«Ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταί ἰδόντες τόν Κύριον»

(σύντμησις μερίμνῃ τῆς συντάξεως τῆς «Χρ. Σπίθας»)

  1. Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης λέγει: «Μήπως δέν γιορτάσαμε ἐπί τόσα χρόνια το Πάσχα; Καί τοῦτο θά ἔρθει καί θά παρέλθει. Δέν ὑπάρχει τίποτε τό μόνιμο στόν παρόντα αἰώνα, ἀλλ’ οἱ μέρες μας φεύγουν σάν σκιά καί ὁ βίος μας τρέχει σάν ἔφιππος ταχυδρόμος ὥσπου νά μᾶς ὁδηγήσει στό τέλος τῆς παρούσης ζωῆς. Τί, θά πεῖ λοιπόν κάποιος, δέν πρέπει νά ἐπιθυμοῦμε τό Πάσχα; Νά τό ἐπιθυμοῦμε καί πολύ μάλιστα, ἀλλά ἐκεῖνο τό Πάσχα πού ἐπιτελεῖται κάθε μέρα. Καί ποιό εἶναι αὐτό; Ὁ καθαρισμός τῶν ἁμαρτιῶν: Ἡ συντριβή τῆς καρδιᾶς, τό δάκρυ τῆς κατανύξεως, ἡ καθαρή συνείδηση, ἡ νέκρωση τῶν γηίνων μελῶν: πορνείας, ἀκαθαρσίας, ἐπιθυμίας κακῆς, πάθους καί ὁποιασδήποτε ἄλλης κακίας. Ὅποιος ἀξιωθεῖ νά φθάσει ἐκεῖ, ὄχι μόνο μιά φορά τό χρόνο, ἀλλά κάθε μέρα «πασχάζει» καί ἑορτάζει διά τόν Κύριο. Ἐνῶ ὅποιος δέν ἔχει τά προαναφερθέντα καί εἶναι δοῦλος τῶν παθῶν δέν μπορεῖ νά ἑορτάσει. Πῶς νά ἑορτάσει αὐτός πού ἔχει θεό τήν κοιλιά του; Πῶς νά ἑορτάσει αὐτός πού φλέγεται ἀπό τήν ἐπιθυμία τῆς σαρκός, πῶς ὁ βουτηγμένος στή φιλαργυρία, πῶς ὁ δοῦλος τῆς κενοδοξίας, πῶς ὁ αἰχμάλωτος τῶν ἄλλων παθῶν»;
  2. Ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ ὅλο τό χρόνο ἔλεγε στόν κάθε ἄνθρωπο πού συναντοῦσε «Χριστός Ἀνέστη, χαρά μου». Αὐτός ὁ χαιρετισμός δέν ἦταν ἁπλός, ἀλλά ἐκπορευόταν ἀπό τήν ἀναστάσιμη βιοτή του, ἀπό τή θερμουργό προσευχή του, τήν ἄσκηση, τή νηστεία, τήν κακοπάθεια, τή χαμαικοιτία, τή φύλαξη τῶν αἰσθήσεων καί γι’αὐτό ἀκριβῶς ζοῦσε τό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως καθημερινά.

Ἐμεῖς μέ ἀφορμή τόν κορωνοϊό, βλέπουμε τόν κάθε ἄνθρωπο ὡς φόβητρο μέ τό λογισμό, μήν κολλήσουμε ἀπό τούς ἄλλους μέ ἀποτέλεσμα νά ἔχουν ψυχρανθεῖ οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις.

Στή συνέντευξή του ὁ σοφός Καθηγητής Δογματικῆς Θεολογίας Α.Π.Θ. κ. Δημ. Τσελεγγίδης στόν π. Πέτρο Heers ἀναφέρει συνοπτικά:

  • Ὁ Θεός οὔτε μολύνεται, οὔτε μολύνει.
  • Ἡ προσκύνηση τῶν Ἁγίων Εἰκόνων εἶναι ἀπαραίτητη, ἀφενός γιά τήν βεβαίωση τῆς σχέσης πρωτοτύπου καί εἰκόνος καί ἀφετέρου γιά τή βεβαίωση τοῦ ὅτι ἡ εἰκόνα γίνεται φορέας τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού κατεῖχαν τά εἰκονιζόμενα πρόσωπα.
  • Ἡ προσκύνηση τοῦ Εὐαγγελίου, τῶν Ἁγίων Λειψάνων, τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καί τῆς χειρός τοῦ ἱερουργοῦντος (εἴτε ἱερέως εἴτε ἀρχιερέως), μᾶς κάνει μετόχους Ἁγιασμοῦ.
  • Ὁ ἱερουργός κατά τή Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος δανείζει τά χέρια του γιά τήν τέλεση τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν. Γι’ αὐτό καί προσκυνοῦμε τό χέρι τοῦ ἱερουργοῦ μέ τήν αἴσθηση τήν πνευματική, ὅτι προσκυνοῦμε τό χέρι τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἀδιανόητο λοιπόν πνευματικά, ὅτι θά γίνει φορέας- ὁ ἱερέας ἤ τό χέρι του- μιᾶς ἀσθένειας.
  • Ὀφείλουμε κοσμική ὑπακοή στήν ἐξουσία, γιά τήν ἀποφυγή τῆς ἀταξίας, ὄχι ὅμως γιά τά θέματα τῆς Πίστεως καί τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου καμία θέση δέν ἔχει ὁ «Καίσαρας» παρά μόνον ὁ ἴδιος ὁ Χριστός καί οἱ Ἅγιοι Ἄπόστολοι.
  • Ἡ μόνη ἀκοινωνησία μας, εἶναι ἡ ἀμετανοησία μας.
  1. Ὁ Κύριος μᾶς προσέφερε καί μᾶς προσφέρει διά τῆς Ἀναστάσεώς του τό ἀνεκτίμητο ἀγαθό πού λέγεται χαρά. Μιά χαρά ἄγνωστη γιά τόν ἔξω τοῦ Χριστοῦ κόσμο καί ἀκατανόητη. Μιά χαρά χωρίς κενά, ὁλοκληρωμένη, πού ἱκανοποιεῖ πλήρως τόν πιστό, μιά χαρά στά βάθη τῆς καρδιᾶς σταθερή ἀκλόνητη. Τόσο μόνιμη, ὥστε κανείς ἄνθρωπος, καμμία σκοτεινή δύναμη, κανένα δημιούργημα στό σύμπαν νά μπορεῖ νά πάρει αὐτή τή χαρά.

Ἀρχιμανδρίτης Παῦλος Ντανᾶς

Ἱεροκῆρυξ

Ἱερᾶς Μητροπόλεως Αἰτωλίας & Ἀκαρνανίας

τηλ. 6947736590

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.