα σας προκαλέσω, αποβλέπει στο καλό σας, διότι εάν εγώ με τους ελέγχους σάς στενοχωρώ, ποιος είναι εκείνος, που με ευφραίνει, παρά αυτός που δέχεται τις παρατηρήσεις μου, λυπάται και μετανοεί για τα σφάλματά του και προχωρεί σε διόρθωση;)». Ποια σχέση έχουν αυτά; Ασφαλώς πάρα πολύ μεγάλη. Και πρόσεχε. Δε θέλησα, λέγει, να έρθω σε σας, για να μη σας λυπήσω περισσότερο, επιτιμώντας σας, αγανακτώντας, αποστρεφόμενός σας.
Έπειτα, επειδή και αυτό ήταν αυστηρό και αποτελούσε κατηγορία γι΄αυτούς, εφόσον έτσι ζούσαν, ώστε να λυπούν τον Παύλο, χρησιμοποιώντας κάποια διόρθωση, λέγει: «Καὶ ἔγραψα ὑμῖν τοῦτο αὐτό, ἵνα μὴ ἐλθὼν λύπην ἔχω ἀφ᾿ ὧν ἔδει με χαίρειν, πεποιθὼς ἐπὶ πάντας ὑμᾶς ὅτι ἡ ἐμὴ χαρὰ πάντων ὑμῶν ἐστιν(:Και σας έγραψα αυτό τούτο ακριβώς σε προηγουμένη επιστολή και σας έκανα παρατηρήσεις, για να διορθωθείτε εν τω μεταξύ, ώστε, όταν θα έλθω, να μη δοκιμάσω λύπη από εκείνους, από τους οποίους έπρεπε μάλλον να δοκιμάζω χαρά. Είμαι δε βέβαιος για όλους σας ότι η δική μου χαρά είναι και χαρά όλων σας)».Αυτό που λέγει σημαίνει το εξής: «Και αν ακόμα επρόκειτο να λυπηθώ, αναγκαζόμενος να σας επιτιμώ και να σας βλέπω λυπημένους, αλλά όμως και αυτό πάλι μου προξενούσε χαρά. Γιατί αυτό είναι απόδειξη μέγιστης αγάπης, το να θεωρούμαι από σας τόσο πολύ σπουδαίος, ώστε να μπορώ να σας πληγώσω εάν σας αποστρέφομαι».
Και πρόσεχε σύνεση. Γιατί εκείνο που αποτελούσε κανόνα για τους μαθητές, το να πονούν και να συναισθάνονται το παράπτωμά τους όταν επιτιμώνται, αυτό το λέγει σαν κάτι που τους προξενεί χαρά. «Γιατί», λέγει, «κανένας δε μου προξενεί τόση χαρά, όση εκείνος που μετανοεί με τα λόγια μου και λυπάται όταν με βλέπει να οργίζομαι». Αν και βέβαια μπορούσε να πει το εξής: «Εάν λοιπόν εγώ σας λυπώ, ποιος τότε είναι εκείνος που μπορεί να σας δώσει χαρά;». Όμως δεν το λέγει αυτό, αλλά αντιστρέφει πάλι αυτό, θεραπεύοντας αυτούς και λέγοντας· «αν και σας λυπώ, μου προξενείτε έστω και με αυτό πάρα πολύ μεγάλη χαρά, επειδή πληγώνεστε από τα λεγόμενά μου».
«Καὶ ἔγραψα ὑμῖν τοῦτο αὐτό(:Και σας έγραψα ακριβώς γι’ αυτό)». Ποιο; Ότι «γι’ αυτό δεν ήρθα επειδή σας λυπάμαι». Πότε τους το έγραψε; Στην πρώτη επιστολή, όταν έλεγε: «Οὐ θέλω γὰρ ὑμᾶς ἄρτι ἐν παρόδῳ ἰδεῖν, ἐλπίζω δὲ χρόνον τινὰ ἐπιμεῖναι πρὸς ὑμᾶς, ἐὰν ὁ Κύριος ἐπιτρέπῃ(:Δεν έρχομαι δε τώρα, διότι δεν θέλω να σας δω περαστικός εν βία, αλλά ελπίζω να μείνω κοντά σας για λίγο διάστημα, εάν ο Κύριος επιτρέπει)»[Α΄Κορ.16,7]. Εγώ τουλάχιστον νομίζω όχι, αλλά σε αυτήν την επιστολή, όταν είπε: «Μὴ πάλιν ἐλθόντα με ταπεινώσῃ ὁ Θεός μου πρὸς ὑμᾶς καὶ πενθήσω πολλοὺς τῶν προημαρτηκότων καὶ μὴ μετανοησάντων ἐπὶ τῇ ἀκαθαρσίᾳ καὶ πορνείᾳ καὶ ἀσελγείᾳ ᾗ ἔπραξαν(:Φοβούμαι μήπως, όταν πάλι έλθω προς εσάς, με ταπεινώσει ο Θεός, όπως και προηγουμένως, και πενθήσω για πολλούς από εκείνους, που πιθανόν να έχουν αμαρτήσει πριν από τη νέα μου αυτή επίσκεψη και δεν έχουν μετανοήσει για την ακαθαρσία και την πορνεία και την ασέλγεια, που διέπραξαν)»[Β΄Κορ.12,21]. Και γιατί το έγραψες; «Για να μη λυπηθώ, ερχόμενος εκεί από εκείνους από τους οποίους έπρεπε να χαίρομαι, γιατί είμαι απόλυτα πεπεισμένος για όλους σας, ότι η χαρά μου είναι και δική σας χαρά». Επειδή δηλαδή είπε: «Νιώθω χαρά που πονάτε» και έδειχνε αυτό μεγάλη θρασύτητα και σκληρότητα, πάλι αυτό το μετέστρεψε και το έκαμε ημερότερο με εκείνα που πρόσθεσε. «Γι’ αυτό λοιπόν», λέγει, «σας έγραψα προηγουμένως, για να μη σας βρω νιώθοντας λύπη που δε διορθωθήκατε. Γι’ αυτό είπα τη φράση ‘’για να μη λυπηθώ’’, αποβλέποντας όχι από δικό μου συμφέρον, αλλά στο δικό σας. Γιατί γνωρίζω, ότι εάν με δείτε να χαίρομαι θα χαρείτε· και αν με δείτε να λυπάμαι, θα λυπηθείτε».
Πρόσεχε λοιπόν από την αρχή τη συνέχεια των λεχθέντων· γιατί έτσι θα γίνει πιο κατανοητός ο λόγος. «Δεν ήρθα», λέγει, «για να μη σας λυπήσω, βρίσκοντάς σας αδιόρθωτους. Αυτό το έκαμα, αποβλέποντας όχι στο δικό μου συμφέρον, αλλά στο δικό σας. Γιατί εγώ, όταν λυπάστε εσείς, εγώ νιώθω ηδονή όχι μικρή όταν δω τόσο να φροντίζετε για μένα, ώστε και να λυπάστε και να πονάτε, όταν εγώ αγανακτώ». «Καὶ τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με εἰ μὴ ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ;(: Γιατί ποιος είναι εκείνος που μου προξενεί χαρά, παρά αυτός που λυπάται εξαιτίας μου;)». «Πλην όμως αν και διάκειμαι έτσι, επειδή αποβλέπω στο δικό σας συμφέρον, σας το έγραψα αυτό, ακριβώς για να μη λυπηθώ· και με αυτό πάλι δεν αποβλέπω στο δικό μου συμφέρον, αλλά στο δικό σας. Γιατί γνωρίζω ότι και εσείς πρόκειται να λυπηθείτε, βλέποντάς με να πονώ, όπως βέβαια και χαίρεστε, βλέποντάς με να χαίρομαι». Πρόσεχε λοιπόν σύνεση. Είπε: «Δεν ήρθα για να μη σας λυπήσω, αν και βέβαια χαίρομαι», λέγει.
Έπειτα, για να μη φανεί ότι χαίρεται επειδή εκείνοι λυπούνται, «γι’ αυτό», λέγει, «χαίρομαι, για το ότι σας ψέγω· γιατί στην αντίθετη περίπτωση λυπάμαι, όταν αναγκάζομαι να λυπώ εκείνους που τόσο με αγαπούν, όχι μόνο με αυτό, με το ότι τους επιτιμώ, αλλά και με το ότι λυπάμαι και ενώ ο ίδιος, και αυτό πάλι γίνεται αιτία να λυπάστε εσείς». Πρόσεχε, όμως, πως αυτό το λέγει με τρόπο επαινετικό, λέγοντας, «από τους οποίους έπρεπε να χαίρομαι». Γιατί αυτό επιβεβαιώνει ευγενικά αισθήματα και μεγάλη φιλοστοργία· όπως, εάν κάποιος τα έλεγε αυτά για τους γιους του που ευεργετήθηκαν πάρα πολύ και για τους οποίους κόπιασε πολύ. «Εάν, λοιπόν, γι’ αυτό σας γράφω και δεν έρχομαι, δεν έρχομαι, αποβλέποντας σε κάτι πολύ σπουδαίο, και δεν το κάνω από μίσος και αποστροφή, αλλά από μεγάλη αγάπη».
Έπειτα, για να μη λέγουν: «αυτή λοιπόν είναι η φροντίδα σου, για να χαίρεσαι και να δείξεις σε όλους πόση δύναμη έχεις», πρόσθεσε: «Ἐκ γὰρ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας ἔγραψα ὑμῖν διὰ πολλῶν δακρύων, οὐχ ἵνα λυπηθῆτε, ἀλλὰ τὴν ἀγάπην ἵνα γνῶτε ἣν ἔχω περισσοτέρως εἰς ὑμᾶς(:Είχα βέβαια λυπηθεί και εγώ πολύ, για τους ελέγχους που σας έκανα στην πρώτη επιστολή βαθύτατα θλιμμένος και με σφιγμένη την καρδιά και με πολλά δάκρυα, όχι για να καταβληθείτε από λύπη, αλλά για να γνωρίσετε την εξαιρετική αγάπη, την οποία έχω προς εσάς)»[Β΄Κορ.2,4]. Τι υπάρχει πιο φιλόστοργο από την ψυχή αυτή; Γιατί δείχνει ότι πόνεσε όχι λιγότερο από εκείνους που αμάρτησαν αλλά και πολύ περισσότερο. Γιατί, λέγει, όχι μόνο «με θλίψη», αλλά «με μεγάλη θλίψη»· ούτε «με δάκρυα», αλλά «με πολλά δάκρυα και συντριβή καρδιάς»· δηλαδή, «υπόφερα πάρα πολύ, με έπνιγε η λύπη, και μην υποφέροντας πλέον το σύννεφο της λύπης, σας έγραψα ‘’όχι για να λυπηθείτε, αλλά για να γνωρίσετε την αγάπη», όπως λέγει, «που τρέφω σε μεγάλο βαθμό για σας’’». Αν και βέβαια θα μπορούσε να πει το εξής: «όχι για να λυπηθείτε, αλλά για να διορθωθείτε»· αφού γι’ αυτό τους έγραψε· όμως δεν λέγει αυτό, αλλά καταγλυκαίνοντας περισσότερο τον λόγο και αποσπώντας αυτούς σε μεγαλύτερη αγάπη, λέγει αυτό αντί εκείνου, για να δείξει ότι όλα τα κάνει από αγάπη. Και δεν λέγει απλώς «αγάπη» αλλά «την οποία τρέφω σε μεγάλο βαθμό για σας». Γιατί θέλει και με αυτό να τους προσελκύσει, με το να δείξει ότι περισσότερο από όλους αυτούς αγαπά και ότι οι διαθέσεις του προς αυτούς είναι σαν προς εξαίρετους μαθητές.
Γι΄ αυτό λέγει: «Εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμι· ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ(:Εάν, έστω, για άλλους ανθρώπους δεν είμαι Απόστολος, αλλά για εσάς οπωσδήποτε είμαι. Μαρτυρία και απόδειξη και επίσημη σφραγίδα του αποστολικού μου αξιώματος και έργου είστε εσείς με την χάρη του Κυρίου)»[Α΄Κορ.9,2] και «Ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾿ οὐ πολλοὺς πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα(:Διότι έστω και αν έχετε παρά πολλούς παιδαγωγούς και διδασκάλους κατά Χριστό, δεν έχετε όμως πολλούς πατέρες. Ένας είναι ο πατέρας σας, εγώ. Διότι εγώ, με τον φωτισμό και την δύναμη του Χριστού, σας έχω γεννήσει πνευματικώς στη νέα ζωή διαμέσου του Ευαγγελίου)» [Α΄Κορ. 4,15]· και πάλι: «Ἡ γὰρ καύχησις ἡμῶν αὕτη ἐστί, τὸ μαρτύριον τῆς συνειδήσεως ἡμῶν, ὅτι ἐν ἁπλότητι καὶ εἰλικρινείᾳ Θεοῦ, οὐκ ἐν σοφίᾳ σαρκικῇ, ἀλλ᾿ ἐν χάριτι Θεοῦ ἀνεστράφημεν ἐν τῷ κόσμῳ, περισσοτέρως δὲ πρὸς ὑμᾶς(:Αυτό το οποίο μας κάνει να καυχόμαστε είναι η μαρτυρία της συνειδήσεώς μας, ότι έχουμε συμπεριφερθεί και εργαστεί σε όλον τον κόσμο και ιδιαιτέρως μεταξύ σας, με απλότητα και ειλικρίνεια, όπως θέλει ο Θεός, όχι με την κοσμική, την ψευδή και πλανεμένη σοφία, αλλά με την σοφία και την σύνεση, που μας δίδει η χάρη του Θεού)»[Β΄Κορ.1,12]· και προχωρώντας λέγει: «Ἐγὼ δὲ ἥδιστα δαπανήσω καὶ ἐκδαπανηθήσομαι ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν, εἰ καὶ περισσοτέρως ὑμᾶς ἀγαπῶν ἧττον ἀγαπῶμαι(:Εγώ δε, σαν πατέρας σας που είμαι, με όλη μου την ευχαρίστηση θα δαπανήσω για σας χρήματα, αλλά και θα δαπανηθώ ολόκληρος για την σωτηρία των ψυχών σας. Αν και -ας πω αυτό το παράπονο-ενώ εγώ σας αγαπώ περισσότερο, εσείς λιγότερο με αγαπάτε)»[Β΄Κορ.12,15].
Ώστε, αν και τα λόγια ήταν γεμάτα από θυμό, αλλά όμως ο θυμός αυτός προερχόταν από την μεγάλη αγάπη και τον πόνο. «Και γράφοντας την επιστολή, υπόφερα, πονούσα, όχι μόνο γιατί αμαρτήσατε, αλλά και επειδή βρισκόμουν στην ανάγκη να σας λυπώ. Και αυτό πάλι γινόταν από αγάπη· όπως ακριβώς αν κάποιος, έχοντας παιδί γνήσιο, που υποφέρει από γάγγραινα, και αναγκαζόμενος να το εγχειρίσει και να το καυτηριάσει, υποφέρει και για τα δύο, και επειδή είναι άρρωστο και επειδή αναγκάζεται να το εγχειρίσει. Ώστε εκείνο που νομίζετε ότι είναι απόδειξη του μίσους μου προς εσάς, αυτό είναι απόδειξη της υπερβολικής αγάπης μου. Εάν το ότι σας λυπώ προέρχεται από αγάπη, πολύ περισσότερο η χαρά μας όταν λυπάστε».
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-ii-ad-corinthios.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην Προς Β΄ προς Κορινθίους επιστολήν, ομιλίες Γ΄και Δ΄[επιλεγμένα αποσπάσματα], πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1980, τόμος 19, σελίδες 99- 103 και 120-131.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
Liddell & Scott, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας(Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος 2007),
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ [: Ματθ. 22, 2-14]
Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΙΚΩΝ ΓΑΜΩΝ[:Ματθ.22,1-14]
Αντιλήφθηκες και στην προηγούμενη παραβολή του υιού του νοικοκύρη εκείνου που, εκτός από τους απεσταλμένους δούλους του για τη συγκομιδή τω καρπών στο αμπέλι που τους εμπιστεύτηκε να καλλιεργούν, θανάτωσαν οι κακοί γεωργοί[βλ. Ματθ.21,33-46]και σε αυτήν εδώ την παραβολή του υιού και των απεσταλμένων δούλων, το ενδιάμεσο κεντρικό νόημα; Αντιλήφθηκες ότι υπάρχει βέβαια μεγάλη συγγένεια ανάμεσα στις δύο αυτές παραβολές, αλλά και πολύ μεγάλη διαφορά ταυτόχρονα; Καθόσον και αυτή δείχνει και του Θεού τη μεγάλη μακροθυμία και την πρόνοια, αλλά και την ιουδαϊκή αγνωμοσύνη.
Αυτή όμως η παραβολή, η παραβολή των βασιλικών γάμων, έχει και κάτι επιπλέον από την παραβολή των κακών γεωργών· διότι προλέγει βέβαια και την έκπτωση των Ιουδαίων ως περιούσιου λαού του Θεού και την κλήση των εθνικών, αλλά μαζί με αυτά δείχνει και την ορθότητα του βίου και πόση τιμωρία επιφυλάσσεται για εκείνους που θα επιδείξουν αδιαφορία. Και πολύ ορθά αυτή η παραβολή αναφέρεται μετά από εκείνη των κακών γεωργών· διότι, επειδή μετά από εκείνη την παραβολή τούς είπε ότι «ἀρθήσεται ἀφ᾿ ὑμῶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ δοθήσεται ἔθνει ποιοῦντι τοὺς καρποὺς αὐτῆς(: θα αφαιρεθεί από εσάς η βασιλεία και η ιδιαίτερη προστασία του Θεού, και θα δοθεί σε έθνος το οποίο θα παράγει τα αγαθά έργα, που είναι οι καρποί της βασιλείας αυτής)»[Ματθ.21,43], αποκαλύπτει λοιπόν εδώ και σε ποιο έθνος θα δοθεί.
Και όχι μόνο αυτό, αλλά δείχνει και πάλι την απερίγραπτη πρόνοια του Θεού προς τους Ιουδαίους· διότι σε εκείνη μεν την παραβολή φαίνεται να τους καλεί πριν από την σταύρωση Του, ενώ σε αυτήν και μετά τη σφαγή Του φροντίζει να τους προσκαλεί κοντά Του. Και τότε που έπρεπε αυτοί να υποστούν την πιο φοβερή τιμωρία, ακριβώς τότε και στους γάμους τούς προσκαλεί και τους τιμά με την ανωτάτη τιμή. Και πρόσεχε ότι και στην παραβολή των κακών γεωργών δεν προσκαλεί πρώτα τους εθνικούς, αλλά τους Ιουδαίους για να Του αποδώσουν τους καρπούς του αμπελώνα και να τους ανταμείψει, το ίδιο επίσης κάνει και εδώ με την πρόσκληση στους βασιλικούς γάμους πρώτα σε αυτούς. Αλλά όπως ακριβώς εκεί τότε έδωσε τον αμπελώνα στους άλλους, όταν δεν θέλησαν να Τον δεχθούν αλλά και Τον σφαγίασαν όταν ήλθε, έτσι και εδώ, τότε κάλεσε άλλους στους γάμους, όταν δεν θέλησαν αυτοί να έλθουν. Τι λοιπόν θα μπορούσε να θεωρηθεί μεγαλύτερο από αυτήν την αχαριστία τους, από τη στιγμή που αποσκιρτούν την ώρα που προσκαλούνται στους γάμους; Διότι ποιος δεν θα προτιμούσε να έλθει σε γάμους βασιλέως και μάλιστα σε γάμους του υιού του βασιλέως;
«Και γιατί», θα πει κάποιος, «ονομάστηκε το γεγονός αυτό ‘’γάμος’’»; Για να γνωρίσεις τη φροντίδα του Θεού, τη μεγάλη αγάπη Του προς εμάς, το χαρμόσυνο του γεγονότος, διότι τίποτε το λυπηρό δεν υπάρχει εκεί ούτε δυσάρεστο, αλλά όλα είναι γεμάτα από πνευματική χαρά. Για τον λόγο αυτό και ο Ιωάννης ο Βαπτιστής τον Κύριο Τον ονομάζει «νυμφίον»[Ιω.3,29: «Ὁ ἔχων τὴν νύμφην νυμφίος ἐστίν· ὁ δὲ φίλος τοῦ νυμφίου, ὁ ἑστηκὼς καὶ ἀκούων αὐτοῦ, χαρᾷ χαίρει διὰ τὴν φωνὴν τοῦ νυμφίου. αὕτη οὖν ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ πεπλήρωται(:Μην παραξενεύεστε εάν όλοι πηγαίνουν σε Αυτόν και Τον ακολουθούν. Γαμπρός είναι Εκείνος που τον ακολουθεί η νύφη και πηγαίνει κοντά Του ως δική Του. Και ο φίλος του γαμπρού, ο παράνυμφος και κουμπάρος που μεσίτευσε για το γάμο αυτό και στέκεται κοντά Του στο γάμο και Τον ακούει, χαίρεται υπερβολικά να ακούει τη φωνή του γαμπρού να εκδηλώνει την αγάπη του προς τη νύφη και την ευχαρίστησή του για το γάμο του με αυτήν. Χαίρομαι λοιπόν και εγώ ως φίλος του ουρανίου νυμφίου, στον οποίο πηγαίνουν τώρα όλοι όσοι μετά από λίγο θα αποτελέσουν τη νύφη Του, την Εκκλησία. Αυτή είναι η δική μου χαρά και την αισθάνομαι πλήρη και τέλεια· διότι πέτυχε ο πνευματικός αυτός γάμος, στον οποίο μεσίτευσα)»].
Για τον ίδιο λόγο αυτό επίσης και ο Παύλος λέγει: «Ἡρμοσάμην γὰρ ὑμᾶς ἑνὶ ἀνδρί, παρθένον ἁγνὴν παραστῆσαι τῷ Χριστῷ(:Σας έχω ενώσει με δεσμούς αρραβώνα προς ένα άνδρα, δηλαδή τον Χριστό, για να παρουσιάσω τον καθένα σας ως παρθένο αγνή σε Αυτόν· δηλαδή να παρουσιάσω τις ψυχές σας αγνές και καθαρές από κάθε πλάνη και αμαρτία, ενωμένες με την πίστη και την αγάπη σε μία πνευματική νύμφη, οποίας νυμφίος είναι ο Χριστός)»[: Β΄Κορ.11,2]· και αλλού πάλι λέγει: «Τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν(: Και η αλήθεια αυτή για την Εκκλησία είναι ένα μυστήριο μεγάλης σημασίας, το οποίο, ενώ ήταν άγνωστο μέχρι τώρα μας αποκαλύφθηκε από τον Θεό. Και το μεγάλο αυτό μυστήριο αναφέρεται στην πνευματική ένωση του Χριστού και της Εκκλησίας. Ό,τι δηλαδή είπε ο Θεός στην αρχή της δημιουργίας για τον άνδρα και τη γυναίκα, το ίδιο εκπληρώθηκε και πραγματοποιήθηκε με τη μυστική ένωση του Χριστού και της Εκκλησίας)»[Εφ.5,32]. Γιατί λοιπόν η νύμφη-Εκκλησία δεν αρραβωνίζεται με τον Πατέρα, αλλά με τον Υιό; Διότι η νύμφη που αρραβωνιάζεται με τον Υιό, συνδέεται και με τον Πατέρα. Καθόσον η Γραφή αναφέρει αυτό ή εκείνο χωρίς καμία διάκριση, διότι ο Υιός είναι ομοούσιος του Πατέρα.
Με αυτήν επίσης την παραβολή προείπε και την ανάσταση. Επειδή δηλαδή προηγουμένως μίλησε για τον θάνατό Του, δείχνει τώρα ότι και μετά τον θάνατο, τότε θα γίνουν οι γάμοι, τότε θα έλθει ο νυμφίος. Αλλά όμως ούτε και έτσι γίνονται οι Ιουδαίοι καλύτεροι, ούτε ημερότεροι· τι θα μπορούσε να υπάρξει χειρότερο από αυτό; Και αυτό είναι η τρίτη κατηγορία. Η πρώτη είναι ότι φόνευσαν τους προφήτες· η δεύτερη ότι φόνευσαν και τον Υιό· στη συνέχεια, αν και φόνευσαν τον Υιό, και καλούνται στους γάμους του φονευθέντος Υιού από τον ίδιο τον φονευθέντα, δεν προσέρχονται, αλλά προβάλλουν δικαιολογίες, «ζεύγη βοδιών», «αγρούς» και «γυναίκες»[Λουκ.14,18-20:«Καὶ ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες. ὁ πρῶτος εἶπεν αὐτῷ· ἀγρὸν ἠγόρασα, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ἰδεῖν αὐτόν· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. καὶ ἕτερος εἶπε· ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε, καὶ πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. καὶ ἕτερος εἶπε· γυναῖκα ἔγημα, καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν»]. Μολονότι βέβαια οι προφάσεις δείχνουν ευλογοφανείς, όμως από εδώ διδασκόμαστε ότι και αν ακόμη είναι αναγκαίες οι βιοτικές ενασχολήσεις μας, πρέπει από καθετί άλλο να προηγείται η εκτέλεση των πνευματικών καθηκόντων μας.
Και η πρόσκληση δεν γίνεται την τελευταία στιγμή, αλλά έχει γίνει πριν από πολύ χρόνο· διότι λέγει: «Εἴπατε τοῖς κεκλημένοις(:Πείτε σε αυτούς που έχουν προσκληθεί)»[Ματθ.22,4]· και πάλι: «καλέσαι τοὺς κεκλημένους(:να καλέσουν αυτούς που έχουν προσκληθεί)»[Ματθ.22,3], πράγμα που έκανε μεγαλύτερη την κατηγορία. Και πότε καλέστηκαν; Αρχικά με όλους τους προφήτες και έπειτα με τον Ιωάννη τον Πρόδρομο· διότι προς τον Χριστό τούς παρέπεμπε όλους, λέγοντας: «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι(:Σύμφωνα με το σχέδιο του Θεού, που με απέστειλε, Εκείνος πρέπει να αυξάνει σε επιρροή και δόξα, κι εγώ να μικραίνω· για να μην ακολουθούν πλέον εμένα οι άνθρωποι, αλλά Εκείνον)» [Ιω.3,30]. Αλλά και με τον ίδιο τον Υιό Του έχουν προσκληθεί· διότι λέγει: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς(:Ελάτε κοντά μου όλοι όσοι μοχθείτε και κοπιάζετε και είστε φορτωμένοι από το βάρος των αμαρτιών και των θλίψεων και των πλανών και εγώ θα σας αναπαύσω και θα σας ξεκουράσω)»[Ματθ.11,28]·και πάλι: «Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω(:Εάν κάποιος διψά, ας έλθει προς εμένα και ας πιει)»[Ιω.7,37].
Και δεν τους καλούσε μόνο με λόγια, αλλά και με έργα και μετά την Ανάληψη μέσω του Πέτρου και των συνεργατών του: «Ὁ γὰρ ἐνεργήσας Πέτρῳ(:διότι αυτός που ενήργησε στον Πέτρο)», λέγει, «εἰς ἀποστολὴν τῆς περιτομῆς ἐνήργησε καὶ ἐμοὶ εἰς τὰ ἔθνη(:ώστε να γίνει απόστολος των περιτμημένων, ενήργησε και εμένα, ώστε να γίνω απόστολος στα έθνη)»[Γαλ.2,8]· διότι επειδή οργίσθηκαν μόλις είδαν τον Υιό και Τον φόνευσαν, στη συνέχεια τούς προσκαλεί δια των δούλων. Και για ποιο πράγμα τους καλεί; Για μόχθους και κόπους και ιδρώτες; Όχι, αλλά για απόλαυση· διότι λέγει: «Ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ἡτοίμασα, οἱ ταῦροί μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους(:Οι ταύροι μου και τα καλοθρεμμένα θρεφτάρια έχουν σφαγεί)»[Ματθ.22,4]. Πρόσεχε πόσο πολύ πλούσιο είναι το συμπόσιο, πόσο μεγάλη η τιμή που τους γίνεται. Και όμως ούτε και έτσι φιλοτιμήθηκαν, αλλά όσο μεγαλύτερη μακροθυμία έδειχνε, τόσο μεγάλωνε η σκληρότητά τους. Και δεν ήλθαν όχι επειδή ήταν απασχολημένοι, αλλά από αδιαφορία.
Πώς λοιπόν άλλοι μεν προβάλλουν ως δικαιολογία γάμους και άλλοι ζεύγη βοδιών; Ασφαλώς αυτά είναι βιοτική απασχόληση. Δεν είναι καθόλου απασχόληση· διότι όταν υπάρχει πρόσκληση για πνευματικά πράγματα, δεν είναι αναγκαία καμία άλλη απασχόληση. Έχω την εντύπωση ότι χρησιμοποίησαν αυτές τις προφάσεις για να τις προβάλουν ως προκαλύμματα της αδιαφορίας τους. Και δεν είναι μόνο αυτό το φοβερό, το ότι δεν ήλθαν δηλαδή, αλλά το πιο φοβερό και το μεγαλύτερο δείγμα της παραφροσύνης τους είναι το ότι έδειραν χωρίς κανένα οίκτο αυτούς που ήλθαν, τους κακοποίησαν και τους φόνευσαν· αυτό ήταν χειρότερο από το προηγούμενο· διότι εκείνοι μεν [:οι υπηρέτες του γαιοκτήμονα που θανάτωσαν οι κακοί γεωργοί στην προηγούμενη παραβολή] ήλθαν για να ζητήσουν τη σοδειά και τους καρπούς και σφαγιάστηκαν, ενώ αυτοί καλώντας αυτούς στους γάμους αυτού που σφαγιάστηκε μέσω της σταυρικής Του θυσίας από αυτούς, φονεύονται και αυτοί. Τι μπορεί να εξισωθεί με αυτή τη μανία; Γι’ αυτό το πράγμα κατηγορώντας τους ο Παύλος, έλεγε: «Τῶν καὶ τὸν Κύριον ἀποκτεινάντων Ἰησοῦν καὶ τοὺς ἰδίους προφήτας, καὶ ἡμᾶς ἐκδιωξάντων(:Αυτοί οι οποίοι και τον Κύριο φόνευσαν και τους ίδιους τους προφήτες και κατεδίωξαν κι εμάς σκληρά)»[Α΄Θεσ.2,15].
Έπειτα για να μη λένε ότι «είναι αντίθεος και για τούτο δεν προσερχόμαστε», άκουσε τι λένε αυτοί που τους προσκαλούν: «Ο Πατήρ είναι αυτός που κάνει τους γάμους και ο Ίδιος τους προσκαλεί». Τι ακολουθεί στη συνέχεια μετά από την άρνηση αυτή των Ιουδαίων; Επειδή δεν θέλησαν να έλθουν, αλλά και φόνευσαν αυτούς που ήλθαν να τους καλέσουν, κατακαίει τις πόλεις τους, και αφού απέστειλε στρατό, τους εξολόθρευσε. Και αυτά τα λέγει, προλέγοντας τα όσα συνέβησαν επί Βεσπασιανού και επί Τίτου[:οι καταστροφές της Ιερουσαλήμ έγιναν η πρώτη το 71 μ. Χ. και η δεύτερη το 134 μ. Χ.], και ότι και τον Πατέρα εξόργισαν, επειδή δεν πίστεψαν σε Αυτόν· διότι Αυτός είναι εκείνος που επέτρεψε την καταστροφή τους. Για τον λόγο αυτόν και η άλωση της Ιερουσαλήμ δεν έγινε αμέσως μετά την σταύρωση του Χριστού, αλλά μετά σαράντα χρόνια, για να δείξει την μακροθυμία Του· η καταστροφή έγινε αφού φόνευσαν τον Στέφανο, αφού φόνευσαν τον Ιάκωβο, αφού κακοποίησαν τους αποστόλους. Είδες πραγματοποίηση προφητειών και ταχύτητα πραγματοποιήσεως αυτών; Διότι αυτά συνέβησαν ενώ ζούσε ακόμη ο Ιωάννης ο ευαγγελιστής και πολλοί άλλοι από αυτούς που συναναστράφηκαν τον Χριστό και ήσαν μάρτυρες των όσων συνέβησαν αυτοί που τα άκουσαν αυτά.
Πρόσεχε λοιπόν απερίγραπτη κηδεμονία. Φύτεψε αμπελώνα και όλα τα έκανε και τα τακτοποίησε· και μολονότι φονεύθηκαν οι δούλοι, έστειλε άλλους δούλους· και όταν και εκείνοι σφαγιάστηκαν, έστειλε τον Υιό Του· και όταν και Εκείνος φονεύτηκε επάνω στον Σταυρό, τους καλεί και πάλι στους γάμους· αλλά δεν θέλησαν να έλθουν. Στη συνέχεια αποστέλλει άλλους δούλους· αυτοί όμως και αυτούς τους φόνευσαν. Τότε λοιπόν πια τους καταστρέφει, επειδή ήταν αθεράπευτη η ασθένειά τους. Το ότι βέβαια ήταν αθεράπευτη η ασθένειά τους, το απέδειξαν όχι μόνο τα όσα συνέβησαν, αλλά και το ότι, αν και πίστευαν και οι πόρνες ακόμη και οι τελώνες, αυτοί διέπραξαν όλα αυτά. Ώστε κατακρίνονται όχι μόνο από όσα διέπραξαν οι ίδιοι, αλλά και από όσα κατόρθωσαν οι άλλοι.
Εάν όμως κάποιος ήθελε να πει ότι δεν κλήθηκαν τότε οι εθνικοί, όταν δηλαδή μαστιγώθηκαν οι απόστολοι και έπαθαν τόσα πολλά, αλλά αμέσως μετά την ανάσταση( διότι τότε λέγει σε αυτούς: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη(:πηγαίνετε και κάνετε μαθητές μου όλα τα έθνη)»[Ματθ.28,19]),θα μπορούσαμε να του πούμε, ότι και πριν από τη σταύρωσή Του και μετά από αυτήν με αυτούς εξαρχής είχε συνδιαλλαγές. Καθόσον πριν από την σταύρωσή Του λέγει προς αυτούς: «Πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ(:Πηγαίνετε προς τα πρόβατα τα χαμένα που κατάγονται από το γένος του Ισραήλ)»[Ματθ.10,6]· και μετά από τον σταυρό δεν τους εμπόδισε, αλλά έδωσε εντολή προς αυτούς να κηρύσσουν το ευαγγέλιο.
Μολονότι βέβαια είπε, «κάνετε μαθητές μου όλα τα έθνη», όταν όμως επρόκειτο να ανεβεί στον ουρανό, είπε σε εκείνους να κηρύξουν πρώτα. Διότι λέγει: «Λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς(:Θα λάβετε όμως ενίσχυση και δύναμη, όταν θα έλθει το άγιο Πνεύμα σε εσάς, και θα γίνετε μάρτυρές μου και στην Ιερουσαλήμ και σε όλη την Ιουδαία και μέχρι το τελευταίο και το πιο απομακρυσμένο μέρος της γης)»[Πράξ. 1,8].Και ο Παύλος πάλι: «Ὁ γὰρ ἐνεργήσας Πέτρῳ εἰς ἀποστολὴν τῆς περιτομῆς ἐνήργησε καὶ ἐμοὶ εἰς τὰ ἔθνη(: Διότι ο ίδιος Κύριος που ενήργησε στον Πέτρο, στέλνοντάς τον σε αποστολή γι’ αυτούς που έχουν την περιτομή, ενήργησε και σε εμένα στέλνοντάς με στους εθνικούς)»[Γαλ. 2,8].Για τούτο και οι απόστολοι αρχικά μετέβησαν προς τους Ιουδαίους και αφού διέμειναν επί πολύ χρόνο στην Ιερουσαλήμ, στη συνέχεια, αφού εκδιώχθηκαν από αυτούς, τότε διασκορπίσθηκαν στα έθνη.
Εσύ λοιπόν πρόσεχε και στην περίπτωση αυτή την φιλοτιμία του Κυρίου: «Ὃσους ἐὰν εὕρητε(:Όσους θα βρείτε)», λέγει, «καλέσατε εἰς τοὺς γάμους(:καλέστε τους στους γάμους)»· διότι πριν από αυτό που προανέφερα, κήρυτταν και προς τους Ιουδαίους και προς τους εθνικούς, και περνούσαν τον περισσότερο χρόνο τους διαμένοντας στην Ιουδαία, επειδή όμως επέμεναν οι Ιουδαίοι να τους επιβουλεύονται, άκουσε τον Παύλο που ερμηνεύει αυτή την παραβολή και λέγει τα εξής: «Ὑμῖν ἦν ἀναγκαῖον πρῶτον λαληθῆναι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ. ἐπειδὴ δὲ ἀπωθεῖσθε αὐτὸν καὶ οὐκ ἀξίους κρίνετε ἑαυτοὺς τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἰδοὺ στρεφόμεθα εἰς τὰ ἔθνη(:Σύμφωνα με το σχέδιο του Θεού, ο οποίος κάλεσε στη σωτηρία τον Ισραήλ πριν από όλους τους άλλους λαούς, ήταν αναγκαίο και επιβεβλημένο να κηρυχθεί ο λόγος του Θεού πρώτα σε σας τους Ιουδαίους. Αφού όμως τον αποδιώχνετε και δεν τον δέχεστε και αφού εσείς οι ίδιοι βγάζετε για τους εαυτούς σας την απόφαση ότι δεν είστε άξιοι της αιώνιας ζωής, ιδού στρεφόμαστε πλέον στους εθνικούς)»[Πράξ.13,46].
Για τον λόγο αυτό λέγει και ο Δεσπότης: «Ο μεν γάμος είναι έτοιμος, οι καλεσμένοι όμως δεν ήσαν άξιοι ». Βέβαια αυτό το γνώριζε και πριν να συμβεί, αλλά όμως για να μην τους αφήσει καμία πρόφαση αναίσχυντης αντιλογίας, μολονότι τα γνώριζε, προς αυτούς πρώτα και ο ίδιος ήλθε, και άλλους απέστειλε στη συνέχεια και αποστομώνοντας έτσι εκείνους και διδάσκοντάς μας να κάνουμε ό,τι εξαρτάται από μας, και αν ακόμη πρόκειται κανείς να μην κερδίσει τίποτε από αυτό.
Επειδή λοιπόν δεν ήσαν άξιοι, «Πηγαίνετε», λέγει, «όπου βγάζουν οι δρόμοι και καλέστε όσους θα βρείτε» και αυτούς που θα βρίσκονται εκεί κατά τύχη και τους περιφρονημένους. Επειδή δηλαδή συνεχώς έλεγε ότι «οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ(:οι τελώνες και οι πόρνες, οι οποίες στην αρχή έδειξαν απείθεια στον νόμο του Θεού, πηγαίνουν πριν από σας τους Φαρισαίους και γραμματείς στην Βασιλεία του Θεού. Διότι εσείς με λόγια μόνο δείξατε υπακοή στον Θεό, στην πραγματικότητα όμως υπήρξατε απειθείς και άπιστοι)» [Ματθ.21,31] και «Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι(:Οι πρώτοι θα γίνουν τελευταίοι και οι τελευταίοι πρώτοι)»[Ματθ.19,30] αποδεικνύει ότι αυτά δικαίως γίνονται, πράγμα που κατεξοχήν ενοχλούσε τους Ιουδαίους και τους πείραζε πολύ φοβερότερα αυτό και από την κατακρήμνιση του ναού, το να βλέπουν δηλαδή να εισάγονται οι εθνικοί και μάλιστα πολύ περισσότερο στη θέση εκείνη που ανήκε σε αυτούς.
Στη συνέχεια για να μην επαναπαυθούν και αυτοί απλώς και μόνο στην πίστη, τους ομιλεί και περί της κρίσεως για τις πονηρές πράξεις, των μεν απίστων για το ότι δεν προσήλθαν ακόμη στην πίστη, των δε πιστών για την ανάλογη φροντίδα που έδειξαν στη ζωή τους· διότι στην περίπτωση αυτή «ένδυμα» είναι ο τρόπος ζωής και οι πράξεις. Και βέβαια η κλήση είναι έργο της χάριτος. Γιατί όμως ομιλεί με τόση ακρίβεια; Για το ότι η μεν κλήση και η κάθαρση είναι έργο της χάριτος, το να παραμείνει όμως κανείς από αυτούς που κλήθηκαν και ενδύθηκαν καθαρά ενδύματα με τέτοια ενδύματα, οφείλεται στη φροντίδα αυτών που εκλήθησαν. Η κλήση δεν έγινε εξαιτίας της αξίας τους, αλλά κατά θεία χάρη. Έπρεπε λοιπόν η χάρις να αμείψει αυτόν που υπάκουσε και να μη δείξει ο τιμημένος τόση κακία μετά την τιμή που του έγινε.
«Αλλά», θα πει κάποιος, «δεν απήλαυσα αυτά που απήλαυσαν οι Ιουδαίοι». Και όμως απήλαυσες πολύ περισσότερα αγαθά. Διότι αυτά που ετοιμάζονταν για εκείνους, αυτά τα έλαβες εσύ. Για τον λόγο αυτό και ο Παύλος λέγει: «Τὰ δὲ ἔθνη ὑπὲρ ἐλέους δοξάσαι τὸν Θεόν, καθὼς γέγραπται· διὰ τοῦτο ἐξομολογήσομαί σοι ἐν ἔθνεσι, Κύριε, καὶ τῷ ὀνόματί σου ψαλῶ(:και συγχρόνως και οι εθνικοί, που συμμετέχουν στη σωτηρία αυτή, να δοξάσουν τον Θεό για το έλεος που έδειξε σε αυτούς σύμφωνα με εκείνο που είναι γραμμένο στους ψαλμούς, όπου ο Χριστός λέει στον Πατέρα Του: ‘’Γι αυτό θα Σε δοξάσω ανάμεσα στα έθνη και θα ψάλω ύμνο στο όνομά Σου’’)»[Ρωμ.15,9]· διότι αυτά που προετοιμάζονταν για εκείνους σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, αυτά εσύ τα έλαβες σε μία στιγμή χωρίς να είσαι άξιος. Για τον λόγο αυτό και αναμένει μεγάλη τιμωρία εκείνους που θα δείξουν αδιαφορία. Καθόσον, όπως ακριβώς εκείνοι τον προσέβαλαν που δεν προσήλθαν, έτσι και εσύ Τον προσβάλλεις με το να καθίσεις στην τράπεζα με τέτοιο διεφθαρμένο βίο. Διότι αυτό σημαίνει η είσοδος με ρυπαρά ενδύματα το να φύγει δηλαδή κανείς από αυτήν τη ζωή με βίο ακάθαρτο και ακριβώς για τον λόγο αυτό και «αυτός που δεν φορούσε ένδυμα γάμου» σιωπούσε, όντας αναπολόγητος.
Βλέπεις πως αν και είναι τόσο ολοφάνερο το πράγμα, δεν τιμωρεί από την αρχή, προτού ο ίδιος ο αμαρτωλός γίνει αίτιος της καταδίκης του; Διότι, με το να μην έχει να πει τίποτε, κατέκρινε τον εαυτό του και έτσι οδηγείται προς τις απερίγραπτες τιμωρίες. Μη νομίσεις όμως ακούγοντας τη φράση «σκότος το πυκνότατο» ότι αυτός τιμωρείται κατ’ αυτόν τον τρόπο, οδηγούμενος δηλαδή απλώς και μόνο οδηγούμενος σε σκοτεινό μέρος, αλλά οδηγείται εκεί όπου είναι το κλάμα και ο τριγμός των δοντιών. Αυτό λοιπόν το λέγει για να δείξει τα ανυπόφορα βάσανα.
Ακούστε όσοι απολαύσατε των μυστηρίων και περιβάλλετε την ψυχή σας με ρυπαρές πράξεις, αν και προσήλθατε στους γάμους. Ακούσατε από πού προσκληθήκατε. Από τα σταυροδρόμια. Τι ήσαστε προηγουμένως; Χωλοί και ψυχικά ανάπηροι, πράγμα που είναι κατά πολύ χειρότερο από τον ακρωτηριασμό του σώματος. Σεβασθείτε την φιλανθρωπία Αυτού που σας κάλεσε και κανείς ας μη συνεχίσει να μένει με ρυπαρά ενδύματα, αλλά ο καθένας ας φροντίζει για την στολή της ψυχής του. Ακούστε, γυναίκες· ακούστε, άνδρες. Δεν χρειαζόμαστε αυτά τα χρυσοΰφαντα ενδύματα, που μας στολίζουν εξωτερικά, αλλά εκείνα που μας στολίζουν εσωτερικά. Ενόσο θα έχουμε αυτά, είναι δύσκολο να ενδυθούμε εκείνα. Δεν είναι δυνατόν να καλλωπίζουμε συγχρόνως και την ψυχή και το σώμα. Δεν είναι δυνατό και στον μαμωνά να δουλεύεις και στον Χριστό να υπακούς όπως πρέπει.
Ας εκδιώξουμε λοιπόν από πάνω μας αυτή τη φοβερή τυραννίδα· διότι ούτε θα το ανεχόσουν με ευχαρίστηση εάν κάποιος την μεν οικία του την στόλιζε κοσμώντας την με χρυσά παραπετάσματα, εσένα όμως σε προσκαλούσε να καθίσεις στο τραπέζι του κουρελιάρη και γυμνό. Αλλά να, τώρα εσύ το κάνεις αυτό στον εαυτό σου την μεν οικία της ψυχής σου, δηλαδή το σώμα, το καλλωπίζεις με άπειρα παραπετάσματα, την δε ψυχή σου την αφήνεις να κάθεται μέσα σε αυτό με κουρέλια. Δεν γνωρίζεις ότι ο βασιλεύς της πόλεως πρέπει προπάντων να στολίζεται; Και ακριβώς για τον λόγο αυτόν για μεν την πόλη έχουν κατασκευαστεί παραπετάσματα από λινό, για δε τον βασιλέα αλουργίδα και στέμμα. Έτσι και εσύ, το μεν σώμα ντύσε το με πολύ ασήμαντη στολή, τον δε νου ένδυσέ τον με αλουργίδα και βάλε επάνω σε αυτόν στεφάνι και βάλε τον να καθίσει επάνω σε όχημα υψηλό και περίλαμπρο. Τώρα όμως κάνεις το αντίθετο την μεν πόλη την καλλωπίζεις ποικιλοτρόπως, τον βασιλέα όμως νου τον αφήνεις να σύρεται δεμένος οπίσω από τα παράλογα πάθη. Δεν σκέπτεσαι ότι κλήθηκες σε γάμο και μάλιστα γάμο Θεού; Δεν αναλογίζεσαι πώς πρέπει να εισέρχεται σε αυτούς τους νυφικούς θαλάμους η καλεσμένη ψυχή, ενδεδυμένη δηλαδή με χρυσά κροσσωτά και καλλωπισμένη;
Θέλεις να σου δείξω αυτούς που είναι έτσι στολισμένοι; Αυτοί που έχουν ένδυμα γάμου; Ενθυμήσου εκείνους τους αγίους, τους ασκητές, περί των οποίων σας μίλησα παλαιότερα, που φορούν τρίχινα ενδύματα και κατοικούν στις ερήμους. Αυτοί κατεξοχήν είναι εκείνοι που φορούν τα ενδύματα εκείνων των γάμων· και αυτό γίνεται φανερό από το εξής· όσα δηλαδή βασιλικά ενδύματα και αν τους δώσεις, δεν θα προτιμούσαν να τα λάβουν· αλλά όπως ακριβώς ένας βασιλιάς, εάν κάποιος αφού λάμβανε το κουρελιασμένα ενδύματα του πτωχού, προέτρεπε αυτόν να ενδυθεί αυτά, θα βδελυσσόταν την στολή, έτσι και εκείνοι σιχαίνονται την βασιλική στολή. Και συμβαίνει αυτό σε αυτούς όχι για κάποια άλλη αιτία, αλλά για το ότι γνωρίζουν το κάλλος της δικής τους στολής. Για τον λόγο αυτό και το βασιλικό εκείνο ένδυμα το περιφρονούν σαν αράχνη. Και όλα αυτά βέβαια τους τα δίδαξε ο σάκος που φορούν· καθόσον είναι πολύ υψηλότεροι και λαμπρότεροι και από αυτόν τον ίδιο τον βασιλέα. Και αν μπορέσεις να ανοίξεις τις πύλες του νου τους και να εξετάσεις την ψυχή τους και όλο τον εσωτερικό τους κόσμο και αν ακόμη καταπέσεις στη γη, δε θα μπορέσεις να αντέξεις τη λαμπρότητα της ομορφιάς τους και τη λάμψη των ενδυμάτων εκείνων και την απαστράπτουσα συνείδησή τους.
[…]Τι λοιπόν; Δεν θα προσφύγουμε προς μία τόσο μεγάλη μακαριότητα; Δεν θα φορέσουμε καθαρά ενδύματα για να ακολουθήσουμε τους γάμους αυτούς, αλλά θα παραμείνουμε επαίτες, χωρίς να βρισκόμαστε σε καλύτερη μοίρα από τους ζητιάνους των δρόμων, μάλλον δε σε πολύ χειρότερη και αθλιότερη κατάσταση; Καθόσον είναι πολύ χειρότεροι από εκείνους όσοι πλουτίζουν παράνομα, και είναι προτιμότερο να ζητιανεύει κανείς, παρά να αρπάζει διότι το μεν πρώτον είναι δυνατόν να συγχωρηθεί, το δεύτερο όμως είναι άξιο κατηγορίας και ο μεν ζητιάνος καθόλου δεν αντιστρατεύεται προς τον Θεό, αυτός που πλουτίζει αρπάζοντας τα αγαθά των άλλων όμως, παρανομεί και έναντι των ανθρώπων και έναντι του Θεού· και τους μεν κόπους της αρπαγής τούς υφίσταται, την ευχαρίστηση όμως της αρπαγής πολλές φορές την καρπώθηκαν ολόκληρη άλλοι.
Γνωρίζοντας λοιπόν αυτά και απορρίπτοντας την πλεονεξία εξ ολοκλήρου, ας προσπαθούμε να συγκεντρώνουμε περισσότερο ουράνιο πλούτο, αρπάζοντας με πολλή προθυμία την ουράνια βασιλεία. Διότι δεν είναι δυνατόν, δεν είναι δυνατόν κάποιος που είναι ράθυμος να εισέλθει σε αυτήν. Είθε, λοιπόν, αφού όλοι γίνουν πρόθυμοι και επάγρυπνοι να επιτύχουν αυτήν, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμις στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf
Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 11Α, Υπόμνημα στον Ευαγγελιστή Ματθαίο, ομιλία ΞΘ΄, σελίδες 401-419 και σελ. 431.
Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 68, σελ. 90-104 και σελ. 110-111.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[: Ματθ. 22,1-14]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«Η ΑΜΕΛΕΙΑ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 5-9-1999]
[Β404]
Και πάλι, αγαπητοί μου, ο λόγος για την Βασιλεία του Θεού. Με κάθε τρόπο προσπαθεί ο Κύριος να τονίσει την αξία της Βασιλείας του Θεού. Εξάλλου, με τον τονισμόν αυτόν, θέλει να προβάλει το νόημα της υπάρξεως· το νόημα της υπάρξεως της ανθρωπίνης. Δηλαδή το νόημα, ο σκοπός για τον οποίον επλάσθη και υπάρχει ο άνθρωπος. Αυτό είναι το νόημα της υπάρξεως του ανθρώπου.
Προσπαθούν, μάλιστα, οι φιλοσοφούντες, να εντοπίσουν αυτό το νόημα της υπάρξεως του ανθρώπου, αλλά διαρκώς πελαγοδρομούν· επειδή δεν καταδέχονται να πάρουν την απάντηση από τον λόγον του Θεού. Προσπαθούν μόνο με το μυαλό τους να βρουν ποιο είναι το νόημα που υπάρχει ο άνθρωπος. Δεν το βρίσκουν όμως. Δεν είναι δυνατόν να το βρουν. Γιατί το θέμα, είναι θέμα αποκαλύψεως. Φθάνουν μάλιστα στο σημείο να αποδέχονται το νόημα της υπάρξεως του ανθρώπου και εκτός Θεού.
Όμως, η αγάπη του Θεού μάς απεκάλυψε, γιατί, θα επαναλάβω, χρήζει αποκαλύψεως το θέμα, ποιος είναι ο προορισμός του ανθρώπου. Και είναι βέβαια, πολύ απλά, η Βασιλεία του Θεού.
Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, που είναι η παραβολή των γάμων του υιού του βασιλέως, φαίνεται όχι μόνον η αγάπη του Θεού για μας, αλλά κυρίως η στάση του ανθρώπου έναντι αυτής της προσφοράς. Και αποστέλλει ο Κύριος τους δούλους Του να καλέσει τους ανθρώπους. Και η μία κατηγορία, κατά την παραβολή την σημερινή που ακούσαμε, περιφρονεί: «Οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν». Σαφώς.
Η δεύτερη κατηγορία αμελεί. Λέγει: «Οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον». Και η τρίτη κατηγορία παίρνει στάση εχθρική έναντι του καλούντος: «Οἱ δὲ λοιποὶ κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν». Και ο Κύριος των γάμων, λέγει: «Ὁ μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι». Φυσικά, ήταν ο λαός, σε ένα πρώτο πλάνο τοποθετήσεως του πράγματος, ήσαν οι Εβραίοι, ο λαός των Εβραίων.
Και τώρα ο Κύριος στρέφεται προς τους εθνικούς, προς τους ειδωλολάτρας. Γι΄αυτό τονίζει στους δούλους Του, που είναι οι Απόστολοι και όλοι οι εργάται του Ευαγγελίου: «Πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν (:εις τους δρόμους της υφηλίου), καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους». «Όσους βρείτε, καλέσατέ τους εις τους γάμους»· που είναι οι γάμοι του υιού του βασιλέως – ο Υιός του Βασιλέως είναι ο Χριστός, είναι η Βασιλεία του Θεού. Γιατί η Βασιλεία του Θεού παρίσταται σαν γάμος, σαν πολλά άλλα πράγματα, αλλά και σαν τραπέζι.
Εμείς, όμως, σε ποια κατηγορία, αγαπητοί μου, ανήκομε από τους καλεσμένους; Ίσως όχι βεβαίως εις τους αρνητάς. Δεν λέμε: «Όχι, δεν θέλω!». Αλλά ούτε και εις τους διώκτας· ώστε να πάρομε μίαν εχθρικήν στάσιν έναντι του καλούντος. Αλλά σίγουρα ανήκομε εις την δευτέρα κατηγορία. Εις τους αμελήσαντας. Όχι βέβαια όλοι. Αλλά πολλοί από ημάς ανήκομε εις τους αμελήσαντας. Πώς αλλιώτικα εξηγείται, όταν χρόνια ολόκληρα είμαστε Χριστιανοί και ζήτημα είναι αν κάναμε ένα βήμα προς τα μπρος. Ζήτημα είναι. Μας λείπει η θερμότητα. Γιατί μας διακρίνει η αμέλεια. Μας διακρίνει η ακηδία του πνευματικού βίου. Ακηδία. Θα λέγαμε ότι η ακηδία (ἀ + κήδομαι, «κήδομαι» θα πει φροντίζω· ἀ – κηδία, το στερητικόν άλφα, που θα πει δεν φροντίζω, έχω αναμελιά, δηλαδή αφήνω τα πράγματα έτσι, αμελώ) είναι το αμάρτημα του συγχρόνου Χριστιανού. Και η ακηδία είναι ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, που εμποδίζουν προς τον δρόμον της σωτηρίας.
Τι είναι η αμέλεια; Η ακηδία; Τι είναι; Οι Πατέρες μάς λέγουν ότι είναι «δεινός καί βαρύς δαίμων». Λέγει ο άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος: «Είναι η πνευματική, κυρίως, ανεμελιά, η αδιαφορία για την σωτηρία». Οι νηπτικοί Πατέρες τής αποδίδουν τα εξής συνώνυμα: «Ραθυμία, ατονία, ὂκνος – «ὂκνος» θα πει τεμπελιά- χαύνωσις». Πνευματική χαύνωσις. Γι’αυτό και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος την προσδιορίζει: «Ἀκηδία ἐστὶ πάρεσις (:παράλυσις, χαύνος, παράλυσις) ψυχῆς καὶ νοὸς ἔκλυσις -«ἔκλυσις» θα πει εξασθένησις του νου-, ἀσκήσεως ἀμέλεια -δηλαδή παραμέλησις ασκήσεως-, κοσμικῶν μακαρίστρια –Βέβαια· μακαρίζει τους κοσμικούς, τους οποίους ζηλεύει και θέλει να ζήσει, Θεοῦ διαβλήτωρ (:διαβάλλει τον Θεόν) ὡς ἀσπλάχνου καὶ ἀφιλανθρώπου, ἐν προσευχῇ ἀτονοῦσα (:και στην προσευχή ατονεί και τεμπελιάζει)». Όλα αυτά είναι η αμέλεια, είναι η ακηδία. Είδατε με πόσα είναι στολισμένη;
Έτσι, στο θέμα ,αγαπητοί μου, της σωτηρίας υπάρχει πάντοτε μία πρόφασις για αναβολή. Το παιδί λέει: «Α, καλά, όταν θα μεγαλώσω». Ο νέος: «Ε, όταν δεν είμαι πια νέος θα φροντίσω για τη σωτηρία μου». Ο άνδρας; «Όταν θα γεράσω». Ο ηλικιωμένος; «Όταν θα πάρω σύνταξη». Και ο συνταξιούχος: «Έχω καιρό ακόμη». Έτσι σκέπτονται κι έτσι μιλάνε και έτσι λέγουν. Και όμως η Γραφή μάς ειδοποιεί και μας λέγει: «Ἰδοὺ νῦν (:Ιδού τώρα, να, τώρα) καιρὸς εὐπρόσδεκτος (:καιρός να γίνεις δεκτός από τον Κύριον), ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας (:να, σήμερα είναι η ημέρα της σωτηρίας)». Όχι άμα θα γεράσεις. Πόσοι από αυτούς που λέγουν ότι «Θα γεράσω», «Θα πάρω σύνταξη», «μετὰ ταῦτα, μετὰ ταῦτα…» και δεν προλαβαίνουν να εξομολογηθούν. Πολλές φορές δεν προλαβαίνει ο ιερεύς, πολλές φορές οι ίδιοι παθαίνουν ένα εγκεφαλικό, μία συγκοπή καρδίας. Το θέμα είναι ότι φεύγουν από τον κόσμον αυτόν έτσι. Έχει κλείσει η θύρα του ελέους. Γιατί οι ίδιοι δεν ήθελαν ποτέ, μα ποτέ να την χρησιμοποιήσουν.
Γι’αυτό, αγαπητοί μου, πολύ χαρακτηριστικά, γράφει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ότι: «Ἀκηδία περιεκτικός ἐστι θάνατος». Περιεκτικός. Δηλαδή «όλα τα μαζεύει η ακηδία, ό,τι κακό, για να αποφέρει τελικά τον θάνατον». Και οι Πατέρες λέγουν ότι: «Ἡ ἀκηδία στήκει ἐπὶ πάσῃ ἀρχῇ». «Στέκεται πάντοτε στην αρχή του κάθε πράγματος». Γι’αυτό λέγεται αυτό το πολύ γνωστό ότι: «Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός». Που σημαίνει: «Υπερνίκησες, αδελφέ μου, την ακηδίαν; Είσαι ήδη εις το μισόν έργον». Βλέπετε πόσο φοβερό πράγμα είναι αυτή η τεμπελιά η πνευματική.
Όμως οι Πατέρες μάς λέγουν ότι η ακηδία στηρίζεται στην άγνοια και εις την λήθην. Έτσι μας λέγουν οι Πατέρες. Είναι δε αυτά πολύ καλά γραμμένα εις τον πρώτον τόμον της Φιλοκαλίας, αν το θέλετε. Και τα τρία μαζί αποτελούν του διαβόλου τρεις ισχυρούς γίγαντες, που με αυτούς τους γίγαντες πολεμά τον άνθρωπον και την σωτηρία του. Και θεωρούνται αυτά τα τρία πάθη, τα υποστηρίγματα όλων των άλλων παθών.
Αλλά τι είναι η άγνοια; Για να περάσομε τώρα εις την άγνοιαν. Είναι η μη γνώσις. Κυριότατα του αληθινού Θεού και του νόμου Του. Δεν γνωρίζομε. Δεν ξέρομε. Δεν ξέρομε Ποιος είναι ο Θεός. Δεν ξέρομε. Ο Απόστολος Παύλος μάλιστα επιπλήττει τους Κορινθίους, όταν τους έγραφε «Ἀγνωσίαν Θεοῦ τινὲς ἔχουσιν». «Μερικοί από σας έχετε», λέγει, «αγνωσίαν Θεού». Σε τι; Των ενεργειών του Θεού, των ιδιοτήτων του Θεού, των ακτίστων ενεργειών του Θεού. Συγκεκριμένα εκεί, στο σημείο που μιλάει γι’αυτό ο Παύλος, είναι τούτο: Δεν πίστευαν στην ανάσταση των νεκρών. Γιατί; Γιατί δεν μπορούσαν να φανταστούν την δύναμη του Θεού, ότι μπορεί να αναστήσει και νεκρούς. Γι’αυτό τους λέγει ότι μερικοί από σας έχετε αγνωσίαν Θεού.
Ξέρετε, είναι βαρύ το παράπτωμα να φθάνομε να μην έχομε την γνώση του Θεού. Και με την άγνοιά των οι άνθρωποι γίνονται τελικά άσχετοι του Θεού. Λέμε πολλές φορές, α, μπαίνει κάποιος μέσα, τα χέρια στις τσέπες -έτσι, ένα παραδειγματάκι- κινείται από δω και από κει, δεν πάει να προσκυνήσει τις εικόνες και λέμε: «Αυτός είναι άσχετος από τον χώρον του ναού, της Εκκλησίας, άσχετος». Ή έρχονται, κάτι που μας συμβαίνει τόσο πολύ συχνά, ιδίως τώρα το καλοκαίρι, έρχονται πούλμαν οι οποίοι… -όχι όλοι βέβαια οι εκδρομείς, όχι όλοι, κάποιοι είναι προσκυνηταί, αλλά κάποιοι άλλοι είναι απλώς τουρίστες. Μπαίνουν μέσα, ρίχνουν μία ματιά, ενοχλούν και βγαίνουν έξω. Πώς τους λέμε; «Αυτοί ήσαν άσχετοι». Δεν έχουν καμία σχέση. Ούτε με τον λόγο του Θεού, ούτε με την Εκκλησία και είναι ένα, πραγματικά, δυστύχημα.
Είναι ακόμη η άγνοια της αμαρτίας. Δεν γνωρίζουν σήμερα οι άνθρωποι το μέγεθος της αμαρτίας. Τι είναι αμαρτία; Δεν το γνωρίζουν. Κι όταν πεις για πράγματα βαρύτατα, όπως είναι τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, φερειπείν η γαστριμαργία, είναι το πρώτο θανάσιμο αμάρτημα. Μετά είναι η πορνεία κ.ο.κ. Είναι …- το φαντάζεσθε, αλήθεια; Είναι η λύπη. Η αξεπέραστη λύπη. Γιατί έχασες τον άνδρα σου, γιατί έχασες την γυναίκα σου, και δεν μπορείς να παρηγορηθείς. Δεν παρηγορείσαι με τίποτα! Και αυτή η λύπη τελικά σε οδηγεί εις τον θάνατον της ψυχής. Πάντως, γι’αυτό και λέγονται «θανάσιμα αμαρτήματα». Δηλαδή αμαρτήματα που εάν κανείς δεν τα προλάβει και δεν μετανοήσει, οδηγούν εκ του ασφαλούς εις τον θάνατον της ψυχής. Αυτό το πράγμα δεν το ξέρομε. Το αγνοούμε. Έχομε την άγνοια και της αμαρτίας, αλλά και του μεγέθους της και της ποιότητός της.
Ακόμη προεκτείνεται αυτή η άγνοια και εις την χριστιανικήν ανθρωπολογίαν και κοσμολογία. Τι εννοούμε με αυτό, αγαπητοί; Προσέξατέ το. Χριστιανική ανθρωπολογία θα πει ποια είναι η χριστιανική αντίληψις περί ανθρώπου: Από τι αποτελείται, ποιος είναι ο προορισμός του κ.ο.κ. Έτσι οι άνθρωποι αγνοούν αυτήν την χριστιανικήν ανθρωπολογία. Αλλά αυτό είναι καίριο. Αν αγνοείς ποιος είσαι, πού πας, τι κάνεις, από τι αποτελείσαι, ποια είναι η σχέση σου με τον Θεό, αν και μπορείς να έχεις σχέση με τον Θεό, κ.ο.κ. όλα αυτά αποτελούν άγνοια, η οποία είναι φοβερή. Αλλά και άγνοια της χριστιανικής κοσμολογίας: Ότι το σύμπαν αυτό είναι δημιούργημα, βεβαίως κατά βουλήν των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος, αλλά κατά εκτέλεσιν έργον του Δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, της Ενυποστάτου Σοφίας, του Θεού Λόγου, του μετέπειτα Ενανθρωπήσαντος Ιησού Χριστού.
Βρίσκομε πολλά στραβά μέσα εις το σύμπαν, επάνω στη γη μας. Νομίζομε ότι είναι στραβά, νομίζομε! Προσέξατέ το. Εδώ λέμε… έτσι είναι ένα μικρό παράδειγμα, «να σκοτώσομε τους λύκους, μας κάνουνε κακό». Κάποια στιγμή αντιλαμβανόμεθα ότι χαλάμε την ισορροπία της Δημιουργίας. Ξέρετε πιο πολλά εσείς. Και λέμε, «α, να αφήσομε τώρα τους λύκους. Γιατί ο Θεός έκανε τους λύκους;», λέμε. «Δεν είναι κάτι κακό;». «Γιατί ο Θεός έκανε τα κουνούπια και τις μύγες;». Κ.ο.κ. Δεν έχομε βαθύνει σε όλα αυτά τα γιατί. Και τι κάνομε; Παλινδρομούμε, κάτι καταλαβαίνομε, επανερχόμεθα εις την πρώτην θέση κ.ο.κ.
Έτσι πραγματικά το σύμπαν είναι φοβερά σοφό. Έχει όρια που δεν υπερβαίνει, σύνορα που δεν ξεπερνά. Εκείνο που λέει δια την θάλασσα ο Ψαλμωδός: «Ὅριον ἔθου, ὃ οὐ παρελεύσεται». «Έβαλες όριον και λες στην θάλασσα: ‘’Δεν θα το ξεπεράσεις’’». Είναι όλα πάρα πολύ σοφά πράγματα. Έτσι ο Θεός δημιουργεί τα όρια και τις ισορροπίες. Αυτό, όμως, εμείς δεν το καταλαβαίνομε. Και αρχίζομε να στρεφόμεθα εναντίον του Θεού: «Και γιατί αυτό να είναι έτσι και γιατί εκείνο είναι έτσι;»… -Αν ο Ιησούς Χριστός έλεγε ότι: «Άνθρωποι, ξέρετε Ποιος είμαι; Είμαι η Ενυπόστατος Σοφία – είναι γραμμένο μόνο μία φορά και έμμεσα μάλιστα στην Καινή Διαθήκ -. Είμαι η Ενυπόστατος Σοφία .Είμαι ο Θεός Λόγος. Είμαι Εκείνος που έκανα τα πάντα». «Α, Εσύ είσαι Εκείνος που έκανες τα πάντα, και τα βλέπομε όλα στην Δημιουργία στραβά! Έλα τώρα να σε πιάσομε και να σε σκοτώσομε».
Βέβαια, από άλλο λόγο τον εσκότωσαν τον Κύριο και Τον κρέμασαν. Πού να εγνώριζαν τα πάντα; Και ξέρετε γιατί απεκρύβη από τα μάτια των ανθρώπων; Για να μη μεγαλώσει, μεγενθυνθεί η αμαρτία τους στον βαθμό των δαιμόνων. Οι δαίμονες γνωρίζουν Ποιος έκανε την Δημιουργία. Βεβαίως. Λοιπόν; Λοιπόν, καταλαβαίνετε, αγαπητοί, όλα αυτά αποτελούν την λεγομένην Χριστιανικήν Κοσμολογίαν. Έτσι, χριστιανική κοσμολογία και χριστιανική ανθρωπολογία δεν μας είναι γνωστά. Και είναι μεγάλο αυτό δυστύχημα.
Προεκτείνεται ακόμη η άγνοια… συγνώμη, βέβαια η άγνοια ενισχύεται από τον άλλον γίγαντα, που λέγεται, σας είπα… συγνώμη, η άγνοια ενισχύεται από τον άλλο γίγαντα της ακηδίας. Πολύ, πάρα πολύ. Η άγνοια του Θεού στάθηκε το κυριότερο σύμπτωμα του μεταπτωτικού ανθρώπου. Έρχεται τώρα ο Παύλος και λέγει εις τους Αθηναίους: «Τοὺς μὲν οὖν χρόνους τῆς ἀγνοίας ὑπεριδὼν -δηλαδή ξεπέρασε- ὁ Θεός, τὰ νῦν (:τώρα) παραγγέλλει τοῖς ἀνθρώποις πᾶσι πανταχοῦ μετανοεῖν». Το αντιπαρέρχεται ο Θεός το θέμα της αγνοίας. Το αντιπαρέρχεται και λέγει: «Άνθρωποι, ελάτε τώρα να μετανοήσετε». Γι’ αυτό επιμένει ο Ιερός Ιουστίνος και λέγει: «Μὴ τέκνα ἀγνοίας μένωμεν (:Να μη μένομε παιδιά της αγνοίας)».
Η άγνοια οδηγεί, πρώτιστα, εις την ειδωλολατρίαν και εις τον σατανισμόν. Διότι από την στιγμήν που θα φύγει από τον οπτικό μου ορίζοντα η γνώσις του Θεού, τι βλέπω; Αυτό που βλέπω μπροστά μου· τον ουρανό, τα σύννεφα, τα βουνά, τα ποτάμια, τις θάλασσες και τα θεοποιώ. Και γίνομαι ειδωλολάτρης.
Από άγνοια, πολλοί προσέρχονται στη μαγεία, στον πνευματισμό, στην μαντεία, και ό,τι συναφές. Και βασική αιτία της αγνοίας είναι η μη μελέτη και ακρόασις του λόγου του Θεού. Δεν μελετούμε, για να μάθομε και να φωτιστούμε. Γι’αυτό λέγει ο Μέγας Βασίλειος: «Μηδεὶς ἄγνοιαν προφασιζέσθω». «Κανείς», λέει, «να μην προφασίζεται την άγνοια». Και επιμένει ο Ιερός Χρυσόστομος πάνω σ’ αυτό και λέγει: «Μέγας κρημνὸς καὶ βάραθρον βαθὺ τῶν Γραφῶν ἡ ἄγνοια». Αγνοείς τις Γραφές; Κρημνός μέγας, βάραθρον! Και θα συμπληρώσει ο ιερός Πατήρ: «Μεγάλη προδοσία σωτηρίας τὸ μηδὲν ἀπὸ τῶν θείων εἰδέναι νόμων (:Μεγάλη προδοσία της σωτηρίας, όταν δεν ξέρεις τους νόμους του ήθους, της ηθικής). Τοῦτο καὶ αἱρέσεις ἔτεκεν (:Γέννησε και αιρέσεις αυτή η άγνοια δηλαδή), τοῦτο καὶ βίον διεφθαρμένον εἰσήγαγε (:η άγνοια αυτή εισήγαγε και βίον διεφθαρμένον), τοῦτο τὰ ἄνω κάτω πεποίηκεν(:Όλα τα ανακάτεψε. Τα πάνω κάτω τα έκανε)».
Μένει ο τρίτος γίγας του κακού, αγαπητοί, που είναι η λήθη. Η λήθη. Τι είναι η λήθη; «Ἡ λήθη –λέγουν οι Πατέρες-, ἡ τῆς ἀγνοίας ἀδελφὴ καὶ συνεργὸς καὶ συνέριθος». «Είναι», λέγει, «αδελφή της αγνοίας και βοηθός -«συνέριθος»- και συνεργός της». Τι είναι η λήθη; Η λησμοσύνη της γνώσεως. Αυτό που έμαθες και το ξέχασες. Γι’αυτό, ό,τι μάθαμε πρέπει να το επαναλαμβάνομε. Η επανάληψις είναι η μητέρα όλων των επιστημών.
Η λήθη αναφέρεται σε πολλούς τομείς. Αλλά η λήθη του Θεού είναι η πιο σοβαρή. Συνέβη εις τους απογόνους του Αδάμ. Δηλαδή ξέχασαν τον Θεό σιγά σιγά. Ύστερα από την δεύτερη, τρίτη γενεά προχωρούμε, μάλιστα όταν οι λαοί, οι άνθρωποι άρχισαν να εξαπλούνται επί της Γης, εξέχασαν τον αληθινόν Θεόν. Γι’αυτό έπεσαν εις την ειδωλολατρίαν.
Ακόμη, μία μνήμη που πρέπει να μένει, γιατί αν την καλύψει η λήθη, μυριάκις αλλοίμονο, είναι η εορτή. Αυτό που λέμε: εορτή. Γι’αυτό οι εχθροί του Θεού, ξέρετε, τι λένε; Και το’ χουνε βάλει και μπροστά: «Δεῦτε καταπαύσωμεν πάσας τὰς ἑορτὰς τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τῆς γῆς». «Ελάτε», λέει, «να καταργήσομε όλες τις γιορτές του Θεού που γίνονται επάνω στη γη». Το αναφέρει ο Ψαλμωδός εις τον 73ον Ψαλμόν. Θέλετε μία παρένθεση; Και επί εθνικού επιπέδου αυτό υπάρχει. Ελάτε να καταργήσομε και τις εθνικές γιορτές, για να ξεχάσομε. Θέλετε κάτι περισσότερο; Να βγάλομε και από τα βοηθήματα των παιδιών στο σχολείο ποιοι υπήρξαν εχθροί μας κ.τ.λ. κ.τ.λ. για να μην έχομε έχθρα. Την έχουν, όμως, οι άλλοι την έχθρα. Εμείς, -να το πω;- οι εξυπνάκηδες! Οι εξυπνάκηδες! Οι άλλοι διατηρούν την μνήμη. Και γίνονται για μας, το βλέπετε, γίνονται απειλή.
Έχομε και την λήθη των εντολών του Θεού. Έρχεται και η λήθη και του νοήματος της υπάρξεως. Αγαπητοί μου, παρακολουθώ μια εκπομπή μιας ώρας, με έναν Πανεπιστημιακό διδάσκαλο και με έναν δημοσιογράφο. «Ποιο είναι το νόημα της υπάρξεως». Πηγαίνομε για την πέμπτη εκπομπή και ακόμα δεν είπαν τίποτε. Βάλαν και έναν κληρικό συνομιλητή μέσα. Δεν είπαν ακόμα τίποτα. Με δύο λόγια η απάντησις: «Η Βασιλεία του Θεού». Αλλά δεν είναι, όμως, δύο λόγια όταν δεν πιστεύομε εις τον Χριστόν. Και τότε αρχίζει ο τραγελαφισμός του νου του ανθρώπου, να φιλοσοφεί και να φιλοσοφεί, γιατί δεν δέχεται την αποκάλυψη του Θεού.
Η λήθη σκοτίζει τον πνευματικόν ορίζοντα και χάνει ο άνθρωπος την επίγνωση ακόμη και των καιρών και την εσχατολογία. Έσχατοι καιροί. «Πού το βλέπεις;», σου λέει ο άλλος. Η λήθη οδηγεί και στην απώλεια, ακόμα, και της Ορθοδοξίας μας.
Αγαπητοί, οι καλεσμένοι στον γάμο του υιού του βασιλέως, που είναι η Βασιλεία του Θεού, λέγει «ἀμελήσαντες ἀπῆλθον». Και όπως είδαμε, η αμέλεια ενισχύεται από την αγνωσία, ενισχύεται και από την λήθη. Θα πρέπει να υπενθυμίζομε διαρκώς ότι η αμέλεια με την άγνοια και την λήθη είναι θανάσιμον αμάρτημα. Είναι το αμάρτημα, σας είπα, το κατεξοχήν του αιώνος μας. Βαριούνται οι άνθρωποι να ζήσουν την πνευματική ζωή. Εμείς οι Χριστιανοί πρέπει να αντιστεκόμεθα με την εγρήγορση. Να είμαστε ξύπνιοι, ξυπνητοί. Είναι θέμα ζωτικότατο, που αφορά στη σωτηρία μας. Και μόνον αν κατανοήσομε τον κίνδυνο, θα ενεργοποιήσομε την κάθε μας στιγμή.
Ο Κύριος να μας ελεεί. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
ψηφιοποίηση και επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_814.mp3

